Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Η΄΄Πράξη Υποτέλειας΄΄ της Ελλάδας προς την Αγγλία το 1825

Η έκκληση προστασίας της Ελλάδας προς την Αγγλία, έχει χαρακτηριστεί κι έχει μείνει γνωστή μέχρι σήμερα ως πράξη υποτέλειας ή υποταγής. Ο βαρυσήμαντος αυτός χαρακτηρισμός δόθηκε από αρκετούς
μεταγενέστερους συγγραφείς κατά τους οποίους η Ελλάδα το έτος 1825, βρέθηκε πολιτικά και στρατιωτικά σε μια από τις δυσμενέστερες φάσεις της, με αποτέλεσμα να προβεί στην έκκληση προστασίας της Αγγλίας. Το εν λόγω ψήφισμα απασχόλησε όπως θα δούμε παρακάτω αρκετούς συγγραφείς και αποτέλεσε ένα μελανό σημείο της ιστορίας, επειδή από πολλούς θεωρήθηκε παραχώρηση των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών των Ελλήνων αποκλειστικά στο έλεος της αγγλικής κυβέρνησης.

Συγκεκριμένα, κατά τα μέσα του 1825 η εισβολή των αιγυπτιακών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο αποτέλεσε τη ΄΄δαμόκλειο σπάθη΄΄ για την ήδη αγωνιζόμενη αλλά και εξασθενημένη Ελλάδα. Οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες του Αγώνα, συναισθανόμενοι ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να αντιμετωπίσουν τον ισχυρό στρατό του Ιμπραήμ, επιχειρούσαν απελπισμένα να προσελκύσουν μια ξένη δύναμη προς ενίσχυση. Κατά τις δραματικές εκείνες εξελίξεις, η αγγλόφιλη Επιτροπή της Ζακύνθου που απαρτιζόταν από τον . Ρώμα, τον Π. Στεφάνου και τον Κ. Δραγώνα, πήρε την πρωτοβουλία της αιτήσεως της αγγλικής προστασίας εκ μέρους του ελληνικού έθνους. Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη αρκετών συγγραφέων όπως θα δούμε και στα επόμενα κεφάλαια, το ψήφισμα της αγγλικής προστασίας δεν ήταν μια απόφαση που πάρθηκε εν μία νυκτί και ούτε αποκλειστικά από την Επιτροπή της Ζακύνθου. Επιπλέον πολλοί θεωρούν πως οι δυσμενείς συγκυρίες του 1825 ευνόησαν την επίσπευση του ψηφίσματος. Εξ΄ όσων γνωρίζουμε, η Αγγλία είχε αποκτήσει πολλούς οπαδούς στον Ελλαδικό χώρο και με κυριότερο εκπρόσωπό της τον Α. Μαυροκορδάτο. Οι αγγλόφιλοι κύκλοι του ελλαδικού χώρου διατηρούσαν άμεση επικοινωνία μεταξύ τους και δρούσαν ανέκαθεν υπέρ της προσέγγισης της αγγλικής κυβέρνησης. Συνεπώς, ένα τόσο μείζον ζήτημα όπως η προστασία της Αγγλίας αποτελούσε μια προ καιρού ανεπίσημη επιθυμία τους, σύμφωνα αρκετούς συγγραφείς. Εντούτοις, εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των γεγονότων διαδραμάτισε ο ΄Υπατος Αρμοστής των Ιονίων Νήσων Φρεντερίκ ΄Ανταμ, ο οποίος κατά την άποψη αρκετών επιτέλεσε το φερέφωνο της αγγλικής κυβέρνησης και άσκησε σημαντική επιρροή στην Επιτροπή της Ζακύνθου αλλά και στους ελληνικούς αγγλόφιλους κύκλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια πληροφορία που αναφέρει ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του σύμφωνα με την οποία, ο Αρμοστής ΄Ανταμ σε συνεννόηση με τον . Ρώμα θέλησαν να μάθουν ποια είναι τα φρονήματά του και να αποσπάσουν πληροφορίες για τις αντιδράσεις του σε περίπτωση προσφυγής της Ελλάδας στη βοήθεια της Αγγλίας. Παράλληλα στην επιστολή αυτή ο . Ρώμας προσπαθούσε να πείσει τον Θ. Κολοκοτρώνη πως καμιά άλλη ευρωπαϊκή δύναμη δεν δύνατο να ενδιαφερθεί για το ελληνικό ζήτημα εκτός της Αγγλίας. Η απάντηση του Θ. Κολοκοτρώνη ενδιέφερε την αγγλική κυβέρνηση η οποία ενδιαφερόταν τοιουτοτρόπως και για παρόμοιες άλλες πληροφορίες που αφορούσαν τα εσωτερικά της ελληνικής πολιτικής, τις διπλωματικές της κινήσεις και πρωτίστως τις πολιτικές κατευθύνσεις των πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων.

Η Αγγλία συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις κατείχε μια προνομιούχο θέση απέναντι στην Ελλάδα. Κατά πολλούς ιστορικούς ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας που καθιστούσε άμεση την επέμβαση της δεύτερης στα εσωτερικά της πρώτης, ήταν τα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα. Η άμεση μετάβαση πολιτικών και στρατιωτικών από την Πελοπόννησο στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα, ευνοούσε τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις σε φρενήρεις ρυθμούς. Η προ καιρού προσδοκία αρκετών αγγλόφιλων που ήταν η προστασία της Αγγλίας στην Ελλάδα, κατάφερε να γίνει πράξη και να υπογραφεί ως επίσημο έγγραφο στις 24 Ιουλίου 1825. Ωστόσο, για πολλούς συγγραφείς η προλείανση του εδάφους προκειμένου η Ελλάδα να στραφεί προς την Αγγλία, ήταν κάτι για το οποίο εργαζόταν προ καιρού η ίδια η αγγλική κυβέρνηση. Αρκετοί συγγραφείς θεωρούν πως η Αγγλία εκμεταλλευόμενη τις δυσχέρειες του Ελληνικού Αγώνα, επιχείρησε με διπλωματικούς τρόπους να οδηγήσει την ελληνική πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία στην απόφαση προσφυγής της αγγλικής προστασίας. Για αρκετούς ιστορικούς μάλιστα, όπως θα δούμε και στα επόμενα κεφάλαια, η Αγγλία διατήρησε μια στάση ουδετερότητας αλλά όχι αποκλειστικής αδιαφορίας για το ελληνικό ζήτημα. Εκείνο που ήθελε να επιτύχει ήταν να είναι πανταχού παρούσα ως παρατηρητής των ελληνικών εξελίξεων, χωρίς όμως να δίνει αφορμές στην Πύλη και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο κύριος λόγος ήταν ότι η Αγγλία δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε κανένα πόλεμο που ενδεχομένως θα της κόστιζε. Απεναντίας, επιχειρούσε με την άσκηση εξωτερικής πολιτικής να ικανοποιήσει τα συμφέροντα της. Από αρκετούς συγγραφείς μάλιστα, ο ΄Αγγλος Υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Κάνιγκ χαρακτηρίστηκε ως εξαιρετικός διπλωμάτης ο οποίος ακολούθησε μια στρατηγική η οποία είχε σκοπό να ενισχύσει και να εξυψώσει την Αγγλία στα μάτια της υπόλοιπης Ευρώπης.

Πρέπει επιπλέον να επιστήσουμε την προσοχή στο ότι η Ελληνική Επανάσταση είχε αποκηρυχτεί στο Συνέδριο της Βερόνας από τα κράτη της Ιεράς Συμμαχίας το φθινόπωρο του 1822, ενώ από την άλλη πλευρά η Αγγλία είχε αναγνωρίσει το εμπόλεμο καθεστώς στην Ελλάδα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό για κάποιους συγγραφείς απενοχοποίησε την Αγγλία στην ελληνική κοινή γνώμη και την κατέστησε περισσότερο προσφιλή και προσιτή ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αυτές βέβαια είναι οι εκτιμήσεις ορισμένων συγγραφέων, θέλοντας να παρουσιάσουν τους λόγους που η Αγγλία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιλογή των Ελλήνων να αιτηθούν την προστασία της.


Αντιλαμβάνεται κανείς πως οι διαβουλεύσεις σχετικά με την προσέγγιση της Αγγλίας για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος ήταν πάρα πολλές. Η πρώτη όμως επίσημη δήλωση του Α. Μαυροκορδάτου προς τον Γ. Κάνιγκ έγινε τον Αύγουστο του 1824. Συγκεκριμένα, ύστερα από υπόδειξη του Α. Μαυροκορδάτου, ο Γενικός Γραμματέας της Επικρατείας Γ. Π. Ρόδιος, στις 22/24 Αυγούστου 1824 έγραφε επικαλούμενος το ενδιαφέρον της Αγγλίας υπέρ του Ελληνικού Αγώνα. Στο μεταξύ την ίδια περίοδο ο Α. Μαυροκορδάτος είχε στείλει στο Λονδίνο τον Γ. Σπανιωλάκη προκειμένου να μεταφέρει στον Γ. Κάνιγκ την είδηση ότι η Ελλάδα ήταν πρόθυμη να δεχτεί τη βοήθεια και τις υποδείξεις της αγγλικής κυβέρνησης.

Όπως προαναφέραμε, το επίσημο έγγραφο της αγγλικής προστασίας φέρει την ημερομηνία 24 Ιουλίου του 1825. Το εν λόγω έγγραφο όμως, είχε ήδη συνταχθεί από τις 30 Ιουνίου 1825 από τον . Ρώμα στα γαλλικά, το μετέφρασε ο Π. Θ. Στεφάνου στα ελληνικά και τέλος το αντέγραψε ο Π. Δημητρακόπουλος- Καλάμιος. Στο διάστημα αυτό, ο Σπ. Τρικούπης μετέβη στην Κέρκυρα προκειμένου να συζητήσει με τον Αρμοστή ΄Ανταμ αν ενέκρινε το κείμενο με βάση το περιεχόμενο του, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Όταν το έγγραφο εγκρίθηκε από τον Αρμοστή ΄Ανταμ, δόθηκε εντολή στον Χριστόφορο (ή Χρήστο) Ζαχαριάδη να μεταφέρει το ένα αντίγραφο στην Πελοπόννησο προκειμένου να το υπογράψουν όλοι οι στρατιωτικοί, πολιτικοί και κληρικοί παράγοντες και το δεύτερο αντίγραφο δόθηκε στον Παναγιώτη Λεονταρίτη να το μεταφέρει στην ΄Υδρα. Στις 6/7 Ιουλίου 1825 η οποία ήταν κρίσιμη ημερομηνία για τον Αγώνα στην Πελοπόννησο, υπέγραψαν το έγγραφο ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Α. Ζαΐμης, ο Κ. Δεληγιάννης και αρκετοί άλλοι Πελοποννήσιοι. Αργότερα, στις 22 Ιουλίου το υπέγραψε ο Α. Μιαούλης και οι Υδραίοι και στις 26 Ιουλίου οι Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγοί στην Αθήνα. Κάποιοι συγγραφείς όπως θα δούμε παρακάτω, διατείνονται πως ήταν ρητή εντολή να υπογράψουν πρώτοι από όλους ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Α. Μιαούλης, ο μεν ως αρχιστράτηγος ξηράς και ο δε ως αρχιστράτηγος των κατά θάλασσα δυνάμεων. Κάποιοι άλλοι αναφέρουν πως ο Θ. Κολοκοτρώνης θέλησε με δική του πρωτοβουλία να υπογράψει με αυτόν τον τίτλο και πως φιλονίκησε με τον Α. Ζαΐμη τον οποίο κάποιοι άλλοι ήθελαν αυτόν να υπογράψει ως αρχιστράτηγος. Μια άλλη εκδοχή λέει, πως ο Α. Ζαΐμης έπεισε τον Θ. Κολοκοτρώνη να υπογράψει λόγω του κατεπείγοντος και μια άλλη εκδοχή αναφέρει πως όταν πήγε να υπογράψει ο Α. Ζαΐμης, παρατήρησε πως ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε ήδη υπογράψει με τον τίτλο του αρχιστρατήγου. Ωστόσο όπως θα δούμε παρακάτω, σε κάποια απομνημονεύματα και σε ορισμένους συγγραφείς αναφέρεται μια φράση που είπε ο Α. Ζαΐμης στον Θ. Κολοκοτρώνη: «Δια την αγάπην της πατρίδος μου σε υπογράφω και πρόεδρον των κατά ξηράν βουλευτηρίων και αρχηγόν των κατά γήν δυνάμεων.»

