Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο

του Π. Κονδυλη

Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· και δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί
με αφετηρία την εχθρότητα του προς τη γαλλική Επανάσταση, αλλά ότι το καλύτερο είναι να ξεκινήσουμε από την αντιπαράθεση του με ορισμένα ειδοποιά γνωρίσματα των Νέων Χρόνων εν γένει, τα οποία οι συντηρητικοί θεώρησαν ως επαναστατικά. Ακόμα όμως κι αν επικρατούσε συμφωνία πάνω σε τούτη τη διπλή θέση, έτσι χοντρικά διατυπωμένη, και πάλι δεν θα είχαμε κερδίσει πολλά πράγματα από άποψη περιεχομένου εφ’ όσον δεν θα έχουν προσδιορισθεί με την αναγκαία σαφήνεια τα κρίσιμα για τον προβληματισμό μας χαρακτηριστικά της εποχής, μέσα στην οποία ο συντηρητισμός διαμορφώνεται, δραστηριοποιείται και τελικά αποσυντίθεται —και επί πλέον, εφ’ όσον δεν θα έχει δοθεί ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα ποιες είναι οι έσχατες πηγές της συντηρητικής σκέψης μέσα στην ιστορία της κοινωνίας και των ιδεών.

Γιατί η διαπίστωση, ότι μόνον μέσα από την αντιπαράθεση με ορισμένα γνωρίσματα των Νέων Χρόνων συμπυκνώθηκαν ορισμένες ιδεολογικές θέσεις για να συγκροτήσουν ό,τι εκ των υστέρων ονομάσθηκε «συντηρητισμός», δεν εξυπονοεί eo ipso ότι αυτές γεννήθηκαν ex nihilo και αναγκαστικά μέσα σε τούτη την αντιπαράθεση και εξ αιτίας της. Πράγματι, η ένταση του αγώνα στο προσκήνιο έκαμε να λησμονηθεί το παρασκήνιο της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, έτσι ώστε εύκολα μπορούσε να δημιουργηθεί η οπτική απάτη ότι ο συντηρητισμός —όχι απλώς ως συνεκτικά εκλογικευμένη και εκσυγχρονισμένη κοινωνικοπολιτική στάση, αλλά ήδη ως στοιχειωδώς δομημένος κύκλος ιδεών— δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την αντιστροφή της (ιδεολογικής και πολιτικής) επανάστασης, άρα κάτι εν τέλει παράγωγο. Ας πούμε ωστόσο προκαταβολικά ότι η καθ’ εαυτήν ευπρόσδεκτη και κατά τα φαινόμενα ήδη επικρατούσα τάση να τοποθετείται χρονικά η απαρχή του συντηρητισμού όχι στην εχθρότητα απέναντι στη γαλλική Επανάσταση, αλλά ήδη στην απόρριψη του ορθολογισμού του Διαφωτισμού, από μόνη της δεν επαρκεί καθόλου, αν θέλουμε να εξαντλήσουμε το ιστορικό και ιδεολογικό του περιεχόμενο· γιατί αφ’ ενός το χρονικό διάστημα, για το οποίο πρόκειται, είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο συνήθως νομίζεται και αφ’ ετέρου έτσι στενεύει κατά τρόπο ολέθριο —ιδιαίτερα σε σχέση με τούτο το πρόβλημα— η προοπτική της κοινωνικής ιστορίας.

Αντίστροφα, προσπάθειες εξιχνίασης των προεπαναστατικών συναφειών του συντηρητισμού δεν ξεπέρασαν το επίπεδο στοιχειωδών διαπιστώσεων και επί πλέον, όπως και οι προηγούμενες, παρέμειναν κλεισμένες στον ορίζοντα του 18ου αι.  Και στις δύο περιπτώσεις ελάχιστα έγινε αντιληπτή η καταγόμενη ήδη από τους πρώιμους Νέους Χρόνους διάσταση των αντιλήψεων εκείνων, που αργότερα ονομάσθηκαν «συντηρητικές», και έτσι δεν μπόρεσε να συλληφθεί το συντηρητικό φαινόμενο σε όλη του την έκταση— ακριβώς επειδή δεν ήταν πλήρης και ευκρινής η εκάστοτε εικόνα των Νέων Χρόνων, τόσο από την άποψη της κοινωνικής ιστορίας όσο και από την άποψη της ιστορίας των ιδεών. Η διακρίβωση της παραπάνω διάστασης στο πλαίσιο των stricto sensu συναφών κοσμοθεωρητικών γνωρισμάτων των Νέων Χρόνων αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της ερευνάς μας.

Ο ιστορικά προσδιορισμένος χαρακτήρας του συντηρητικού φαινομένου στην πράξη ομολογείται ακόμα κι από όσους ισχυρίζονται ότι έχει ανθρωπολογικές ρίζες.

Βεβαίως, αυτοί ποτέ τους δεν κατάφεραν (και, απ’ όσο γνωρίζω, ούτε καν επιχείρησαν) να δώσουν μια συνεκτική ερμηνεία της ιστορίας στηριζόμενη στην πεποίθηση ότι η συντήρηση μιας υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων αποτελεί φυσική καταβολή «του» ανθρώπου. Παρά την ελλιπέστατη έκθεση της ψυχολογικής-ανθρωπολογικής θεωρίας για τον συντηρητισμό θα την εξετάσουμε εδώ σύντομα, γιατί ενδιαφερόμαστε να αντιταχθούμε εξ αρχής στην επίδραση της συντηρητικής ιδεολογίας πάνω στην επιστημονική ανάλυση του συντηρητισμού. Αξίζει, πράγματι, να επισημανθεί ότι κεντρικοί κοινοί τόποι του τρόπου, με τον οποίο οι ίδιοι οι συντηρητικοί κατανοούν και παρουσιάζουν τον εαυτό τους, έχουν εμφιλοχωρήσει ακόμα και στην αντίληψη μη συντηρητικών περί του συντηρητισμού.

Έτσι, στην σχεδόν αξιωματικά εκφερόμενη θέση όλων των πλευρών, ότι δηλ. ο συντηρητισμός γεννήθηκε ως αντίδραση ενάντια στη γαλλική Επανάσταση ή ήδη εναντίον του Διαφωτισμού, έμμεσα και στρεβλά αντικατοπτρίζεται η συντηρητική αντίληψη για τον χαρακτήρα του συντηρητικού ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία τούτος εδώ ούτε επιζητεί ούτε αρχίζει πρώτος τις συγκρούσεις, παρά αντίθετα είναι ο κατ’ εξοχήν ειρηνόφιλος και ειρηνοποιός επειδή ζει όπως παραγγέλλει η φυσική ή θεία επιταγή της ευλαβικής συντήρησης των παραδεδομένων μόνον η ενεργός παραβίαση της επιταγής αυτής από μέρους άλλων ξανάβει εντός του την ορμή προς δράση.

Ωστόσο —αν αφήσουμε στην άκρη τις αξιολογικές προτιμήσεις— δεν κατανοεί κανείς γιατί αυτό συνιστά ειδοποιό γνώρισμα της συντηρητικής συμπεριφοράς. Κανένας άνθρωπος δεν αντιδρά εχθρικά στους ερεθισμούς του περιβάλλοντος για όσο διάστημα τίποτε δεν παρακωλύει την αυτοσυντήρηση του ή την επιδίωξη ισχύος από μέρους του’ οι επαναστάτες θα συμπεριφέρονταν κι αυτοί απολύτως ειρηνικά, αν οι άλλοι δεν τους πρόβαλαν αντίσταση παρά εκπλήρωναν ευγενέστατα όλες τους τις επιθυμίες. Εδώ δεν λειτουργεί κάποια δεδομένη εξ υπαρχής ψυχική-ανθρωπολογική καταβολή, παρά καθοριστική παραμένει η σχετική θέση των εκάστοτε υποκειμένων, δηλ. η συγκεκριμένη ισχύς τους σε σχέση με τους εκάστοτε άλλους. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική καταλαβαίνουμε γιατί ο επαναστάτης, αφού πια νικήσει, μεταβάλλεται αιφνίδια σε θερμό υπερασπιστή της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων και γιατί ο νικημένος ή φοβούμενος την ήττα συντηρητικός ερωτοτροπεί με τη βία ή και την ασκεί απροκάλυπτα. Δεν υπάρχει λόγος για να υποθέσουμε ότι τούτος ο αναπροσανατολισμός της πολιτικής συμπεριφοράς ταλαιπωρεί ψυχικά τις συντηρητικές συνομαδώσεις περισσότερο απ’ ό,τι άλλες κοινωνικές δυνάμεις.

Το φεουδαλικό δικαίωμα αντιστάσεως και η «τυραννοκτονία», η εξέγερση των αριστοκρατών εναντίον του θρόνου, κατά το παράδειγμα της Fronde, και η δικτατορία αποτελούν, όπως θα δούμε, ιστορικά τεκμηριωμένες και μάλιστα τυπικές μορφές του συντηρητικού ακτιβισμού.

