Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Πόλοι εξουσίας και συγκρούσεις στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη


1. Εισαγωγικά

Η συμμετοχή στη νομή ή, ακόμα, και το μονοπώλιο της εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη, το κέντρο αποφάσεων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Έριδος για αρκετούς θεσμούς και κοινωνικές ομάδες. Βέβαια, οι πόλοι εξουσίας στην πρωτεύουσα δεν παρέμειναν αναλλοίωτοι στο ρου της υπερχιλιετούς ιστορίας της και στην εξέλιξη μιας κοινωνίας που είχε ελάχιστα κοινά, συγκρίνοντας την εποχή του Ιουστινιανού με την εποχή των Παλαιολόγων, για παράδειγμα. Ωστόσο, είναι δυνατό να εντοπιστούν κάποιοι θεσμοί, ομάδες ή «κόμματα»1 που, όσο κι αν άλλαζε η σύνθεσή τους ή τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, παραδοσιακά επιδίωκαν τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, προωθώντας τα συμφέροντά τους. Και επειδή τα συμφέροντα μιας ομάδας συνήθως δεν ταυτίζονταν με εκείνα κάποιας άλλης, οι συγκρούσεις ήταν αναπόφευκτες. Οι σταθερότεροι πόλοι εξουσίας, νοούμενοι πάντοτε ως εξαιρετικά ευρείς στη σύνθεσή τους λόγω των κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων, ήταν η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η σύγκλητος, η κωνσταντινουπολίτικη αριστοκρατία, οι μέσοι και ο λαός. Ωστόσο, οι πόλοι αυτοί δεν ήταν καθόλου στεγανοί. Ήταν σύνηθες, για παράδειγμα, ένα μέλος της συγκλητικής αριστοκρατίας να γίνεται πατριάρχης ή κάποιος που προερχόταν από την τάξη των εμπόρων να μεταπηδά στην τάξη της
αριστοκρατίας. Είναι σημαντικό, λοιπόν, το γεγονός ότι οι πόλοι αυτοί αλληλεπιδρούσαν και, όχι σπάνια, επιζητούσαν ο ένας τη συμμαχία του άλλου.

2. Η Εκκλησία

Η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (ένας όρος με τον οποίο εννοείται όχι μόνο το Πατριαρχείο και η οργάνωσή του, αλλά και οι εκκλησιαστικοί θεσμοί, οι αξιωματούχοι, οι κληρικοί, οι μοναχοί, τα ποικίλα εκκλησιαστικά ιδρύματα, ακόμα και οι λόγιοι που πρόσκεινταν στο Πατριαρχείο) αποτέλεσε ίσως το σταθερότερο πόλο εξουσίας, μετά τον αυτοκρατορικό θεσμό, στην πρωτεύουσα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα, 451) τα αξιώματα της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης παρουσιάζονται ως θεσμοί που οργανώνουν το Πατριαρχείο κατά το πρότυπο του αυτοκρατορικού παλατιού.2 Μετά την προσχώρηση, μάλιστα, της συγκλητικής αριστοκρατίας στην Ορθοδοξία, όπως ορίστηκε από τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας, ο επισκοπικός κλήρος συγχωνεύτηκε με την άρχουσα τάξη.3 Την ίδια εποχή, η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης έχει μετατραπεί σε οικονομική δύναμη, πλουτίζοντας και διαθέτοντας τις ικανότητες να μετατρέψει τον πλούτο σε αποδοτική περιουσία, μέσω ενός φορολογικού καθεστώτος και ενός συστήματος διαχείρισης που την προστάτευε από τις κρατικές παρεμβάσεις.4

Η πανίσχυρη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης είχε ηγετική θέση όχι μόνο στη θρησκευτική ζωή της αυτοκρατορίας, αλλά και στην πολιτική, παρεμβαίνοντας στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, των οποίων συχνά απέβαινε ρυθμιστής. Φυσικά, είναι αδύνατο να εκτεθεί εδώ η ιστορία της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης και η σχέση της με την κρατική εξουσία. Ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα αρκούν, όμως, για να πάρουμε μια «γεύση» της εξουσίας που ασκούσε ή που διεκδικούσε.

Κατά τις δύο ταραγμένες βασιλείες του Ιουστινιανού Β΄ (685-695, 705-711), ο οποίος είχε στραφεί εναντίον τόσο της κοσμικής όσο και της εκκλησιαστικής αριστοκρατίας, τα μοναστήρια της Κωνσταντινούπολης είχαν στηρίξει τους αριστοκράτες ανταπαιτητές του θρόνου, διαδραματίζοντας καταλυτικό ρόλο στην ανατροπή του αυτοκράτορα. Η περίοδος 695-715 σημαδεύτηκε από την πολιτική δραστηριότητα ορισμένων κωνσταντινουπολίτικων μοναστηριών που, σε συνεργασία με την αριστοκρατία και τον κλήρο της πρωτεύουσας, ανέτρεψαν δύο φορές τον Ιουστινιανό Β΄.5

Τον 11ο αιώνα η ανεξαρτητοποίηση του Πατριαρχείου από το κράτος έγινε πασίδηλη με τη ρήξη μεταξύ του αυτοκράτορα Ισαακίου Α΄ Κομνηνού (1057-1059) και του πατριάρχη Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριου (1043-1058), ενός αριστοκράτη που προερχόταν από τη συγκλητική υπαλληλία και ως πατριάρχης πρωταγωνίστησε στο Σχίσμα των Εκκλησιών (1054). Η απόπειρα μεταρρυθμίσεων του αυτοκράτορα ήρθε αντιμέτωπη με τις πρωτοβουλίες του πατριάρχη, που είναι ενδεικτικό ότι φορούσε τα πορφυρά αυτοκρατορικά πέδιλα και θεωρούσε τον εαυτό του δημιουργό αυτοκρατόρων. Η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, και το 1058 ο Ισαάκιος Α΄ απομάκρυνε τον πατριάρχη και από την πρωτεύουσα και από το αξίωμά του. Το 1059 πατριάρχης έγινε ένας άλλος ευγενής συγκλητικός, ο Κωνσταντίνος Γ΄ Λειχούδης (1059-1063), γεγονός το οποίο υποδηλώνει την επιρροή της συγκεκριμένης ομάδας, που τελικά οδήγησε τον Ισαάκιο Α΄ στην παραίτηση.6

Το 15ο αιώνα οι αξιωματούχοι του Πατριαρχείου και οι κοσμικοί άρχοντες αποτελούσαν τις κυριότερες κοινωνικές ομάδες που διαμόρφωναν την πολιτική ζωή, τόσο τις επαφές με το εξωτερικό όσο και τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους. Καθώς τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις τους δεν ταυτίζονταν, οι δύο αυτές ομάδες συγκρούονταν. Οι άρχοντες είχαν στραφεί προς τη Δύση, εξαιτίας των οικονομικών επαφών τους με τις ιταλικές πόλεις και της ελπίδας ότι ο τουρκικός κίνδυνος θα απομακρυνόταν με δυτική βοήθεια, προωθώντας την ιδέα ενός «εθνικού» κράτους. Το Πατριαρχείο, αντίθετα, την εποχή αυτή, που οι Οθωμανοί εξαπλώνονταν και η Καθολική Εκκλησία διείσδυε στις περιοχές δικαιοδοσίας του, επιθυμούσε την ενότητα της επικράτειάς του για λόγους ιδεολογικούς και οικονομικούς και προωθούσε την ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Η Εκκλησία προβαλλόταν ως η μόνη πολιτική προοπτική, ακόμα και μετά την Άλωση. Το ζήτημα της ένωσης των Εκκλησιών έγινε το πεδίο επί του οποίου διεξήχθη μεγάλο μέρος της σύγκρουσης. Οι Παλαιολόγοι υποστήριζαν την ένωση Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποσκοπώντας στην αποστολή βοήθειας από τη Δύση για την απόκρουση των Οθωμανών. Οι αξιωματούχοι του Πατριαρχείου, όμως, ήταν κυρίως ανθενωτικοί, καλλιεργώντας την επιρροή τους στον πληθυσμό της Πόλης, με το επιχείρημα ότι η ένωση θα επιτάχυνε την επικείμενη καταστροφή που φάνταζε σαν τιμωρία για την παραβίαση της πίστης.7 Αν αναλογιστεί κανείς ότι το Πατριαρχείο επέζησε μετά την Άλωση, τότε νικήτρια από τις πολιτικές συγκρούσεις εξήλθε μάλλον η πατριαρχική ομάδα.

3. Η σύγκλητος και η αριστοκρατία

Η σύγκλητος8 αποτελούσε ένα από τα τρία συνταγματικά όργανα (μαζί με το λαό και το στρατό) που επικύρωναν τη νομιμότητα ενός αυτοκράτορα, θεωρητικά τουλάχιστον.9 Τη βυζαντινή σύγκλητο αποτελούσαν κυρίως οι ανώτατοι εν ενεργεία υπάλληλοι του κράτους και οι ανώτατοι αξιωματούχοι της αυλής, στους οποίους έρχονταν να προστεθούν όσοι διορίζονταν προσωπικά από τον αυτοκράτορα. Η αυτοπεποίθηση της συγκλήτου πήγαζε σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι μια αλλαγή στο θρόνο συχνά επέφερε το διορισμό σε υψηλές θέσεις εκείνων που είχαν βοηθήσει το νέο αυτοκράτορα να επικρατήσει.10 Οι συγκλητικοί ήταν κατά κύριο λόγο μεγαλογαιοκτήμονες και αντιπροσώπευαν την οικονομικά ισχυρή αριστοκρατία της γης που ασκούσε μεγάλη επιρροή στην κοινωνικοπολιτική ζωή.

Αν και τον 7ο αιώνα η σύγκλητος διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, η πρωτοβυζαντινή αριστοκρατία της συγκλητικής τάξης δέχτηκε μεγάλα πλήγματα κατά τις βασιλείες του Φωκά (602-610) και ιδιαίτερα του Ιουστινιανού Β΄ (685-695, 705-711) και παρήκμασε.11 Τον 9ο και το 10ο αιώνα την κυρίαρχη τάξη της βυζαντινής αυτοκρατορίας την αποτελούσαν οι ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί της πρωτεύουσας.12

Τον 11ο αιώνα το κράτος, έχοντας ανάγκη από περισσότερους αφοσιωμένους υπαλλήλους, έδωσε νέα πνοή στο θεσμό της συγκλήτου της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος επί τουλάχιστον τρεις αιώνες είχε αδρανήσει σε μεγάλο βαθμό, και επέτρεψε στους κρατικούς υπαλλήλους να εισέλθουν στη σύγκλητο, χωρίς να απαιτείται πάντοτε να είναι ανώτατοι υπάλληλοι. Το μέτρο αυτό είχε αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των συγκλητικών σε αρκετές χιλιάδες, ενώ το κράτος επιχορηγούσε το αξίωμα του συγκλητικού από το δημόσιο ταμείο, ανταμείβοντας και εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο την υποστήριξη των συγκλητικών.13 H αναβάθμιση της συγκλητικής τάξης χαρακτηριζόταν από κάθετη κινητικότητα και συμπεριλάμβανε στους κόλπους της νεόπλουτους εμπόρους και τεχνίτες. Ωστόσο, τον 11ο αιώνα η ανώτερη αριστοκρατία διαιρέθηκε σε δύο ομάδες, με κριτήριο τα καθήκοντα, στρατιωτικά ή πολιτικά, με τα οποία κάθε ομάδα ήταν επιφορτισμένη.14

Επί Κομνηνών (ιδιαίτερα το 1081-1180), με την επικράτηση της στρατιωτικής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων, η κωνσταντινουπολίτικη αριστοκρατία των συγκλητικών, η ανώτερη μερίδα της πολιτικής αριστοκρατίας, που είχε στενούς δεσμούς με τους εμπορικούς κύκλους και την Εκκλησία και ουσιαστικά ασκούσε την εξουσία τον 11ο αιώνα, άρχισε να θεωρείται κοινωνικά κατώτερη και περιορίστηκε σε δευτερεύουσες θέσεις στην κρατική διοίκηση.15 Όμως, με τον Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό (1183-1185) και τη δυναστεία των Αγγέλων (1185-1204), ενισχύθηκε και πάλι η επιρροή της, ως αντίδραση στις κεντρόφυγες τάσεις των αριστοκρατών στην επαρχία.16

Το 14ο και ιδιαίτερα το 15ο αιώνα, όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, η αριστοκρατία στην πρωτεύουσα επένδυσε με επιτυχία στο εμπόριο, λόγω της απώλειας των γαιών της από την τουρκική επέκταση. Η οικτρή οικονομική κατάσταση της αυτοκρατορίας αποζητούσε την οικονομική βοήθεια αυτών των αριστοκρατών, γεγονός που φανερώνει το μέγεθος της επιρροής που ασκούσαν.