Η υπογραφή του εγγράφου της αγγλικής προστασίας για κάποιους δεν ήταν καθόλου εύκολη απόφαση. Επικράτησαν έντονες διαφωνίες και διενέξεις, διότι επρόκειτο για ένα πολύ σοβαρό εθνικό θέμα το οποίο μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της χώρας, αλλά και να διαλύσει ολόκληρη την Επανάσταση. Εφόσον λοιπόν το έγγραφο είχε ήδη συνταχθεί από την Επιτροπή της Ζακύνθου και εγκριθεί από τον Αρμοστή ΄Ανταμ ένα μήνα νωρίτερα, ο Α. Μαυροκορδάτος, ο Σπ. Τρικούπης και ο Ι. Κωλέττης στις 21 Ιουλίου 1825 συναντήθηκαν με τον αρχηγό της αγγλικής μοίρας Λόρδο ΄Αμιλτων προκειμένου να του ανακοινώσουν τα καθέκαστα. Ο ΄Αμιλτων κράτησε μια ουδέτερη στάση στο εν λόγω διάβημα καθώς ο ίδιος όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε λάβει συγκεκριμένες οδηγίες από την αγγλική κυβέρνηση. Τους προέτρεψε όμως να απευθυνθούν κατευθείαν στην αγγλική κυβέρνηση και να αποστείλουν το έγγραφο στο Λονδίνο12. Ταυτοχρόνως, στο διάστημα μεταξύ 20/24 Ιουλίου 1825 ο Α. Μαυροκορδάτος συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση του Νομοτελεστικού και του Βουλευτικού στο Ναύπλιο, προκειμένου να θέσει προς συζήτηση το θέμα. Η συγκεκριμένη συνεδρίαση ήταν η ευκαιρία να ανακοινώσει στους υπόλοιπους παράγοντες ότι ο κύβος ερρίφθη και η απόφαση για την αίτηση της αγγλικής προστασίας είχε ήδη παρθεί και δρομολογηθεί. Οι αντιδράσεις και οι έντονες διαφωνίες δεν έλειψαν ούτε κι από αυτή τη συνεδρίαση. Ωστόσο, το εν λόγω υπόμνημα σε κάποια σημεία το τροποποίησαν ώστε να μην θίγονται οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Λίγες μέρες αργότερα, την 1η Αυγούστου 1825 το έγγραφο εγκρίθηκε από το Βουλευτικό και το Νομοτελεστικό και ύστερα από αυτές τις διαδικασίες έπρεπε να λάβει γνώση ο Αρμοστής ΄Ανταμ στον οποίο μεταφέρθηκε έγγραφο με τις υπογραφές όλων των παραγόντων. Το έγγραφο εφόσον εγκρίθηκε επισήμως από την πλειοψηφία, είχε αποκτήσει μια τυπική νομιμοποίηση και ήταν έτοιμο να σταλεί στην αγγλική κυβέρνηση. Η μεταφορά του στην Κέρκυρα πραγματοποιήθηκε από τον Σπ. Τρικούπη και τον . Μιαούλη γιο του Ναυάρχου με ειδική αποστολή. Στη συνέχεια, η ίδια αποστολή συνέχισε από την Κέρκυρα για το Λονδίνο προκειμένου να παραδοθεί το έγγραφο στον Γ. Κάνιγκ.

Η ρητή εντολή που δόθηκε να υπογράψουν ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Α. Μιαούλης ως αρχιστράτηγοι, ενώ οι υπόλοιποι παράγοντες ως απλοί πολίτες, ερείδεται στην τότε διπλωματική τάξη κατά την οποία οι ΄Αγγλοι δεν αναγνώριζαν εξίσου την κρατική-πολιτική οντότητα με την στρατιωτική. Σύμφωνα με την αναγνώριση της Αγγλίας του ελληνικού εμπόλεμου καθεστώτος όπως προαναφέραμε, η επισημότητα του εγγράφου κρινόταν πρωτίστως από τις υπογραφές των στρατηγών.

Σχετικά με τα αντίγραφα του κειμένου της εκκλήσεως προστασίας, σύμφωνα με αναφορές που θα δούμε στα επόμενα κεφάλαια, γνωρίζουμε ότι υπήρξαν δυο τα οποία εστάλησαν μέσω του λόρδου ΄Αμιλτων στον πρεσβευτή της Αγγλίας Στράτφορντ Κάνιγκ στην Κων/Πολη, άλλα δυο από τον Σπ. Τρικούπη τα οποία παρέδωσε αυτοπροσώπως στον Φ. ΄Ανταμ και τέλος, άλλα δυο για τον . Μιαούλη τον γιο του ναυάρχου, ο οποίος έπρεπε να τα παραδώσει αυτοπροσώπως στα χέρια του Τ. Κάνιγκ. Ωστόσο, ο Π. Ρόδιος είχε διαβιβάσει άλλο ένα έγγραφο με τη μορφή αναφοράς, η οποία ζητούσε την αγγλική προστασία και απευθυνόταν αποκλειστικά στον Τ. Κάνιγκ. Το συγκεκριμένο έγγραφο, ήταν κάπως διαφοροποιημένο και μαζί με άλλα έγραφε τα εξής: «Πρός τόν εξοχότατον Κύριον Γ.Κάνιγγ, πρωθυπουργόν της Αγγλίας…. Η κυβέρνησις επάγεται τό έγγραφον, ήθελεν εμμέινει είς αυτό τό σύστημα τής σιωπής, αν μία διακοίνωσις τής ΄Αρκτου δέν τήν εβίαζεν να λύσει τήν σιωπήν της. Η διακοίνωσις αύτη, σκοπόν προέθετο να αποφασίση περί τής τύχης τού Ελληνικού ΄Εθνους εναντίον τής θελήσεως τού. Παράδοξος καί απίστευτος τοιαύτη διακοίνωσις, διακοίνωσις τόσο άδικος, τόσον σκληρά να εξέλθη εκ τού καβινέτου της Ρωσίας αλλά ουχ’ ήττον είναι αληθής καί ή διακοίνωσις καί ή πηγή αυτής. Εις τοιαύτην περίστασιν καί τό Ελληνικό ΄Εθνος καί ή διοίκησίς τού, τής οποίας το όργανον έχω εγώ την τιμήν να είμαι, προσφέροντες το σέβας τών τή Βρετανική Μεγαλειότητι δια μέσου της εξοχότητάς σας κηρύττουσι πανδήμως ότι προκρίνουν τον ένδοξον θάνατον παρά τον αισχρόν ζυγόν, υπό τόν οποίον θέλουσι να μας ζεύξωσι...»

Οσον αφορά το πρωτότυπο και επίσημο έγγραφο για το οποίο γίνεται λόγος, αναφέρει το εξής: «…Το Ελληνικόν ΄Εθνος, δυνάμει της παρούσης πράξεως, θέτει εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού Ελευθερίας, Εθνικής Ανεξαρτησίας και πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλη Βρεττανίας…»

Ωστόσο την πράξη της αγγλικής προστασίας λέγεται ότι δεν υπέγραψαν ο Γ. Κουντουριώτης, ο Ι. Κωλέττης, ο . Υψηλάντης, ο Ι. Γκούρας, ο Νικηταράς κ.α. Επιπλέον ορισμένοι συγγραφείς όπως θα δούμε παρακάτω, αναφέρουν ότι δεν υπέγραψε και ο Σπ. Τρικούπης μαζί με τον Α. Μαυροκορδάτο ύστερα από παρότρυνση του . Ρώμα προκειμένου να μην οξύνουν τα πνεύματα της κοινής γνώμης και κατηγορηθούν ως προδότες. Επίσης στα απομνημονεύματα του Ι. Γ. Κολοκοτρώνη αναφέρεται ότι ούτε οι Νοταραίοι υπέγραψαν εφόσον είχαν ήδη αποχωρήσει από την Αλωνίσταινα πριν προλάβει να φτάσει το έγγραφο στα χέρια των στρατηγών. ΄Ομως, στο Αρχείο του Διονυσίου Ρώμα όπου παρατίθεται ολόκληρο το έγγραφο της αγγλικής προστασίας και τα ονόματα των υπογεγραμμένων, αναφέρονται και τα ονόματα του Σπ. Τρικούπη, του Α. Μαυροκορδάτου, του Νικηταρά και των Νοταραίων. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε κάποιος να λάβει υπ’όψιν του την επισήμανση του Κ. Δεληγιάννη και του Φωτάκου περί πλαστογράφησης υπογραφών. ΄Οσον αφορά τον Γ. Κουντουριώτη ο οποίος ήταν μεν αγγλόφιλος αλλά δεν υπέγραψε, λέγεται πως το έκανε όχι επειδή δεν συμφωνούσε με την πράξη της αγγλικής προστασίας, αλλά για λόγους ευθιξίας επειδή ως αρχιστράτηγος των κατά θάλασσαν δυνάμεων υπέγραψε ο Α. Μιαούλης κι όχι εκείνος.

Πριν ο . Μιαούλης προλάβει να φτάσει στο Λονδίνο προκειμένου να παραδώσει το έγγραφο στον Γ. Κάνιγκ, στις 29 Σεπτεμβρίου 1825 ο Ι. Ορλάνδος και ο Α. Λουριώτης βρίσκονταν ήδη στο Λονδίνο ως αντιπρόσωποι της Ελλάδας ώστε να συζητήσουν με την αγγλική κυβέρνηση περί του δανείου. Στην εν λόγω συζήτηση, τέθηκε και το ερώτημα στον Γ. Κάνιγκ για το τι επρόκειτο να πράξει σχετικά με την αίτηση της αγγλικής προστασίας. Ο ίδιος απάντησε το εξής: «΄Ισως υπάρξει κάποιο σημείο στον αγώνα, που η Μεγάλη Βρεταννία να μπορέσει να ασκήσει την επιρροή της για να προωθήσει έναν συμβιβασμό μεταξύ των Ελλήνων και της Πύλης, όχι για την απόλυτη ανεξαρτησία της Ελλάδος, γιατί αυτό θα ήταν σαν να τα ζητούσαμε όλα και δεν θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο ενός συμβιβασμού…» Η εν λόγω απάντηση δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στο άκουσμα των Ελλήνων αντιπροσώπων και η ανταπάντησή τους ήταν ότι οι ΄Ελληνες δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να συμβιβαστούν και να συνυπάρξουν φιλικά με τους Τούρκους. Επιπλέον, η εμμονή του Γ. Κάνιγκ για διατήρηση της αγγλικής ουδετερότητας τον οδήγησε στην έκδοση διατάγματος που απαγόρευε τη στρατολόγηση ΄Αγγλων υπηκόων σε ξένες δυνάμεις και την εξαγωγή πολεμικού υλικού για χρήση των αντιμαχόμενων στην Ελλάδα, για τους προσεχείς έξι μήνες. Όταν μια εβδομάδα αργότερα ο . Μιαούλης έφτασε στο Λονδίνο με την επίσημη ελληνική έκκληση, δεν κατόρθωσε να δει προσωπικά τον Γ. Κάνιγκ λόγω απουσίας του. Η απάντηση όμως που πήρε από το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν ίδια με αυτή του Γ. Κάνιγκ στους τρεις ΄Ελληνες αντιπροσώπους.

Μια επίσης σημαντική πληροφορία που αναφέρουν οι πηγές, είναι ότι οι δυο απεσταλμένοι αντιπρόσωποι ύστερα από αυτή τη συνάντηση με τον Γ. Κάνιγκ πραγματοποίησαν και δεύτερη συνάντηση στο Παρίσι με τον Δούκα της Ορλεάνης, προκειμένου να του ανακοινώσουν πως οι ΄Ελληνες θα δέχονταν ευχαρίστως το γιό του στον ελληνικό θώκο, με την προϋπόθεση να δαπανήσει χρήματα για τη ναυπήγηση πλοίων και την αποστολή εφοδίων προς την Ελλάδα. Παράλληλα, ο τρίτος απεσταλμένος στο Λονδίνο (μεταξύ των μηνών Μαρτίου-Σεπτεμβρίου 1825) από τον Α. Μαυροκορδάτο, ήταν ο Γ. Σπανιωλάκης ο οποίος κατόπιν εντολών έδρασε υπέρ της ενθρόνισης του Λεοπόλδου του Σαξονικού Κοβούργου, όταν μαθεύτηκε ότι οι γαλλόφιλοι είχαν προβεί στην πρόσκληση του Δούκα του Νεμούρ. Αυτές βέβαια οι κινήσεις εντάσσονται στο πλαίσιο των ανεπίσημων ενεργειών προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως θα δούμε παρακάτω. Αντιλαμβάνεται κανείς πως η ενέργεια του Α. Λουριώτη και του Ι. Ορλάνδου να αιτηθούν την αποστολή Γάλλου Μονάρχη, ήταν άκρως αντιφατική ως προς την αρχική αποστολή τους που ήταν η πρόσκληση του Λεοπόλδου του Σαξονικού Κοβούργου και στη συνέχεια η έκκληση για αγγλική προστασία. Ωστόσο, η αυστηρή ουδετερότητα του Γ. Κάνιγκ και η κατάσταση του κατ’ επείγοντος στην οποία βρισκόταν η Ελλάδα, συνετέλεσαν σε τέτοιου τύπου ανεπίσημες κινήσεις για άμεση έκκληση βοήθειας από την Ευρώπη.


Σύμφωνα με τις αποφάνσεις αρκετών συγγραφέων, πράγματι η Αγγλία είχε αναγνωρίσει τους επαναστατημένους ΄Ελληνες ως εμπόλεμους, αλλά η ουδετερότητα που διατηρούσε δεν ήταν ουδόλως αρκετή για να διασφαλίσει την ακεραιότητα της χώρας από τις λεηλασίες του αιγυπτιακού στρατού. Στις 13 Οκτωβρίου 1825, ο Γ. Κάνιγκ απάντησε εγγράφως στην έκκληση προστασίας της Ελλάδας προς την Αγγλία απευθυνόμενος στους δυο αρχιστρατήγους, Θ. Κολοκοτρώνη και Α. Μιαούλη. Στην απάντηση του έγραφε: «΄Ελαβον δια χειρός του κυρίου Μιαούλη την επιστολήν την οποίαν εκάματε την τιμήν να με διευθύνετε…. Η Αγγλική Κυβέρνησις , εξ’ αρχής των υπαρχουσών εχθροπραξιών μεταξύ της Οθωμανικής Πύλης και των Ελλήνων, προεκύρηξε και διετήρησεν αυστηράν και αμερόληπτον ουδετερότητα. Η Μεγάλη Βρεταννία προ πολλού ευρίσκεται συδεδεμένη δια συνθηκών τούτων, ως εκ μέρους της Πύλης και υπό την πίστην αυτών τα πρόσωπα, η ιδιοκτησία και τα εμπορικά συμφέροντα μεγάλων εταιρειών, υπηκόων της αυτού μεγαλειότητος , υπερασπίζονται εντός του Οθωμανικού κράτους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν νομίζει η Αγγλική Κυβέρνησις συνάδον με την καλήν πίστην, ως εκ μέρους της, ουδέ με τας αρχάς των νόμων, δι’ ών αί προς άλληλα τα έθνη σχέσεις κανονίζονται και διατηρείται η ειρήνη του κόσμου, να κηρύξει πόλεμον κατά της Πύλης, εν ώ δεν την έδωσεν αυτή ουδεμίαν δικαίαν αφορμήν πάλης. Ουδείς δ’ εχέφρων αμφιβάλλει ότι το να παραδεχθή η πρότασις των Ελλήνων κατά την δηλοποίησίν των, ήθελεν είναι πραγματικώς κήρυξις πολέμου εναντίον της Πύλης….»