Ο συντηρητισμός και ο ακτιβισμός δεν συνιστούν λοιπόν αγεφύρωτη αντίθεση, αν δούμε τα δεδομένα της ιστορικής πραγματικότητας και δεν έχουμε διάθεση να πάρουμε τοις μετρητοίς την εκ των υστέρων και για πολεμικούς σκοπούς κατασκευασμένη αυτοπροσωπογραφία των συντηρητικών. Ο ανθρώπινος τύπος, ο οποίος τάχα αφοσιώνεται ευλαβικά και οιονεί ενατενιστικά στην υπερατομική παράδοση και στις ανώτερες δυνάμεις που διέπουν το Σύμπαν, ρυθμίζοντας αντίστοιχα τη συμπεριφορά του, δεν υπήρξε ποτέ σε ιστορικά αξιόλογη έκταση. Πολύ πριν απειληθούν από την Επανάσταση, τα σημαντικότερα μέλη των ανώτερων στρωμάτων της φεουδαλικής κοινωνίας ή της κοινωνίας του ancien regime ζούσαν αναπτύσσοντας έντονη δραστηριότητα με πρωταρχικό σκοπό τους να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση ισχύος μέσω της απόκτησης αξιωμάτων και πλούτου. Αν τα στρώματα τούτα δεν επιχείρησαν ποτέ κάποιαν επανάσταση με την κατοπινή ριζοσπαστική κοινωνική σημασία του όρου, ο λόγος δεν ήταν ότι τους έλειπαν οι ψυχικές ιδιότητες για κάτι τέτοιο, αλλά απλούστατα ότι ούτε μπορούσαν ούτε και ήθελαν να ανατρέψουν τον εαυτό τους. Τούτη η κοινοτοπία σημαίνει: η ψυχολογική-ανθρωπολογική θεωρία για τον συντηρητισμό δεν μπορεί να ευσταθεί αν δεν αποδείξει ότι όποιος υπερασπίζει την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων το κάνει αποκλειστικά ή πρωταρχικά επειδή του είναι ψυχικά αδύνατο να συμπεριφερθεί αλλιώς παρά ειρηνικά και φιλάνθρωπα. Μια τέτοια αντίληψη θα συνεπαγόταν άλλωστε τον παραλογισμό ότι οι εκάστοτε κυρίαρχοι, οι οποίοι ακριβώς αντιτίθενται στις επαναστατικές ανατροπές, είναι λιγότερο σε θέση να αντεπεξέλθουν στις σκληρές απαιτήσεις της κυριαρχίας απ’ ό,τι οι κυριαρχούμενοι ή οι εξεγειρόμενοι.

Όμως η κοινωνική ιστορία δείχνει τεκμηριωμένα ότι οι πλείστοι τουλάχιστον από τους ευγενείς εκείνους, οι οποίοι εναντίον του επαναστατικού Λόγου κήρυσσαν την ήρεμη αγάπη και καλλιέργεια της παράδοσης μέσα στους αιώνιους κόλπους του θεού και της Φύσης, έτρεφαν ένα ζωηρότατο και έμπρακτα επιδεικνυόμενο αίσθημα υπεροχής απέναντι στους υποταχτικούς τους, αντλώντας από την υπεροχή αυτή μια νομιμοποίηση της κυριαρχίας τους. Ενάντια στην ψυχολογική-ανθρωπολογική θεωρία για τον συντηρητισμό μπορεί λοιπόν να παρατηρηθεί γενικά πως ούτε το ψυχόρμητο της συντήρησης ούτε το ψυχόρμητο της ανατροπής χαρακτηρίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά στο σύνολο της παρά η επιδίωξη της αυτοσυντήρησης ή της -επίτασης της οικείας ισχύος· αυτόν τον υπέρτατο σκοπό τον υπηρετεί άλλοτε η συντήρηση και άλλοτε η ανατροπή. Επί πλέον, η αποδοχή μιας συντηρητικής ροπής του ανθρώπου δεν έχει καμμιάν αξία για τη θεώρηση και την κατανόηση ιστορικών φαινομένων. Στον τομέα αυτό γόνιμες είναι μονάχα έννοιες, οι οποίες μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε το συγκεκριμένο περιεχόμενο ορισμένης στάσης και συμπεριφοράς ακόμα κι όταν ο φορέας της δεν κατονομάζεται. Όμως η ψυχολογική-ανθρωπολογική έννοια του συντηρητισμού επιστρατεύεται από την τρέχουσα γλωσσική χρήση για να χαρακτηρίσει τόσο κομμουνιστές ηγέτες, οι οποίοι υποστηρίζουν την προτεραιότητα της βαρείας βιομηχανίας και των εξοπλισμών στο πλαίσιο μιας αυστηρά σχεδιασμένης οικονομίας, όσο και Αμερικανούς πολιτικούς, οι οποίοι προασπίζουν τις αρχές του laissez-faire ενάντια στους επιχώριους «liberals». Έτσι ανοίγουν διάπλατα οι θύρες για να μπει η σύγχυση.

Μια σύλληψη του συντηρητικού φαινομένου ανταποκρινόμενη στα πράγματα απαιτεί επί πλέον τον παραμερισμό μιας δεύτερης σοβαρής και διαδεδομένης πλάνης, η οποία επίσης πέρασε στην επιστημονική έρευνα προερχόμενη από την αυτοκατανόηση και αυτοπαρουσίαση των συντηρητικών. Πρόκειται για την αντίληψη ότι οι συντηρητικοί αποστρέφονται τις διανοητικές κατασκευές καθ’ εαυτές και καταφεύγουν στη θεωρία μονάχα αντιστεκόμενοι σε θεωρητικολογούντες αντιπάλους.

Η αντίληψη αυτή ταιριάζει στην εξιδανικευμένη εικόνα του συντηρητικού, ο οποίος, ακολουθώντας τις φυσικές του προδιαθέσεις, ζει με σιγουριά και πίστη μέσα στην παράδοση και δεν στοχάζεται ούτε σχεδιάζει έξω από το πλαίσιο της — όμως ελάχιστη σχέση έχει με τα ιστορικά δεδομένα. Γεννά έτσι την εσφαλμένη εντύπωση ότι η προεπαναστατική societas civilis δεν γνώριζε ιδέες και ιδεολογίες, τόσο ως συστηματικές διανοητικές κατασκευές όσο και ως όπλα. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο ήδη επειδή η κυριαρχία μέσα σε τούτη την κοινωνία, όπως και κάθε άλλη κυριαρχία το αργότερο από την εποχή της διαμόρφωσης ανεπτυγμένων πολιτισμών, είχε ανάγκη νομιμοποίησης, και επί πλέον επειδή κάθε σύγκρουση μεταξύ ομάδων του κυρίαρχου ανώτερου στρώματος ζητούσε και έβρισκε τη δική της ιδεολογική δικαίωση, έστω κι αν αυτή δεν ξεπερνούσε το πλαίσιο των βασικών πεποιθήσεων που επικρατούσαν γενικά μέσα στην societas civilis. Τα θεολογικά, αλλά και πολιτικά συστήματα, τα οποία διατυπώθηκαν στον Μεσαίωνα μέσα σε τέτοιες συγκρούσεις και προσπάθειες νομιμοποίησης, δεν υστερούν απέναντι στις ανάλογες διανοητικές κατασκευές των Νέων Χρόνων ούτε ως προς την επιχειρηματολογική εκλέπτυνση ούτε ως προς την συστηματική πολυμέρεια και ως προς την αξίωση καθολικής ισχύος.

Ο κοσμοθεωρητικός πυρήνας, αλλά και πολλές κεντρικές ιδέες της κυριαρχικής και νομιμοποιητικής ιδεολογίας της societas civilis διασώθηκαν περνώντας στη συντηρητική θεωρία, η οποία διατυπώθηκε ως απάντηση προς τον Διαφωτισμό καί την Επανάσταση — και μάλιστα όχι περιθωριακά, αλλά επιτελώντας τη λειτουργία ιδεατού άξονα, γύρω από τον οποίο στρεφόταν στο εξής η συντηρητική σκέψη. Η κατάδειξη αυτής της αδιάλειπτης συνέχειας, όπως θα την επιχειρήσουμε στην εργασία αυτή, περιέχει eo ipso την ανασκευή της θέσης για τον αντανακλαστικό, οιονεί ακούσιο χαρακτήρα της συντηρητικής θεωρίας. Υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην άποψη, ότι η συντηρητική θεωρία δημιουργήθηκε μέσα στην άμυνα εναντίον του Διαφωτισμού ή εναντίον της Επανάστασης, και στην άποψη, ότι μέσα στην άμυνα τους αυτή οι συντηρητικοί του 18ου και του 19ου αι. χρησιμοποίησαν τον κατά πολύ παλαιότερο κύκλο ιδεών της societas civilis και τις αναδιατύπωσαν λαμβάνοντας υπ’ όψη τους τις πολεμικές ανάγκες της τοτινής συγκεκριμένης κατάστασης. Αν όμως αυτός ο εκσυγχρονισμός μοτίβων της παραδοσιακής σκέψης έλαβε χώρα με τη μορφή της αντίδρασης εναντίον ιδεολογικών θέσεων ενός εχθρού, η διατύπωση των φυσικοδικαιϊκών κτλ. ιδεών του επαναστατικού ορθολογισμού αποτελούσε κι αυτή εξ ίσου αντίδραση εναντίον της κυριαρχικής ιδεολογίας της societas civilis, μάλιστα υπήρξε εξ αρχής συνειδητή και σκόπιμη επιχειρηματολογική της αντιστροφή και, υπ’ αυτή την έννοια, είχε χαρακτήρα πολύ εντονότερα αντανακλαστικό απ’ ό,τι η εκσυγχρονισμένη εκδοχή του συντηρητισμού: γιατί κάθε θέση γεννιέται ως αντίθεση, και όχι μόνον ή κυρίως η συντηρητική, όπως θέλουν να ισχυρισθούν οι απολογητές της και μαζί μ’ αυτούς όσοι δεν ξέρουν να κάμουν σαφείς διακρίσεις.

Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι οι εχθροί της κοινωνικής κυριαρχίας της κληρονομικής αριστοκρατίας ανέπτυξαν ιδιαιτέρως ζωηρή ιδεολογική δραστηριότητα, προ παντός από τον 17ο αι., δεν οφειλόταν στην ιδιαίτερη ανθρωπολογική τους υφή, αλλά στη συγκεκριμένη τους κατάσταση, όπου η έλλειψη βαρύνουσας κοινωνικής ισχύος έπρεπε να αντισταθμισθεί με την επικράτηση τους στο μέτωπο του πνεύματος. Η πλούσια παραγωγή συντηρητικών έργων, η οποία άρχισε χωρίς καθυστέρηση, απέδειξε ότι τα θεωρητικά χαρίσματα των συντηρητικών διόλου δεν ήσαν μικρότερα από εκείνα των εχθρών τους, αφού υπεισήλθαν διεξοδικά σε όλα τα τότε επίμαχα ζητήματα, κάνοντας μάλιστα ορισμένες γενικές πιστοποιήσεις που αποτέλεσαν μόνιμο κέρδος για τη διαμορφούμενη σύγχρονη κοινωνική επιστήμη.