4. Οι μέσοι

Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και ρήτορες συνήθιζαν να διαχωρίζουν την κοινωνία σε κατηγορίες, ενώ η συνηθέστερη και απλούστερη διάκριση ήταν εκείνη μεταξύ δυνατών και πενήτων. Την ομάδα των δυνατών σχημάτιζαν όσοι ήταν μέλη του κυρίαρχου κοινωνικού στρώματος, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων κληρικών, και είχαν πρόσβαση στην πολιτική εξουσία,17 ενώ θα μπορούσαμε πολύ γενικά να πούμε ότι τους πένητες αποτελούσαν οι φορολογούμενοι. Ωστόσο, από τον 11ο αιώνα, αυτός ο διμερής διαχωρισμός της κοινωνίας άρχισε να θεωρείται ανεπαρκής, καθώς μία ενδιάμεση τάξη, οι μέσοι, είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία της. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν κυρίως έμποροι και βιοτέχνες, που τους διέκρινε κανείς ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν επικεντρωμένη η εμπορική και βιοτεχνική δραστηριότητα.18 Είναι ενδεικτικό ότι το 12ο αιώνα ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, κάνοντας λόγο για τον πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης, τους αναφέρει: «οἱ μεγάλοι», «οἱ μικροί», «οἱ μέσοι».19

Από το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, οι μέσοι είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν πρόσβαση στην εξουσία, στο πλαίσιο της σύγκρουσης μεταξύ αυτοκράτορα και δυνατών. Οι αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Θ΄ Μονομάχος (1042-1055) και Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας (1059-1067), μάλιστα, είχαν απονείμει τιμητικούς τίτλους σε ανθρώπους της αγοράς, αφού θεωρούσαν απαραίτητη την υποστήριξή τους για την εδραίωση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Είχαν κατανοήσει ότι ο έλεγχος της Κωνσταντινούπολης συνδεόταν στενά με την υποστήριξη των εμπορικών και βιοτεχνικών κύκλων, που αντιπροσώπευαν το νέο πλούτο στην πρωτεύουσα.20

Ωστόσο, η ανάρρηση στο θρόνο του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), με τον οποίο επιβλήθηκε η αριστοκρατία των γαιοκτημόνων, διέκοψε απότομα την επιρροή των μέσων. Η ιδεολογική στάση του Αλεξίου Α΄ (και της στρατιωτικής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων) προς το αστικό περιβάλλον και, ιδιαίτερα, τις εμποροβιοτεχνικές τάξεις ήταν περιφρονητική. Την περίοδο 1081-1180, η σύγκλητος, οι συντεχνίες και οι λαϊκές μάζες είχαν απλώς εθιμοτυπικό ρόλο και βρίσκονταν υπό αυστηρό έλεγχο. Λίγο μετά τη λήξη αυτής της περιόδου, όμως, τα σώματα αυτά ανέλαβαν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τους ρόλους που κατείχαν πριν από το 1081.21

Το 14ο αιώνα, οι μέσοι άρχισαν να συνειδητοποιούν άλλη μια φορά τη διαφορά τους από τους αριστοκράτες και συχνά ήταν εχθρικά διακείμενοι προς αυτούς. Μάλιστα, ο εμφύλιος πόλεμος (1341-1347) μεταξύ του Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού (1347-1354) και της αντιβασιλείας, που επιτρόπευε τον ανήλικο αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο (1341-1391), έλαβε τη μορφή σύγκρουσης ανάμεσα στους αριστοκράτες (ο ισχυρότερος εκπρόσωπος των οποίων ήταν ο Καντακουζηνός) και τους μέσους (τους οποίους είχαν προσεταιριστεί οι επίτροποι του Ιωάννη Ε΄).22

Από το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, ο όρος «μέσοι» δεν απαντά πλέον στα κείμενα. Ο κύριος λόγος είναι ότι όσοι ανήκαν στις τάξεις της παλαιάς αριστοκρατίας άρχισαν να ασχολούνται με εμπορικές δραστηριότητες, εξαιτίας της έλλειψης γης (λόγω της τουρκικής επέκτασης), παύοντας με αυτό τον τρόπο να αποτελούν σαφώς διακριτή κοινωνική ομάδα από τους μέσους.23 Έτσι, το 15ο αιώνα το κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα στη βυζαντινή κοινωνία δεν απαρτιζόταν μόνο από παλαιούς αριστοκράτες, αλλά και από πλούσιους ανθρώπους που ασχολούνταν με το εμπόριο ή γενικότερα με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η κύρια επιδίωξή τους ήταν η συμμετοχή τους στην εξουσία, την οποία επιτύγχαναν μέσω της αυτοκρατορικής εύνοιας.24

5. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης

Ο λαός της Κωνσταντινούπολης (populus, δήμος και στη συνέχεια δήμοι25) υπήρξε ένας από τους βασικότερους πολιτειακούς παράγοντες, αν και συχνά ο ρόλος του περιοριζόταν στην τελετουργική επικύρωση της ανάρρησης ενός νέου αυτοκράτορα στο θρόνο.26 Ο λαός της πρωτεύουσας μπορούσε να συναθροίζεται ελεύθερα κυρίως στον Ιππόδρομο, που αποτελούσε σύμβολο της σχέσης αυτοκράτορα και λαού, ενώ το δικαίωμα του δήμου να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του στον Ιππόδρομο ενώπιον επίσημων προσώπων είχε παραχωρηθεί από το Μεγάλο Κωνσταντίνο (324-337) το 331, κάτι το οποίο οι αρχές σέβονταν.27

Η επιρροή που ασκούσαν οι δήμοι, οι αντίπαλες οργανώσεις κυρίως των Πράσινων και των Βένετων (Γαλάζιων), στην πολιτική ζωή της Κωνσταντινούπολης κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο είναι ευρέως γνωστή. Οι δήμοι ανάγονταν στο ρωμαϊκό ιππόδρομο, αλλά στο Βυζάντιο απέκτησαν ιδιαίτερο χαρακτήρα με πολιτική λειτουργία, που ξεπερνούσε τα όρια του Ιπποδρόμου.28

Το γεγονός με το οποίο συνδέονται συνειρμικά οι δήμοι της Κωνσταντινούπολης είναι η Στάση του Νίκα (532), που συντάραξε την πρωτεύουσα και παραλίγο να ανατρέψει τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565). Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της στάσης, η οποία ήταν απόρροια των αδικιών και της καταπίεσης, ήταν η ένωση και η συμφιλίωση των δήμων.29 Λόγω της στάσης η λαϊκή εξέγερση επικράτησε λίγες μέρες στην πρωτεύουσα και επιχείρησε να στέψει νέο αυτοκράτορα τον Υπάτιο. Τελικά, έπειτα από έντονες παρασκηνιακές ενέργειες, οι στρατηγοί Βελισάριος, Ναρσής και Μούνδος εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στον Ιππόδρομο, όπου είχε συγκεντρωθεί ο λαός για να στέψει αυτοκράτορα τον Υπάτιο, και έσφαξαν περίπου 35.000 ανθρώπους.30

Οι δήμοι επιβίωσαν και αργότερα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο – για παράδειγμα, το 602, στην ανατροπή του Μαυρικίου (582-602) από το Φωκά, και το 610, στην ανατροπή του Φωκά από τον Ηράκλειο (610-641). Ποτέ, όμως, δεν μπόρεσαν να συνέλθουν από το πλήγμα που δέχθηκαν από τον Ιουστινιανό, καταλήγοντας συχνά διακοσμητικά στοιχεία στις επίσημες τελετές.31 Περίπου από το 10ο αιώνα και εξής, οι δήμοι φαίνεται ότι ταυτίζονται με τις συντεχνίες.32

Το 1042 ξέσπασε μια τρομερή εξέγερση του λαού της Κωνσταντινούπολης εναντίον του Μιχαήλ Ε΄ (1041-1042), εξαιτίας του εγκλεισμού της λαοφιλούς αυτοκράτειρας Ζωής σε μοναστήρι. Ο λαός, με την υποκίνηση του πατριάρχη Αλέξιου Στουδίτη (1025-1043), τον οποίο ο Μιχαήλ Ε΄ ήθελε να καθαιρέσει, ανέτρεψε εύκολα τον αυτοκράτορα.33 Με την πτώση του, ο λαός της πρωτεύουσας κατέστη ξανά υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, διατηρώντας την επιρροή του μέχρι το τέλος του 11ου αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αυτοκράτορες της περιόδου σε ορισμένες περιπτώσεις απευθύνονταν και στο λαό και στη σύγκλητο.34 Ωστόσο, η άνοδος στην εξουσία του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού το 1081 ανέτρεψε αυτή τη δυναμική, αφού ο ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών επέβαλε την επιρροή του στην Κωνσταντινούπολη και κατάφερε να δαμάσει το λαό της.35

Το 15ο αιώνα φαίνεται ότι ο ρόλος του δήμου ενισχύθηκε πάλι και συχνά υπάρχουν υπαινιγμοί στις πηγές της εποχής για «συνελεύσεις» των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, στις οποίες λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις, ακόμα και για κινήσεις συνθηκολόγησης με τους Οθωμανούς. Η ακριβής σύνθεση των συνελεύσεων αυτών δε μας είναι γνωστή, όπως και το αν υπήρχε ένα σύστημα «αντιπροσώπευσης». Πιθανολογείται, όμως, ότι στις συνελεύσεις συμμετείχαν, εκτός από τους συγκλητικούς, και οι πλουσιότεροι κάτοικοι, που είχαν μια δική τους αρχή,36 εξέλιξη που σχετίζεται και με την εδραίωση του κοινωνικού στρώματος των μέσων, όπως περιγράφηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο.

1. Ο όρος «κόμμα» αναφέρεται εδώ με τον τρόπο που τον χρησιμοποιεί ο Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία2 (Αθήνα 1992), σελ. 332: «Αν λοιπόν δεχτούμε ως ελάχιστο όρο για τη διαμόρφωση ενός κόμματος, εκτός από το πρόγραμμα, την επιδίωξη της πολιτικής υλοποίησής του, τότε μπορούμε ίσως, τουλάχιστον πρόχειρα, να εφαρμόσουμε την έννοια “κόμμα” και στο Βυζάντιο».

2. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 562.

3. Λουγγής, T.K., Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας Α: (324-1204)2 (Αθήνα 1998), σελ. 162.

4. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 564.

5. Κουντούρα-Γαλάκη, E., Ο βυζαντινός κλήρος και η κοινωνία των «σκοτεινών αιώνων» (Αθήνα 1996), σελ. 75, 105.

6. Angold, M., Η Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μία πολιτική ιστορία2 (Αθήνα 1997), σελ. 128-135· Λουγγής, T.K., Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας Α: (324-1204)2 (Αθήνα 1998), σελ. 282-284.

7. Κιουσοπούλου, Τ., Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση (Αθήνα 2007), σελ. 58-77, 235-244.

8. Για τη βυζαντινή σύγκλητο, βλ. Χριστοφιλοπούλου, Αι., «Η σύγκλητος εις το βυζαντινόν κράτος», Επετηρίς του αρχείου της ιστορίας του ελληνικού δικαίου 2 (1949)· Beck, H.-G., Senat und Volk von Konstantinopel. Probleme der byzantinischen Verfassungsgeschichte (München 1966)· Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 137-240.

9. Καραγιαννόπουλος, Ι.Ε., Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών (Θεσσαλονίκη 1992), σελ. 47· Beck,  H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία2 (Αθήνα 1992), σελ. 71.

10. Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία2 (Αθήνα 1992), σελ. 72.

11. Λουγγής, Τ.Κ., «Δοκίμιο για την κοινωνική εξέλιξη στη διάρκεια των λεγόμενων “σκοτεινών αιώνων”», Σύμμεικτα 6 (1985), σελ. 139-222, ειδ. 145.

12. Kazhdan, A.P. – Wharton-Epstein, A., Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα (Αθήνα 1997), σελ. 57.

13. Λουγγής, Τ.Κ., Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας Α: (324-1204)2 (Αθήνα 1998), σελ. 272.

14. Kazhdan, A.P. – Wharton-Epstein, A., Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα (Αθήνα 1997), σελ. 107. Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνουν μερικές διευκρινίσεις: ο H.-G. Beck, αναφερόμενος στο «στρατιωτικό κόμμα» και στο «κόμμα των πολιτικών» του 11ου αιώνα, έχει επισημάνει ότι δεν ήταν απαραίτητο να ανήκει κάθε στρατιωτικός στις τάξεις του «στρατιωτικού κόμματος», ούτε κάθε φορέας πολιτικών αξιωμάτων στο «κόμμα των πολιτικών». Επιπλέον, η μεταπήδηση από τη μία παράταξη στην άλλη δεν ήταν ασυνήθιστη, καθώς η πολιτική πρακτική και η ιδιοτέλεια έπαιζαν σημαντικό ρόλο. Βλ. Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία2 (Αθήνα 1992), σελ. 337. Να σημειωθεί ότι ειδικότερα τα συμπεράσματα του Cheynet, J.C., Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210) (Byzantina Sorbonensia 9, Paris 1990), σελ. 191-198, έχουν αποτελέσει σταθμό στην κριτική κατά του διπόλου πολιτικό - στρατιωτικό «κόμμα». Βλ., επίσης, Kaegi, W.E., “The Controversy about Bureaucratic and Military Factions”, Byzantinische Forschungen 19 (1993), σελ. 25-33.

15. Καζντάν, A., «Κεντρομόλες και κεντρόφυγες τάσεις στο βυζαντινό κόσμο (1081-1261). Η δομή της βυζαντινής κοινωνίας», Βυζαντιακά 3 (1983), σελ. 91-110, ειδ. 103.

16. Καζντάν, A., «Κεντρομόλες και κεντρόφυγες τάσεις στο βυζαντινό κόσμο (1081-1261). Η δομή της βυζαντινής κοινωνίας», Βυζαντιακά 3 (1983), σελ. 91-110, ειδ. 104-105.

17. Πρβλ. Νεαρά 2β΄ Ρωμανού Α΄, Κωνσταντίνου και Χριστοφόρου, όπου διευκρινίζεται ότι ο όρος «δυνατός» αντιστοιχεί σε ευρύ περιεχόμενο: «ἐκεῖνοι δὲ νοείσθωσαν δυνατοί, οἵτινες κἂν μὴ δι' ἑαυτῶν, ἀλλ’ οὖν διὰ τῆς ἑτέρων δυναστείας, πρὸς οὓς πεπαῤῥησιασμένως ᾠκείωνται, ἱκανοί εἰσιν ἐκφοβῆσαι τοὺς ἐκποιοῦντας, ἢ πρὸς εὐεργεσίας ὑπόσχεσιν τὴν πληροφορίαν αὐτοῖς παρασχεῖν». Βλ. Ζέπος, Ι. – Ζέπος, Π. (επιμ.), Jus Graecoromanum Α: Νεαραί και χρυσόβουλλα των μετά τον Ιουστινιανόν Βυζαντινών αυτοκρατόρων (Αθήνα 1931), σελ. 203.

18. Angold, M., Church and Society in Byzantium under the Comneni, 1081-1261 (Cambridge 1995), σελ. 385.

19. Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Συγγραφὴ τῆς εἴθε ὑστέρας κατ' αὐτὴν ἁλώσεως, Kyriakidis, S. (επιμ.), Rotolo, V. (ιταλ. μτφρ.), Eustazio di Tessalonica, La espugnazione di Tessalonica (Testi e Monumenti, Testi 5, Palermo 1961), σελ. 32.8.

20. Angold, M., Η Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μία πολιτική ιστορία2 (Αθήνα 1997), σελ. 165. Βλ., επίσης, Dagron, G., «Η αστική οικονομία από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα», στο Λαΐου, Α.Ε. (επιμ.), Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα Β (Αθήνα 2006), σελ. 43-140, ειδ. 73· Παπαγιάννη, E., «Βυζαντινή νομοθεσία και οικονομική δραστηριότητα κατά κοινωνικές τάξεις», στο Λαΐου, Α.Ε. (επιμ.), Οικονομική ιστορία του Βυζαντίου από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα Γ (Αθήνα 2006), σελ. 283-296, ειδ. 294.