Κατά την άποψη πολλών, οι λόγοι που εξηγεί ο Γ. Κάνιγκ στην ανωτέρω επιστολή ήταν προφάσεις προκειμένου να δικαιολογήσει την ουδετερότητα της Αγγλίας. Όπως προαναφέραμε, η αγγλική κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν να εμπλακεί η Αγγλία σε πόλεμο, τουναντίον επεδίωκε να επεμβαίνει πλαγίως στα εσωτερικά της Ελλάδας, χωρίς όμως να δίνει αφορμές στην Πύλη και στις υπόλοιπες αντίπαλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Εν ολίγοις, οι βλέψεις των ΄Αγγλων στρέφονταν περισσότερο στην επιβολή τους στην Ανατολική Μεσόγειο και λιγότερο στην Ελληνική Επανάσταση. Ωστόσο οι ενέργειες των Ελλήνων υπέρ της αγγλικής προστασίας ενθάρρυναν τον Γ. Κάνιγκ να αποπειραθεί κατά κάποιον τρόπο να λύσει το ελληνικό ζήτημα, αποκομίζοντας φυσικά τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για την Αγγλία. Περίπου στα μέσα Οκτωβρίου του 1825 ο Γ. Κάνιγκ έστειλε τον εξάδελφό του Στράτφορντ Κάνιγκ ως πρεσβευτή στην Κων/Πολη προκειμένου να διαπιστώσει τις διαθέσεις υποχωρητικότητας των Ελλήνων απέναντι στις κατακτήσεις του Ιμπραήμ αλλά και ταυτόχρονα να πιέσει τους Τούρκους να προβούν σε συμβιβασμούς με τους ΄Ελληνες. Μάλιστα, άφησε να εννοηθεί πως σε περίπτωση επέμβασης της Ρωσίας στην Ελλάδα οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις θα παρέμεναν άπραγες, κάτι το οποίο θα σήμαινε ήττα για την Πύλη.






Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων : Κυριάκου Σιμόπουλου



Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων
Κυριάκου Σιμόπουλου

...μικρό απόσπασμα από το βιβλίο

«Το τραγικότερο θύμα των πολέμων και των κάθε λογής επιδρομών υπήρξαν τα κλασσικά μνημεία και έργα τέχνης και κυρίως η Ακρόπολη. Στον τρίτο αιώνα μ.χ., κατά την εισβολή των Γότθων και Ερούλων (το 267) στην Ελλάδα, αφανίσθηκαν πολλά αρχαία κτίρια και καλλιτεχνήματα. Οι Ερούλοι, γερμανικό φύλο, κατά τη διάβαση του Αιγαίου, κατέστρεψαν το Ηραίο της Σάμου. Λεηλάτησαν την Αθήνα, την Κόρινθο και την Ολυμπία. (Renate Tolle, Die antike Stadt Samos, Mainz 1969, 6. Από αυτή την επιδρομή άρχισε ο αφανισμός των μνημείων της Ολυμπίας. Για να αντιμετωπισθούν οι εισβολείς υψώθηκε τείχος μεταξύ του ναού του Διός και της νότιας στοάς. Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη άλλων μνημείων.) Το 395 οι Βησιγότθοι του Αλάριχου κατέστρεψαν το τείχος του ιερού της Ελευσίνας. Το 473 θα αφανισθούν πολλά μνημεία κατά την εισβολή των Οστρογότθων στη Μακεδονία. Οι βάρβαροι, ωστόσο, δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την Ακρόπολη Αθηνών. Οι αρχιτεκτονικοί θησαυροί της θα παραμείνουν ανέπαφοι σχεδόν ως την πτώση του Βυζαντίου. Το 1458, πέντε χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, η φραγκοκρατούμενη Ακρόπολη πολιορκείται επί μια διετία από δυνάμεις του Ομάρ Πασά. Και κατά τον Γερμανό ιστορικό Γρηγορόβιο «υπέστη άπαντα τα δεινά της υπό των βαρβάρων κατακτήσεως επειδή η καρτερική άμυνα εξήγειρε την μανίαν των γενιτσάρων».

Ο Παρθενών, το θαυμαστότερο αρχαίο μνημείο, θα παραμείνει ακέραιο επί 21 περίπου αιώνες. Αλλά στις 26 Σεπτεμβρίου 1687, κατά την πολιορκία των οχυρωμένων στην Ακρόπολη Τούρκων από τους μισθοφόρους των Βενετών – με αρχιστράτηγο τον Μοροζίνι – βλήμα πυροβόλου διατρυπά τη στέγη του ναού όπου είχαν εναποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Ο ναός καταρρέει.


Μηχανικοί του στρατού είχαν διανοίξει υπονόμους για την ανατίναξη του βράχου και την ισοπέδωση των τειχών και των μνημείων. Τη λύση όμως έδωσε το κανόνι. Προηγουμένως είχε ανατιναχθεί ένα τμήμα των Προπυλαίων όπου επίσης υπήρχε αποθήκη πυρίτιδος. Δεν ήταν τυχαία η καταστροφή του Παρθενώνος. Ένας Τούρκος λιποτάκτης έδωσε στον Μοροζίνι την πληροφορία ότι ο ναός ήταν κατάμεστος από εκρηκτικές ύλες. Προτίμησαν οι Οθωμανοί αυτόν τον χώρο για τα πυρομαχικά γιατί, όπως γράφει ο μισθοφόρος Γερμανός αξιωματικός Sobjevolski, πίστευαν ότι οι Ευρωπαίοι πολιορκητές θα απέφευγαν «από σεβασμό» να πλήξουν το αρχαίο μνημείο. Ακριβώς γι’ αυτό οι Τούρκοι αξιωματούχοι είχαν καταφύγει στον ναό για προστασία και ασφάλεια.

Αμέσως μετά την έκρηξη κατέρρευσαν, μαζί με τη στέγη, έξι κίονες της νότιας πλευράς, οχτώ της βόρειας ενώ στην ανατολική απέμεινε μόνο ένας. Κατέπεσαν επίσης τα τρία πέμπτα των αναγλύφων της ζωφόρου. Οι κίονες παρέσυραν τα επιστύλια, τις μετόπες και τα τρίγλυφα. Ξέσπασε και πυρκαγιά που κράτησε 24 ώρες και ολοκλήρωσε την καταστροφή.

Σύμφωνα με έκθεση της Αρχαιολογικής Εταιρίας (21 Μαΐου 1842) η βόμβα «ανήψε την πυρίτιδα και τρομερά έκρηξις εκλόνισε το αρχαίον οικοδόμημα μέχρι των θεμελίων αυτού και αμφότεραι οι πλευραί του, τοίχοι και στήλαι, κατέπεσαν και τα πλείστα των αναγλύφων της τε ζωφόρου και των μετοπών και αετωμάτων κατεκρημνίσθησαν και ετάφησαν υπό σωρόν ερειπίων». (Πρακτικά της ΣΤ’ γενικής συνεδριάσεως της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, τη 12η Μαΐου 1846, σ. 146 κ.ε. Η αυτόπτης της καταστροφής Anna Akerhjem, συνοδός της συζύγου του otto Kunigsmark, διοικητή της πολιορκίας, έγραφε στο ημερολόγιό της «Ο κόσμος δεν θα ξαναδημιουργήσει τέτοιο αριστούργημα» (Diary and Letters)).

O Μοροζίνι είχε αποφασίσει, μετά τη «νίκη» του, να συνεχίσει τις προσπάθειες για την ανατίναξη της Ακρόπολης με υπόγειες στοές ώστε να αχρηστευθεί εντελώς το φρούριο. Αλλά δεν είχε χρόνο – έπρεπε να κινηθεί το στράτευμα κατά του Ευρίπου – και έλειπαν τα αναγκαία τεχνικά μέσα.

Νέες συμφορές θα υποστούν τα αθηναϊκά μνημεία κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Στις δύο πολιορκίες της Ακρόπολης – η πρώτη το 1822 από τους Έλληνες, η δεύτερη το 1826 από τους Τούρκους – οι εμπόλεμοι συναγωνίζονται, με τους βομβαρδισμούς, στον αφανισμό των σεπτών λειψάνων της αρχαιότητας.

Μετά την επανάσταση των Αθηναίων οι Τούρκοι κατέφυγαν στην Ακρόπολη όπου δέχονταν καταιγισμό βομβών. Κανόνια από το λόφο του Φιλοπάππου, τον Άρειο Πάγο, το Θησείο και την Πύλη του Ανδριανού εξαπέλυαν κατά του φρουρίου χιλιάδες «τόπια» γκρεμίζοντας ή τραυματίζοντας τα μνημεία. Ο πόλεμος δεν αφήνει περιθώρια για πολιτιστικούς συναισθηματισμούς. Ο κίνδυνος ζωής, η ανάγκη, το μίσος, η οργή, η αυτοπροστασία εξαγριώνουν, τυφλώνουν, αποθηριώνουν. Τα μνημεία που κατακρημνίζονται, τα έργα τέχνης που θρυμματίζονται δεν προκαλούν ηθικές αναστολές. Η καταστροφή του αντιπάλου με όλα τα μέσα, η σωτηρία των μαχητών που απειλούνται με θάνατο κυριαρχούν σε κάθε πολεμική σύγκρουση.

Η επαναστατική κυβέρνηση έστειλε στην Αθήνα (Μάρτιος 1822) ομάδα ξένων εθελοντών με επικεφαλής τον Γάλλο συνταγματάρχη του πυροβολικού Olivier Voutier για τον συντονισμό του βομβαρδισμού. Ο υπουργός του Πολέμου Ιω. Κωλέττης, σε έγγραφό του προς τον διοικητή της αποστολής, τον καλεί με υποκρισία, ελαφρότητα και αναίδεια να φροντίσει ώστε οι μπάλες των κανονιών να μη βλάψουν τα μνημεία «και κυρίως τον Παρθενώνα»! Και προσθέτει: «Συνιστούμε στην αγάπη σας προς το ωραίον τα αριστουργήματα των προγόνων μας». Ωσάν να ήταν δυνατόν η χάλαζα των βομβών που έπεφτε νυχθημερόν σε ένα τόσο μικρό εμβαδόν κατάμεστο από αρχαιότητες να στοχεύει αποκλειστικά και με ακρίβεια τις κεφαλές των Τούρκων. Ανέξοδη επίδειξη ψευδοαρχαιολατρίας ενός εξαχρειωμένου πολιτικού – πρώην έμπιστου του Αλή πασά.

Και ιδού το αποτέλεσμα. Η πυροβολαρχία του Voutier κατέστρεφε τα μνημεία χωρίς να βλάπτει τους Τούρκους. Οι απώλειες τους κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ήταν μια γριά Αράπισσα σκλάβα. Ποιος αναλογιζόταν τον Παρθενώνα σε ώρα εξοντωτικού πολέμου; Οι Αθηναίοι που έβλεπαν τη φθορά των αρχαιοτήτων από τα ελληνικά κανόνια έλεγαν στον Γάλλο αξιωματικό: «Στην ανάγκη θα θυσιάσουμε τα μνημεία των προγόνων για να πετύχουμε την ελευθερία που θα αναστήσει τους Καλλικράτες μας».

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι γκρέμιζαν τους κίονες των ναών και κυλούσαν τους σπονδύλους από το τείχος πάνω στα ελληνικά οχυρώματα. Οι Έλληνες έσκαβαν λαγούμια, τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν σεισμικές εκρήξεις. Οι Τούρκοι θρυμμάτιζαν τα μάρμαρα των αρχαίων ναών, αφαιρούσαν τους γόμφους, τον συνδετικό μόλυβδο, και τον έλιωναν για την κατασκευή βλημάτων. Οι Έλληνες πολιορκητές κατέστρεφαν τα αρχαία υδραγωγεία για τον ίδιο σκοπό.

Πονούσαν οι Έλληνες αγωνιστές για την κατερείπωση των μνημείων από τους βομβαρδισμούς. Αποτελούν όμως γελοίο και χονδροειδές μυθολογήματα τα περί προσφοράς στους πολιορκημένους Τούρκους 4000 οκάδων μολυβιού για να παρασκευάσουν βόλια και να μη γκρεμίζουν και κατασυντρίβουν τους κίονες! Αυτό το ψεύδος αναφέρεται συχνά σε εθνικούς πανηγυρικούς και σε σχολικά βιβλία. (Και ο Κωλέτης, ο «λάτρης» των αρχαιοτήτων; Στις 4 Απριλίου 1822 εκφράζει με επιστολή στον Voutier την ευαρέσκειά του για την ολέθρια δράση του πυροβολικού. «Παρά τις βόμβες με τις οποίες τους κεραυνοβολείτε – τους αρχαίους ναούς, όχι τους Τούρκους! – οι εχθροί δεν δέχονται να συνθηκολογήσουν. Ελπίζουμε ωστόσο..»