Η κεκηρυγμένη τους απέχθεια εναντίον των αφαιρέσεων της θεωρητικής σκέψης δεν έχει απολύτως καμμία σχέση με το ζήτημα του θεωρητικού τους ταλάντου και με τον συγκεκριμένο από μέρους τους χειρισμό των όπλων της θεωρίας· ήταν απέχθεια καθαρά πολεμική, δηλ. πήγαζε από την ιδιαίτερη περιωπή της θεωρίας μέσα στο οπλοστάσιο του εχθρού. Με άλλα λόγια, ο αγώνας εναντίον της αφηρημένης θεωρητικολογίας ούτε πρέπει να λαμβάνεται στην ονομαστική του αξία ούτε να θεωρείται ως έκφραση μιας εδραίας, ψυχολογικά-ανθρωπολογικά ριζωμένης ανάγκης του «συντηρητικού ανθρώπου», παρά να γίνεται αντιληπτός στη συγκεκριμένη του λειτουργία, δηλ. στη λειτουργία μιας έντονα συμβολικής πράξης, η οποία φανερώνει και σφραγίζει την εχθρότητα· αν οι επαναστάτες εμφανίζονταν στο προσκήνιο απορρίπτοντας κάθε θεωρία, οι συντηρητικοί θα βρίσκονταν αναγκασμένοι να πάρουν υπό την προστασία τους τον Λόγο και τη θεωρία — εν πάση περιπτώσει υπεράσπισαν την έννοια του πολιτισμού και την εκ φύσεως ύπαρξη της κοινωνίας όποτε η επαναστατική ιδεολογία φορούσε το ντύμα του ρουσσωισμού κτλ. Η αναγκαστική εχθρότητα των συντηρητικών απέναντι στη θεωρία έπρεπε — ακριβώς επειδή νοούνταν πολεμικά και, όχι κυριολεκτικά— να αρθρωθεί πειστικά προκειμένου να ασκήσει δημόσια επίδραση, οπότε πήρε κι η ίδια θεωρητική μορφή· άλλωστε μόνο θεωρητικά μπορούσε να επιχειρηθεί η εξιδανικευμένη περιγραφή μιας «υγιούς» και «οργανικής» κοινωνίας, η οποία δεν δημιουργείται από αφηρημένες θεωρίες ούτε και τις χρειάζεται.

Τούτη η αμφιρρέπεια (η οποία εκδηλώνεται επίσης με την εμμονή στην έλλογη επιχειρηματολογία, μολονότι ταυτόχρονα αποκρούεται ο ορθολογισμός και απορρίπτεται η κυριαρχία του Λόγου μέσα στην ανθρώπινη ψυχή) μπορεί να θεωρηθεί ή να επικριθεί ως αντιφατική μονάχα αν παραβλέψουμε το πολεμικό νόημα της αντιδικίας, αν πάρουμε τις διακηρύξεις των αντιδίκων στην ονομαστική τους αξία και αν επί πλέον λησμονήσουμε ότι το φαινόμενο έχει τις αντιστοιχίες του μέσα στην ιστορία των ιδεών (π.χ. έλλογη επιχειρηματολογία των θεολόγων προκειμένου ν’ αποδείξουν τα όρια των γνωστικών δυνατοτήτων του ανθρώπου και την αναγκαιότητα της αποκάλυψης ή περίτεχνη συλλογιστική των διαφωτιστών φιλοσόφων του αισθήματος και της μεταγενέστερης «φιλοσοφίας της ζωής» εναντίον της νόησης και υπέρ της στοιχειακής δύναμης του παλλόμενου αισθήματος κτλ.) κι επομένως δεν οφείλεται σε μιαν ιδιαίτερη εχθρότητα προς τη θεωρία ή σε κάποια θεωρητική ένδεια, αλλά στην περίπλοκη διαλεκτική των ασυνείδητων σχέσεων μεταξύ «ορθολογισμού» και «ανορθολογισμού». Εξ ίσου επιπόλαια είναι η αντίληψη ότι η δήθεν έμφυτη εχθρότητα του συντηρητισμού προς τη θεωρία απηχείται αυτόματα στην (διόλου αξιόμεμπτη, από συντηρητική σκοπιά) αδυναμία του να αναπτύξει μια συστηματική και ενιαία θεωρία. Όμως δεν είναι δυνατό ν’ αρνηθούμε τον συστηματικό χαρακτήρα της συντηρητικής θεωρίας αν μ’ αυτόν εννοούμε (όπως και πρέπει να εννοούμε) ότι ξεκινά από ορισμένες, αποδεκτές απ’ όλους τους συντηρητικούς γενικές προτάσεις, από τις οποίες αντλούνται οι τοποθετήσεις απέναντι στα επί μέρους ζητήματα ή στις οποίες μπορούν να αναχθούν τούτες οι τελευταίες.

Η έλλειψη απόλυτης θεωρητικής συνοχής και η σχεδόν απεριόριστη ποικιλομορφία στα επί μέρους σημεία, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο, δεν συνιστούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της συντηρητικής θεωρίας, παρά φυσιολογικό συμπαρακολούθημα της ιστορικής ζωής όλων των μεγάλων πολιτικών —και όχι μόνον πολιτικών— ιδεολογιών. Για τον γνώστη της διεθνούς ιστορίας του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας ή του σοσιαλισμού δεν αποτελεί μυστικό η απροσμέτρητη ποικιλία των μορφών τους από χώρα σε χώρα και, μπορούμε να πούμε, από δεκαετία σε δεκαετία. Μέσα σ’ όλα αυτά όμως παραμένουν ευδιάκριτες ορισμένες θεμελιώδεις αντιλήψεις και στάσεις, οι οποίες δικαιολογούν την ενιαία σύλληψη και παρουσίαση του εκάστοτε ιδεολογικού φαινομένου. Έτσι έχουν τα πράγματα και ως προς τον συντηρητισμό, όμως αυτό μπορεί να γίνει φανερό μονάχα όταν προσδιορισθεί σαφώς το ιστορικό του περιεχόμενο και έτσι τεθεί τέρμα στην αυθαίρετη χρήση της έννοιας, τουλάχιστον σε επιστημονικές αναλύσεις.

Και άλλοι ακόμα κοινοί τόποι της συντηρητικής αυτοκατανόησης και αυτοπαρουσίασης έχουν παρεισφρύσει, όχι χωρίς επιζήμια επίδραση, στην επιστημονική συζήτηση, και μάλιστα τέτοιοι, με τους οποίους οι ίδιοι οι συντηρητικοί συνδέουν ξεχωριστά προτερήματα της τοποθέτησης τους. Είναι λοιπόν ανάγκη να εξετάσουμε προσεκτικότερα μερικά κεντρικά λήμματα του συντηρητικού λεξιλογίου για να ανιχνεύσουμε την —καθοριστική— πολεμική τους διάσταση και έτσι να συνειδητοποιήσουμε τις ιστορικές τους εξαρτήσεις. Με τη φιλάρεσκη εχθρότητα των συντηρητικών προς τη θεωρία (φιλάρεσκη επειδή αξιώνει για τον εαυτό της μια πνευματική ανωτερότητα) συναρτάται η διακηρυγμένη τους προτίμηση για το «εμπειρικά δεδομένο» και το «συγκεκριμένο». Πέρα από το γεγονός ότι η συνηγορία υπέρ της εμπειρίας δεν αποτελεί η ίδια εμπειρική κρίση, εναντίον της συντηρητικής πρόταξης του «συγκεκριμένου» στην αντιπαράθεση του προς το «αφηρημένο» επιβάλλεται να διατυπωθούν σοβαρές γνωσιοθεωρητικές επιφυλάξεις. Πρέπει πρώτα-πρώτα να τονίσουμε ότι η ίδια η αντιπαράθεση συγκεκριμένου και αφηρημένου συνιστά μιαν αφαίρεση. Κάθε σύλληψη του συγκεκριμένου και κάθε ορισμός εκείνου, το οποίο θεωρείται ως συγκεκριμένο, συντελείται πάντοτε στο πλαίσιο μιας γενικής αντίληψης για την πραγματικότητα ή μιας κοσμοθεωρητικής τοποθέτησης, η οποία και παρέχει τα κριτήρια, με βάση τα οποία κάτι τι οφείλει να εκληφθεί ως αφηρημένο ή ως συγκεκριμένο —και η αντίληψη για την πραγματικότητα δεν προκύπτει ποτέ από την απλή άθροιση συγκεκριμένων λεπτομερειών ή επί μέρους μορφών του συγκεκριμένου, αλλά ακριβώς μέσω μιας αφαίρεσης από τούτο το τελευταίο, μολονότι συχνά είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει μέσα στο «συγκεκριμένο» τη θετική ή αρνητική της επιβεβαίωση και παραστατική επεξήγηση.

Ακριβώς μέσα σε τούτη την αναζήτηση ορίζει ή και εφευρίσκει το «συγκεκριμένο», και μ’ αυτήν την έννοια η κοσμοθεωρητική αφαίρεση δεν αποτελεί άρση του συγκεκριμένου, αλλά την ίδια του την προϋπόθεση· όπως και να ‘χει, εν τέλει το αφηρημένο και το συγκεκριμένο αναμιγνύονται, ώσπου το ένα δεν ξεχωρίζει από το άλλο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: ποιος αποφασίζει τι πρέπει να θεωρηθεί συγκεκριμένο και τι αφηρημένο; Η απόφαση πάνω στο ζήτημα τούτο, και μάλιστα in politicis, είναι συνάρτηση αξιώσεων ισχύος και όχι μιας συνολικής αντίληψης για «την» πραγματικότητα κείμενης πέραν κάθε υποκειμενικής προοπτικής. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται θαυμάσια αν εξετάσουμε τι παρουσίασαν κατά καιρούς οι ίδιοι οι συντηρητικοί ως «το συγκεκριμένο» και διαπιστώσουμε ότι αυτό δεν αποτελούσε τίποτε άλλο από συστατικό στοιχείο μιας κατασκευής προορισμένης να νομιμοποιήσει και να προασπίσει ορισμένα συμφέροντα. Αν η συνηγορία υπέρ του συγκεκριμένου κατ’ αρχήν δελεάζει και αφοπλίζει, ο συνεπούμενος και αναπόδραστος κατά περιεχόμενο προσδιορισμός του συγκεκριμένου φέρνει λίγο-πολύ· καθαρά στο φως τις βαθύτερες ευχές και προθέσεις των εκάστοτε «εχθρών κάθε αφαίρεσης».