21. Hendy, M.F., Studies in the Byzantine Monetary Economy, c. 300-1450 (Cambridge 1985), σελ. 586.

22. Κιουσοπούλου, T., Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση (Αθήνα 2007), σελ. 47-48.

23. Oikonomidès, N., Hommes d’affaires grecs et latins à Constantinople (XIIIe-XVe siècles) (Montréal – Paris 1979), σελ. 119-123.

24. Κιουσοπούλου, T., Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση (Αθήνα 2007), σελ. 49-50, 57.

25. Οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι κατά τον A. Cameron. Βλ. Cameron, A., “Demes and Factions”, Byzantinische Zeitschrift 67 (1974), σελ. 74-91, ειδ. 90-91.

26. Καραγιαννόπουλος, I.E., Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών (Θεσσαλονίκη 1992), σελ. 47, 51, 55-59.

27. Λουγγής, T., Ιουστινιανός Πέτρος Σαββάτιος. Κοινωνία, πολιτική και ιδεολογία τον 6ο μ.Χ. αιώνα (Θεσσαλονίκη 2005), σελ. 144-146.

28. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 337.

29. Προκόπιος, Υπέρ των πολέμων, Ι.24.17, Haury, J. – Wirth, G. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia I: De bellis libri I-IV (Lipsiae 1962), σελ. 126.17-23.

30. Για τα γεγονότα της Στάσης του Νίκα, βλ. Χριστοφιλοπούλου, Αι., Βυζαντινή Ιστορία Α: 324-6102 (Θεσσαλονίκη 1996), σελ. 266-271· Λουγγής, Τ., Ιουστινιανός Πέτρος Σαββάτιος. Κοινωνία, πολιτική και ιδεολογία τον 6ο μ.Χ. αιώνα (Θεσσαλονίκη 2005), σελ. 146-161.

31. Καραγιαννόπουλος, Ι.Ε., Η πολιτική θεωρία των Βυζαντινών (Θεσσαλονίκη 1992), σελ. 53.

32. Beck, H.-G., Η βυζαντινή χιλιετία2 (Αθήνα 1992), σελ. 77· Vryonis, S., “Byzantine Δημοκρατία and the Guilds in the Eleventh Century”, Dumbarton Oaks Papers 17 (1963), σελ. 287-314, ειδ. 314.

33. Angold, M., Η Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μία πολιτική ιστορία2 (Αθήνα 1997), σελ. 106-107· Λουγγής, T.K., Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας Α (324-1204)2 (Αθήνα 1998), σελ. 281.

34. Βλ. Vryonis, S., “Byzantine Δημοκρατία and the Guilds in the Eleventh Century”, Dumbarton Oaks Papers 17 (1963), σελ. 287-314, ειδ. 309 κ.ε.

35. Angold, M., Η Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μία πολιτική ιστορία2 (Αθήνα 1997), σελ. 107, 241. Γενικά για την πολιτική δύναμη των λαϊκών μαζών στην Κωνσταντινούπολη κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο, βλ. Charanis, P., “The Role of the People in the Political Life of the Byzantine Empire: The Period of the Comneni and the Palaeologi”, Byzantine Studies / Études Byzantines 5:1-2 (1978), σελ. 69-79· Garland, L., “Political Power and the Populace in Byzantium Prior to the Fourth Crusade”, Byzantinoslavica 53 (1992), σελ. 17-52.

36. Κιουσοπούλου, T., Βασιλεύς ή Οικονόμος. Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Άλωση (Αθήνα 2007), σελ. 159-163.

Πηγή
Πόλοι εξουσίας και συγκρούσεις στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη
Συγγραφή : Μέριανος Γεράσιμος (29/9/2007)
Για παραπομπή: Μέριανος Γεράσιμος , «Πόλοι εξουσίας και συγκρούσεις στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL:

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Αιδ' εις Αθήναι ...η πριν πόλις


Αιδ' εις Αθήναι ...η πριν πόλις
(Γραμματικόπουλος, Τσαρούχης, Βασιλείου)


Ιστορικό ντοκιμαντέρ - αφιέρωμα στα νεοκλασικά σπίτια της Αθήνας, με κείμενα Γιάννη Τσαρούχη και εικόνες Σπύρου Βασιλείου, διαρκείας 20 λεπτά, έτος παραγωγής 1980.
Παραγωγή, σενάριο, διεύθυνση φωτογραφίας και σκηνοθεσία: Νίκος Γραμματικόπουλος
Βραβεύθηκε με το Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τη συμβολή του στη διατήρηση και διάσωση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς το 1980. Αγοράσθηκε από την Σουηδική Τηλεόραση και από την ΕΡΤ. Προβλήθηκε στην εκπομπή «Μια ταινία μια συζήτηση». Επίσης προβλήθηκε στην τελευταία διάλεξη του κύκλου ομιλιών του ΕΙΕ «Αρχαιολογία της Πόλης των Αθηνών» που ήταν αφιερωμένη στα νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας (Μάιος 1994).
Αρχαιολογία της Πόλης των Αθηνών
eie.gr/archaeologia/gr/video.aspx

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Αγχίνοια

Η ετοιμότητα του πνεύματος, η οξύτητα του νου, η ευφυΐα, η ευστροφία, η κρίση. Ετυμολογικά, η αγχίνοια προέρχεται από τις λέξεις άγχι (= κοντά) και νοώ. Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την έκφραση τη ση αγχινοία ως τιμητική προσφώνηση. Ως όρος της ψυχολογίας χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηρίσει την ικανότητα της σκέψης να βρίσκει ομοιότητες και αναλογίες ανάμεσα σε έννοιες ή πράγματα που είναι φαινομενικά ανόμοια, ή, αλλιώς,
να διακρίνει τη βαθύτερη σχέση διαφορετικών παραστάσεων. Με αυτή τη σημασία, η αγχίνοια διακρινόταν από την οξύνοια, που σημαίνει ικανότητα να βρίσκονται οι αντιθέσεις και οι διαφορές ανάμεσα σε όμοιες παραστάσεις, και από τη βαθύνοια ή βαθυγνωμοσύνη, που είναι η ικανότητα να βρίσκονται οι βαθύτερες σχέσεις που συνδέουν μεταξύ τους τα διάφορα νοήματα.

Πώς και πότε γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου

α) Γιορτάστηκε το 1838 με πρωτοβουλία του Δημάρχου, ενώ η Κυβέρνηση δεν εκπροσωπήθηκε επίσημα.
β) Ο Όθων ήταν αντίθετος να συνδυαστεί η επανάσταση με την εκκλησιαστική γιορτή του Ευαγγελισμού.
γ) Το παλάτι δεν επιθυμούσε έξοδα γιορτές την εποχή που οι Αγωνιστές δεν είχαν να φάνε.
δ) Το “υπερθέαμα”: εκατοντάδες νέοι με δαδιά ή λαδοφάναρα σχημάτισαν το “εν τούτω Νίκα” στο Λυκαβηττό, ενώ οι θεατές παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι.
ε) Λέγεται ότι για την πρώτη γιορτή της 25ης Μαρτίου δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.


γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Η 25η Μαρτίου, ως ημέρα της εθνικής παλιγγενεσίας, γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα του 1838 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο. Η καθιέρωση της εορτής οφείλεται στην επιμονή και το πείσμα του Δημάρχου της Αθήνας Δημ. Καλλιφρονά ( 1805 – 1879) [1]. Ο Δήμαρχος ήρθε σε ρήξη με τη βαυαρική διοίκηση και συγκεκριμένα με το Υπουργείο των Εσωτερικών το οποίο δεν επιθυμούσε έξοδα για γιορτές, όταν οι αγωνιστές δεν είχαν να φάνε. Κατά μία άλλη εκδοχή το Παλάτι, μάλλον, δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την επανάσταση των Ελλήνων. Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του [2] τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν, τότε, στην πρωτεύουσα. Συγκεκριμένα, σημαιοστόλισε την πόλη και καθάρισε τις (λιγοστές) πλατείες. Ο εορτασμός άρχισε την παραμονή το βράδυ με 21 κανονιοβολισμούς. Και την άλλη μέρα, Παρασκευή πρωί, ανήμερα του Ευαγγελισμού, η Αθήνα ξύπνησε με 21 νέους κανονιοβολισμούς. Αριθμός συμβολικός , που συνδυάζεται με το ’21 της επαναστασης. Άρχισαν, έπειτα, να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών.
Το πρωί, της 25ης Μαρτίου 1838, εψάλη δοξολογία στον, τότε, Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης (στην οδό Αιόλου), στην οποία, και μόνο εκεί, παραβρέθηκε και ο Όθων ντυμένος με την παραδοσιακή φουστανέλα. Το απόγευμα οργανώθηκε από το Δήμο χορός στην πλατεία των παλαιών Ανακτόρων στον οποίο συμμετείχαν όλοι οι νέοι της πόλης ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη και τους παρακολούθησαν πολλοί από τους Αγωνιστές του 1821. Τη νύχτα ο Δήμαρχος, πάντα, φωταγώγησε με λαδοφάναρα[3] τους κεντρικούς δρόμους και την Ακρόπολη.
Τέλος, οι Αθηναίοι έμειναν αποσβολωμένοι από το υπερθέαμα, όταν αντίκρισαν στο Λυκαβηττό φαναράκια που τα κρατούσαν νεολαίοι της εποχής και σχημάτιζαν ένα τεράστιο φωτεινό σταυρό με τις λέξεις «Εν τούτω Νίκα»[4]. Έτσι, το 1838 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25 Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821. Και τούτη η γιορτή έγινε με γκρίνια, με διαφωνίες και με πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια (ενώ χρήματα δεν υπήρχαν), κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια μας. Οι κακές γλώσσες λένε ότι για τη γιορτή ετούτη δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.


σημειώσεις


[1] Δημ. Λαμπίκη, τα 100 χρόνια του Δήμου Αθηναίων, 1938, σελ. 43


[2] Στους ιστορικούς μελετητές είναι γνωστό το κείμενο του “διατάγματος” 980/1838 που καθιέρωνε τη μεγάλη εθνική εορτή, αλλά το κείμενο τούτο κυκλοφόρησε μόνο στον Τύπο και δε δημοσιεύτηκε ποτέ στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (συνεπώς δεν πρόκειται για Διάταγμα). Το κείμενο έχει ως εξής:
«Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα, διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγιας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής και διατάττομεν την διαληφθείσαν Γραμματείαν να δημοσίευση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα».


[3]Είναι αξιοσημείωτο να τονιστεί ότι τότε η πρωτεύουσα, φωτιζόταν με 70 – 80 λαδοφάναρα του Δήμου και όταν φυσούσε δυνατός άνεμος έσβηναν όλα. Για να περιοριστούν τα περιττά έξοδα (για το φωτισμό ο Δήμος δαπανούσε το 5% του προϋπολογισμού του) κατά τις νύχτες με φεγγάρι, άναβαν μόνο τα 20-25 λαδοφάναρα.


[4] αναφέρεται και στους στίχους του Παν Σούτσου:” και αστήρ εν τούτω νίκα/ επεφάνη φωτεινός…”
Αναδημοσίευση από το πολύ καλό 24grammata.com

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Κωνσταντίνος Καβάφης «Η Σατραπεία»



Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται•
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει•
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε•
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία•
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

«Ο ποιητής δεν υπονοεί κατ’ ανάγκην τον Θεμιστοκλέα ή τον Δημάρατον, αλλ’ ούτε και άνθρωπον πολιτικόν [...] Το υπονοούμενον πρόσωπον είναι εντελώς συμβολικόν. το οποίον δέον να παραδεχθώμεν μάλλον ως ένα τεχνίτην ή και επιστήμονα [...] Αξιοσημείωτος είναι ο εν παρενθέσει στίχος «η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις» [στ. 8], ο οποίος αποτελεί την βάσιν ολόκληρου του ποιήματος.» (Καβάφης)

Η Σατραπεία είναι ένα ψευδοϊστορικό ποίημα του Καβάφη, εμπνευσμένο από την τακτική κάποιων σημαινόντων Ελλήνων να καταφεύγουν στους βασιλιάδες της Περσίας, όταν συνειδητοποιούσαν πως οι συμπολίτες τους δεν αναγνώριζαν την αξία και την προσφορά τους. Προσωπικότητες όπως ο Θεμιστοκλής (πολιτικός και στρατηγός, νικητής στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, 480 π.Χ., που εξοστρακίστηκε από τους Αθηναίους το 471 π.Χ. και κατέφυγε στον Αρταξέρξη) και ο Δημάρατος (βασιλιάς της Σπάρτης μέχρι το 491 π.Χ., κατέφυγε στην αυλή του Δαρείου Α΄, όταν έχασε την εξουσία με την κατηγορία ότι δεν ήταν γνήσιο παιδί του Αρίστωνα). Οι Πέρσες υποδέχονταν τους Έλληνες αποστάτες και τους προσέφεραν πλούσια δώρα, με αντάλλαγμα την παροχή πολύτιμων πληροφοριών και υπηρεσιών κατά των Ελλήνων.

Ο Καβάφης αξιοποιεί την ιστορική αυτή πραγματικότητα για να διευρύνει την επιλογή της εύκολης λύσης, του συμβιβασμού και της εγκατάλειψης των δυσεπίτευκτων ιδανικών, σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως είναι η τέχνη και η επιστήμη.
Το ποίημα αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει γραφτεί με βάση την πολύ προσωπική εμπειρία του ποιητή, ο οποίος προκειμένου να διασφαλίσει ένα σταθερό εισόδημα, έγινε υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου στο τμήμα των Αρδεύσεων. Η ανάγκη του ποιητή να αισθάνεται μια σχετική ασφάλεια ως προς τα οικονομικά του, τον οδήγησε σε μια επαγγελματική απόφαση που είχε μεγάλο κόστος στην Τέχνη του. Ό,τι ουσιαστικό είχε να προσφέρει ο Καβάφης εντοπίζεται στην ποίησή του και όχι στην εργασία του στο Υπουργείο.
«Τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία.» (Καβάφης)
Η Σατραπεία, βέβαια, πέρα από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς της αρχαίας Ελλάδας που αποτελούν το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται το ποίημα, και πέρα από την προσωπική εμπειρία του ποιητή, έχει πολλές προεκτάσεις και αγγίζει πολλούς ανθρώπους. Η έλλειψη ευκαιριών και η ανάγκη διασφάλισης της καθημερινής διαβίωσης, οδηγούν πολλούς ανθρώπους να εγκαταλείψουν την πραγματική τους κλίση και τα πραγματικά τους ενδιαφέροντα, προκειμένου να ασχοληθούν με κάτι που μπορεί να μην τους αρέσει ή να τους ικανοποιεί, αλλά τους εξασφαλίζει τα αναγκαία.