Το 1822 οι Επαναστάτες που πολιορκούσαν την Ακρόπολη έβλεπαν με σπαραγμό τα τόπια των ελληνικών κανονιών να αφανίζουν τα μάρμαρα των μνημείων. Το 1826, πολιορκημένοι οι ίδιοι, έπασχαν αντικρύζοντας τις φθορές που προκαλούσε στα λείψανα των αρχαίων ναών το τουρκικό πυροβολικό. Αλλά και οι μπάλες των ελληνικών κανονιών από το φρούριο κατεδάφιζαν τα γύρω αθηναϊκά μνημεία, αρχαία και βυζαντινά. Διαβάζουμε στο ημερολόγιο του αυτόπτη αγωνιστή της φρουράς Νικ. Καρώρη: «21 Ιουλίου 1826. Με θλίψιν μας παρατηρούμεν να κτυπούν διάφοροι βόμβαι εις τον Παρθενώνα, εις το Πανδρόσιον και λοιπάς αρχαιότητας του φρουρίου και να βλάπτουν οπωσδήποτε αυτάς. Ομοίως και το μνημείον του Φιλοπάππου εις το Μουσείον κατακτυπιέται και αυτό από σφαίρας κανονίου από το φρούριον.. 22 Οκτωβρίου 1826. Εδούλευε κατά το σύνηθες το μικρόν εχθρικόν κανόνι, σκοπεύει δε πάντοτε το εδικόν μας κανονοστάσιον έμπροσθεν του μεγάλου Ναού, και αι σφαίραι κτυπούν αι περισσότεραι και συντρίβουν τα μάρμαρα του κτιρίου.. 23 Νοεμβρίου. Το δειλινόν ο εχθρός έρριψεν ολίγες κανονιές με το μικρόν του κανόνι κατά της ντάπιας του Ναού αι δε σφαίραι κτυπούν όλαι κατά δυστυχίαν εις τας στήλας του Ναού».

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι γκρέμιζαν το 1822 από την Ακρόπολη σπονδύλους κιόνων του Παρθενώνος στα ελληνικά οχυρώματα. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι πολιορκημένοι Έλληνες το 1826. Χρησιμοποιούσαν τα μάρμαρα ως βόμβες. Η ιδέα ήταν του Γάλλου τυχοδιώκτη Φαβιέρου που θεωρείται «μέγας φιλέλλην». Γράφει ο Καρώρης στο ημερολόγιο του (10 Δεκεμβρίου 1826): «Συνέλαβε την ιδέαν να κατασκευάση εις είδος βόμβας εν ολόκληρον κομμάτι στήλης του Παρθενώνος τρυπώντας το αρκετά εις την μέση και γεμίζοντάς το από βαρούτην και γρανάτες, να το ρίψη από τα τείχη του φρουρίου κάτω εις τα πλησίον οσπίτια όπου στέκουν οι Τούρκοι, δια να τους προκαλέση ανέλπιστον τρόμον». (Ο Ελβετός εθελοντής Em. Hahn που βρισκόταν στην Ακρόπολη κατά την πολιορκία του 1826-1827 γράφει στο χρονικό του πως σε μια μόνο μέρα έπεσαν στο κάστρο 530 βόμβες. «Καταστράφηκαν πολλά από τα θαυμαστά έργα της κλασσικής αρχαιότητας»)

Ο Φαβιέρος παραγέμισε με εκρηκτικά τρεις σπονδύλους. Και επειδή σχεδίαζε να εγκαταλείψει την Ακρόπολη μαζί με το τμήμα των ξένων εθελοντών, «εστοχάσθη», για να διασχίσει ακίνδυνα τις εχθρικές γραμμές, «να ρίψη πρώτον τα τρία κομμάτια της στήλης τα οποία εγέμισε με βαρούτην και βόμβας.. Αυτάς έμελλε να τας ρίψη από την ανατολικήν δεξιάν γωνίαν του φρουρίου, δια να κυλήσουν εις τα πλησιάζοντα οσπίτια της πόλεως και την εκκλησίαν της αγίας Παρασκευής και με το σκάσιμόν των να προξενήσουν τρόμον εις τους Τούρκους, και τότε να λάβη την ευκαιρίαν να περάση το σώμα».

Ένας από τους σπονδύλους θα ριχτεί από τα τείχη στις 31 Ιανουαρίου 1827. Και ένας άλλος στις 4 Φεβρουαρίου. «Η πέτρα έπεσεν εις τα οσπίτια της πόλεως κατά την αγίαν Παρασκευήν και εξερράγη ως βόμβα. Εις τους Τούρκους έδωκε τρόμον». Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της καταστροφής των κιόνων. Να προκαλέσει στιγμιαίο πανικό στους εχθρούς!..

Στις καταστροφές των μνημείων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αναφέρεται και ο Τύπος του Αγώνα. «Το αδιάκοπον πυρ του εχθρού κατά της Ακροπόλεως αφανίζει καθ’ εκάστην και ό,τι ακόμη εφείσατο ο πανδαμάτωρ χρόνος και η πολυχρόνιος βαρβαρότης, των αρχαίων λαμπρών και μεγαλοπρεπών λειψάνων της προπατορικής μεγαλουργίας. Τα Προπύλαια, ο Παρθενών, ο ναός του Ποσειδώνος και του Ερεχθέως κατασυντρίβονται αδιακόπως και τα μεγαλοπρεπή λείψανα του εκτός της Ακροπόλεως θεάτρου είναι κίνδυνος μη αφανισθώσι δι’ υπονόμου εχθρικού. Τι δε πάσχουσιν αι κατά την πόλιν σεβάσμιαι αρχαιότητες παρά των βαρβάρων χειρών, ημπορεί έκαστος να συμπεράνη».

Οι τουρκικοί βομβαρδισμοί των αρχαίων μνημείων στην Ακρόπολη είχαν προκαλέσει συγκίνηση και οργή στην ευρωπαϊκή Κοινή Γνώμη. (Το ανομολογεί ο ίδιος ο Τούρκος αρχιστράτηγος Κιουταχής σε αναφορά του προς την Πύλη: «Τούτο το φρούριον (η Ακρόπολη), επειδή είναι τόπος παλαιότατος, και παλαιόθεν εβγήκαν εξ αυτού του τόπου πολλοί περιβόητοι φιλόσοφοι και τα οποία έχει έργα τέχνης προκαλούν θαυμασμόν εις τους πεπαιδευμένους Ευρωπαίους δια τούτο όλοι οι Ευρωπαίοι και τα λοιπά έθνη των απίστων θεωρούσι το φρούριον τούτο ως ίδιαν αυτών οικίαν· και επειδή το νομίζουσιν ως προσκυνητήριον τόσον οι Ευρωπαίοι, καθώς και τα λοιπά έθνη των απίστων, των ονομαζομένων χριστιανών, το υπερασπίζουσι» (Διον. Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών κατά των υπέρ ελευθερίας Αγώνα, Εν Αθήναις 1853, σ. 159-160)). Και οι κυβερνήσεις των Δυνάμεων καλούν διαμέσου των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη την Πύλη να λάβει μέτρα προστασίας των αθηναϊκών αρχαιοτήτων. Ήταν μια ακόμα υποκριτική και δημαγωγική πρωτοβουλία. Θα τους μιμηθεί, με την ίδια πανουργία, ο βεζύρης της βούλλας προστάζοντας τον Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη να λάβει μέτρα σωτηρίας των καλλιτεχνικών θησαυρών! (Τη διαταγή απέδωσε ο Αυστριακός πρόξενος Gropius). Ποια μέτρα; Κάθε μέρα εκατοντάδες εκρήξεις ανάμεσα στα μνημεία σκόρπιζαν τον όλεθρο. Γκρέμιζαν, θρυμμάτιζαν, ακρωτηρίαζαν, τραυμάτιζαν τα μάρμαρα. Κανείς, ωστόσο, δεν ζητούσε τη διακοπή των βομβαρδισμών και τη λύση της πολιορκίας. Χυδαίο το φιρμάνι του βεζύρη, γράφει ο Thomas Gordon. «Για να προστατευθούν τα μνημεία έπρεπε να διαταχθεί από τον σουλτάνο η διακοπή των βομβαρδισμών».

Η Πύλη επιθυμούσε απλώς να ικανοποιήσει τα φαρισαϊκά διαβήματα των φίλων και προστατών της. Και το επιχειρούσε με τους ίδιους θεατρινισμούς. Ο σερασκέρης, φυσικά, θα αγνοήσει τη «διαταγή» και θα επιταχύνει τις προπαρασκευές για ανατίναξη της Ακρόπολης με διαμπερή υπόνομο. Όλες οι ως τότε απόπειρες με τη διάνοιξη λαγουμιών και τη συσσώρευση χιλιάδων οκάδων εκρηκτικών υλών είχαν αποβεί άκαρπες. (Σε μια υπόνομο που ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο του 1826 οι Τούρκοι τοποθέτησαν 2.800 οκάδες μπαρούτη. «Ήσαν δε τόσον βέβαιοι». Γράφει ο Σουρμελής, «εις την επιτυχίαν της υπονόμου, ώστε ήσαν της γνώμης οι πάντες ότι το ήμισυ του φρουρίου θέλει κατακυλισθή εις την έκρηξιν· διό και πολλοί από την πόλιν εξήλθον, μήπως καταπλακωθώσιν από τας πέτρας»). Οι εκρήξεις εκτονώνονταν από τα «αντιλαγούμια», πηγάδια βαθειά, που άνοιγαν οι Έλληνες αγωνιστές κοντά στις τουρκικές υπονόμους. («Ο ημέτερος προνοητικός υπονομοποιός», γράφει ο Σουρμελής, «προλαμβάνει και διατάττει να σκαρώσι περί την εχθρικής υπόνομον λάκκοι πολλοί και βαθείς, 12 τον αριθμόν και το βάθος των οργυιών εννέα». Και το αποτέλεσμα: Έβαλαν φωτιά οι Τούρκοι στο λαγούμι, «η πυρίτις εξεκάη άπασα αι δε φλόγες, αναπηδήσασαι έξω των 12 λάκκων, κατελάμπρυναν τον ορίζοντα.. Σημειούσθω ότι εις την έκρηξιν της υπονόμου εσείσθη η Ακρόπολις».

Τον Οκτώβριο του 1826 ο Κιουταχής ενημερώνει τον βεζύρη για το σχέδιο των τεχνικών του να ανατινάξουν την Ακρόπολη: «Τινές ειδήμονες με επληροφόρησαν ότι αν είχα εδώ τους μεταλλουργούς τους όντας εις Σκόπιαν, ηθέλαμεν τρυπήσει πέραν και πέραν (διαμπάξ) το φρούριον των Αθηνών δι΄υπονόμου. Διό και έστειλα επίτηδες πεζόν να φέρω δέκα απ’ αυτούς. Αυτοί δε υπεσχέθησαν να φθάσουν εις Αθήνας εις διάστημα 18 ημερών».

Ανοίγουν υπονόμους οι Τούρκοι για να «αναποδογυρίσουν» την Ακρόπολη, ανοίγουν και οι πολιορκημένοι λαγούμια για να «ξεθυμάνουν» οι εκρήξεις. Οι ανατινάξεις, ωστόσο, προκαλούν επικίνδυνες δονήσεις στον βράχο. Γράφει ο Σορμελής για την πυροδότηση ελληνικής υπονόμου: «Ο σεισμός διεδόθη εις τα πέριξ, ώστε εσείσθη ολίγον η Ακρόπολις».

Από τον πόλεμο των λαγουμιών ξεθεμελιώνονται και βυζαντινές εκκλησίες της περιοχής. Τον Αύγουστο του 1826 οι Έλληνες ανοίγουν υπόνομο κάτω από την εκκλησία τους Αγίου Γεωργίου του Αλεξανδρινού, προχωρημένη θέση της αμυντικής περιμέτρου. Κι’ όταν οι Τούρκοι εξορμούν για να καταλάβουν τον ναό και να ζυγώσουν στο κάστρο πυροδοτούνται τα εκρηκτικά. «Αφού επυροβόλησαν (οι Τούρκοι) ικανώς εναντίον των αποκλειομένων», αφηγείται ο Σουρμελής, «.. μετ’ αλαλαγμού επιπίπτουσι· ημείς δε... αφού επλησίασαν εις τον ναόν, οι εν αυτώ ημέτεροι, προσποιούμενοι δειλίαν, έφυγον ευθύς. Αφού δε εισήλθον εις τον ναόν οι εχθροί και ίσταντο πολλοί έξωθεν, βάλλομεν πυρ εις την υπόνομον και εν τω άμα αναστρέφεται ο ναός, συνθαπτομένων πάντων εν αυτώ». Και ο Μακρυγιάννης: «Και πήγαν εις τον αγέρα η εκκλησία και οι Τούρκοι όλοι».

Αλλά δεν επιχειρεί μόνο ο Κιουταχής να ανατινάξει την Ακρόπολη. Και οι αρχηγοί των πολιορκημένων αντιμετωπίζουν, σε περίπτωση εξόδουμ την καταστροφή του φρουρίου για να μη χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Κατά τη συνέλευση των διοικητών – 10 Μαρτίου 1827 – έγινε δεκτή, όπως γράφει ο αυτόπτης Καρώρης στο ημερολόγιό του, πρόταση του υπονομοποιού Κώστα Λαγουμιτζή «να κατασκευασθούν τρεις υπόνομοι, μία εις την τάμπιαν του νερού, μία εις τον πύργον και μία εις τον μεγάλον προδέκτην εις τα μαγαζιά (αποθήκες), αι οποίαι να είναι έτοιμοι, εάν κάμη χρείαν να παραιτήσωμεν το φρούριον, να το βλάψωμεν κατ’ αυτόν τον τρόπον με αυτάς, ώστε να μη ωφεληθή πολύ ο εχθρός μετά την κυρίευσίν του. Η συνέλευσις απεδέχθη την πρότασιν και απαφασίσθη να βιασθή το δούλεμα της βαρούτης, να γίνεται περισσοτέρα και τα αθηναϊκά σώματα να δώσουν κατ’ αναλογίαν τους αναγκαίους ανθρώπους εις το να αρχίση την εργασίαν των υπονόμων ο Κώστας καθώς αυτός γνωρίζει.