Η γενική αρχή του συντηρητισμού, ότι η «υγιής» πολιτική οφείλει να ξεκινάει από τις πραγματικές συνθήκες και κατά το δυνατόν να προσαρμόζεται σ’ αυτές, είναι κατά βάση εξ ίσου κενή (από λογική άποψη) και πολεμική (αν τη δούμε λειτουργικά) όσο και η συναφής συνηγορία υπέρ της εμπειρίας και του συγκεκριμένου. Γιατί κάθε πολιτική — τόσο η επαναστατική όσο και η συντηρητική— πρέπει να γνωρίζει επακριβώς τις δεδομένες συνθήκες και να προσανατολίζεται στη γνώση αυτή, αν θέλει να έχει επιτυχία. Με τη στοιχειώδη αυτή έννοια, ο ρεαλισμός δεν αποτελεί συντηρητικό μονοπώλιο (αλλιώς οι συντηρητικοί δεν θα είχαν χάσει καμμιά μεγάλη πολιτική μάχη), αλλά ανήκει στις αυτονόητες ιδιότητες του πολιτικά προικισμένου ατόμου ή συλλογικού σώματος κάθε τάσης, ακριβώς όπως και σε όλες τις παρατάξεις υπάρχουν οι φαντασιόπληκτοι και όσοι ορμούν στα τυφλά. Όταν λοιπόν οι συντηρητικοί διατυπώνουν την παραπάνω αρχή, δεν την εννοούν στην ονομαστική της αξία, αλλά στην πραγματικότητα τη φορτίζουν σιωπηρά με ορισμένες κανονιστικές προεκτάσεις και απ’ αυτόν τον πλάγιο δρόμο προσπαθούν να αντλήσουν από την (πολιτική) επιταγή της ρεαλιστικής στάθμισης των υφισταμένων συνθηκών και πρακτικών δυνατοτήτων την (ηθική) επιταγή του σεβασμού της δεδομένης πραγματικότητας, αποδίδοντας έτσι το προσόν του νηφάλιου ρεαλισμού αποκλειστικά σε ορισμένη πολιτική, δηλ. στη δική τους. Όμως το αποφασιστικό ζήτημα μέσα στην πολιτική δεν είναι το αν οφείλουν να λαμβάνονται υπ’ όψη οι πραγματικές συνθήκες ή όχι (αφού η πρώτη δουλειά κάθε πολιτικής, αν θέλει να θεωρείται πρακτικά σοβαρή, είναι να κάνει ακριβώς αυτό), αλλά το εξής: με ποιον σκοπό κατά νου λαμβάνονται υπ’ όψη;

Οι συντηρητικοί διαπράττουν το λογικό σφάλμα (το οποίο ωστόσο έχει τα ιδεολογικά του πλεονεκτήματα) ότι συγχέουν τους δικούς τους σκοπούς με τον ρεαλισμό εν γένει. Στον βαθμό όπου υπάρχει ένας συντηρητικός ρεαλισμός, δηλ. ένας ρεαλισμός στην υπηρεσία της συντηρητικής υπόθεσης, δεν αποτελεί προϊόν μιας φυσικής συντηρητικής καταβολής, όπως ευχαρίστως τον ερμηνεύουν οι ίδιοι οι συντηρητικοί, παρά μάλλον την αρνητική επήρεια εξωτερικών εξαναγκασμών. Η φρόνιμη προσαρμογή στις (νέες) συνθήκες, για την οποία τόσο πολύ περηφανεύονται κάποτε οι συντηρητικοί, επιτελείται κατά κανόνα υπό την πίεση του εχθρού, ο οποίος, εν μέρει τουλάχιστον, κατάφερε να ωθήσει τους συντηρητικούς στην υιοθέτηση μιας αμυντικής ή καλόβολης στάσης ακριβώς επειδή αρχικά τους έλειπε η.φρόνηση εκείνη της ρεαλιστικής προσαρμογής, για την οποία καυχιούνται εκ των υστέρων — αν έχουν επιβιώσει. Άλλωστε ένα εξ ίσου ακούσιο όσο και συνηθισμένο αποτέλεσμα των επαναστάσεων είναι ότι (μερικοί ή πολλοί) συντηρητικοί ανακαλύπτουν τη συμπάθεια τους για την «αληθινή» πρόοδο και νιώθουν την ανάγκη να λάβουν υπ’ όψη τους τη «νέα κατάσταση», οπότε μιλούν για τη δυναμική οργανική ανάπτυξη (κι όχι απλώς για τη στατική οργανική συγκρότηση) της κοινωνίας και της ιστορίας.

Τα παραπάνω παραδείγματα δείχνουν ότι πίσω από τους συντηρητικούς κοινούς τόπους δεν βρίσκονται αυτονόητες και ακράδαντες αλήθειες, αλλά ζητήματα ερμηνείας, τα οποία ως εκ της φύσεως τους είναι ζητήματα ισχύος.

Τούτο αληθεύει εξ ίσου και ως προς τις βασικές εκείνες συντηρητικές έννοιες, οι οποίες από πρώτη όψη φαίνονται ν’ αντλούν το περιεχόμενο τους από την ίδια την ιστορία, χωρίς άλλη διαμεσολάβηση. Σ’ αυτές ανήκει πρώτα-πρώτα η «παράδοση». Ως έννοια, η «παράδοση» θα ήταν αυτόματα ευκρινής (με αντίτιμο βέβαια να είναι άχρωμη και ιδεολογικά άχρηστη) αν περιλάμβανε, χωρίς εξαίρεση και επιλογή, όλα τα ιστορικά δεδομένα. Όμως μέσα στην ιστορία δεν εμφανίζεται τίποτε δίχως να συνοδεύεται ή να ακολουθείται από το αντίθετο του — ούτε η υπακοή δίχως την εξέγερση, ούτε η συνέχεια χωρίς τη ριζική ρήξη, ούτε η ορθοδοξία και η ευλογία χωρίς την αίρεση και την κατάρα. Οι ιστορικές μαρτυρίες είναι αψευδείς, και ακριβώς επειδή η ιστορία ως όλο κλείνει εντός της κάθε εκδήλωση, αντινομία και δυνατότητα του ανθρώπου, οι παραδόσεις δεν μπορούν παρά να συγκροτηθούν επιλεκτικά, οπότε η επιλογή ανήκει στις αρμοδιότητες του (τωρινού ή κάποτε και του ανερχόμενου) κυριάρχου. Για τον λόγο τούτο «παράδοση» δεν σημαίνει οπωσδήποτε ό,τι εννοούν με τον όρο οι συντηρητικοί· ευθύγραμμες και αδιάλειπτες «επαναστατικές» ή «δημοκρατικές» παραδόσεις συρράπτονται κι αυτές στο άψε σβήσε, αν αυτό φαίνεται σκόπιμο στην ή σε μιαν βαρύνουσα μερίδα της κοινωνίας. Παρόμοια μπορεί να καταδειχθεί ότι η ειδικά συντηρητική «παράδοση» αποτελεί κατασκεύασμα, ανεξάρτητα από το αν τα δεδομένα που επικαλείται είναι ιστορικώς μαρτυρημένα και γνήσια ή όχι: γιατί, αν πάρουμε την ιδεώδη περίπτωση, η παραποίηση έγκειται στην αναπόφευκτη γενίκευση και απολυτοποίηση τμηματικών επόψεων των ιστορικών δρωμένων.

Οι θεσμικές τάξεις γεννιούνται και διαδέχονται η μία την άλλη μέσα στην ιστορία όπως και οι παραδόσεις· γι’ αυτό και η έννοια της τάξης καθ’ εαυτήν είναι το ίδιο ανήμπορη να δικαιώσει τον συντηρητισμό όσο και η έννοια της παράδοσης από μόνη της. Για τους συντηρητικούς, οι οποίοι εμφανίζονται ως οι αληθινοί φύλακες της απαραίτητης για την κοινωνική ζωή θεσμικής τάξης, αποτέλεσε πάντοτε τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι επιτυχημένοι εχθροί τους μετά από λιγότερο ή περισσότερο χρόνο κατάφεραν να στήσουν μια λίγο-πολύ λειτουργική θεσμική τάξη. Τούτη εδώ βέβαια δεν αναγνωρίζεται ποτέ από τους συντηρητικούς ως «γνήσια» και φυσική, και η πραγματική της ύπαρξη ερμηνεύεται με το επιχείρημα ότι και οι εχθροί του συντηρητισμού, εφ’ όσον θέλουν να καθιδρύσουν ή καθιδρύουν μια πάγια θεσμική τάξη, πρακτικά ενστερνίζονται τη συντηρητική άποψη σ’ ένα νευραλγικό σημείο. Όμως από την ιστορικά μαρτυρημένη ικανότητα μη συντηρητικών ως προς τη συγκρότηση θεσμικών τάξεων μπορεί κανείς να βγάλει και το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλ. η ζωή συνεχίζεται και χωρίς συντηρητικούς ή συντηρητισμό. Ό,τι συνήθως συνδέουν οι συντηρητικοί με την έννοια της τάξης ευδοκιμεί και όταν, ή προ παντός όταν, φύγουν οι ίδιοι από τη μέση, γιατί και ο εχθρός τους, καθώς αγωνίζεται για τη στερέωση της δικής του κυριαρχίας, μεριμνεί για την τήρηση των νόμων, της ιεραρχίας (της ανισότητας) και της (νομικά ή έμπρακτα διασφαλισμένης) ιδιοκτησίας — βεβαίως με διαφορετικά πρόσημα και με διαφορετικό περιεχόμενο. Αυτό ακριβώς φαίνεται απίστευτο στους συντηρητικούς: ότι κάποιος άλλος, και μάλιστα ο εχθρός τους, αναλαμβάνει το έργο να δημιουργήσει και να διαφυλάξει την αναγκαία, όπως αυτοί οι ίδιοι ισχυρίζονται, για την κοινωνική ζωή τάξη, αφού έχει παραμερίσει ή και εκμηδενίσει τη συντηρητική παράταξη. Δεν πρόκειται λοιπόν για την τάξη καθ’ εαυτήν και εν γένει, όπως υποθέτουν και ισχυρίζονται οι συντηρητικοί, αλλά για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ερμηνείας και ισχύος: ποιος ενσαρκώνει την τάξη, ποιος υπαγορεύει τους κανόνες της και ποιος είναι ο φύλακας της;