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται∙

Ο ποιητής απευθύνεται σε κάποιο υποτιθέμενο άτομο, σε δεύτερο πρόσωπο, ώστε να ενισχύσει την αίσθηση κάθε αναγνώστη πως το ποίημα απευθύνεται στον ίδιο. Η χρήση του β΄ ενικού προσώπου είναι βασικό χαρακτηριστικό των ποιημάτων του Καβάφη που έχουν διδακτική χροιά.
Είναι μεγάλη συμφορά, λέει ο ποιητής, να είσαι φτιαγμένος για τα ωραία και τα μεγάλα έργα, να έχεις την ικανότητα να δημιουργήσεις κάτι σπουδαίο αν οι δεξιότητες και οι δυνατότητές σου αξιοποιηθούν σωστά, αν σου δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία να δείξεις την αξία σου, αλλά η άδικη τύχη σου να σου αρνείται συνέχεια την πολυπόθητη επιτυχία, την πολύτιμη εκείνη ευκαιρία που θα σου έδινε την απαραίτητη ενθάρρυνση για να δείξεις πόσο σπουδαία μπορεί να είναι η προσφορά σου.
Η τραγική αυτή αντίθεση ανάμεσα στις ικανότητες που έχει ένα άτομο και στο γεγονός ότι δεν του δίνεται η ευκαιρία να τις αξιοποιήσει, παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές, όπως άλλωστε και στις μέρες μας, όπου νέοι άνθρωποι ενώ θέλουν και μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πράγματα στον τομέα τους, παραμένουν ανενεργοί, καθώς δεν τους δίνεται η ευκαιρία.

να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.

Βέβαια, πέρα από την έλλειψη ευκαιριών, η οποία δεν ελέγχεται από το ίδιο το άτομο, υπάρχει και η προσωπική ευθύνη, από την οποία το άτομο δεν απαλλάσσεται. Ο ποιητής δηλώνει πως συχνά το άτομο εμποδίζεται στην πορεία του προς την επιτυχία από ευτελείς, ασήμαντες συνήθειές του, από μικροπρέπειες αλλά και αδιαφορίες. Το ίδιο το άτομο, δηλαδή, είναι πολύ πιθανό να ευθύνεται για την αδυναμία του να επιτύχει στη ζωή του, γιατί μπορεί να είναι εγκλωβισμένο σε ασήμαντες συνήθειες που δε θέλει να τις θυσιάσει ή δε δείχνει αρκετή αποφασιστικότητα προκειμένου να πετύχει το στόχο του. Κατά τον ποιητή, είναι κάποτε αναγκαίο οι άνθρωποι να πρέπει να θυσιάσουν μικρές απολαύσεις ή να βελτιώσουν πτυχές της προσωπικότητάς τους για να φτάσουν στην επιτυχία. Οπότε, όσοι δεν είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν κάποια πράγματα, δεν μπορούν τελικά να επιτύχουν τα όνειρά τους. Άλλωστε, οτιδήποτε αξίζει πραγματικά, είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς αρκετές προσωπικές θυσίες και προσπάθειες.

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),

Σύμφωνα με τον ίδιο τον ποιητή, ο παρενθετικός στίχος έχει ιδιαίτερη σημασία για το ποίημα. Η μέρα που το άτομο αφήνεται τελικά στην επιλογή της εύκολης λύσης, αφήνεται στο συμβιβασμό και αποφασίζει να εγκαταλείψει τα όνειρά του, είναι τραγική. Η σημασία του παρενθετικού στίχου βρίσκεται στο ρήμα «αφέθηκες», καθώς ο ποιητής επιμένει στην προσωπική ευθύνη του ατόμου. Ίσως, αν το άτομο είχε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, μεγαλύτερη δύναμη θέλησης, να μη χρειαζόταν να θυσιάσει τα όνειρά του, το πολυτιμότερο δηλαδή στοιχείο της προσωπικότητάς του.
«Μπορώ να βάλω όλην την δύναμί μου, και να βαστώ την θέσι μου αρκετά σταθερά, αλλά, υπό την πίεσιν ισχυροτέρας δυνάμεως, να ενδώσω. Μπορώ να αφεθώ, να μην εξασκήσω παρά ένα μέρος των δυνάμεών μου, κ’ έτσι, υπό την πίεσιν δυνάμεως ισχυράς, να ενδώσω∙ αλλά δυνάμεως την οποίαν, με πρότασιν περισσοτέρας ισχύος εκ μέρους μου, να μπορούσα να υποστώ ανενδότως.» (Καβάφης)

και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.

Το άτομο αφήνεται τελικά, εγκαταλείπει τις πραγματικές του επιθυμίες, και πηγαίνει στα Σούσα (μία από τις τέσσερις πρωτεύουσες της Περσικής Αυτοκρατορίας). Τα Σούσα και ο Αρταξέρξης συμβολίζουν την εύκολη λύση, την εναλλακτική επιλογή που είναι σαφώς ευκολότερη, καθώς αμέσως και με ελάχιστο κόπο, προσφέρει στο άτομο πολλά οφέλη. Τα δώρα του Αρταξέρξη είναι σατραπείες (επαρχίες, δηλαδή, του περσικού κράτους) και τέτοια. Ο ποιητής εκφράζεται υποτιμητικά για τα δώρα που με τόση άνεση προσφέρει ο Πέρσης Βασιλιάς, γι’ αυτό και δεν τα κατονομάζει αλλά τα περικλείει συλλήβδην στη φράση «και τέτοια».

Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Ο άνθρωπος που έχει εγκαταλείψει τα όνειρά του, αποδέχεται τα δώρα του Πέρση Βασιλιά, με απελπισία. Τα δώρα που έχει να προσφέρει η εναλλακτική επιλογή, η εύκολη λύση, είναι μεν σημαντικά, αλλά δεν έχουν αξία για το άτομο καθώς του κόστισαν ό,τι πολυτιμότερο είχε, του κόστισαν την εγκατάλειψη των ονείρων του, των στόχων του και των πραγματικών του δεξιοτήτων και επιθυμιών.

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει•
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε•
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.

Οι πραγματικές επιθυμίες του ανθρώπου είναι τελείως διαφορετικές, καθώς το άτομο είχε πάντοτε για στόχο στη ζωή του να κατακτήσει τους επαίνους και τα Εύγε, την αναγνώριση δηλαδή, από το Δήμο, από τους συμπολίτες του, και από τους Σοφιστές, τους δύσκολα ικανοποιούμενους πνευματικούς ανθρώπους. Το άτομο ήθελε να επαινεθεί, να λάβει Στεφάνους, επίσημα από την πολιτεία στην Αγορά και στο Θέατρο, και όχι να γίνει σατράπης κάποιας ασήμαντης επαρχίας. Τα όνειρα του ανθρώπου ήταν δυσαπόκτητα και απαιτούσαν σκληρή δουλειά κι επιμονή, μα ήταν πολύτιμα και αναντικατάστατα, καθώς αποτελούσαν τον κυρίαρχο στόχο του, το κίνητρο που τόσα χρόνια έθετε το άτομο σε δράση.
Ο ποιητής γράφει με κεφαλαίο τις λέξεις εκείνες που εκπροσωπούν το δυσεπίτευκτο όνειρο του ανθρώπου και τις βαθύτερες επιθυμίες του, για να εκφράσει με έμφαση την αξία που έχουν.

Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία•
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Τα πολύτιμα αυτά όνειρα ο Αρταξέρξης δεν μπορεί να τα προσφέρει στο άτομο, καθώς από τη στιγμή που κάποιος εγκαταλείπει τα όνειρά του και συμβιβάζεται με μια ευκολότερη επιλογή, δεν έχει πια τρόπο να εκπληρώσει τις ουσιαστικές του επιθυμίες. Μπορεί βέβαια να ζει με άνεση, μπορεί να έχει πολυτέλειες και άλλα οφέλη, αλλά τελικά τίποτε δεν μπορεί να προσφέρει στο άτομο την ευτυχία που μπορεί να του δώσει η εκπλήρωση των ονείρων του. Γι’ αυτό και ο ποιητής αναρωτιέται πως θα ζήσει πλέον ο άνθρωπος χωρίς τα όνειρά του, χωρίς του στόχους του, τι ζωή θα είναι αυτή που θα στερείται προοπτικής για την επίτευξη των πλέον σημαντικών επιθυμιών του ατόμου.
Είναι εμφανής εδώ η αντίθεση ανάμεσα στο τι πραγματικά θέλει και αποζητά το άτομο και στο τι παίρνει, έχοντας εγκαταλείψει τους πρωταρχικούς του στόχους. Μπορεί η εύκολη λύση να προσφέρει πλούσια δώρα, αλλά δεν προσφέρει τη βαθιά και ουσιαστική ευτυχία που θα μπορούσε να αποκτήσει το άτομο αν είχε επιμείνει στις αρχικές του προσπάθειες.

Αν επιστρέψουμε στον ίδιο τον ποιητή θα δούμε πως το σημαντικότερο στοιχείο στη ζωή του υπήρξε η τέχνη του, η ποίηση, και ο Καβάφης δήλωνε πως τίποτε άλλο δε θα μπορούσε να του προσφέρει ουσιαστική χαρά, αν δεν είχε κατορθώσει να γίνει αξιόλογος Ποιητής.
«Χθες συλλογίστηκα αορίστως -μου πέρασε από τον νου- το ενδεχόμενο της λογοτεχνικής αποτυχίας, και ένιωσα ξαφνικά σαν να είχε λείψει κάθε γοητεία από την ζωή μου. Και μόνη η σκέψη αυτή, με έκανε να νιώσω μιαν οξύτατη οδύνη. Παρευθύς φαντάστηκα να έχω την απόλαυση του έρωτα -όπως τον εννοώ και τον θέλω-, αλλά ακόμη και αυτό μου φάνηκε, πολύ καθαρά μάλιστα, πως δεν θα ήταν αρκετό να με παρηγορήσει για την μεγάλη απογοήτευση. Τούτο αποδείχνει την αλήθεια του “Η Σατραπεία”.» (Καβάφης) 

Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_28.html#ixzz23uP3APaN

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Criticising Germany: Three principles for the fair assessment of proud nations


Generalising is the first step toward racism. Every sentence beginning with “The Germans believe this” or “The Greeks do that” is an initial slide on a slippery slope leading, eventually, to bigotry. As I have argued before (click here for a video version) there is no such thing as the Germans, or the Brits, or the Greeks for that matter. Our various nations sport as much variety within them as the divergence that we observe between them. Moreover, there is no such thing as the ‘representative’ German, Greek or American. The fact that groups, and naturally nations, are subject to social norms that generate patterned behaviour and mindsets does not annul this point. As long as some gallant Germans fought the Nazis and died in Auschwitz, the claim that ‘the Germans’ are prone to, or responsible for, Nazism is absurd. Similarly, the fact that tax evasion and corruption is prevalent in Greece is no excuse for loose talk about ‘the tax-evading and corrupt Greeks’. Does this, however, mean that one cannot

articulate a legitimate critique of Germany, of Greece, of nations in general? In recent months,
following the rampant Euro Crisis, much criticism has been piled on Germany. A lot of it (just like its equivalent directed against Greece, Italy etc.) is misplaced and downright offensive, even if founded on many discrete truths (nb. all big lies are so founded). Then again, it is impossible to come to terms with the Euro Crisis’ persistence and evolution unless Germany’s position is critically assessed. So, what are the limits of rational and fair criticism? This is the question I wish to tackle below by offering three principles of fair and useful criticism.

I begin by putting under the microscope my last statement, namely that Germany’s position needs to be critically assessed. What or, more pertinently, who is Germany? I have already claimed that there is no such thing as “the Germans”. But Germany? Surely there is a Germany. First, there is the country itself, as a bounded geography containing people, institutions, economies, governments etc. Then there is a language, a culture, national myths, customs etc. Of course, these constituent parts cannot be, in toto, the subject of the critical assessment that I claimed to be important in our quest for clues on the Euro Crisis’ nature. Clearly, we need a more focused answer to the question: “What is Germany and how can its role before and during the Crisis be assessed?”

One possibility is that, when investigating ‘Germany’s demeanour’, we simply refer to its government, indeed to the trio of German notables made up by the Chancellor, the Finance Minister and the head of the Bundesbank. This seems to be an appropriate albeit constrained form of critical assessment of Germany’s stance during the Crisis. On the one hand it is free of all generalisations, and predicated upon what specific individuals have said or done, but, on the other hand, it fails to investigate the undercurrents that have led these three individuals to the decisions and beliefs that they have reached. Clearly, a broader critical assessment is called for. The trick is to produce it without falling prey to the generalisations that are both politically odious and analytically misleading. Here are some principles guiding legitimate criticism of a country’s stance, with particular reference to Germany in the present juncture.

1st Principle – Analysis: Resisting the fantasy of a monolithic Germany

Consistent with my point that there is no such thing as ‘The Germans’, it is imperative that any analysis of Germany must be based on an analysis of the clash of interests within German society. One may very well argue that “Germany has benefitted from the euro” but, once stated, such a statement or claim must be immediately reconstructed along the lines of an empirical account of how, for instance, a large swathe of Germany’s working class saw their living standards fall, their working conditions deteriorate, and their democratic rights curtailed. Only then can we begin to grasp the levels of resentment within German society which, while in aggregate hugely boosted by the Eurozone’s creation, has been divided between fabulous winners, sorry losers and a middle-of-the-road band of citizens who lie in between but who never fail to fear for a future in a society so badly divided.