Αν δεν γινόταν συνθήκη για την έξοδο της φρουράς και πραγματοποιόταν το σχέδιο των αρχηγών θα ανατινάσσονταν από τους τρεις υπονόμους όλα τα μνημεία. Είναι αλήθεια ότι οι πολιορκημένοι αγωνιστές είχαν πλήρη συνείδηση της ολοκληρωτικής καταστροφής που απειλούσε τα λείψανα του προγονικού πολιτισμού. Έδειξαν ηρωισμό και αυταπάρνηση μ’ όλο που αποδεκατίζονταν από τους βομβαρδισμούς, τις στερήσεις και τις κακουχίες. Απέρριψαν τη «διαταγή» του Άγγλου «αρχιστράτηγου» Τσωρτς για συνθηκολόγηση και ασφαλή έξοδο – «σας διατάττω να ακολουθήσετε την ρηθείσαν συνθήκην» [30 Απριλίου 1827] – και απάντησαν αυθημερόν: «Είμεθα Έλληνες αποφασισμένοι ν’ αποθάνωμεν ή να ζήσωμεν ελεύθεροι. Ο Κιουταχής αν θέλη τα άρματά μας, ας έλθη, αν είναι άξιος, να τα πάρη με την δύναμιν».

Τελικά δέχτηκαν τη συνθήκη της εξόδου «δια να σώσωμεν, ει δυνατόν, τα σωζόμενα ενταύθα λείψανα των θαυμαζομένων αρχαιοτήτων, έργα των αειμνήστων πατέρων μας.. Όθεν, ας είναι πεπεισμένη η Διοίκησις, ότι χάριν των πολυποθήτων και πολυτιμήτων λειψάνων της αρχαιότητος και χάριν της ελληνικής δόξης και τιμής θέλομεν ανθέξει μέχρις εσχάτης δυνάμεως εναντίον παντός αντιπολεμούντος δεινού».

Και αν χαθεί κάθε ελπίδα; Αν το έθνος δεν μπορέσει να βοηθήσει τους πολιορκημένους; «Τότε θέλει δοθή το πυρ εις το Φρούριον και ας συναπολεσθώσι μεθ’ ημών και αυτά τα πολύτιμα της αρχαιότητος έργα». (Επιστολή των οπλαρχηγών προς τη Διοίκηση). Την άποψη αυτή είχε διατυπώσει λίγους μήνες πριν ο Μακρυγιάννης σε συνομιλία του με τον Γκούρα στην Ακρόπολη: «Και όταν έρθουν οι Τούρκοι και δεν μπορούμεν ν’ ανθέξωμεν βάνομεν φωτιά, και τον Σερπετζέ (το «παρατείχισμα» από το θέατρο του Διονύσου ως το θέατρο του Ηρώδη) στέλνομεν εις τον αγέρα και τους Τούρκους που θάναι εκεί. Και μ’ αυτόν τον τρόπον πηγαίνομεν πολεμώντας ως μέσα εις τον ναόν (στον Παρθενώνα) κι’ εκεί κάνομεν γενικόν λαγούμι και πάμε στον αγέρα κι’ εμείς και οι Τούρκοι και ο ναός». Και ο Μακρυγιάννης ήταν ο πιο συνειδητός λάτρης και πρόμαχος των αρχαιολογικών θησαυρών.

Ο πόλεμος και οι συνέπειές του, ο κίνδυνος ζωής και οι σκοπιμότητες είναι οι χειρότεροι εχθροί του πολιτιστικού πλούτου. Το είχε επισημάνει ο Κικέρων: «Οι νόμοι σιωπούν σε ώρα πολέμου». Και όχι μόνο οι νόμοι του κράτους. Σιγούν και οι ηθικοί νόμοι, γραπτοί και άγραφοι.»

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η διαφθορά της εξουσίας και λαϊκισμός



Η διεφθαρμένη εξουσία αποσαθρώνει την κοινωνία και εξαχρειώνει τον πολίτη που θεωρεί με την σειρά του, την αρετή, το ήθος, την υπευθυνότητα ανώφελες και γελοίες ιδιότητες, μειονεκτήματα σοβαρά για την περιπόθητη "επιτυχία". Ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι χρειάζεται αρετή και για τους άρχοντες και για τους αρχόμενους ("φανερόν τοίνυν ότι ανάγκη μετέχειν αμφοτέρους αρετής" Πολιτικά, 1260α )

Σε άλλο σημείο προσθέτει ότι χρηστός πολίτης στο άριστο πολίτευμα είναι ("ο δυνάμενος και προαιρούμενος άρχεσθαι και άρχειν προς τον βίον  και την αρετήν", εκείνος που δέχεται και μπορεί να κυβερνά ή να κυβερνάται αποβλέποντας πάντα τον έντιιμο βίο.

Στην άμεση συμμετοχική αθηναϊκή δημοκρατία ο κατηγορούμενος πολίτης αγωνιζόταν στην απολογία του να αποδείξει την αφοσίωση του στην κοινότητα και την αρετή του. Έλεγε πως ήταν πολίτης αγαθός και γενναίος, πατριώτης και χρηστός, πως είχε καλές σχέσεις με τους συμπολίτες του,πως ήταν καλός οικογενειάρχης, πως εκπλήρωνε σχολαστικά τις φορολογικές υποχρεώσεις του, πως είχε να επιδείξει φιλανθρωπικό έργο και πως δαπανούσε τα χρήματα για το κοινό συμφέρον,

"Ανοσιώτατον και αγριώτατον" θεωρεί ο Αριστοτέλης τον "άνευ αρετής" άνθρωπο. Άλλα όταν οι άρχοντες είναι διεφθαρμένοι, όταν η πολιτική εξουσία είναι ανόσια και θηριώδης γιατί οι πολίτες θα συμπεριφέρονται με εντιμότητα; Όλοι τιμούν με λόγους την αρετή στην πράξη όμως την μυκτηρίζουν. Ο Πλούταρχος καταγράφει ένα επεισόδιο σε κάποιο θέατρο κατά την εορτή των Παναθήναιων. Οι θεατές, καλοκαθισμένο, περιγελούσαν κάποιο γέροντα που  αναζητούσε θέση στις κερκίδες. Τον καλούσαν για να του προσφέρουν τάχα την δική τους, αλλά μόλις ζύγωνε τον απέμπεμπαν χλευαστικά. Όταν έφτασε στην σειρά που κάθονταν οι απεσταλμένοι της Σπάρτης αμέσως σηκώθηκαν όλοι και του παραχωρούσαν πρόθυμα την θέση τους. Σείστηκε όλο το θέατρο από τα χειροκροτήματα - " αγασθείς δε ο όχλος εποί τω γεγονότι εκρότησε μετα πολλής επισημασίας". Και ένας Σπαρτιάτης σχολίασε απορημένος:"Μα το Θεό, οι Αθηναίοι γνωρίζουν το καλό αλλά δέν το κάνουν". 

Η κοινωνία εκφυλίζεται, οι πολίτες υποτάσσονται στη διεφθαρμένη εξουσία, θαυμάζουν και προσκυνούν τους ισχυρούς και επιδεικνύουν τον πλούτο και την δύναμη τους, λατρεύουν τα "είδωλα" που δημιουργούν τα ΜΜΕ, ανέχονται χωρίς αγανάκτιση τους διαφημιστικούς κολάφους. Και πολλές φορές περιφρονούν και λοιδορούν τους φτωχούς και αδύναμους, σαρκάζουν την δυστυχία.

Η κοινωνία κατολισθαίνει , το άτομο ξεπέφτει. Ονειδίζεται η πίστη σε ένα δράμα. Ο εγωισμός μυκτηρίζει την αλήθεια, την τιμή, το ήθος τους θεσμούς. Έτσι καταστρέφεται η ψυχική εκείνη άγρυπνη δύναμη που πάντοτε σημαίνει συναγερμό για αντίσταση κατά της βίας και της αδικίας, η συνείδηση του αυτοσεβασμού και του φιλότιμου, η πίστη στην συλλογικότητα, η ελπίδα για αξιότερη κοινωνία. Εκχυδαϊζονται τα πάντα, η αρετή, το πνεύμα, η πατρίδα. Η αχρειότητα της εξουσίας γελοιοποιεί τον άνθρωπο, τον ευτελίζει, έτσι που να αισθάνεται σιχασιά για τον εαυτό του.

Μέσα σε αυτή την καταράκωση της κοινωνίας ευδοκιμεί ο λαϊκισμός, ο εμπαιγμός των πολιτών από τους διεφθαρμένους κομματάρχες και τους μηχανισμούς τους , που μιλούν υποκριτικά για την αυθεντικότητα των 'λαϊκών αξιών' και το 'αλάνθαστο λαϊκό ένστικτο' στις αναίσχυντες δημαγωγίες τους.

Τον λαϊκισμό, στον οποίο καταφεύγουν οι ''πολιτικοί ηγέτες'' για διαβουκόληση της κοινωνίας, θυμίζει περιστατικό που καταγράφει ο Αθηναίος αγωνιστής του '21 Γεώργιος Ψύλλας.

Ένας Θεσσαλός προεστός, εντελώς αναλφάβητος, χρησιμοποιεί τον δάσκαλο του χωριούκαι ώς γραμματικό του. Επειδή όμως ο δάσκαλος δέν ήταν σε όλα υπάκουος , ο προεστός προτείνει στην γενική συνέλευση των κατοίκων την απόλυση του.
Γιατί; Ρωτάει ο δάσκαλος εμβρόντητος. 
Γιατί δεν ξέρεις γράμματα , λέει ο προεστός.
Και ποιός το λέει αυτό;
Εγώ απαντά ο προεστός. Γράψε την λέξη βόδι να δούμε άν ξέρεις.
Ο δάσκαλος έγραψε σε ένα χαρτί...βόδι
Τότε ο προεστός "ζωγράφισε" σε άλλο χαρτί ένα βόδι, το δείχνει στους χωριανούς- το ίδιο αναλφάβητους - και ρωτάει: Πέστε μου, ποιό χαρτί γράφει βόδι,; Το δικό σου ! απαντούν όλοι. Και έδιωξαν τον δάσκαλο ( Απομνημονεύματα του βίου μου, Γ. Ψύλλας, Αθήνα 1974 σελ 286 - 287 )

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Ελληνικοί πληθυσμοί στα βουλγαρικά παράλια της Μαύρης θάλασσας (18ος - 20ός αιώνας)


Στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα πληθυσμοί από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τα μικρασιατικά παράλια και τις περιοχές του Πόντου μετακινήθηκαν προς την ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία. Μέχρι το 1906 ο ελληνικός πληθυσμός της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας ανερχόταν στα 100.000 άτομα.1 Ελληνόφωνοι ή ελληνικής προέλευσης πληθυσμοί διαβιούσαν στην ύπαιθρο και στις πόλεις κατά μήκος των παραλίων του Εύξεινου Πόντου, απ’ όπου έλεγχαν το εμπόριο της περιοχής. Αρκετοί από αυτούς μετακινούνταν προς τις πόλεις της νότιας Ρωσίας μετά τη δεκαετία του 1830 εκμεταλλευόμενοι την εμπορική άνθησή τους. Καθαρά ελληνικές πόλεις ήταν η Μεσημβρία και η Σωζόπολη, ενώ η Αγχίαλος, ο Πύργος και η Βάρνα είχαν ανάμεικτο πληθυσμό. 

Συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα στην Αγαθούπολη, και σε μια σειρά μικρότερα χωριά όπως η Μήδεια ή Σαλμυδησσός και η Θυνιάς (Νιάδα) σε αρμονική γειτονία με τους βουλγαρικούς ή βλάχικους πληθυσμούς της περιοχής. Στο Βασιλικό το 1906 ζούσαν 500 οικογένειες2, στη Μεσημβρία 1.000 ελληνικές οικογένειες, οι οποίες στο μεγαλύτερο ποσοστό τους ήρθαν στην Ελλάδα το 1919.3 Στη Βάρνα το 1903 ζούσαν 7.500 Έλληνες σε σύνολο 35.000 κατοίκων. Στον Πύργο 5.322 Έλληνες και στην Αγχίαλο 5.089 Έλληνες.4



Σήμερα οι Έλληνες που ζουν στη Βουλγαρία κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες: τους απογόνους των Ελλήνων του 19ου αιώνα, τους Σαρακατσάνους, τους απογόνους των πολιτικών προσφύγων του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου και τους Έλληνες επιχειρηματίες που ήρθαν στη χώρα τη δεκαετία του 1990. Υπολογίζεται ότι ζουν στη Βάρνα, τον Πύργο, την Αγχίαλο, τη Σωζόπολη, τη Μεσημβρία, την Αγαθούπολη, τον Άσπρο και τον Κόζιακα.