Η λογικά επισφαλής, όσο και ιδεολογικά απαραίτητη, ταύτιση μιας ορισμένης τάξης με την τάξη καθ’ εαυτήν γίνεται έκδηλη και όταν η αντίληψη περί τάξεως εκτείνεται πέραν του κοινωνικοπολιτικού πεδίου προσλαμβάνοντας διαστάσεις ανθρωπολογικές ή και κοσμικές. Η κεκηρυγμένη εχθρότητα των συντηρητικών προς τις θεωρίες ποτέ δεν τους εμπόδισε να εντρυφήσουν σε κατασκευές για τους αιώνιους νόμους του κόσμου, την αιώνια τάξη κτλ. καθώς και για τον συναγόμενο απ’ αυτά τα μεγέθη προορισμό του ανθρώπου. Αλλά ακριβώς επειδή πίσω από τέτοιες κατασκευές βρίσκονται ζητήματα ερμηνείας, οι εχθροί των συντηρητικών έσπευσαν από την πλευρά τους να υιοθετήσουν έννοιες όπως λ.χ. η «αιώνια τάξη» και να τις φορτίσουν με το αρεστό στους ίδιους κανονιστικό περιεχόμενο. Έτσι, οι συντηρητικοί και οι επαναστάτες κηρύσσουν εξ ίσου την πίστη τους στο «φυσικό δίκαιο», αν και συνδέουν μαζί του ριζικά διαφορετικές παραστάσεις, και τούτη η κοινή ομολογία πίστεως θέτει αμφότερους μπροστά σε παρόμοιες, αν και αντίστροφες, θεωρητικές δυσκολίες: όπως οι συντηρητικοί ποτέ δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν ικανοποιητικά πώς κατάφεραν οι επαναστάτες να ανατρέψουν μιαν εντελώς «φυσική» ή και «θεία» τάξη κι έτσι να φανούν ισχυρότεροι από τουτην, έτσι και οι επαναστάτες οπαδοί του φυσικού δικαίου δεν έδωσαν ίσαμε τώρα πειστική απάντηση στο ερώτημα πώς στάθηκε δυνατό να παραβιασθούν οι επιταγές της φύσης σε τόση έκταση και διάρκεια μέσω της καταπίεσης, της βίας και της αλλοτρίωσης.

Όσα είπαμε δεν σκόπευαν να «ανασκευάσουν» τον συντηρητισμό από τη σκοπιά κάποιας ανταγωνιστικής ιδεολογίας, αφού μάλιστα εμείς πιστεύουμε ότι από καιρό είναι νεκρός. Όμως, χωρίς την πλήρη αναγωγή των συντηρητικών κοινών τόπων στο πολεμικό τους περιεχόμενο και την πολεμική τους λειτουργία δεν μπορεί ν’ ανοίξει ο δρόμος για την ιστορική σύλληψη του συντηρητικού φαινομένου. Με άλλα λόγια, ο συντηρητισμός γίνεται ορατός ως φαινόμενο ιστορικό, δεμένο σε τόπο και χρόνο, μονάχα όταν τα μεγέθη εκείνα, τα οποία στη δική του αυτοκατανόηση εμφανίζονται ως οντολογικές ή ανθρωπολογικές κατηγορίες, νοηθούν και αναλυθούν στη συγκεκριμένη τους λειτουργία κατά την επιδίωξη πολιτικής ισχύος. Ως επιστήμονες πρέπει να μάθουμε να μιλάμε για τον συντηρητισμό ως λίγο-πολύ συνεκτική και χαρακτηριζόμενη από ειδοποιά γνωρίσματα ενότητα μέσα στην ιστορία της πολιτικής και των ιδεών, ακριβώς όπως κάνουμε σήμερα όταν γίνεται λόγος για τη «Μεταρρύθμιση» ή τον «Διαφωτισμό». Με την αυστηρά ιστορική σημασία ο συντηρητισμός ορίζεται ως το ιδεολογικό και κοινωνικοπολιτικό εκείνο ρεύμα, σκοπός του οποίου ήταν η διατήρηση της societas civilis και της κυριαρχικής θέσης των ανώτερων στρωμάτων της.

Ιδιαίτερα ως προς την ιδεολογική του έποψη, ο συντηρητισμός αντλεί το βασικό σώμα των θεωριών του από τον θεολογικό και κοινωνικοφιλοσοφικό κύκλο ιδεών της societas civilis, κι επομένως προηγείται χρονικά από τον ορθολογισμό των Νέων Χρόνων και μάλιστα του Διαφωτισμού, μολονότι η αντιπαράθεση με τον τελευταίο αποτελεί σημαντική —και ίσαμε σήμερα την καλύτερα γνωστή, αν όχι τη μόνη γνωστή— φάση της εξέλιξης του. Από την κοινωνικοπολιτική άποψη, πάλι, ο συντηρητισμός σημαίνει την αντίσταση (των ανώτερων στρωμάτων) της societas civilis ενάντια στην αποσύνθεση της, η οποία άρχισε με τη μορφή του νεότερου χωρισμού κράτους και κοινωνίας και αργότερα συμπληρώθηκε με τον παραμερισμό του πρωτείου της γεωργίας από το πρωτείο της βιομηχανίας. Η ολοκλήρωση αυτής της μακράς και πολύπλοκης διαδικασίας σημαίνει και το τέλος του συντηρητισμού· το ιστορικό περιεχόμενο του συντηρητισμού εξαντλείται, με άλλα λόγια, στις κοσμοθεωρητικά, κοινωνικοφιλοσοφικά ή ανθρωπολογικά αιτιολογημένες τοποθετήσεις απέναντι σε τούτη τη διαδικασία και στη συγκεκριμένη κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα των κυρίαρχων στρωμάτων της societas civilis προκειμένου να την αντιμετωπίσουν.

Έξω από αυτό το πλαίσιο της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών για συντηρητισμό μπορεί να γίνει λόγος μόνον μεταφορικά ή με πολεμική-απολογητική πρόθεση. Μαζί με τον φιλελευθερισμό και τη (ριζοσπαστική ή κοινωνική) δημοκρατία, ο συντηρητισμός ανήκει στα μεγάλα συνθήματα και κινήματα της μακράς.εποχής, την οποία χαρακτηρίζει η παραπάνω διαδικασία. Ενώ όμως ο συντηρητισμός είχε πρακτικά ξοφλήσει όταν επιβλήθηκε σε όλη τη γραμμή ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας (δηλ. του σύγχρονου συγκεντρωτικού και ενιαία διοικούμενου κράτους και της κυριαρχούμενης από την αστική τάξη, γοργά εκβιομηχανιζόμενης κοινωνίας), ο φιλελευθερισμός και η κοινωνική δημοκρατία (ο σοσιαλισμός) ζυγώνουν προς το τέλος τους και χάνουν το νόημα τους ως πολιτικές έννοιες καθώς ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας αίρεται εκ νέου — όχι όμως επειδή άρχισε η επιστροφή στην προβιομηχανική societas civilis, αλλά εξ αιτίας της νίκης του κράτους (δηλ. όσων κοινωνικών ομάδων θεωρούν το κράτος ως το σπουδαιότερο εργαλείο τους ή προστάτη δικών τους συμφερόντων) πάνω στην (κυριαρχούμενη από την αστική τάξη) κοινωνία. Η πληθωρική και άκρως συγκεχυμένη χρήση όλων αυτών των εννοιών στις ημέρες μας, έτσι ώστε η κάθε μια τους περνάει στην άλλη και καμμία τους δεν είναι ακριβής, αποτελεί σημείο ευκρινέστατο του γεγονότος ότι εν μέρει ζυγώνει και εν μέρει ήρθε κιόλας το τέλος της ιστορικής εκείνης εποχής, από την κοινωνικοπολιτική και πνευματική ζωή της οποίας άντλησαν μερικά ή ολικά το περιεχόμενο τους.