Additionally, unless our analysis throws light on the ‘clash of the titans’, i.e. of the tussle between Frankfurt’s financiers and the mighty German industry, we shall never manage to articulate a useful analysis of Germany’s dithering regarding closer integration, eurobonds, a unification of Europe’s banking systems, investment policies via the European Investment Bank etc. Indeed, our penchant for discovering deeper, and often unseen, conflicts within German society must be always alive and eager. Once the financial capital vs industrial capital ‘clash of the titans’ is investigated, we should swiftly move to the ‘interest gap’ between medium sized German manufacturing firms that are reliant on exports without having a foreign production base and the German conglomerates that have shifted much of their production base beyond Euroland. Unless we understand the tensions along this division too, we shall have very little insight into the undercurrents connecting the vast German medium sized manufacturing sector with Frankfurt and Berlin.

In short, it is incumbent upon critical assessors of Germany to take into consideration, and study carefully, the unfolding drama that goes on constantly in the country as a contest of interests, faculties and functions of the different social classes, the different sectors and the different segments within these sectors of Germany’s social economy. If they do, it is utterly impossible to maintain a monolithic, stereotypical and, thus, potentially racist (and hence misleading) view on Germany.

2nd Principle – Synthesis: Assembling the ‘German Position’ on a foundation of sophisticated functionalism

The first principle was about decomposing, about an analysis of, the ‘German Position’ or ‘German Interest’ into elements that are in conflict with one another. But as always, any analytical phase must be followed by a synthetic one if a legitimate view of the ‘German Position’ is to be assembled. How can this be done sensibly and in a manner that is free of generalisation, stereotypes and sentences beginning with “The Germans…”? My answer revolves around the method which I call sophisticated functionalism.

First things first: What is functionalism? It is the tendency to explain certain entities on the basis of their function. E.g. biologists explain the existence of the stomach in terms of a narrative revolving around digestion. Long before DNA was discovered, all theories about our stomachs and their functionings were based on the presumption that stomachs evolved because animals that had them digested food better and, therefore, experienced a major improvement in their ‘evolutionary fitness’. Then came DNA and our functional explanation of stomachs became sophisticated.

Now, the problem with functional explanations in social theory (but often in biology and neuroscience too) is that sloppy theorists can use it to articulate all sorts of nonsense. For example, take the absurd theory that Greece’s Eurozone membership was functional to the interests of some Masonic Lodge. Or that the creation of the EFSF was functional to Germany’s long held plan to conquer southern Europe. Indeed, come to think of it, all idiotic and racist conspiracy theories are based on some idiotic functionalist argument (e.g. German mid-war hyperinflation was functional to the interests of Jews). While, functionalism is essential to social theory (as it is to biology), it is a sophisticated form of functionalism that must underpin any critical assessment of Germany, if it is to be useful not only to the critic but also to the Germans. But what would this sophisticated functionalism look like? Here is an answer:

SOPHISTICATED FUNCTIONALISM

Functional explanations are sometimes regarded as peculiar because they appear to explain something by its beneficial effects. It is the effect of an action rather than an intention which lay behind the action which is used to explain why the action was taken. Such explanations must consist of the following five steps if they are to pass our ‘sophistication test’ and be something beyond conspiratorial:

(1) X must be shown to determine Y

(2) Y must be shown to be beneficial for some ‘agent’ or ‘agents’ Z

(3) Y must be unintended by Z

(4) We must show that the causal relation between X and Y is unrecognised by Z

(5) Our analysis must demonstrate how Y maintains X by a causal feedback loop through Z.

Example 1: Y=long giraffe neck, X=giraffe’s DNA, Z= giraffe population. Here we need not worry about (3), as no intentions are present or detectable. First, the biologist must demonstrate how the giraffe’s DNA produces the giraffe’s long neck. Then she must demonstrate how the long necks of the giraffes boost their evolutionary fitness which, in a never-ending-circle, maintain the structure of the DNA that produces the long necks.
Example 2: Y=hierarchy in premodern societies, X=unequal gift exchanges, Z=rulers
We have now moved into the realm of social theory. This theory, if it is to hold water, must explain how lavish gifts by rulers to their subservient, which cannot be fully reciprocated, are not only the product of rigid hierarchies but that, in addition, help maintain these hierarchies. Note that, here, the theory becomes more interesting when the causal links are undetected by both rulers and their subservient. Each acts on the basis of their intentions (e.g. the pleasure of gift giving) but, behind their backs, social processes unfold that co-determine their intentions, beliefs and, of course, the hierarchical structure of power.

Let us now see how sophisticated functionalism can offer a foundation for a legitimate critique of the ‘German Position’. Take, for instance, my own ‘allegation’ (see It’s the German Banks Stupid!) that, to understand the toxic structure of the EFSF (the European Financial Stability Fund) one needs first to comprehend the parlous state of German banks. Can such an argument be made without generalisations and without some conspiracy theory? The answer is affirmative and comes in the form of a sophisticated functionalist theory whose elements are:

X=European leaders’ decisions, Y=EFSF’s toxic structure, Z=German bankers

To make my theory stick, I must begin by fleshing out (2) above [since (1) is self-evident], then explain the importance of (3)&(4) [namely, that the bankers do not even need to be cognisant of the manner in which the EFSF benefits them] and, finally, illustrate the feedback loop by which the EFSF’s existence helps maintain, through the actions of German bankers, European politicians’ penchant for these policies.

I know not whether my analysis of these steps is adequate or not. Indeed, my intention is to strengthen the analysis of each of these steps further. What I do know, however, is that this form of criticism is legitimate, resorts to no generalisations and, importantly, contains not an iota of a smidgeon of conspiratorialism.

3rd Principle – Contesting one’s own ‘theory’ of the ‘German Interest’: An example

Consider the critique of Germany’s mercantilism by Heiner Flassbeck (which appeared in a guest post here). I am in broad sympathy with Heiner’s thesis (which is the reason I re-posted his article) and think that it maps out nicely the imbalances that were building up prior to 2008 as a result of policies employed by the German government during the 1990s and early 2000s. It is a thesis that I have often invoked during debates and presentations. Nevertheless, applying my 1st Principle above, I feel the need to re-assess these criticisms and to subject them, in turn, to critical assessment. For if criticism of Germany is not subject to self criticism, the limits of rational and legitimate ‘reproach’ will have been breached.

Let me offer two examples of such self-criticism: The first criticism of Heiner’s critique of German neo-mercantilism (which I have subscribed to in the past) is that it focuses exclusively on Germany, presuming that the rest of the Eurozone was placid and a spectator. The second criticism is more analytical and concerns a common error that both critics and supporters of German policies commit.

Starting with the first criticism, the issue is not the so-called ‘German Interest’ but the combined interests of Europe’s business community (also known as Europe’s Capital). As my friend Joseph Halevi never ceases to remind us, Europe’s Capital is extremely keen to maintain the European Union as a ‘free hunting ground’, as a guarantor of financial rents, as the enforcer of policies that make redistribution extremely hard to effect, of wage deflation and of the shifting of competition from the market for goods and services to the market for labour (i.e. ensuring the maintenance of oligopoly power in the product market while working populations are forced to compete savagely against one another). Yet, at the same time, national bankers, rentiers and (to a lesser extent industrialists) have no interest in seeing the power of the nation-state wane. Their cosy, and highly lucrative, relationship with national politicians would wither if it did. If this is right, then the singular focus on Germany’s role is ill-judged and unfair. France’s elites were as responsible for Germany’s mercantilism as German industry, in the sense that they were happy to concede oligopoly rights to German industry (even in France) for the purpose of coming under of the umbrella of the DM (thereby restraining the French trades unions).

Turning to the second criticism, most of us take it for granted that Germany’s successful squeezing of labour unit costs prior to the Crisis boosted its competitiveness in relation to the rest of the Eurozone (with detrimental effects on the balance of payments of the Periphery). Interestingly, this thesis is propagated both by mainstream German economists and politicians and by critics of Germany’s mercantilism. But, is this thesis correct? Or, to be more precise, is it as straightforward as it sounds?

The first thing to recall is that the Periphery always maintained a trade deficit with Germany. Always! How was this sustainable? Via continual devaluation of the lira, the peseta, the drachma, is the conventional answer. Nevertheless, we must also note that, with the exception of northern Italy, the rest of the Periphery’s competitiveness was never really helped by those devaluations. Greece, for instance, never produced any cars and, thus, the devaluation of the drachma only slowed down the rate at which Volkswagens were being imported; what it never achieved, by definition, was an increase in Greek car exports to Germany. What of other products, like oranges and olive oil? The demand for those was more or less inelastic in Germany and, thus, all that happened really was that the devaluation of the drachma enhanced Greek farmers’ profit margins (especially when the devaluations caused hyper-inflation at home). The same applies to the euro era, when Germany succeeded in squeezing unit labour cost growth (below that of the Periphery plus France) and to maintain an inflation rate well below the Eurozone average: Prices of German industrial goods in the rest of the Eurozone did not fall in Greece, in Italy, in France. All that happened was that German oligopoly profits increased while Greece, Spanish, Italian and Portuguese profitability collapsed (especially after the tide of German finance capital to the Periphery receded in a hurry).

In summary, a nuanced critique of Germany’s role in the Euro Crisis requires not only proper ‘analysis’ (see 1st Principle), sophisticated functionalist synthesis (see 2nd Principle) but, in addition, critical assessment of the critical theories themselves.

Summary and conclusion

I began this piece by claiming that generalisations are the first step on the road to fully fledged racism and, to boot, to highly misleading economic analysis. Germany has been, for a while now, in the firing line from various quarters (including myself) regarding its handling of the Euro Crisis. Can the ‘German Position’ be subjected to rational assessment and criticism without generalisations? I think so, even if – admittedly – it requires considerable skill to stay on a ‘fine line’. In the preceding paragraphs I tried to outline that ‘fine line’ in the context of three principles which we ought to respect when putting together a critique of Germany but, also, of other national governmental stands.

The 1st Principle focused on the need to avoid treating Germany as a monolith with consistent preferences, interests and beliefs. In a recent post, addressed to me, Kantoos Economics takes me to task for stating that Germany benefited significantly from the euro. Does this statement violate the 1st Principle? Yes and no. In one sense, there is no doubt that Germany’s trade balance did benefit. However, it is important to note that this does not mean that the benefits of burgeoning net exports were distributed to all segments of German society. Indeed, there is plenty of evidence suggesting that large parts of the German working class saw their living standards drop substantially. In brief, while it is possible to point to aggregate measures (such as the nation’s trade balance or GDP), it is essential that distributional issues, as well as issues related to the relative bargaining power of various strata or classes, are taken into account in a manner that breaks down any monolithic view.

The 2nd Principle concerns the proper, or legitimate, method for approaching the unconscious, and unintended, feedback effects between different German economic interests, German policy makers’ decisions, and the Eurozone’s fortunes. Crucial to this method is the recognition that many of the outcomes are unintended and that the causal relations (including the feedback effect) which do most of the work of fashioning outcomes escape the mindset of the actors whose choices drive history. In short, there is no conspiracy behind actions which look as if driven by certain interests and beliefs. I gave one example of how such an explanation can work in the context of the EFSF and Germany’s private sector banks. Another example comes from a piece I wrote two years ago (entitled A New Versailles hunts Europe – in which I characterised the bailout terms imposed upon Greece as a New Versailles Treaty). In that article I had written the following lines:

“Retribution was the order of the day, especially in the mindset of a nation [nb. germany] that, over the past century, has accepted its collective punishment gracefully and managed to rise out of the mire through sheer hard work and extensive reform. Greece should to pay for its sins too. For Germans, the cost of saving the Greek state from the clutches of the money markets was not the issue. The issue was that Greece should suffer a deserved punishment for putting at risk a club which gallantly bent the rules to have it admitted as its member. And when the said club is the one issuing the currency in which the German people trade, save and take collective pride, that punishment took on the significance of a crucial bonding ritual.”

Kantoos Economics, again, took me to task for these lines: “This is just flat-out wrong” he said (bold in the original), adding: “And offensive. Germany’s motivation was never retribution. Many German policy makers simply misdiagnosed the crisis as one of public debt alone and argued, correctly according to their diagnosis, that Greece should simply spend less and tax more to get out of it.” I beg to differ. While my 1st Principle bans me from generalisation, this ban cuts both ways: if Germany’s view is not monolithic it can neither be said to seek retribution (against Greece) nor not to seek it! Nonetheless, it is perfectly legitimate to perform the following mental experiment: Suppose that there were a button that the German Chancellor could press to make the Greek debt and the Greek current account deficit go away without any pain for the Greek people. Would a majority of German voters want Mrs Merkel to press it? Or would they prefer a significantly less efficient outcome (in terms of combating the Greek crisis) which is accompanied by significant hardship for the Greeks?

I have no doubt that both the German public and a large majority of German policy makers would opt for the latter; motivated by a mixture of (a) an urge to see that the Greeks are ‘taught’ a lesson (retribution) and (b) a view that such pain is important to deter the spendthrift Greeks (and assorted Peripherals) from repeating their ‘sins’ in the future. In this sense, my statement that Germany  seeking ‘retribution’ was a prime mover behind the Greek Bailout package is utterly legitimate. Having said that, in order to prevent feeding others’ penchant for racist anti-German views, if I were to edit that quotation, I would have replaced “Germans” with “mainstream conventional views in Germany”.

Finally, the 3rd Principle calls for a constant drive to criticise our own criticisms of Germany; to keep on our toes about the possibility that our critical assessment of the Eurozone’s most significant member-state is flawed. Without such self-critical posture, our criticism is bound to verge into the realm of both moralising nonsense and analytical paucity.

Lastly, turning one last time to my two year old (plus) piece on Germany’s mindset when the Bailout conditions were imposed on Greece back in May 2010, and reading it again in the context of the three principles in this article, I am pleased that it seems to pass this new test. Here is how it concludes:

“In this context, turning countries like Greece into sundrenched wastelands, and forcing the rest of the Eurozone into an even faster debt-deflationary downward spiral, is a most efficient way of undermining Germany’s own economy. Assuming, for argument’s sake, that Greece is getting its just deserts, do the hard working Germans deserve a political elite that quickmarches them straight into economic catastrophe?” I do not believe they do. But it has happened before and it may happen again. To quote Keynes’ 1920 book on the Versailles Treaty one last time: “Perhaps it is historically true that no order of society ever perishes save by its own hand.”