Επιπλέον στη Βουλγαρία δραστηριοποιούνται περίπου 1.200-1.500 ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες υπολογίζεται ότι έχουν επενδύσει στη χώρα στο διάστημα 1992-2005 ποσά που ξεπερνούν το 1,8 δις ευρώ. Μεταξύ αυτών κυρίαρχη είναι η παρουσία των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες μοιράζονται το 25-30% της βουλγαρικής αγοράς.5

Ιστορία

Ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν στην ενδοχώρα της σημερινής Βουλγαρίας από τα χρόνια του Φιλίππου του Β’ της Μακεδονίας. Στα παράλια αντίθετα, η ελληνική παρουσία είναι πολύ παλαιότερη. Μια σειρά από ελληνικές αποικίες χτίστηκαν σε φυσικούς όρμους και λιμάνια προκειμένου οι άποικοι να εκμεταλλευτούν τη θάλασσα και τα πλούτη της. Η ελληνική παρουσία συνεχίστηκε αδιάκοπη ως και τις αρχές του 20ού αιώνα καθώς τα παλαιότερα στρώματα ελληνικών πληθυσμών εμπλουτίζονταν κατά διαστήματα από νέες αφίξεις που τις προκαλούσαν οι μεταβαλλόμενες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες είτε στον τόπο προέλευσης ή, και κυρίως, στον τόπο προορισμού. Η ελληνική παρουσία στα βουλγαρικά παράλια της Μαύρης θάλασσας ήταν ιδιαίτερα έντονη, καθώς οι Έλληνες έμποροι, βιομήχανοι και επιχειρηματίες κυριαρχούσαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή της.

Το 1856, μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και τη θέσπιση των πολιτικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων στο οθωμανικό κράτος, αλλά και εξαιτίας του νέου νόμου περί ιθαγενείας που ψήφισε η ελληνική κυβέρνηση, άλλαξε το πλαίσιο μέσα στο οποίο δρούσε ο Ελληνισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έως τότε όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Θράκης υπάγονταν στον ορθόδοξο Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, στη συνέχεια όμως οι βουλγαρικοί πληθυσμοί διεκδικούσαν θρησκευτική και πολιτική αυθυπαρξία. 

Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 και η ίδρυση του αυτόνομου βουλγαρικού κράτους το 1878 οδήγησαν σε ρήξη το ελληνικό και το βουλγαρικό στοιχείο με την ενίσχυση των εθνικιστικών αντιπαλοτήτων. Το 1906 προκλήθηκαν βίαια γεγονότα σε βάρος των ελληνικών κοινοτήτων διαφόρων παράλιων βουλγαρικών πόλεων, και κυρίως του Πύργου, της Αγχιάλου, της Μεσημβρίας και της Σωζοπόλεως, με συνέπεια οι ελληνικοί πληθυσμοί της βόρειας Θράκης να εγκαταλείπουν σταδιακά την περιοχή για την Ελλάδα. Ως το 1919 ολοκληρώθηκε η αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών από τα βουλγαρικά εδάφη με την ανταλλαγή των πληθυσμών βάσει της συνθήκης του Νεϊγύ. Μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, η Βουλγαρία δέχθηκε νέα κύματα Ελλήνων προσφύγων. Υπολογίζεται ότι στη Βουλγαρία διέμεναν συνολικά 7.000 Έλληνες, οι οποίοι στην πλειονότητά τους επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το 1981.6

Η Βάρνα είναι η αρχαία Οδησσός όπου σώζονται ακόμα λείψανα αρχαίων κτισμάτων. Ο Έλληνας δημοσιογράφος Γ.Π. Παρασκευόπουλος που πέρασε από την πόλη τη δεκαετία του 1890 τη θεωρεί την ωραιότερη πόλη της Βουλγαρίας, καθώς διέθετε καλούς δρόμους, κομψές οικοδομές με όμορφους κήπους, καθαρό νερό με υγιές κλίμα.7 Το λιμάνι της πόλης είναι απάνεμο με αποτέλεσμα να προσελκύει μεγάλο μέρος του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου της χώρας. Όντας η θάλασσα έξοδος για προϊόντα της ενδοχώρας, η Βάρνα εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό και οικονομικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, ενώ η θέση της αυτή ενισχύθηκε μετά τη σιδηροδρομική της σύνδεση με την ενδοχώρα στη δεκαετία του 1860. Μέχρι την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους το 1878 κατοικούνταν κυρίως από Τούρκους και Έλληνες, οι οποίοι ανέρχονταν στα τέλη του 19ου αιώνα στις 10.000.8 Στη συνέχεια ο αριθμός των Βουλγάρων αυξανόταν μέχρι την τελική τους επικράτηση στις αρχές του 20ού αιώνα και την αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού.

Η πόλη του Πύργου ή Μπουργκάζ είναι σχετικά νέα. Ιδρύθηκε στο μυχό του κόλπου, τον οποίο κλείνουν οι προεξοχές της Αγχιάλου και της Σωζόπολης, από ελληνικούς πληθυσμούς που συνέρρευσαν από τις γύρω περιοχές, κυρίως την Αγχίαλο και τη Σωζόπολη.

Ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν σε πόλεις παράλιες της Προποντίδας όπως η Καλλίπολη, η Ηράκλεια, η Σηλυβρία και η Ραιδεστός.

Οικονομία

Η αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας συστήθηκε το 1878 και αφού ενώθηκε με την Ανατολική Ρωμυλία έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1885. Οι ελληνικοί πληθυσμοί των παραλίων του Εύξεινου Πόντου είχαν πολύ σημαντική παρουσία στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, το εμπόριο τροφίμων αλλά και αποικιακών ειδών, ενώ συμμετείχαν και στη βιοτεχνική παραγωγή. 

Η Θράκη αποτελούσε το βασικό κέντρο εφοδιασμού της πρωτεύουσας του οθωμανικού κράτους και λειτουργούσε ως ενδοχώρα της. Έστελνε στην πρωτεύουσα ζώα, σιτηρά, οπωροκηπευτικά, αλλά και σιδηρικά, μάλλινα και είδη βιοτεχνικής παραγωγής. Η διακίνηση εμπορευμάτων στον Εύξεινο Πόντο με κατεύθυνση την Πόλη, αλλά και σε μακρύτερες αποστάσεις, με το χρόνο αυξανόταν. 

Το βασικό είδος εξαγωγικού εμπορίου ήταν τα σιτηρά. Στο διάστημα 1885-1895 οι εξαγωγές σιτηρών σχεδόν επταπλασιάστηκαν και ενώ κατείχαν ποσοστό συμμετοχής 3% επί του συνόλου εξαγωγής δημητριακών,το 1885, ανήλθαν στο 7% το 1894. Το 1880 το 6% του συνόλου της χωρητικότητας των πλοίων που αναχωρούσαν από τη Βάρνα και το Μπουργκάς ανήκε σε Έλληνες, ποσοστό που αυξήθηκε σε 25% το 1890 για να μειωθεί στις αρχές του 20ού αιώνα σε 15%.9 Αρκετοί Έλληνες επιχειρηματίες ασχολούνταν με το εμπόριο της περιοχής, κυρίως το σιτεμπόριο. Οι Έλληνες σε όλη την ακτή από το Βόσπορο ως την Κωστάντζα φημίζονταν για τη ναυτική τους παράδοση και με τα ιστιοφόρα κυριαρχούσαν στο ακτοπλοϊκό εμπόριο της Μαύρης θάλασσας. Πολλοί ναυτικοί εργάζονταν ως πιλότοι στα λιμάνια της περιοχής που παρουσίαζαν δυσκολίες στη ναυσιπλοΐα λόγω του αβαθούς των νερών αλλά και των υφάλων τους.

Η Βάρνα ήταν το μεγαλύτερο κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου των βουλγαρικών ακτών της Μαύρης θάλασσας και η ελληνική κοινότητα ήταν η πιο εύρωστη της πόλης. Οι Έλληνες της πόλης ασχολούνταν κυρίως με τη ναυτιλία, τη μεταφορά φορτίων σε μεγάλες αποστάσεις αλλά και την κατοχή φορτηγίδων για τις φορτοεκφορτώσεις των πλοίων στο λιμάνι. Το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Βάρνας (σιτηρά, ξυλεία, κρασί, βιομηχανικά προϊόντα) σε μεγάλο βαθμό διεξαγόταν από Έλληνες. Στην πόλη υπήρχαν δύο ελληνικές τράπεζες, η «Εμπορική Πιστωτική Εταιρεία Βάρνης» (1888) και η «Μετοχική Εταιρεία Ερμής» (1890). Επίσης λειτουργούσαν δύο ελληνικά καπνεργοστάσια, τρία ταχινοποιεία (του Χρ. Γρηγοριάδου, του Σερ. Καραμανλή και του Ελευθ. Μίχου), τρία εργοστάσια σαπωνοποιίας που είχαν ιδρυθεί το 1885 (των αδελφών Φουρτούνα, του Χρ. Συρόπουλου και του Περ. Βουλαλά) και τρεις αλευρόμυλοι (Ιακ. Γιακουμόπουλου, Αγ. Αγαλλίδου, Νικ. Κυλίνδρου και Γεωργιάδου).10

Εκτός από σιτηρά της βουλγαρικής ενδοχώρας οι έμποροι της Αγχιάλου εξήγαν το αλάτι που παραγόταν στις τοπικές αλυκές. Το 19ο αιώνα το αλάτι ήταν το μέτρο για την ανταλλαγή προϊόντων με αντιστοιχία ένα μέρος αλάτι προς δύο μέρη άλλου προϊόντος: για παράδειγμα μια οκά αλάτι για δύο οκάδες σιτάρι. Από την Αγχίαλο εξάγονταν επίσης προϊόντα της ενδοχώρας, είδη κτηνοτροφίας και της γεωργίας της περιοχής. Πολλοί κάτοικοι ασχολούνταν και με την αλιεία, καθώς ήταν το πρώτο σε αλιευτική παραγωγή λιμάνι της περιοχής. Τα ψάρια που αλιεύονταν στα ανοιχτά της Αγχιάλου αλλά και σε άλλα λιμάνια της περιοχής, όπως της Μεσημβρίας και της Σωζόπολης εξάγονταν είτε νωπά είτε παστωμένα. Στην περιφέρεια της πόλης καλλιεργούσαν πολλά αμπέλια, με συνέπεια στις αρχές του 20ού αιώνα να φτάσουν τα 3.000.000 κλήματα.11

Η Σωζόπολη ήταν κύριο λιμάνι φόρτωσης ναυπηγικής ξυλείας και ξυλανθράκων, ενώ ως ασφαλές λιμάνι προσέφερε καταφύγιο σε πλοία που έπλεαν κοντά στις αφιλόξενες ακτές ανάμεσα στο στόμιο του Βοσπόρου και το ακρωτήριο της Θυνιάδας ή Ινιάδας (σήμερα Ιγκνεάντα). Οι Έλληνες κάτοικοι της Σωζόπολης αλλά και της Μεσημβρίας ήταν κυρίως ναυτικοί και κάτοχοι ιστιοφόρων και ατμοπλοίων, μεγαλέμποροι που έλεγχαν το χερσαίο και το θαλάσσιο εξαγωγικό εμπόριο της ξυλείας, ξυλοκάρβουνων, αγροτικών προϊόντων, υφασμάτων, ντόπιου κρασιού που τα μετέφεραν σε άλλα λιμάνια της Μαύρης θάλασσας. Ο μισός πληθυσμός της Αγαθούπολης ασχολούνταν επίσης με τη ναυτιλία και τη ναυπηγική τέχνη.

Η Μήδεια ή Σαλμυδησσός, στις εκβολές του ομώνυμου ποταμού, ήταν απάγκιο λιμάνι για τα πλεούμενα και επίνειο της Βιζύης (σημ. Βίζε) που ήταν αγροτικό-δασικό κέντρο της περιοχής, σε απόσταση 40 χλμ. από τη θάλασσα.

Ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα στο χωριό Θυνιάς (Νιάδα), που διέθετε λιμάνι απ’ όπου μεταφέρονταν ξυλεία και κάρβουνα, καθώς και άλλα είδη από το Σαμάκοβο και τη λοιπή ενδοχώρα προς την Κωνσταντινούπολη.

Η Μεσημβρία όπως και η Βάρνα διέθεταν ιαματικά λουτρά που προσέλκυαν πλήθος κόσμου κατά τους θερινούς μήνες. Έλληνες ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, καφενείων και εστιατορίων αλλά και έμποροι εξυπηρετούσαν τους πελάτες του ιαματικού τουρισμού που ανθούσε στην πόλη τους ως τις αρχές του 20ού αιώνα.

Το λιμάνι του Πύργου ήταν ασφαλές, ωστόσο ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα εκτελούνταν λιμενικά έργα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της δυνατότητας ελλιμενισμού των πλοίων. Το λιμάνι ήταν βασικό κέντρο εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου που ευνοούνταν ιδιαίτερα από τη σιδηροδρομική σύνδεση στα μέσα του 19ου αιώνα με τη Γιάμπολα και το σιδηροδρομικό δίκτυο της κεντρικής Ευρώπης. 

Κοινωνία

Ως το 1860 κάθε περιοχή της Θράκης ακολουθούσε τοπικές συνήθειες ως προς τη διοίκηση και οργάνωση των κοινοτήτων. Ο τοπικός ιεράρχης ήταν ο κύριος εκπρόσωπος των χριστιανών στις κρατικές αρχές αλλά μετά το 1860 οι κοινότητες στη Θράκη, όπως και σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διοικούνταν από τη δημογεροντία που απαρτιζόταν από δέκα ως δώδεκα άτομα και από δύο ως τρεις επιτροπές. Οι κοινότητες ήταν επιφορτισμένες με τη συλλογή των φόρων, τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας, τη μισθοδοσία των ιερέων και των δασκάλων και τη χρηματοδότηση έργων επισκευής των δημοσίων κτηρίων. Φρόντιζαν επίσης να διατηρούν αντιπροσώπους στην πρωτεύουσα για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κοινότητας.