ΠΗΓΗ: Περιοδικό Λεβιάθαν, 1994. Ηλεκτρονική πηγή (με σημειώσεις, που έχουν παραλειφθεί εδώ). Πρόκειται για μετάφραση αποσπάσματος από το βιβλίο του ΠΚ, Konservativismus (1986), του οποίου επίκειται η έκδοση στα ελληνικά

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Ψευδαίσθηση του χρήματος - Money illusion

Ψευδαίσθηση του χρήματος  Money illusion.
  Είναι η τάση να εστιάζουμε την προσοχή μας στην ονομαστική αξία του νομίσματος παρά στην
αγοραστική του αξία ως μέσο ανταλλαγής. Για παράδειγμα η αλλαγή από δραχμή σε ευρώ. Πριν την αλλαγή μια τυρόπιτα κόστιζε 100 δρχ, ενώ μετά έφτασε 1 ή 1,5 ευρώ. Το 1,5 φαίνεται πολύ μικρότερο από το 100,στην πραγματικότητα όμως τώρα η τυρόπιτα κοστίζει 5 φορές πάνω!Με την ίδια προδιάθεση σήμερα το χαρτονόμισμα των 5 ευρώ αξιολογείται χαμηλά στη συνείδησή μας,ενώ πριν την αλλαγή το ποσό των 1700 δρχ είχε πολύ σημαντικότερη αγοραστική αξία.
Η σύγχρονη παραγωγική βιομηχανία μέσω της διαφήμισης και των ΜΜΕ βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία ενίσχυσης και διαιώνισης των παραπάνω (αλλά και άλλων)  προδιαθέσεων στο καταναλωτικό κοινό. Ο κυριότερος λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ο στόχος της αύξησης του κέρδους και άρα πώλησης περισσότερων προϊόντων που διέπει την ύπαρξη αυτών των επιχειρήσεων.
Ταυτόχρονα γνωσιακές προδιαθέσεις εντοπίζονται και σε μακροοικονομικό επίπεδο σε όλες τις πτυχές των επαγγελμάτων,εταιρειών,οργανισμών με αντικείμενο τα οικονομικά. Ο λόγος γίνεται για τα χρηματιστήρια και όλες τις επιχειρήσεις που είναι εισηγμένες σε αυτά, τις λεγόμενες «αγορές» που προσφάτως μπήκαν και επηρέασαν τη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων, τις τράπεζες, τα ιδιωτικά funds, διεθνείς οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ούτω καθεξής. Μια προδιάθεση που είναι ιδιαίτερα εμφανής είναι η ψυχολογία του όχλου ή της αγέλης (herd instinct , herd behaviour σε ελεύθερη μετάφραση). Σίγουρα αρκετοί αναγνώστες θα έχουν προσέξει ότι κάθε σημαντική  πολιτική,κοινωνική,οικονομική εξέλιξη (ακόμα και φυσικά γεγονότα ή ατυχήματα) προκαλεί ένα «ντόμινο» παρόμοιων οικονομικών συνεπειών παγκοσμίως με πιο πρόσφατο παράδειγμα τις εκλογές στην Ιταλιά που δεν ανέδειξαν κυβέρνηση. Πτώση στα χρηματιστήρια, άνοδος των spreads, έντονη ανησυχία των αγορών κ.λ.π. Επαγωγικά λοιπόν συμπεραίνουμε ότι υπάρχει μια αρνητική (καταστροφική συχνά) ερμηνεία ενός γεγονότος,αρχίζει ένα fund να «πουλάει» και ακολουθούν και όλοι οι υπόλοιποι αφού κανείς δε θέλει να βγει χαμένος! Πρέπει να σημειωθεί ότι στη σημερινή εποχή της παγκόσμιας δικτύωσης οι οικονομικές αυτές επιπτώσεις μεταδίδονται πλέον σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και σε αυτό συμβάλλουν και τα οικονομικά ενημερωτικά δίκτυα που εδώ και δεκαετίες έχουν δημιουργηθεί από μεγάλης εμβέλειας ΜΜΕ. Παράλληλα ελέγχεται και αν η καταστροφική ερμηνεία κάποιου πολιτικού γεγονότος μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Σε αυτό το επίπεδο μπορεί κανείς να διακρίνει τη γνωσιακή διαστρέβλωση της μεγαλοποίησης των  αρνητικών. Άλλες γνωσιακές προδιαθέσεις και διαστρεβλώσεις που εντοπίζονται στο ίδιο παράδειγμα είναι η επιλεκτική προσοχή, προδιάθεση προσοχής (Attentional bias) και η προδιάθεση αρνητικότητας (Negativity bias).
Όλα τα παραπάνω αποτελούν ένα ελάχιστο δείγμα του αντικειμένου ενός σχετικά νέου επιστημονικού κλάδου αυτού της Συμπεριφορικής Χρηματοοικονομικής (Behavioral Finance). Πρόκειται με απλά λόγια για μια συνένωση πηγών από κλάδους της ψυχολογίας και της οικονομικής επιστήμης και ασχολείται με τη μελέτη της συμπεριφοράς των ανθρώπων ως άτομα και ως μέλη ευρύτερων ομάδων σε ό,τι έχει να κάνει με τη διαχείριση χρημάτων. Το έναυσμα για την ανάπτυξη του κλάδου αυτού δόθηκε από την ανάγκη εύρεσης εξηγήσεων για περιπτώσεις που η οικονομική συμπεριφορά επενδυτών και καταναλωτών ήταν μη ορθολογική. Την κορύφωση μιας ανορθολογικής οικονομικής συμπεριφοράς αποτέλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων ετών. Φαίνεται λοιπόν ότι μια από τις γενεσιουργές αιτίες της κρίσης ήταν ο παράγοντας των γνωσιακών προδιαθέσεων!

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Η τουρκική πολιτική της τρομοκρατίας