Two years hence, Greece has been turned into a sundrenched wasteland. And the rest of the Eurozone has been (and is being) pushed into a debt-deflationary downward spiral. Moreover, these developments are now undermining Germany’s own economy, plunging German workers into an economic catastrophe that they do not deserve. Such criticism of Germany, free of generalisations, predictively accurate, and displaying equal concern for German workers and the pains of the Periphery, is analytically useful because it is ethically and politically legitimate. I stand convinced that the three principles outlined here help us achieve this benign balance when subjecting proud nations to critical scrutiny.
http://yanisvaroufakis.eu

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Σέριφος

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως


1. Ιστορικό πλαίσιο

Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν το καθαρτήριο πυρ για τη γενιά που έζησε την ήττα του 1897 και την αναγκαστική αδράνεια των ετών που ακολούθησαν. Για τον Αθανάσιο Σουλιώτη, το νέο αξιωματικό με το αριστοκρατικό παρουσιαστικό, όπως και για τον επιστήθιο φίλο του Ίωνα Δραγούμη, η Μακεδονία αποτελούσε τη φυγή από τη μικρόχαρη πρωτεύουσα ενός μικρού κράτους χωρίς προοπτικές.1 Για το Σουλιώτη ο αγώνας άρχισε το 1906 με την Οργάνωση Θεσσαλονίκης. Ως έμπορος «Νικολαΐδης» ανέλαβε τη «στενόχωρη και εκνευριστική» δουλειά του πράκτορα εμπορικών ειδών και παράλληλα κατασκοπευτική δραστηριότητα. Η θητεία του στην πολυεθνική μακεδονική πρωτεύουσα τον προετοίμασε για την επόμενη μεγάλη αποστολή του. Από τη διάσωση της Μακεδονίας για την Ελλάδα, στη διατήρηση του Ελληνισμού μέσα στο ανατολικό του πλαίσιο. Από την εκτέλεση εντεταλμένης εθνικής υπηρεσίας προχώρησε στη σύλληψη και υλοποίηση ενός προσωπικού οράματος: την ένωση όλων των λαών της Ανατολής σε μια πολιτισμική ενότητα. Το χάσμα ανάμεσα στην ελλαδική πρωτεύουσα –την «επαρχιώτισσα που καμώνεται την Ευρωπαία κοσμοπολίτισσα– και την πραγματική πρωτεύουσα της Ανατολής, την Κωνσταντινούπολη», τόνιζε στην αντίληψη του Σουλιώτη τη μειονεκτικότητα της ελλαδικής Μεγάλης Ιδέας.

Κάποιες ανάλογες σκέψεις διατυπώνει και ο διπλωμάτης Δραγούμης συγκρίνοντας το μαρασμό του ελλαδικού χώρου με την κοσμοπολίτικη Ανατολή. «Οι Έλληνες του κράτους κατάντησαν ελλαδικοί· αλλιώτικο είδος ζώου».2 Για το Σουλιώτη έγραφε: «Είσαι καλλίτερός μου στο έργο που μαζί φορτωθήκαμε και θα σε ζήλευα για την υπεροχή σου, αν δεν ένοιωθα πως πρέπει να γίνει αυτό που αναλάβαμε και αν δεν σ’ αγαπούσα τόσο, που να μ’ αρέση να σε βλέπω να πετυχαίνης».3 Οι σκέψεις και των δύο εντάσσονται στο πλαίσιο του λεγόμενου Ανατολικού Ιδανικού, πολιτικής ιδεολογίας των αρχών του 20ού αιώνα που είχε στόχο την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των διάφορων εθνοτικών ομάδων στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ώστε να αντιμετωπιστούν αφενός η βουλγαρική επιρροή και αφετέρου αυτή των ξένων δυνάμεων εν γένει.

2. Ίδρυση και σκοπός
Αθανάσιος Σουλιώτης

Η Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως ιδρύθηκε στις αρχές του 1908. Ιδρυτής της υπήρξε ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, ενώ ο Ίων Δραγούμης πρόσφερε την αμέριστη βοήθειά του. Δημιουργήθηκε δηλαδή πριν από το κίνημα των Νεότουρκων για να αντιμετωπίσει μέσα από την οθωμανική πρωτεύουσα τη βουλγαρική διείσδυση στη Μακεδονία και τη Θράκη. Σκοπός της Οργανώσεως Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο πολιτικός συντονισμός των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και ιδανικό της η συνεννόηση και συνεργασία των λαών της Ανατολής, δηλαδή της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας.

3. Δράση

Τα ευρωπαϊκά τμήματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν παρουσίαζαν μόνο τη μεγαλύτερη εθνοτική ποικιλία και θρησκευτικές αντιθέσεις, αλλά αποτελούσαν ταυτόχρονα ελεύθερο πεδίο ξένων επεμβάσεων, ώστε να κινδυνεύουν να απολεσθούν για τους Οθωμανούς.
Ο Αθανάσιος Σουλιώτης και ο Ίων Δραγούμης
 στην Κωνσταντινούπολη

Οι Νεότουρκοι θέλησαν αρχικά να συμφιλιώσουν τις αντιμαχόμενες μερίδες για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο από το δυτικό κόσμο. Η φιλοδοξία αυτή, ωστόσο, δεν έβρισκε εμπόδιο μόνο τους αντίπαλους βαλκανικούς εθνικισμούς, αλλά και τον ίδιο τον τουρκικό εθνικισμό, που παρουσιαζόταν με καθυστέρηση στο προσκήνιο.

Ο Σουλιώτης, αν και δεν έτρεφε πολλές ελπίδες για την ειρήνευση της Μακεδονίας, θεωρούσε εφικτή την ειρηνική συμβίωση με τους Τούρκους που θα οδηγούσε στον εξελληνισμό του οθωμανικού κράτους. Πρότεινε ως όρο, για να αρθεί η δυσπιστία ανάμεσα στα δύο κράτη, την παραίτηση της Ελλάδας από κάθε επέκταση προς την οθωμανική επικράτεια και καλούσε τους Έλληνες της αυτοκρατορίας να αναπτύξουν όλη τους την εκπολιτιστική ικανότητα.

Το οθωμανικό σύνταγμα του 1908 κατοχύρωνε θεωρητικά την ισοπολιτεία ανάμεσα στους λαούς της αυτοκρατορίας. Η εξέλιξη αυτή φάνηκε να ευνοεί τα σχέδια του Σουλιώτη, ο οποίος οραματιζόταν ένα ιδανικό μεγαλύτερο από τους στόχους του ελληνοβουλγαρικού αγώνα. Το νέο καθεστώς έθετε τις βάσεις για μια συνεργασία μεταξύ των λαών της Ανατολής και δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια ευρύτερη συμμετοχή με τη μεγάλη οικονομική του ευρωστία. Η πολιτική που η Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως φιλοδοξούσε να συντονίσει προσέβλεπε στη διατήρηση της εθνικής υπόστασης των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά οι Νεότουρκοι επιδίωκαν να καταργήσουν τις εθνικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους υπηκόους του κράτους.

Το Σεπτέμβριο του 1908, ο Απόστολος Αλεξανδρής, απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης προς το κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», βρήκε τους Έλληνες με «χάος γνωμών για τα ζητήματα που αφοράν τον ελληνισμόν... Ο Ι. Δραγούμης επίστευεν ότι η πνευματική και υλική υπεροχή του ελληνισμού επεβάλλετο ταχέως εις την αναγεννημένην αυτοκρατορίαν. Ο Μπούσιος έφθασε να υποστηρίξη ότι η Τουρκία, διά της διαδόσεως από του Κοινοβουλίου των ελληνικών γνωμών και πολιτικών αρχών, θα μετεβάλλετο εις Νέον Βυζάντιον».4

Κύριοι της κατάστασης, οι Νεότουρκοι έλαβαν μέτρα για να επιβάλλουν την εξουσία τους και να δημιουργήσουν το συγκεντρωτικό κράτος που επιδίωκαν. Τότε έδειξαν πως ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν με τις μη τουρκικές κοινότητες της αυτοκρατορίας στο βαθμό που εκείνες θα δήλωναν υποταγή στο τουρκικό κράτος και θα εγκατέλειπαν τη δική τους μειονοτική υπόσταση.

Το 1910 το κομιτάτο ανανέωσε την προσπάθεια να αυξήσει τον έλεγχό του θέτοντας σε εφαρμογή το άρθρο 18 του συντάγματος που επέβαλλε σε όλα τα σχολεία να τεθούν υπό την επίβλεψη του κράτους, η διδασκαλία να γίνεται στην τουρκική γλώσσα και να εφαρμοστεί ενιαία μέθοδος εκπαίδευσης. Τον Ιούλιο του 1910 ψηφίστηκε στην οθωμανική Βουλή νόμος περί των Εκκλησιών της Μακεδονίας με νέες παραχωρήσεις στη βουλγαρική εξαρχία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης σε συνεργασία με την Οργάνωση ζήτησε σύγκληση εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων για να αντιμετωπιστεί η νέα εξέλιξη. Οι εργασίες της συνέλευσης άρχισαν την 1η Σεπτεμβρίου 1910, αλλά οι συλλήψεις των μελών ανάγκασαν τον Πατριάρχη να τη ματαιώσει.

Η κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έβαλε τέλος σε κάθε προσπάθεια των Ελλήνων υπηκόων της να ανασυνταχθούν. Ο ίδιος ο Σουλιώτης αφήνει στην αλληλογραφία του προς τον Ίωνα Δραγούμη να εκδηλωθεί η απογοήτευσή του. «Είναι κρίμα. Κρίμα την τόση δουλειά μας».5

Όμως η Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως διέθετε πολλαπλές γραμμές άμυνας. Μολονότι ο ίδιος ο Σουλιώτης προτιμούσε την άποψη της ισοπολιτείας, ο εθνικισμός των Νεότουρκων τον ανάγκασε μετά το 1910 να στραφεί αρχικά προς τους Φιλελεύθερους του πρίγκιπα Σαμπαχεντίν μέσω του Πολιτικού Συνδέσμου του Πέρα, ο οποίος ελεγχόταν από την Οργάνωση, και αργότερα προς την υποστήριξη των προνομίων των εθνοτήτων.

Ο Σουλιώτης έμεινε στην Κωνσταντινούπολη έως τον Οκτώβριο του 1912, οπότε και διαλύθηκε η Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως. Μετά την κήρυξη του πολέμου, βρέθηκε με τον Ίωνα Δραγούμη στο βαλκανικό μέτωπο. Μέχρι τη διάλυσή της, όμως, είχε πετύχει μια αρκετά αξιόλογη διείσδυση. Έως το 1912 είχαν μυηθεί περίπου 500 μέλη. Ανάμεσα στα πιο δραστήρια μέλη της συναντάμε τους: Α.Χ. Χαμουδόπουλο, Σπηλιωτόπουλο, Κομποθέκρα, Βατικιώτη, Ι. Ζαγοριανάκο, Γ. Σκαλιέρη, Γ. Μπούσιο, Γ. Καραβαγγέλη, Μ. Θεοτοκά, Χρύσανθο Τραπεζούντος, Δ. Δίγκα, Χ. Βαμβακά, Π. Κοσμίδη, Γ. Θεοχαρίδη.

1. Σουλιώτης-Νικολαΐδης, Α., Ο Μακεδονικός Αγών (Θεσσαλονίκη 1959).

2. Δραγούμης, Ί., Όσοι ζωντανοί (Αθήνα 1926), σελ. 2.

3. Δραγούμης, Ί., Όσοι ζωντανοί (Αθήνα 1926), σελ. 123.

4. Αλεξανδρής, Α., Πολιτικαί αναμνήσεις (Πάτρα 1940), σελ. 19.

5. Γεννάδιος Βιβλιοθήκη, φάκ. επιστολών προς Ίωνα Δραγούμη, αρ. 890-891.

Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως
Συγγραφή : Βερέμης Θάνος (24/4/2008)
Για παραπομπή: Βερέμης Θάνος, «Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: 