Θρησκεία

Οι Έλληνες στα βουλγαρικά εδάφη διατηρούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα 117 εκκλησίες και 8 μοναστήρια.12 Πολλές ελληνικές μητροπόλεις βρίσκονταν σε παράλιες πόλεις και συγκεκριμένα στην Αγχίαλο, τη Βάρνα, τη Μεσημβρία, τη Σωζόπολη.13

Η πόλη της Αγχιάλου ονομαζόταν και Αχωλό ή Αχελώ και οι κάτοικοί της Αχεληνοί. Στην πόλη υπήρχε καθεδρικός ναός των Ταξιαρχών που κάηκε το 1897 σε πλαίσια αναταραχών. Άλλες ελληνικές εκκλησίες στην πόλη ήταν ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, των Αγίων Θεοδώρων, του Χριστού Σωτήρος (Μεταμορφώσεως) και τα παρεκκλήσια της Χαριτωμένης και της Αγίας Άννας. Όλες οι εκκλησίες πλην της Μεταμορφώσεως κάηκαν το 1906 σε επεισόδια που ξέσπασαν στην πόλη.

Στη Βάρνα οι ελληνικές εκκλησίες της πόλης ήταν ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Νικόλαος, η Αγία Παρασκευή, η Κοίμηση της Θεοτόκου. Η μητρόπολη Βάρνας αποτελούνταν από την πόλη και τα γύρω χωριά και είχε δύο κοινοτικά μοναστήρια, του Αγίου Δημητρίου, 7 χλμ. από την πόλη και του Αγίου Κωνσταντίνου 10 χλμ. από την πόλη.

Έδρα ελληνικής μητρόπολης ήταν και η Μεσημβρία της οποίας ο καθεδρικός ναός ήταν αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Στην πόλη είχαν χτιστεί άλλοι 22 ναοί και για το λόγο αυτό αποκαλούνταν και μικρό Βυζάντιο.

Η Σωζόπολη στην Αρχαιότητα ονομαζόταν Απολλωνία στον Εύξεινο Πόντο. Στα Βυζαντινά χρόνια μετονομάστηκε σε Σωζόπολη εξαιτίας του ασφαλούς λιμανιού της στο οποίο κατέφευγαν τα πλοία σε καιρό τρικυμίας. Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης ήταν ο Άγιος Γεώργιος, ενώ διέθετε επίσης το ναό του Αγίου Ζήσιμου, του Αγίου Ηλία, την Παναγία και την Αγία Μαρίνα.

Πολιτισμός

Το ελληνικό στοιχείο στις παράλιες πόλεις της σημερινής Βουλγαρίας είχε οργανωμένη κοινοτική ζωή καθώς συντηρούσε ναούς, σχολεία διαφόρων βαθμίδων, βιβλιοθήκες, τύπο. Με βάση τις μεταρρυθμίσεις του 1856 ιδρύθηκαν σχολεία σε μεγάλα αστικά κέντρα, τα οποία διακρίνονταν σε ενοριακά και κοινοτικά. Ως τον Κριμαϊκό πόλεμο του 1853-1856 βασικός χορηγός της εκπαίδευσης ήταν η εκκλησία. Μετά το 1861 ωστόσο ενεργό δράση στον τομέα της εκπαίδευσης ανέλαβαν οι συντεχνίες και οι κοινότητες. Η ένταση των εθνικισμών στην περιοχή της Θράκης στα τέλη του 19ου αιώνα βρήκε διέξοδο στην εκπαίδευση των παιδιών των εθνικών ομάδων, την οποία ενίσχυε επιπλέον και το ελληνικό κράτος, αλλά και στη δημιουργία συλλόγων.

Η ελληνική κοινότητα του Πύργου ήταν ανθηρή με εύρωστα οικονομικά μέλη, εμπόρους και ιδιοκτήτες μικρών βιομηχανιών. Το 1882 σχηματίστηκε στον Πύργο ο σύλλογος της «Φιλομούσου Αδελφότητος». Το 1903 οι Έλληνες λειτουργούσαν στην πόλη μια εξατάξια αστική σχολή με 183 μαθητές και πέντε δασκάλους, δύο παρθεναγωγεία με 244 μαθήτριες και ένα νηπιαγωγείο.14 Στην Αγχίαλο λειτουργούσε εξατάξια αστική σχολή με 251 μαθητές, ένα παρθεναγωγείο με 291 μαθήτριες και δύο νηπιαγωγεία. Στη Μεσημβρία λειτουργούσε μία πεντατάξια αστική σχολή αρρένων με 108 μαθητές, ένα δημοτικό σχολείο με 84 μαθητές και ένα παρθεναγωγείο.15 Το πρώτο ελληνικό σχολείο ιδρύθηκε το 1818 από τον εγκαταστημένο στην Οδησσό Αλέξανδρο Κουμπάρη, ο οποίος κληροδότησε στη σχολή τη βιβλιοθήκη του. Ο ντόπιος μουσικός και φιλεκπαιδευτικός σύλλογος «Ορφεύς» διέθετε βιβλιοθήκη με 3.000 τόμους που όμως καταστράφηκε στα επεισόδια του 1906. Ο Σκαναβής εξέδιδε για δύο χρόνια την εφημερίδα «Το Βήμα» (1896-1898).16

Η ελληνική κοινότητα της Βάρνας ήταν από τις πιο πλούσιες και οικονομικά ανθηρές. Το 1907 οι Έλληνες της πόλης λειτουργούσαν πέντε δημοτικά σχολεία, τρία αρρένων και δύο θηλέων, μια ελληνική σχολή και ένα ανώτερο παρθεναγωγείο, τα οποία στεγάζονταν σε ιδιόκτητα κτήρια. Στα ελληνικά σχολεία, τα οποία συντηρούνταν από την κτηματική περιουσία της κοινότητας, φοιτούσαν συνολικά 1.200-1.500 μαθητές.17 Μέχρι το 1906 λειτουργούσε στην πόλη και ελληνικό νοσοκομείο που είχε ιδρυθεί από το κληροδότημα του Παρασκευά Νικολάου. Το νοσοκομείο διευθυνόταν από επιτροπή εκλεγμένη από την ελληνική κοινότητα της Βάρνας με πρόεδρο τον εκάστοτε Έλληνα μητροπολίτη. Επιπλέον οι Έλληνες διατηρούσαν ελληνική λέσχη, βιβλιοθήκη και φιλόπτωχο ταμείο. Στη Βάρνα λειτουργούσε επίσης αναγνωστήριο με την επωνυμία «Αναγνωστήριον των Οδησσιτών». Υπήρχε ακόμα μικρό νομισματικό μουσείο, ενώ εκδίδονταν ελληνικές εφημερίδες, «Ο Εύξεινος» και η «Οδησσός» και το μηνιαίο φιλολογικό περιοδικό «Η Πανδαισία». Οι Έλληνες της Βάρνας διέθεταν επίσης φιλαρμονικό όμιλο.

1. Αναφορά σε υπόμνημα του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης προς την Πύλη με ημερομηνία 13/26 Ιουλίου 1906, αναφέρεται στο Βακαλόπουλος, Κ., «Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας από την προσάρτηση μέχρι και τον ξεριζωμό (1885-1914)», στο Μουτσόπουλος, Ν., – Βακαλόπουλος, Κ., – Κεσόπουλος, Α. (επιμ.),  Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα χ.χ.), σελ. 392.

2. Βακαλόπουλος, K., Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη (Θεσσαλονίκη 1990), σελ. 472.

3. Βακαλόπουλος, Κ. Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας, (Θεσσαλονίκη 1990), σελ. 406.

4. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», στο Μουτσόπουλος, Ν., – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (επιμ.), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα χ.χ.), σελ. 417.

5. Μιχαηλίδης, Ι., «Βουλγαρία», στο Χασιώτης, Ι.Κ. – Κατσιαρδή-Hering, Ό. – Αμπατζή, Ε.Α. (επιμ.), Οι Έλληνες στη Διασπορά, 15ος-21ος αιώνας (Αθήνα 2006), σελ. 189.

6. Τσέκου, Κ., «Γυναίκες πολιτικοί πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας», στο Βουτυρά, Ε. – Δαλκαβούκης, Β. – Μαραντζίδης, Ν. – Μποντίλα, Μ. (επιμ.), «Το όπλο παρά πόδα». Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη (Θεσσαλονίκη 2005), σελ. 150.

7. Παρασκευόπουλος, Γ.Π., Η Μεγάλη Ελλάς ανά την Ρωσσίαν, Ρουμανίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μαυροβούνιον, Τουρκίαν, Σάμον, Κρήτην, Κύπρον, Αίγυπτον και Παλαιστίνην (Αθήνα 1898), σελ. 213.

8. Παρασκευόπουλος, Γ.Π.,  Η Μεγάλη Ελλάς ανά την Ρωσσίαν, Ρουμανίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μαυροβούνιον, Τουρκίαν, Σάμον, Κρήτην, Κύπρον, Αίγυπτον και Παλαιστίνην (Αθήνα 1898), σελ. 217.

9. Χαρλαύτη, Τ., Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας, 19ος-20ός αιώνας (Αθήνα 2001), σελ. 192.

10. Βακαλόπουλος, K., Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη (Θεσσαλονίκη 1990), σελ. 468.

11. Κορομηλά, Μ., Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα. Από την εποχή του χαλκού ως τις αρχές του 20ού αιώνα (Αθήνα 1991), σελ. 93.

12. Βακαλόπουλος, Κ., Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας (Θεσσαλονίκη 1990), σελ. 392.

13. Κατάλογος με τον αριθμό των ελληνικών εκκλησιών και σχολείων σε κάθε πόλη υπάρχει στο Βακαλόπουλος, Κ., Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας (Θεσσαλονίκη 1990), σελ. 401.

14. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», στο Μουτσόπουλος, Ν., – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (επιμ.), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα χ.χ.), σελ. 418.

15. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», στο Μουτσόπουλος, Ν., – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (επιμ.), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα χ.χ.), σελ. 418.

16. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», στο Μουτσόπουλος, Ν., – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (επιμ.), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα χ.χ.), σελ. 426.

17. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», στο Μουτσόπουλος, Ν., – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (επιμ.), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα χ.χ.), σελ. 426.

Συγγραφή : Παπακωνσταντίνου Κατερίνα (24/3/2008)
Για παραπομπή: Παπακωνσταντίνου Κατερίνα, «Ελληνικοί πληθυσμοί στα βουλγαρικά παράλια της Μαύρης θάλασσας (18ος - 20ός αιώνας)», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
URL:



Greek populations at the Bulgarian shore of the Black Sea (18th - 20th century)
Συγγραφή : Papakonstantinou Katerina (24/3/2008)
Μετάφραση : Abouti Angeliki
Για παραπομπή: Papakonstantinou Katerina, "Greek populations at the Bulgarian shore of the Black Sea (18th - 20th century)",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
URL:


1. Anthropogeography

During the 18th and 19th century, populations from Macedonia, Epirus, the Aegean Islands, the coast of Asia Minor and from the regions of Pontus in Asia Minor moved towards Eastern Thrace and Eastern Rumelia. By 1906, the Greek population of Bulgaria and Eastern Rumelia had reached 100,000 persons.1 The Grecophone population and the population of Greek origin had settled in the country and the cities along the coast of the Black Sea. Being at these locations, they were able to control the trade of the region. Several of these Greeks started emigrating to the cities of Southern Russia after the 1830’s, benefiting from the commercial flourishing of the region. Cities with an exclusively Greek population were those of Mesimvria and Sozopol. On the other hand, Anchialos, Pyrgos and Varna had mixed populations.

Until the beginning of the 20th century, compact Greek populations lived in Agathoupolis (Ahtopol) and in a number of minor villages, like Mideia or Salmydissos and Thynias (Niada) in harmony with the Bulgarian and Aromunian populations of the region. In 1906, in Vasiliko there lived 500 families,2 in Mesimvria 1,000 Greek families, the larger portion of which had emigrated there from Greece, in 1919.3 In Varna, in 1903, there lived 7,500 Greeks out of a total of 35,000 inhabitants. In Pyrgos were settled 5,322 and in Anchialos 5,089 Greeks.4

At the present time, the Greeks who live in Bulgaria can be divided into four categories: the first comprises the descendants of the Greeks of the 19th century, the second the Sarakatsani population, the third includes the political refugees of the Greek Civil War, and the fourth category consists of the Greek businessmen who went to Bulgaria in the 1990’s. It is estimated that they live in Varna, Pyrgos, Anchialos, Sozopol, Mesimvria, Agathoupoli, Aspro and Koziaka.

Moreover, approximately 1,200-1,500 Greek enterprises operate today in Bulgaria. It is calculated that these enterprises, in the period 1992-2005, have invested amounts that surpassed 1.8 billion Euros. Of them, the Greek banks dominate, accounting for 25-30% of the Bulgarian banking market.5

2. History

Greek populations inhabited the hinterland of modern Bulgaria from the period of Philippos II of Macedonia. Nevertheless, the Greek presence on the coast goes further back. A series of Greek colonies were built on bays and natural harbours, in order for the settlers to exploit the sea and its resources. The Greek presence continued ceaselessly till the beginning of the 20th century, as the prior Greek populations were replenished by waves of new arrivals of Greeks, which were caused by changes in the economic or political conditions, either in the region of their origins or, mainly, in the regions of their destination. The Greek presence on the Bulgarian coast of the Black Sea was powerful, as Greek merchants, industrialists and businessmen dominated in the economic and social life of the region.

In 1856, after the Crimean War, the political and administrative reforms in the Ottoman Empire and also the new law on citizenship, which was promoted by the Greek government, were the main factors for the changes in the framework in which the Greek population of the Ottoman Empire lived. Until that time, all the Orthodox populations of Thrace were under the jurisdiction of the Ecumenical Patriarch. Nevertheless, after the Crimean War, the Bulgarians started claiming their ecclesiastical and political independence. 