Υπάρχει ένας μακρόχρονος μύθος στην Τουρκία για τους αξιωματικούς της εγχώριας Υπηρεσίας Πληροφοριών -ότι η πεμπτουσία της μεταμφίεσης ενός νέου πράκτορα στο πεδίο είναι να υποδύεται τον μικροπωλητή Simit (τουρκικά κουλούρια) ενώ κατασκοπεύει σε ένα κολέγιο ή σωματείο ύποπτο για υπονομευτική δράση. Αφού βρει ένα βολικό σημείο για να πωλεί κουλούρια κοντά στον τόπο που του έχει ανατεθεί, ο κατάσκοπος-πωλητής στην συνέχεια θα πραγματοποιεί μια καθημερινή ρουτίνα λαθρακρόασης και επιτήρησης. Είτε πρόκειται για γελοιοποίηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Τουρκίας (ΜΙΤ) από την Αριστερά είτε όχι, από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε μια εκθετική αύξηση του αριθμού των προμηθευτών κουλουριών και λαχειοπωλών γύρω από την παλιά πολυκατοικία μου στην Άγκυρα, η οποία εφάπτεται της πύλης του προξενείου της πρεσβείας των Ηνωμένων Πρεσβεία.
Ακόμη και αν οι πράκτορες της MIT χρησιμοποιούν περισσότερο εξελιγμένα μέσα αναγνώρισης και καμουφλάζ, το κύρος του οργανισμού είναι σε ένα ιστορικό χαμηλό. Η τρομοκρατική επίθεση στην Άγκυρα στις 10 Οκτωβρίου ήταν η
πιο θανατηφόρα στην σύγχρονη ιστορία του κράτους, η οποία στοίχισε δεκάδες ζωές αθώων και άφησε εκατοντάδες τραυματίες. Πολλοί Τούρκοι είναι δυσαρεστημένοι με την συλλογή πληροφοριών από την ΜΙΤ -κατηγορώντας το σώμα για ερασιτεχνισμό και ανικανότητα. Είναι ίσως άδικο να καταστήσουμε την MIT εξ ολοκλήρου υπεύθυνη, αλλά για να καταλάβουμε πώς να αποτραπούν μελλοντικές επιθέσεις, η Τουρκία πρέπει να έχει μια πιο προηγμένη συζήτηση σχετικά με το πώς συνέβη αυτό.
ΧΑΜΕΝΑ ΣΗΜΑΔΙΑ
Περίπου στις δέκα το πρωί, στις 10 Οκτωβρίου, δύο βομβιστές αυτοκτονίας στόχευσαν μια ειρηνική διαδήλωση κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό -το σύνηθες σημείο συγκέντρωσης των διαδηλωτών στην Άγκυρα καθώς πορεύονται προς την πλατεία Sihhiye Meydani, όπου πραγματοποιούνται οι διαδηλώσεις. Στα θύματα της επίθεσης περιλαμβάνονται μέλη εμπορικών και εργατικών συνδικάτων και πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP). Η αρχική έκθεση των ερευνητών της σκηνής του εγκλήματος επιβεβαίωσε ότι δύο υπερσύγχρονες βόμβες διασποράς (shrapnel bombs) που περιείχαν δέκα κιλά ΤΝΤ και χαλύβδινα ρουλεμάν είχαν πυροδοτηθεί στην πλατεία. Η έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή (και η ερευνητική ομάδα τόσο πρόχειρη) που ένας τηλεοπτικός ανταποκριτής ανέφερε, δύο ημέρες μετά την επίθεση, ότι κομμένα μέλη ανθρώπων κρέμονταν ακόμα από κλαδιά δέντρων περίπου εκατό μέτρα μακριά από το σημείο της έκρηξης.
Αμέσως μετά την βομβιστική επίθεση, οι επιζώντες άρχισαν να αναζητούν αστυνομικούς, μόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπήρχε κανένας για να βρουν. Φαινόταν παράξενο σε πολλούς ότι η κυβέρνηση δεν είχε αποστείλει δυνάμεις ασφαλείας στην περιοχή: Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άγκυρας, ο οποίος βρίσκεται κοντά στο αρχηγείο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Γενικής Διεύθυνσης της Αστυνομίας, είναι σχεδόν πάντα υπό κυβερνητική εποπτεία κατά την διάρκεια διαδηλώσεων. Εκ των υστέρων, πολλοί ακτιβιστές που έζησαν εκείνη την ημέρα αναθυμήθηκαν ότι η έλλειψη οχημάτων των «ΜΑΤ» στον χώρο θα έπρεπε να ήταν ένα σαφές προειδοποιητικό σημάδι ότι κάτι ήταν έτοιμο να πάει τρομερά λάθος -το υπονοούμενο ήταν ότι οι αξιωματικοί γνώριζαν κάτι που δεν ήξεραν οι διαδηλωτές. Όταν η αστυνομία έφθασε τελικά, ήρθε με δακρυγόνα και κλομπ για να διαλύσει το πλήθος.
Από εκείνο το σημείο και μετά, ως επί το πλείστον ψέκαζαν τους γιατρούς που βοηθούσαν τους τραυματισμένους. Στην πραγματικότητα, μια αρκετά μεγάλη ομάδα γιατρών από τον τουρκικό Ιατρικό Σύλλογο είχε παραστεί στην διαδήλωση. Χωρίς την παροχή των πρώτων βοηθειών, ο αριθμός των νεκρών (102 άτομα μέχρι τώρα, σύμφωνα με κυβερνητικούς λογαριασμούς) θα ήταν σίγουρα πολύ υψηλότερος.
Το χάος εκείνη την ημέρα ήταν αποκαρδιωτικό. Ταξί εθελοντικά έκαναν διαδρομές μεταξύ του σταθμού της Άγκυρας και των γειτονικών νοσοκομείων˙ εγκαταλειμμένα πανό χρησιμοποιήθηκαν ως φορεία για την μεταφορά πτωμάτων˙ ένα όχημα της αστυνομίας με σπασμένα παράθυρα μετατράπηκε από τους πολίτες σε ασθενοφόρο. Το όλο περιστατικό ήταν τόσο φοβερό που έχει ήδη καταγραφεί στα χρονικά της τουρκικής ιστορίας ως «Μαύρο Σάββατο».
30102015-1.jpg
Διαδηλωτές μεταφέρουν ψεύτικα φέρετρα σε πορεία στους δρόμους της Φρανκφούρτης, για να τιμήσουν τα θύματα της βομβιστικής επίθεσης στην Άγκυρα το Μαύρο Σάββατο σε διαδήλωση φιλοκούρδων ακτιβιστών και ομάδων πολιτών. 14 Οκτωβρίου 2015. KAI PFAFFENBACH / REUTERS
------------------------------------
ΓΝΩΣΤΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ
Αν οι βομβιστές αυτοκτονίας ήταν άγνωστοι, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου πιθανόν θα είχε αντιμετωπίσει μικρότερη δημόσια κατακραυγή. Αλλά ένας από τους τρομοκράτες, ο Yunus Emre Alagoz, ήταν επίσημα καταγεγραμμένος ως πρόσωπο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τις τουρκικές Υπηρεσίες πληροφοριών και φέρεται ότι είχε στρατολογηθεί από τζιχαντιστές για λογαριασμό του ISIS [1]. Ο Alagoz διατηρούσε ένα τεϊοποτείο στο Adiyaman [2], το οποίο φέρεται να δούλευαν και να σύχναζαν νεοσύλλεκτοι τρομοκράτες που βρίσκονταν υπό αστυνομική επιτήρηση. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης μέχρι που δημοσίευσαν αστυνομικές καταγραφές μιας συνομιλίας σε κινητό τηλέφωνο που ο Alagoz πραγματοποίησε στις 17 Μαΐου, όπου καταγράφηκε να κάνει αποχαιρετισμούς –γεγονός που καταδεικνύει ότι μια επίθεση ήταν επικείμενη.
Ο Alagoz είναι ο μεγαλύτερος αδελφός ενός άλλου γνωστού τρομοκράτη, του Şeyh Abdurrahman Alagoz, ο οποίος πραγματοποίησε μια βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας στην Suruç [3] τον περασμένο Ιούλιο, σκοτώνοντας τον εαυτό του μαζί με 33 αριστερούς και φιλοκούρδους ακτιβιστές. Ο Seyh Abdurrahman είχε συλληφθεί, είχε ανακριθεί από την τουρκική αστυνομία, και στην συνέχεια αποφυλακίστηκε μια ημέρα πριν από την εκτέλεση της βομβιστικής επίθεσης τον Ιούλιο. Ο μεγαλύτερος αδελφός του κατάφερε να αποφύγει την αστυνομία και εξαφανίστηκε από τους αξιωματικούς των Μυστικών Υπηρεσιών πριν πυροδοτήσει το [γεμάτο βόμβες] γιλέκο του. Προφανώς, ο δεύτερος βομβιστής, ο Omer Deniz Dundar [4], ήταν συχνός πελάτης του τεϊοποτείου του Alagoz. Ο Dundar συνελήφθη τον Μάιο του 2015, ανακρίθηκε από την αστυνομία και στην συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος χωρίς κατηγορίες. Ίσως το χειρότερο από όλα, οι οικογένειες των τρομοκρατών που ενεπλάκησαν στις βομβιστικές επιθέσεις του Suruç και της Άγκυρας μέχρι που είχαν κοινοποιήσει στην αστυνομία τους δεσμούς των παιδιών τους με το ISIS (μερικοί ήδη από το 2013), ζήτησαν να ενημερωθούν για την τύχη τους στην Συρία, και παρακάλεσαν τις τουρκικές Αρχές να τους φέρει πίσω.
Η αυξανόμενη δημόσια ανησυχία σχετικά με την απάντηση της κυβέρνησης στις επιθέσεις ανάγκασε τον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών Efkan Ala να αποστρατεύσει αρκετούς διοικητές της αστυνομίας, καθώς και να παραδεχθεί ότι ίσως να υπάρχουν κενά ασφαλείας που επέτρεψαν να πραγματοποιηθεί η επίθεση. Ομοίως, ο Νταβούτογλου γεμάτος λύπη ανακοίνωσε ότι οι Αρχές ανακάλυψαν 30 γιλέκα αυτοκτονίας [5] και κυκλοφόρησε φωτογραφίες του προφίλ 19 υπόπτων βομβιστών -όλα μέλη ενός εν υπνώσει πυρήνα στο Adiyaman που αποκαλούνται Dokumacilar [6] (Υφαντές). Δυστυχώς, ο Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι θα ήταν ενάντια στον «δημοκρατικές αρχές» της Τουρκίας να ενεργήσει με βάση αυτές τις πληροφορίες και να συλλάβει μέλη ενός εν υπνώσει πυρήνα [7], επειδή εξακολουθεί να υπάρχει εύλογη αμφιβολία για τις προθέσεις τους. «Δεν μπορούμε να ενεργήσουμε όπως η Συρία», είπε. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση ψήφισε ένα αμφιλεγόμενο Πακέτο Εσωτερικής Ασφάλειας [8] πέρσι, που της επιτρέπει να συλλαμβάνει διαφωνούντες με βάση την «εύλογη αμφιβολία», στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες της MIT θα χρειαστούν περισσότερη επαλήθευση πριν μπορέσει να δράσει η κυβέρνηση.
30102015-2.jpg
«ΜΑΤ» κάνουν χρήση δακρυγόνων για να διαλύσουν διαδηλωτές, κατά την διάρκεια μιας διαμαρτυρίας ενάντια στις εκρήξεις βομβών του Σαββάτου στην Άγκυρα, στην κυριαρχούμενη από Κούρδους νοτιοανατολική πόλη Ντιγιαρμπακίρ, στην Τουρκία, στις 12 Οκτωβρίου 2015. SERTAC KAYAR / REUTERS
-----------------------------------
Η επαλήθευση των πληροφοριών είναι αναμφίβολα μια δύσκολη δουλειά. Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτό είναι κάτι στο οποίο ειδικεύεται ο επικεφαλής της ΜΙΤ, Hakan Fidan [9]. Ο Fidan είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στις διεθνείς σχέσεις, με εμπειρία στα συστήματα πληροφοριών. Η διατριβή του, «Η διπλωματία στην εποχή της πληροφορίας: Η χρήση των τεχνολογιών πληροφορικής στην επαλήθευση», ασχολείται με την ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί επανάσταση της πληροφορίας και διαχείριση συγκρούσεων. Στην διατριβή του, ο Fidan διερευνά λεπτομερώς τις θεωρητικές και πρακτικές χρήσεις του ελέγχου, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος έχει γίνει πρόσφατα πιο ζωτικής σημασίας στις αναλύσεις ασφαλείας οι οποίες ανιχνεύουν την εξαπάτηση και τις παραπλανητικές πληροφορίες, από όσο για την επιβεβαίωση επικείμενων τρομοκρατικών επιθέσεων.
Φέρνοντας στο νου το ολίσθημα ασφαλείας που οδήγησε στην τραγωδία της Άγκυρας, ο Fidan υποστηρίζει ότι οι καλές πληροφορίες δεν μπορούν να εγγυηθούν την καλή πολιτική, και ότι οι κακές πληροφορίες συμβάλλουν σχεδόν πάντα στην αποτυχία της πολιτικής. Ανάμεσα στις πολλές προτάσεις του για την βελτίωση των δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών της Τουρκίας ήταν η ανάπτυξη ενός ευρύτερου δικτύου αναγνώρισης και η απόδοση μεγαλύτερης σημασίας σε ορισμένες χώρες (δηλαδή, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες), που ενσωμάτωσαν επιτυχώς τα συστήματα πληροφοριών τους στην χάραξη εξωτερικής πολιτικής. Αν είχαν υλοποιηθεί, είναι δίκαιο να πούμε ότι οι πράκτορες υπό τον Fidan θα είχαν επισκιάσει τους προκατόχους τους, οι οποίοι στέκονταν πίσω από τα καροτσάκια με τα κουλούρια. Δυστυχώς, η δίδυμη βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα κατέστησε απολύτως σαφές ότι η ΜΙΤ εξακολουθεί να μαστίζεται από δυσλειτουργικότητα.
Μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι παρατηρητές έχουν κατηγορήσει την κυβέρνηση για την επίθεση. Στην ομίχλη λίγα λεπτά μετά την βομβιστική επίθεση, ο συμπρόεδρος του HDP, Selahattin Demirtas, κατηγόρησε την κυβέρνηση [10] για συνενοχή. Μετά τις εκλογές του Ιουνίου, κατά τις οποίες το HDP κέρδισε 80 κοινοβουλευτικές έδρες, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Τουρκία έχουν βάλει στο στόχαστρο αποκλειστικά τις διαδηλώσεις των Κούρδων [11]. Κουρδικές προσωπικότητες συνεπώς αναρωτιούνται αν υπάρχει κάποια σύνδεση. Εάν κάποιος ρωτήσει τους ντόπιους, το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση του ΑΚΡ ήταν απλά αμελής ή αγνόησε σκόπιμα τις υπάρχουσες πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές πράξεις τρομοκρατίας, και ως εκ τούτου είναι συνένοχη.
Παρ’ όλες τις αποδείξεις που δείχνουν προς το ότι το ISIS ευθύνεται για την επίθεση, η κυβέρνηση θεωρεί την επίθεση ως εκκινηθείσα από ένα «τρομοκρατικό κοκτέιλ» [12] στο οποίο εμπλέκονται το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) και το επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα-Μέτωπο (DHKP -C). Ο Νταβούτογλου μέχρι που υπονόησε την συμμετοχή της παράνομης οργάνωσης που ονομάζεται «Παράλληλο κράτος» [13], η οποία διείσδυσε στο Τμήμα Πληροφοριών της Αστυνομίας και επιδιώκει να ανατρέψει το κράτος.
Ακόμη και αν το Μαύρο Σάββατο γίνεται αντιληπτό ως ένας εθνικός ιστός καταχρήσεων και αμέλειας, το ερώτημα παραμένει: Τι θα πρέπει να κάνει η τουρκική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκάλεσε την κρίση αυτή εξαρχής; Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης θα έλεγαν ότι το ΑΚΡ θα πρέπει να σταματήσει τις δικαιολογίες και να παραδεχτεί την ευθύνη του αντί να λογοκρίνει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τις ειδήσεις που σχετίζονται με την βομβιστική επίθεση ή να περιορίζει την πρόσβαση των δικηγόρων στα αρχεία της έρευνας και του κατηγορητηρίου προηγούμενων επιθέσεων. Αυτό που η Τουρκία χρειάζεται πραγματικά είναι μια συνεκτική στρατηγική για την καταπολέμηση του ISIS. Η χλιαρή στάση της τουρκικής κυβέρνησης απέναντι στο να απαλλαγεί από το ISIS έχει ανοίξει το δρόμο για την τρομοκρατική οργάνωση ώστε να δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο κρυφών πυρήνων τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου, πέραν του ολισθήματος στο δίκτυο πληροφοριών της Τουρκίας, πολύ φταίξιμο θα μπορούσε να πέσει στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Παρά το σηκωμένο δάχτυλο και την αταξία μετά την βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα, ένα πράγμα είναι βέβαιο: Το πολιτικό μέλλον της Τουρκίας, καθώς και η ασφάλεια της, είναι σε μεγάλο κίνδυνο.
Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2015-10-28/turkeys-politi...
Σύνδεσμοι:
[1] http://www.bbc.com/news/world-europe-34533522
[2] http://www.independent.co.uk/news/world/middle-east/ankara-bombing-perpe...
[3] http://www.bbc.com/news/world-europe-33619043
[4] http://www.hurriyetdailynews.com/teahouse-becomes-center-of-isil-recruit...
[5] http://www.hurriyetdailynews.com/turkish-police-seize-30-isil-suicide-ve...
[6] http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/10/turkey-syria-isis-adiy...
[7] http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/10/turkey-ankara-bombing-...
[8] http://www.al-monitor.com/pulse/en/originals/2015/02/turkey-security-pac...
[9] http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/02/turkey-united-states-w...
[10] http://www.hurriyetdailynews.com/hdp-co-chair-blames-akp-government-for-...
[11] http://time.com/4028845/turkey-pkk-hdp-civil-war-attacks/
[12] http://www.hurriyetdailynews.com/is-it-so-hard-to-say-it-was-an-isil-att...
[13] http://www.bbc.com/news/world-europe-30492348
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Αμεριμνησία και διαγραφή των σημασιών