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Τα Σιμωνιακά 1875


Τα Σιμωνιακά ήταν ένα πολιτικό και εκκλησιαστικό σκάνδαλο που ξέσπασε στην Αθήνα το 1875. Αφορούσε τη δωροδοκία δύο υπουργών της κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη από τέσσερις υποψήφιους μητροπολίτες.
Τα γεγονότα
Εκείνη την περίοδο είχαν μείνει κενές τρεις μητροπόλεις: της Μεσσηνίας λόγω της εκλογής του Προκοπίου του Α΄ στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, της Κεφαλληνίας και των Πατρών. Ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών Ιωάννης Βαλασόπουλος μαζί με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και γαμπρό του Δ. Βούλγαρη Βασίλειο Νικολόπουλο δωροδοκήθηκαν από τέσσερις υποψηφίους μητροπολίτες με υψηλά χρηματικά ποσά και άλλα δώρα (μετοχές, κοσμήματα), προκειμένου να πιέσουν την Ιερά Σύνοδο να τους εκλέξει στις χηρεύουσες μητροπόλεις. Το σκάνδαλο ήρθε στο φως πολύ γρήγορα, η συναλλαγή έγινε ευρύτερα γνωστή και ξέσπασε σκάνδαλο, παρά τα διαδικαστικά εμπόδια έθεταν συνεχώς οι κατηγορούμενοι. Η επόμενη κυβέρνηση του πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη προώθησε τις ανακρίσεις για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Η υπόθεση έλαβε μεγάλες διαστάσεις και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, ενώ έγινε αφορμή για σκωπτικά σχόλια κατά της Εκκλησίας και για να κατηγορηθεί ο Αρχιεπίσκοπος εξαιτίας της στάσης του. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης φέρεται να έγραψε: «Αν ουδέν άλλο προκύψει όφελος εκ της ανακρίσεως περί των επισκοπικών, η νεοελληνική γλώσσα θέλει τουλάχιστον πλουτισθή διά νέας λέξεως· εις τον μητροπολίτην δηλαδή θέλει προστεθεί και ο μιτροπωλητής».
Η δίκη
Η Βουλή τελικά παρέπεμψε με βάση τον νέο τότε «νόμο περί ευθύνης υπουργών» στις 22 Δεκεμβρίου 1875 τους δύο Υπουργούς μαζί με τους εν τω μεταξύ εκλεγέντες μητροπολίτες Κεφαλληνίας Σπυρίδωνα Κομποθέκρα, Πατρών και Ηλείας Αβέρκιο Λαμπίρη και Μεσσηνίας Στέφανο Αργυριάδη στο Υπουργοδικείο: τον Ι. Βαλασόπουλο με τις κατηγορίες της δωροδοκίας και της εκβίασης, τον Β. Νικολόπουλο με την κατηγορία της συναυτουργίας σε δωροδοκία και τους μητροπολίτες με την κατηγορία της σιμωνίας. Οι υπουργοί μάλιστα προφυλακίστηκαν.
Η δίκη ξεκίνησε στις 26 Ιανουαρίου 1876 και ολοκληρώθηκε δύο μήνες μετά, στις 31 Μαρτίου. Συνολικά κατέθεσαν 109 μάρτυρες. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι δύο αλληλοκατηγορούμενοι υπουργοί έφτασαν έως του σημείου να ανταλλάσσουν ύβρεις και τελικά να γρονθοκοπηθούν. Όλοι οι κατηγορούμενοι, πλην ενός, κρίθηκαν ένοχοι κατά το κατηγορητήριο και καταδικάστηκαν: ο Ι. Βαλασόπουλος σε ποινή φυλάκισης ενός έτους, τριετή στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και στην καταβολή 56.200 δραχμών υπέρ του πτωχοκομείου, ο Νικολόπουλος σε φυλάκιση δέκα μηνών και οι μητροπολίτες σε πρόστιμο διπλάσιο από το ποσό που ο καθένας είχε καταβάλει ως δωροδοκία. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο επίσκοπος της Αργολίδας Τερζόπουλος είχε δώσει στον υπουργό Εκκλησιαστικών Βαλασόπουλο 42.000 δρχ για να εξασφαλίσει την έδρα του. Ο διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Χαλκίδος Βαρθολομαίος Γεωργιάδης έδωσε 9.000 δρχ σε μεσάζοντα για να μιλήσει στον υπουργό. Ο επίσκοπος Κομποθέκρας έδωσε στο Βαλασόπουλο 10.000 δρχ για να πάρει την έδρα, άλλα για να υπογράψει το διάταγμα τού έδωσε άλλες 8.000 δρχ. Ένας από τους μητροπολίτες αντί για χρήματα είχε δώσει ένα ζευγάρι σκουλαρίκια και μια χρυσή καρφίτσα. Κάποιοι μητροπολίτες, μάλιστα, φυλακίστηκαν μέχρι να καταβάλουν τα ποσά που τους επιδικάστηκαν —τα οποία έφταναν συνολικά τις 92.400 δρχ, μεγάλο ποσό για τα δεδομένα της εποχής.
Η απόφαση του δικαστηρίου διαβιβάστηκε στην Ιερά Σύνοδο για να επιληφθεί της υπόθεσης από την πλευρά του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Η Σύνοδος αποφάσισε στις 19 Απριλίου 1876 ότι δεν θεωρούσε μεν τις πράξεις αυτές σιμωνία κατά τους Ιερούς Κανόνες, έθεσε όμως παρ' όλα αυτά τους μητροπολίτες σε τριετή αργία από κάθε ιεροπραξία. Ο τότε Βασιλικός Επίτροπος (εκπρόσωπος του Βασιλιά στη Σύνοδο, χωρίς τη σύμπραξη του οποίου δεν μπορούσε να ληφθεί καμιά απόφαση) Νικόλαος Δαμαλάς, καθηγητής Θεολογίας, αρνήθηκε να υπογράψει την απόφαση.
Το Υπουργείο Εκκλησιαστικών όμως έθεσε εκ νέου το ζήτημα στην Ιερά Σύνοδο και ύστερα από ενάμιση χρόνο, στις 19 Οκτωβρίου 1877, συνήλθε η τελευταία εκ νέου και ανέθεσε στον Επίσκοπο Φωκίδος να προτρέψει εν ονόματί της τους τρεις Αρχιερείς να υποβάλουν τις παραιτήσεις τους. Τελικά, όπως δήλωσαν στα σχετικά τους κείμενα, «οικεία βουλήσει και προαιρέσει προς κατάπαυσιν των σκανδάλων μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας» παραιτήθηκαν στις 18 Νοεμβρίου 1877.
Τα Σιμωνιακά αποτελούσαν μέρος των πολιτικών σκανδάλων της εποχής, που χαρακτηρίστηκαν Στηλιτικά, επειδή ως «στηλίτες» κατηγορήθηκαν οι οπαδοί του Βούλγαρη, στιγματισμένοι δηλαδή κατά συνέχεια της αναγραφής ονομάτων στην ατιμωτική στήλη του αρχαίου νόμου
[Πηγή]

Τα Στηλιτικά και Σιμωνιακά 1875


Ο πολιτικός βίος της Ελλάδος μετά την ενθρόνιση του
Γεώργιος Α'




 Βασιλέως Γεωργίου του Α΄ το 1864, πολύ απείχε από το να χαρακτηρισθεί ομαλός. Καποια από τα αίτια αυτής της μόνιμης προβληματικής κατάστασης ήταν τα ασφυκτικά σύνορα, ή άθλια κατάσταση των οικονομικών του κράτους, ο υπερδανεισμός, η πολιτική και οικονομική εξάρτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η συνεχής ένταση στις σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, (με κυριότερη αιτία το "Κρητικό Ζήτημα") και τα οξυμμένα κομματικά πάθη, ήταν μερικά μόνο απο αυτά. Η πολιτική ρευστότητα αυξανόταν χάρις το ευμετάβολο των κομματικών συσχετισμων στο Κοινοβούλιο που είχε ως επίπτωση τον σχηματισμό πολλών θνησιγενών Κυβερνήσεων κατά την περίοδο αυτή. Οι εκλογές δεν έδιναν διέξοδο με σταθερές κυβερνήήσεις και ο Βασιλιάς Γεώργιος στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει Κυβερνητική σταθερότητα συμμετέχει ενεργά στην πολιτική διαπάλη χωρίς, ομολογουμένως, ενθαρυντικά αποτελέσματα.


Με φόντο όλη αυτή την καταθλιπτική πολιτική ατμόσφαιρα, το 1873 επί πρωθυπουργίας Δεληγιώργη ξεσπάει το περίφημο Λαυρεωτικό ζήτημα (χρηματιστηριακό σκάνδαλο που αφορούσε την εκτίναξη της τιμής των μετοχών των Μεταλλείων Λαυρίου που επιτηδίως εκμεταλευτηκε ο Α. Συγγρός, πλούσιος ομογενής ("χρυσοκάνθαρος" κατά την ορολογία της εποχής)εκ Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο κυριολεκτικά κατέστρεψε οικονομικά χιλιάδες
έλληνες μικροεπενδυτές, ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών απο την αντιπολίτευση και την κοινή γνώμη. Η κυβέρνηση Δεληγιώργη παραιτήθηκε υπο το βάρος του σκανδάλου, και ο Βασιλιάς στράφηκε στους ηγέτες της αντιπολίτευσης για τον σχηματισμό νέας Κυβέρνησης. Ο Θρασύβουλος Ζαίμης κατέθεσε την έντολή που έλαβε από τον Βασιλιά, ενώ ο έτερος ισχυρός πολιτικός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος που επειδή είχε μια πολυάριθμη ομάδα Βουλευτών υπό την επιρροή του(1), ισχυρές πιθανότητες σχηματισμού Κυβέρνησης διαφώνησε με τον Βασιλιά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής (2) και αποποιήθηκε ομοίως τον σχηματισμό Κυβέρνησης.




Ο Βασιλιάς στράφηκε τότε στον Δημήτριο Βούλγαρη ο οποίος όμως διέθετε μόλις 12 βουλευτές. Αυτός δέχθηκε να σχηματίσει Κυβέρνηση και εκμεταλευόμενος το βασιλικό προνόμιο περί διάλυσης της βουλής, αφού αρχικά ψήφισε με την ανοχή της αντιπολίτευσης κάποιες "δήθεν" δαπάνες για τους πολιτικούς φίλους του, αιφνιδίως παραιτήθηκε προκυρίσσοντας εκλογές για τις 23 Ιουνίου του 1874. Ο Βούλγαρης (3) διεξήγαγε τις εκλογές αυτές μέσα σε ένα όργιο βίας και νοθείας, όπως διαβεβαιώνει ο Τύπος της εποχής, με ομάδες ροπαλοφόρων μπράβων να "διαφωτίζουν" τους ψηφοφόρους στην Αθήνα, και τον στρατό να κατατρομοκρατεί πολίτες στην Ζάκυνθο και στο Μεσολλόγγι.
Δημήτριος Βούλγαρης (σκίτσο)


Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν επομένως αναμενόμενο. Ο Βούλγαρης κέρδισε τις εκλογές αλλά παρά τις μεθοδευσεις και την βία που χρησιμοποίησε, δεν εξασφάλισε την πολυπόθητη απόλυτη πλειοψηφία των εδρών (82 σε σύνολο 190) και έτσι δεν μπορούσε να κυβερνήσει αυτοδύναμα. Τα υπόλοιπα κόμματα καταποντίστηκαν με τον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη (πρώην Πρωθυπουργό) και τον Τρικούπη (δυναμικό ανερχόμενο νέο πολιτικό την εποχή εκείνη) να αποτυγχάνουν να εκλεγούν ακόμη και απλοί βουλευτές στην κοινή γεννετειρα τους το Μεσολόγγι.


Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΒΟΥΛΗΣ


Η έναρξη των εργασιών εκείνης της Βουλής το Φθινόπωρο του 1874, που είχε προέλθει με τον άκρως αμφιλεγόμενο τρόπο που περιγράψαμε, ήταν επεισοδιακή εως κωμικοτραγική. Το άρθρο 56 του Συντάγματος προέβλεπε τότε την παρουσία τουλάχιστον των μισών βουλευτών (δηλ 95) για την ύπαρξη απαρτίας (φανταστείτε να ίσχυε ακόμη ο κανονισμός αυτός...). ώστε η συνεδρίαση να είναι έγκυρη. Ο πρόεδρος του σώματος Ζάρκος συγκάλεσε συνεδρίαση στις 30 Νοεμβρίου το απόγευμα. Εντελώς...τυχαία οι περισσότεροι βουλευτές της αντιπολίτευσης δεν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως από τους κλητήρες της Βουλής(4) με αποτέλεσμα στην αίθουσα να βρίσκονται σχεδόν αποκλειστικά οι Βουλγαρικοί βουλευτές που εντελώς τυχαία είχαν όλοι ειδοποιηθει....εγκαίρως. Οι περισσότεροι αντιπολιτευόμενοι βουλευτές ανήξεροι βρίσκονταν είτε σε κοινωνικές επισκέψεις (ήταν του Αγίου Ανδρέα), είτε στο Ναύπλιο (η πόλη γιόρταζε την επέτειο απελευθέρωσης της). Ο πρόεδρος της Βουλής που άνηκε στην παράταξη του Βούλγαρη, διαπίστωσε απαρτία καταγράφοντας ως παρόντες αποχωρούντες αντιπολιτευόμενους βουλευτές που, σίγουροι οτι δεν υπήρχε απαρτία, αποχωρούσαν. Παριστάμενοι αντιπολιτευόμενοι (Ρούκης, Ζώχιος, Μίλησης κτλ) αντέδρασαν καταγγέλοντας την έλλειψη απαρτίας αλλά ο Ζαρκος επινόησε την δικαιολογία οτι οι αποχωρήσαντες δεν είχαν ζητήσει επίσημα την άδεια του να αποχωρήσουν, άρα ήταν παρόντες. Ο παρόντας Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Αρχηγός Κόμματος ("Κουμουνδουρικό") και μια από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της Χώρας τότε, διαμαρτυρήθηκε επίσης με πείσμα και επιμονή καταθέτοντας συνεχείς ενστάσεις, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ζάρκος Ιωάννης
Ξυλογραφία του Οικονόμου Ιωάννη


Ετσι με αυτόν τον στρεβλό και αντισυνταγματικό τρόπο ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός του 1875 και άλλα σημαντικά φορολογικά νομοσχέδια με ρουσφετολογικό περιεχόμενο, απαραίτητα για την πολιτική ενίσχυση του Βούλγαρη. Στις 2 Δεκεμβρίου ήταν προγραμματισμένη η νέα συνεδρίαση του Σώματος. Η κυβέρνηση για να "ενισχύσει" την ασφάλεια του κοινοβουλίου(5) "έζωσε" εκτάκτως τους γύρω χώρους με μονάδες στρατού και χωροφυλακής (που να σημειωθεί οτι είχαν εκδηλωθεί υπέρ του Βούλγαρη και τον αυταρχικών μεθόδων του). Η ψυχολογική βία εις βάρος των αντιπολιτευόμενων ήταν ασφυκτική. Η προσέλευση των βουλευτών γινόταν μέσα σε πολεμική ατμόσφαιρα και είχε χαρακτήρα πολεμικής σύρραξης. Στις επίμονες ενστάσεις των αντιπολιτευόμενων για την μη εγκυρότητα της προηγούμενης συνεδρίασης το προεδρείο αρνήθηκε να δώσει σημασία. Το αποτέλεσμα ήταν να αποχωρήσει σύμπασα η αντιπολιτευση ενημερώνοντας σχετικά με τον πιο επίσημο τρόπο το προεδρειο ωστε να μην υπάρχει απαρτία και έτσι ο πρόεδρος να μην μπορεί να επικαλεστεί τις αστείες δικαιολογίες της προηγούμενης συνεδρίασης..


Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ


Μεσα στην αίθουσα μετά την αποχώρηση όλων των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, υπήρχαν πλέον μόνο 84 βουλευτές. Ο πρόεδρος Ιωάννης Ζάρκος (6) όμως δεν έχασε το κουράγιο του, αλλά συνέχισε την συνεδρίαση μόνο με τους Βουλγαρικούς βουλευτές παραβιάζοντας κατάφωρα και χωρίς προσχήματα, το Σύνταγμα. Η βουλή διέκοψε βολικά τις "εργασίες" της επι τρίμηνο και ο Δημήτριος Βούλγαρης κυβέρνησε απρόσκοπτα για όλο αυτό το διάστημα. Το σύνολο του Τύπου της Εποχής ξεσηκώθηκε επιτιθέμενος με βαρύτατους χαρακτηρισμούς κατά των "Βουλγαρικών", αλλά και του ίδιου του Βασιλιά που έμοιαζε να ανέχεται και να υποθάλπτει την Συνταγματική εκτροπή. Ομάδα 58 βουλευτών της αντιπολίτευσης έστειλε υπόμνημα διαμαρτυρίας στον Βασιλιά παρουσιάζοντας με τα πλέον μελανά χρώματα το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα που είχε συντελεσθεί.