The establishment of the Bulgarian Exarchate in 1870 and the formation of the autonomous Bulgarian state in 1878 resulted in a confrontation between the Greeks and Bulgarians, and thus, the reinforcement of nationalistic animosity. In 1906, incidents of violence occurred against the Greek communities of various coastal cities, especially of Burgas, Anchialos, Mesimvria and Sozopol. Consequently, the Greek populations of Northern Thrace began abandoning the region and returning to Greece. By 1919, the departure of the Greek populations from Bulgaria was completed in accordance with the Treaty of Neilly. After the Second World War and during the Civil War in Greece, Bulgaria received new waves of Greek refugees. It is estimated that in Bulgaria a total of 7,000 Greeks settled there, most of whom returned to Greece after 1981.6

Varna is the ancient town of Odessos where remains of ancient buildings still exist. The Greek journalist G. P. Paraskevopoulos, who passed through the city in the 1890’s, considered it as to be the most beautiful city of Bulgaria, as it had well built roads, fine buildings with beautiful gardens, clean water and a healthy climate.7 The harbour of the city was leeward; this resulted in its becoming one of the main import and export centres of the country. Being the maritime gateway for the products of the hinterland, Varna evolved into a significant commercial and financial centre of the region. Its significance was strengthened by its connection with the hinterland via railroad in the 1860’s. Until the formation of the Bulgarian State in 1878, Varna was mainly inhabited by Turks and Greeks, whose number had reached 10,000 people by the end of the 19th century.8 Afterwards, the number of Bulgarians started increasing continuously, until their domination in the early 20th century and the final exit of the Greek population.

The city of Pyrgos or Burgas is relatively new. It was established on the cove of the bay, which is surrounded by the headlands of Anchialos and Sozopol. The city was founded by Greeks who flowed there from the nearby areas, chiefly from Anchialos and Sozopol.

Greek populations lived in the coastal cities of Propontis like Kallipoli (Gellibolu), Irakleia (Marmara Ereğli), Silyvria (Silivri) and Raidestos (Tekirdağ).

3. Economy

The autonomous principality of Bulgaria was formed in 1878 and, after being united with Eastern Rumelia, it became an independent state in 1885. The Greek populations of the Black Sea coast controlled into a great extent the trade imports and exports, the food trade and the trade of colonial goods, and, moreover, they also participated in handicraft and industry.

The region of Thrace was the major supplier of the Ottoman State and it operated as its hinterland. It sent to the Ottoman capital animals, wheat, fruit and vegetables, in addition to ironware, woolen clothes and handicraft products. The trade of the Black Sea towards Constantinople (Istanbul) increased year by year.

The basic export product was wheat. In the period 1885-1895, the wheat-exports increased seven fold, and from 3% of the total export trade in 1885, they reached 7% in 1894. In 1880, 6% of the total tonnage of the ships departing from the ports of Varna and Burgas belonged to Greek owners, a proportion which increased to 25% in 1890; it was decreased at the beginning of the 20th century to 15%.9 Several Greek businessmen were involved in the trade of the region, especially in the wheat-trade. Along the coast, from the Bosporus to Constanţa, Greek businessmen were well-known for their maritime tradition and with their sea-boats they dominated the maritime trade of the Black Sea. Many seamen worked as pilots at the harbours of the region which had considerable disadvantages because of their shallow waters and reefs.

Varna was the most significant centre of transit trade on the Bulgarian coast of the Black Sea; the Greek community was the most prosperous in the city. The Greeks were chiefly involved in navigation and in the long-distance transportation of cargoes; they were also owners of barges for the freighting of the ships into the harbour. The import and export trade of Varna (wheat, lumber, wine, industrial products) was largely conducted by Greeks. In the city there existed two Greek banks, the ‘Commercial Credit Company of Varna’ (1888) and the ‘Stock Company "Ermis"’ (1890). Moreover, there had been established two Greek tobacco factories, three factories which produced ‘tachini’ (sesame jelly) (Chr. Grigoriadis, Ser. Karamanlis and Elefth. Michos were the owners), three soap-making factories established in 1885 (owned by the Fourtounas brothers, Chr. Spiropoulos and Per. Voulalas) and three flour-mills (owned by Iak. Giakoumopoulos, Ag. Agallidis, Nik. Kilindros and Georgiadis).10

Apart from the wheat of the Bulgarian hinterland, the traders of Anchialos also exported salt which was produced in the local salt-pans. In the 19th century, salt was the barter of the exchange of products. One part of salt was equivalent to two parts of another product: for instance, one oka (1,280 grams) of salt would be exchanged for two oka of wheat. From Anchialos were also exported products coming from the hinterland, in addition to livestock and agricultural products of the area. Many inhabitants were occupied in fishery, as the port of Anchialos led the fishing production in the region. The fish, which was caught in the open sea of Anchialos, and also close to other ports of the region, like Mesimvria and Sozopol, was exported either fresh or salted. In the surroundings of the city existed quite a well-developed viniculture, which resulted in the cultivation of 3,000,000 vines at the beginning of the 20th century.11

Sozopol was the main port of lumber and charcoal shipping; being a safe harbour, it gave refuge to ships which sailed near the dangerous coasts between the mouth of the Bosporus and the Cape of Thynias or Iniada (today Iğneada). The Greek residents of Sozopol were chiefly seamen and owners of sail-ships and steam-ships, wholesale merchants who controlled the overland and maritime export-trade of lumber, charcoal, agricultural products, textiles, and local wine. These products were conveyed to other ports of the Black Sea. Half of the population of Ahtopol (Agathoupoli) was involved in the maritime economy and shipbuilding.

Mideia or Salmydissos, on the mouth of the river of the same name, was a leeward harbour for the ships. In particular, was the seaport of Vizyi (today Vize) which was the agricultural and timber centre of the region, located 40km from the sea.

A Greek population existed in the village Thynias (Niada) until the early 20th century. Thynias had a harbour from which lumber and coal were conveyed, as well as other products from Samakovo and the hinterland to Constantinople (Istanbul).

Mesimvria, like Varna, had mineral water springs which attracted numerous tourists during summer. Greek owners of hotels, cafes and restaurants, as well as Greek merchants, were in attendance on the visitors to the mineral water spring-tourism sites, which flourished in their city at the beginning of the 20th century.

Pyrgos (Bourgas) was a safe port; nevertheless, already at the end of the 19th century, works were being conducted in order to improve the safety and the facilities of the mooring of the ships. The port was a significant export and import trade centre, which was favoured by the railway connection with Yambol and with the railway network of Central Europe in the middle of the 19th century.

4. Society

Until 1860, every area of Thrace followed the local customs regarding the administration and the organization of the communities. The local metropolitan was the main representative of the Christian populations to the state authorities. However, after 1860, the communities in Thrace, as in other regions of the Ottoman Empire, were administered by a dimogerontia which was comprised of ten to twelve persons and of two to three committees. The communities were charged with tax-collection, the administration of the community property, the wages of the clergy and the teachers and the financing of the repairs of public buildings. The communities also had representatives in the capital, in order to promote the communities’ interests.

5. Religion

Until the early 20th century, the Greeks in Bulgarian territory kept 117 churches and 8 monasteries.12 Many Greek dioceses were located in coastal cities and in particular Anchialos, Varna, Mesimvria and Sozopol.13

The city of Anchialos, was also named Aholo or Ahelo and the inhabitants were called Ahelinoi. In the city was the cathedral of the Taxiarchs, which was burned down during turbulences in 1897. Other Greek churches in the city were those of the Dormition of the Virgin, the St Theodoroi, the Saviour's Transfiguration, and the chapels of ‘Charitomeni’ and St Anna. All these churches, with the exception of the Transfiguration, were burned down in 1906, during the anti-Greek violent incidents.

In Varna the Greek churches were St George, St Nicholas, St Paraskevi’ and the Dormition of the Virgin. The diocese of Varna comprised the city of Varna and the surrounding villages. Moreover, under the jurisdiction of the diocese were two community monasteries, those of St Dimitrios (7km outside the city) and St Constantine (10km outside the city).

The seat of a Greek diocese of the same name was Mesimvria, whose cathedral was dedicated to the Dormition of the Virgin. In the city there were also 22 more churches established, resulting in the city also being called ‘Small Byzantium’.

Sozopol in antiquity was named Apollonia Pontica. In the Byzantine era it was renamed ‘Sozopolis’ because of its safe harbour in which the ships found refuge during storms. The cathedral of the city was that of St George. In the city were also established the churches of St Zisimos, St Elias, of the Virgin Mary, and St Marina.

6. Culture

The Greek populations on the coast of modern Bulgaria had an organised community life as they financed and maintained churches, schools of all grades, libraries and press. After the tanzimat reforms of 1856, schools were established in the main urban centres, divided into parochial and community schools. Up to the Crimean War (1853-6), the main provider of education was the Orthodox Church. However, after 1861, the communities and the guilds started becoming active in the educational sector quite dynamically. The conflict between opposing nationalisms in the region of Thrace was expressed in the education of children (a development encouraged by the Greek state with respect to the Greek community), as well as in the forming of associations.

The Greek community of Pyrgos (Burgas) was prosperous with affluent members: merchants and owners of small industries. In 1882 was founded the society of ‘Filomousos Adelfotis’. In 1903 a six-grade communal school with 183 students and five teachers was in operation, as well as two girls’ schools with 244 students and a nursery school.14 In Anchialos existed a six-grade school with 251 students, a girls’ school with 291 students and two nursery schools. In Mesimvria operated a five-grade boys’ school with 108 students, an elementary school which included 84 students and a girls’ school.15 The first Greek school was founded in 1818 by the Greek inhabitant of Odessa Alexandros Koumbaris, who bequeathed his library to the school. The local musical and educational society ‘Orpheus’ had a library with 3,000 books. Nevertheless, it was destroyed during the violent episodes of 1906. Skanavis published the newspaper To Vima (The Tribune) for two years (1896-8).16

The Greek community of Varna was one of the richest and most prosperous communities. In 1907, the Greeks of the city had five elementary schools (three for boys and two for girls), a Greek gymnasium and a higher girls’ school, which operated in privately-owned premises. Approximately 1,200 – 1,500 students attended the Greek schools, the operation of which was financed by the landed property of the community.17 Until 1906, in the city there existed a Greek hospital, which was founded by the bequest of Paraskevas Nikolaou. The hospital was directed by a committee elected by the community of Varna. Its chairman was the metropolitan. Moreover, the Greeks owned a club, a library and a charity foundation. There was also a reading-room with the name ‘Anagnostirio ton Odissiton’ (‘The Reading-Room of Odessos’s residents), as well as a small coin-museum. In addition, Greek newspapers were published (Efxinos and Odessos) and the monthly published philological magazine the ‘Pandesia’ (‘The Feast’). The Greeks of Varna had also a philharmonic society.

1. A report in a memorandum of the Patriarchate of Constantinople to the sublime Porte, on 13/26 July, 1906. It is cited in the, Βακαλόπουλος, Κ., «Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας από την προσάρτηση μέχρι και τον ξεριζωμό (1885-1914)», in the, Μουτσόπουλος, Ν. – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (ed.), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα), p. 392.

2. Βακαλόπουλος, Κ., Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού. Θράκη (Θεσσαλονίκη 1990), p. 472.

3. Βακαλόπουλος, Κ., Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας (Θεσσαλονίκη 1990), p. 406.

4. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», in the Μουτσόπουλος, Ν. – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (ed), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα), p. 417.

5. Μιχαηλίδης, Ι., «Βουλγαρία», in the Χασιώτης, Ι.Κ., - Κατσιαρδή-Hering, Ό. – Αμπατζή, Ε.Α. (ed.), Οι Έλληνες στη Διασπορά, 15ος-21ος αιώνας (Αθήνα 2006), p. 189.

6. Τσέκου, Κ., «Οι γυναίκες πολιτικοί πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας», in the Βουτυρά, Ε. – Δαλκαβούκης, Β. – Μαραντζίδης, Ν. – Μποντίλα, Μ. (ed.), «Το όπλο παρά πόδα». Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη (Θεσσαλονίκη 2005), p. 150.

7. Παρασκευόπουλος, Γ.Π., Η Μεγάλη Ελλάς ανά την Ρωσσίαν, Ρουμανίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μαυροβούνιον, Τουρκίαν, Σάμον, Κρήτην, Κύπρον, Αίγυπτον και Παλαιστίνην (Αθήνα 1898), p. 213.

8. Παρασκευόπουλος, Γ.Π., Η Μεγάλη Ελλάς ανά την Ρωσσίαν, Ρουμανίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μαυροβούνιον, Τουρκίαν, Σάμον, Κρήτην, Κύπρον, Αίγυπτον και Παλαιστίνην (Αθήνα 1898), p. 217.

9. Χαρλαύτη, Τ., Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας, 19ος-20ος αιώνας (Αθήνα 2001), p. 192.

10. Βακαλόπουλος, Κ., Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού. Θράκη (Θεσσαλονίκη 1990), p. 468.

11. Κορομηλά, Μ., Οι Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα. Από την εποχή του χαλκού ως τις αρχές του 20ού αιώνα. (Αθήνα 1991), p. 93.

12. Βακαλόπουλος, Κ., Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας (Θεσσαλονίκη 1990), p. 392.

13. A catalogue with the number of the Greek churches and schools in every city is cited in the, Βακαλόπουλος, Κ., Ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας (Θεσσαλονίκη 1990), p. 401.

14. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», in the Μουτσόπουλος, Ν. – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (ed), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα), p. 418.

15. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», in the Μουτσόπουλος, Ν. – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (ed), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα), p. 418.

16. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», in the Μουτσόπουλος, Ν. – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (ed), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα), p. 426.

17. Βακαλόπουλος, Κ., «Τα ελληνικά σχολεία στη Βόρεια Θράκη (Ανατ. Ρωμυλία)», in the Μουτσόπουλος, Ν. – Βακαλόπουλος, Κ. – Κεσόπουλος, Α. (ed), Αλησμόνητες πατρίδες της Θράκης (Αθήνα), p. 426.