Η κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε στην τρίτη συνεδρίαση του σώματος στις 19 Μαρτίου 1875. Τότε δράση ανέλαβε ο νέος πρόεδρος του σώματος Ρεβελιώτης που ενώ στην αίθουσα υπήρχαν 92 βουλευτές (σε σύνολο 190) διαπίστωσε απαρτία κατέφυγε με χαρακτηριστικά ελληνική εφευρετικότητα σε απίστευτες αλχημίες. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, επειδή ακόμη δεν είχαν ορκιστεί 23 βουλευτές (αυτοί είχαν αναδειχθεί με συμπληρωματικές εκλογές) ο συνολικός αριθμός των βουλευτών ήταν 167!!! Αμέσως αποχώρησαν οι 10 βουλευτές της αντιπολίτευσης που αρχικά είχαν παραστεί και στην αίθουσα έμειναν οι γνωστοί 82 Βουλγαρικοί. Ορκίστηκαν άλλοι έντεκα "Βουλγαρικοί" που αναδείχθηκαν απο τις συμπληρωματικές εκλογές, αλλά πάλι ανέκυπτε πρόβλημα για την εγκυρότητα της ορκωμοσίας αφου αυτή έλαβε χώρα μετα την απομάκρυνση των 10 βουλευτών της αντιπολίτευσης, άρα το σώμα δεν είχε απαρτία ακόμα και με συνολικό αριθμό 167!!!


Το πρόβλημα αυτό όμως διευθετήθηκε όπως και τα προηγούμενα. Οι Βουλγαρικοί "έπεισαν" εύκολα τους στενογράφους της βουλής να πλαστογραφήσουν τα πρακτικά και να καταγραφεί οτι η ορκωμοσία έγινε πριν την αποχώρηση των βουλευτών της Αντιπολίτευσης άρα ήταν έγκυρη!!! Την επόμενη ημέρα η βουλή συνεδρίασε εκ νέου, επιβεβαιώνοντας την θέληση των Βουλγαρικών να επιβάλλουν την θέληση τους ακόμα και χωρίς άλλα γελοία προσχήματα. Χωρίς απαρτία για άλλη μια φορά, το σώμα ψηφισε νέους δασμολογικούς συντελεστές και μια σειρά φορολογικών νομοσχεδίων με συνοπτικές διαδικασίες.


Η κατάφωρη συνταγματική εκτροπή της κοινοβουλευτικής ομάδας του Βούλγαρη, ο αυταρχισμός του και η γελοιοποίηση των Θεσμών, εξόργισε την κοινή γνώμη των Αθηνών. Πύρινα άρθρα στον τύπο (στην Αθήνα κυκλοφορούσαν τότε πάνω απο 20 εφημερίδες) κατηγορούσαν ανοιχτά τον Βούλγαρη αλλα και τον ίδιο τον Βασιλιά ως σφετεριστές του Συντάγματος, ενώ καποιες εφημερίδες καλούσαν ανοιχτά τον λαό σε στάση. Οι Βουλγαρικοί βουλευτές γίνονταν αντικείμενο σφυριγμάτων, χλευής και ύβρεων από τους απλούς πολίτες σε κάθε δημόσια εμφανισή τους. Καποιοι μάλιστα τους έφτυναν δημοσίως. Σε εστιατόριο αρνήθηκαν να εξυπηρετήσουν τον πρόεδρο βουλής Ρεβελιώτη, ενώ ορισμενοι άλλοι Βουλγαρικοί βουλευτές από την Επαρχία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα δωμάτια που νοίκιαζαν στα ξενοδοχεία της Αθήνας, όταν οι ξενοδόχοι τους είπαν ότι ήθελαν να τα νοικιάσουν σε άλλους πελάτες.


Πολλές εφημερίδες της Εποχής κυκλοφορούσαν με πρωτοσέλιδο όλα τα ονόματα των βουλευτων που έλαβαν μέρος στην γελοιοποίηση του κοινοβουλίου και των θεσμών, σε αυτή την "εσχάτη προδοσία", αποκαλώντας τους "στηλίτες". Η ονομασία αυτή προερχόταν απο την σηνήθεια των Αρχαίων Ελλήνων να χαράσσουν τα ονόματα των προδοτών της πατρίδας σε μαρμάρινες αναθηματικές στήλες και αυτές να τοποθετούνται σε εμφανή σημεία στην πόλη, ώστε το όνειδος της προδοσίας τους να είναι αιώνιο. Το σύνολο των πολιτικών γεγονότων που περιγράφτηκαν ονομάστηκαν "στηλιτικά", ακριβώς απο τα δημοσιεύματα αυτά.


Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ


Οι έντονες αντιδράσεις της κοινής γνώμης και οι φανερές πολιτικές ακρότητες του Βούλγαρη προβλημάτισαν τον έλληνα άνακτα. Να σημειωθεί οτι απο πουθενά δεν συμπεραίνεται οτι ο Βούλγαρης είχε έρθει σε συννενόηση με τον Βασιλιά για τις μεθοδευσεις αυτές και την συνταγματική εκτροπή που είχε διαπράξει. Σε όλη αυτή την κατάσταση προστέθηκε η πληροφορία που διέρρευσε, οτι δυο κορυφαίοι υπουργοι της κυβέρνησης Βούλγαρη είχαν δωροκηθεί ώστε να ευνοήσουν τις υποψηφιότητες συγκεκριμένων ιερομένων για τις μητροπόλεις της Αργολίδος και της Μεσσηνίας. Τα σκάνδαλα διαφθοράς, που περιλάμβαναν και την ανώτατη θρησκευτική ιεραρχία της Χώρας έμειναν στην Ιστορία με το όνομα "Σιμωνιακά" (7).




[Εκείνη την περίοδο είχαν μείνει κενές τρεις μητροπόλεις: της Μεσσηνίας λόγω της εκλογής του Προκοπίου του Α΄ στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, της Κεφαλληνίας και των Πατρών. Ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών Ιωάννης Βαλασόπουλος μαζί με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και γαμπρό του Δ. Βούλγαρη Βασίλειο Νικολόπουλο δωροδοκήθηκαν από τέσσερις υποψηφίους μητροπολίτες με υψηλά χρηματικά ποσά και άλλα δώρα (μετοχές, κοσμήματα), προκειμένου να πιέσουν την Ιερά Σύνοδο να τους εκλέξει στις χηρεύουσες μητροπόλεις. Το σκάνδαλο ήρθε στο φως πολύ γρήγορα, η συναλλαγή έγινε ευρύτερα γνωστή και ξέσπασε σκάνδαλο, παρά τα διαδικαστικά εμπόδια έθεταν συνεχώς οι κατηγορούμενοι.]








 Η αναξιοπιστία της κυβέρνησης είχε πλεόν εδραιωθεί στην συνείδηση της κοινής γνώμης, ενώ οι αντιδράσεις και οι ταραχές έδειχναν οτι η ανατροπή της ήταν θέμα χρόνου.


Ανδρέας Κουντουριώτης
Μετά από δισταγμούς και συνεννοήσεις με τον Ανδρέα Κουντουριώτη, πρέσβη της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, ο Βασιλιάς ουσιαστικά εξανάγκασε τον Βούλγαρη σε παραίτηση στις 24 Απριλίου 1975, καλώντας στην πρωθυπουργία τον ανερχόμενο νέο πολιτικό Χαρίλαο Τρικούπη συγγραφέα του περίφημου άρθρου "τις πταίει" που με την έκδοση του λίγες μέρες μετά τις εκλογές του 1874 (8) είχε κάνει αίσθηση στην κοινή γνώμη, και είχε βρει πολλούς υποστηρικτές. Οι δισταγμοί του στέμματος ήταν δικαιολογημένοι γιατί ουσιαστικά η κλήση του Τρικούπη στην πρωθυπουργία ακόμα και αν είχε υπηρεσιακό χαρακτήρα ήταν άλλη μια παραβίαση του Συντάγματος, αφού ο Τρικούπης δεν ήταν καν εκλεγμένος βουλευτής τότε. Πάντως η ενέργεια αυτή ικανοποίησε το κοινό αίσθημα τερματίζοντας μια περίοδο μεγάλων πολιτικών αναταραχών και ουσιαστικά εγκαινίασε μια νέα περίοδο πολιτικής σταθερότητας για την χώρα στηριζόμενη σε ένα ισχυρό κοινοβουλευτικό σύστημα δικοματισμού...


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


(1)Τα κόμματα τότε δεν ήταν αυστηρώς περιχαρακωμένα όπως σήμερα, αλλά υπήρχαν πολλές αποχωρήσεις και προσχωρήσεις βουλευτών ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις και τα ανταλλάγματα που παρέχονταν για την μεταπήδηση τους.


(2)Συγκεκριμένα ο Κουμουνδούρος επιθυμούσε μια Συμμαχία με την Σερβία, με την οποία είχε έρθει σε άκρως απόρρητες διαπραγματεύσεις. Ο Βασιλιάς Γεώργιος δεν πίστευε ότι υπήρχε έδαφος συννενοήσεως και υποβάθμισε τις επαφές.


(3) Ο Υδραίος πολιτικός Δ. Βούλγαρης (ο επονομαζόμενος και "τζουμπές" λόγω των Οθωμανικών ενδυματολογικών επιλογών του), είχε δώσει τα διαπιστευτήρια του και στο παρελθόν για τις βίαιες προθέσεις του. Είχε πρωταγωνιστήσει στην εξέγερση κατά του Όθωνα, ενώ είχε σπρώξει την Ελλάδα στην Αναρχία και στον Εμφύλιο πόλεμο κατά τα "Ιουνιανά", όταν στασίασε με τους οπαδούς του και δοκίμασε να πάρει την εξουσία με την βία.


(4) Κάποιοι δεν ειδοποιήθηκαν καθόλου...


(5) Στο σκεπτικό της ενέργειας δεν περιγράφεται από ποιούς κινδύνευε το κοινοβούλιο...


(6) Βουλευτής Καλαμών, με πολυετή κοινοβουλευτική θητεία, διετέλεσε Πρόεδρος της Βουλής το 1856 και το 1874. Επτά βουλευτικές θητείες είχε στο ενεργητικό του ο Ιωάννης Ζάρκος, στο χρονικό διάστημα από το 1844 έως και το 1874. Είχε όμως και δύο θητείες στο αξίωμα του Προέδρου της Βουλής. Ελάχιστα στοιχεία έχουν διασωθεί για το πρόσωπό του. Γεννήθηκε το 1810 και υπηρέτησε στο ελεύθερο Κράτος ως νομάρχης και ως γενικός γραμματέας των υπουργείων Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Εξελέγη στη Βουλή για πρώτη φορά το 1847. Για πρώτη φορά αναδείχθηκε στο αξίωμα του Προέδρου της Βουλής στις 28 Ιουνίου 1856 με 70 ψήφους επί 76 ψηφισάντων. Βρέθηκαν και 6 λευκά ψηφοδέλτια. Για δεύτερη φορά εξελέγη Πρόεδρος Βουλής ο Ιωάννης Ζάρκος στις 14 Νοεμβρίου 1874. Τότε επί 142 ψηφισάντων έλαβε 95 θετικές ψήφους. Οι υπόλοιποι 47 βουλευτές, έριξαν λευκά ψηφοδέλτια. 


(7) Εκείνη την περίοδο είχαν μείνει κενές τρεις μητροπόλεις: της Μεσσηνίας λόγω της εκλογής του Προκοπίου του Α΄ στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, της Κεφαλληνίας και των Πατρών. Ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών Ιωάννης Βαλασόπουλος μαζί με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και γαμπρό του Δ. Βούλγαρη Βασίλειο Νικολόπουλο δωροδοκήθηκαν από τέσσερις υποψηφίους μητροπολίτες με υψηλά χρηματικά ποσά και άλλα δώρα (μετοχές, κοσμήματα), προκειμένου να πιέσουν την Ιερά Σύνοδο να τους εκλέξει στις χηρεύουσες μητροπόλεις. Το σκάνδαλο ήρθε στο φως πολύ γρήγορα, η συναλλαγή έγινε ευρύτερα γνωστή και ξέσπασε σκάνδαλο, παρά τα διαδικαστικά εμπόδια έθεταν συνεχώς οι κατηγορούμενοι. 
Η υπόθεση έλαβε μεγάλες διαστάσεις και συγκλόνισε την κοινή γνώμη, ενώ έγινε αφορμή για σκωπτικά σχόλια κατά της Εκκλησίας και για να κατηγορηθεί ο Αρχιεπίσκοπος εξαιτίας της στάσης του. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης φέρεται να έγραψε: «Αν ουδέν άλλο προκύψει όφελος εκ της ανακρίσεως περί των επισκοπικών, η νεοελληνική γλώσσα θέλει τουλάχιστον πλουτισθή διά νέας λέξεως· εις τον μητροπολίτην δηλαδή θέλει προστεθεί και ο μιτροπωλητής».


(8) Στο άρθρο αυτό ο Τρικούπης καυτήριαζε την συνήθεια του Βασιλιά να διορίζει κυβερνήσεις που δεν είχαν την "δεδηλωμένη" της βουλής. Με ένα δευτερο λιγότερο διάσημο άρθρο του ("Παρελθόν και ενεστώς") όξυνε περαιτέρω την αντιπαράθεση με τις Βασιλικές επιλογές. Τα άρθρα αυτά, επειδή στρεφόταν ανοιχτά κατά του Βασιλιά, έγιναν αφορμή αρχικά να συλληφθεί ο Τρικούπης για προσβολή του Ανώτατου άρχοντα. Απελευθερώθηκε όμως λίγες μέρες μετά από Βασιλική διαταγή.


ΠΗΓΕΣ


1. Πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδος, Γ. Ασπρέας, εκδόσεις "χρήσιμα βιβλία"


2. Πολιτική ιστορία της Ελλάδος - Φαυλοκρατία, Ν. Αντωνακέας, εκδόσεις "ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ"


3. Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, Gunnar Hering, εκδόσεις Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης


4. Ιστορία του Σύγχρονου Ελληνισμού, Ε. Κυριακίδου, εκδόσεις "Γρηγοριάδη"


5 Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Τάσος Βουρνάς, εκδόσεις Τολίδη


6. Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, Π. Πετρίδης, εκδόσεις "Γκοβόστη"


7. Ιστορία των Ελλήνων, συλλογικό έργο, εκδόσεις "δομή"


8. http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=114&artId=100179&dt=12/12/1999


9. http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11956&subid=2&tag=8967&pubid=133196


10. http://www.easypedia.gr για "Σιμωνιακά"


Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό http://www.istorikathemata.com/2009/07/blog-post_25.html