Συγγραφέας: Γιώργος Καστρινάκης
Περιοδικό Άρδην τ. 52
Tα τελευταία χρόνια, ένα ρεύμα σκέψης αναπτύσσεται στην Ελλάδα, η λεγόμενη «αρχαιολατρία», το οποίο διαπλεκόμενο εφεξής με τον εσωτερισμό, την αστρολογία και το «υπερφυσικό», συγκροτεί έναν ευρύτερο ανορθολογικό χώρο. Στο παρελθόν, το ρεύμα αυτό παρέμενε στα πλαίσια της «αρχαιοπληξίας», που όχι μόνο θεωρεί την παράδοση, και ειδικά την ανυπέρβλητη έως σήμερα αρχαία Ελλάδα, ως ένα «πρότυπο» για τη σημερινή πραγματικότητα αλλά επιθυμεί μια κυριολεκτική «επιστροφή» σε αυτήν. Παρά τα φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά αυτού του χώρου —εκτός από μια σύντομη αναφορά μας στον μύθο της «Ομάδος Ε»— η προσπάθεια του περιοδικού κατέτεινε σε μια εμπεριστατωμένη απάντηση στην λογική της αντιπαράθεσης ελληνισμού και ορθοδοξίας [Βλέπε ιδιαίτερα το τεύχος 27 του Άρδην με αφιέρωμα «το πέρασμα από την αρχαιότητα στον χριστιανισμό», όπου φιλοξενήθηκαν και μερικές από τις σοβαρότερες φωνές του συγκεκριμένου «χώρου»]. Απέναντι στην «εκσυγχρονιστική λαίλαπα» που εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο ζήτημα προς αντιμετώπιση, επιχειρούμε να διατυπώσουμε έναν σοβαρό και σφαιρικό λόγο για την την ελληνικότητα και την αρχαία Ελλάδα [βλέπε επανειλημμένα αφιερώματα στο γλωσσικό ζήτημα καθώς και το αφιέρωμα στον Κώστα Παπαϊωάννου], αποκλείοντας τόσο τους αρχαιολατρικούς φονταμενταλισμούς όσο και τις ακροδεξιές φυλετιστικές και ρατσιστικές λογικές — ο ελληνικός πολιτισμός είναι τόσο σημαντικός ώστε δεν χρειάζεται την συνηγορία του κ. Πλεύρη. Πάντα πιστεύαμε πως η διαμόρφωση ενός αντίπαλου δέους στην εκσυγχρονιστική παγκοσμιοποίηση προϋποθέτει την συστηματική αντιπαράθεση ενός έλλογου και συνθετικού οικοδομήματος.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στον «χώρο», η εισβολή και κατακυριάρχηση του ανορθολογισμού, η ανάδειξη εντύπων και τηλεοπτικών «προσωπικοτήτων» που διασύρουν τόσο τον ελληνισμό όσο και τη στοιχειώδη λογική και η συνακόλουθη υποχώρηση των πιο σοβαρών εκδοχών στο εσωτερικό του –ή ακόμα και η σταδιακή προσχώρηση ορισμένων στον ανορθολογισμό, «γιατί πουλάει»– μας υποχρεώνουν πλέον σε μια πιο συστηματική αντιμετώπιση του φαινομένου. Γιατί αν στη δεκαετία του 1970, και εν μέρει του 1980, για την αρχαία Ελλάδα, μ’ έναν καινοτόμο και δημοκρατικό στοχασμό, μιλούσαν προοδευτικοί Νεοέλληνες στοχαστές, όπως ο Καστοριάδης, ο Αξελός, ο Παπαϊωάννου, τα τελευταία δέκα χρόνια, οι σοβαροί στοχαστές αρχίζουν να επικαλύπτονται από τον ορυμαγδό μιας συνωμοσιολογικής, ή και φασιστοειδούς αντίληψης ποικιλώνυμων «ερευνητών» που λυμαίνονται τον έντυπο και ραδιοτηλεοπτικό χώρο.

Η μετάβαση αυτή δεν είναι τυχαία: στα πρώτα «επαναστατικά» και ελπιδοφόρα μεταπολιτευτικά χρόνια, η αναφορά στην άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας λειτουργούσε ως ένα πρότυπο για μια σύγχρονη διεύρυνση των ελευθεριών, ενώ στη μετά το 1989 εποχή, και κυρίως μετά το 2000, η προσφυγή στους αρχαίους προγόνους ως εξωγήινους, υπερανθρώπους ή ημίθεους, αντανακλά την εξάντληση και την παρακμή της μεταπολίτευσης. Επιπλέον, και ίσως το σημαντικότερο, χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να πληγεί ο σύγχρονος ελληνισμός, στα πλαίσια ενός γενικευμένου ιδεολογικού εμφυλίου πολέμου. Για τον λόγο αυτό επιβάλλεται μια εκτεταμένη ανάλυση του φαινομένου. Τόσο μάλλον που τα τελευταία χρόνια ακόμα και τα ίδια τα έντυπα αυτού του χώρου εξαχρειώνονται προοδευτικά, μεταβάλλοντας ακόμα και την αρχική γραμμή πλεύσης τους, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιπέσει — ένδειξη συνάμα και της βαθύτατης παρακμής της χώρας μας. Έτσι, μέσα σε τριάντα χρόνια, περάσαμε από τον Περικλή στους εξωγήινους και από τον Καστοριάδη στον… Φουράκη.

Το παρόν αφιέρωμα εντάσσεται, λοιπόν, σε μία λογική στοιχειώδους αυτοπροστασίας της ελληνικότητας, της αρχαίας Ελλάδας, του ελληνισμού. Η πλειοψηφία του –ψευδώς– αποκαλούμενου «αρχαιολατρικού χώρου», θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίζεται πλέον ως «χώρος κατασυκοφάντησης του αρχαίου ελληνισμού». Επιπροσθέτως, στην τρέχουσα εκδοχή του, λειτουργεί ως όργανο μιας ακόμα βαθύτατης διάσπασης των Ελλήνων, πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές. Μιας διάσπασης ανάμεσα σε «Έλληνες» και «Ρωμιούς», ανάμεσα σε γένος και έθνος-κράτος, ανάμεσα σε ορθόδοξους και μη. Μιας διάσπασης η οποία δεν στηρίζεται σχεδόν πουθενά, διότι συσκοτίζουν το γεγονός πως, σήμερα, Έλληνες και Ρωμιοί είναι ένα και το αυτό, πως από το κάποτε μεγάλο γένος μας έχει απομείνει πλέον, σχεδόν αποκλειστικά, το έθνος-κράτος μας και η απειλούμενη Κύπρος, και πως, για δεκαεφτά αιώνες, όλοι μας, θρησκευόμενοι και μη, χριστιανοί και «παγανιστές», πορευθήκαμε κάτω από τα σχήματα της ορθοδοξίας, και πως αυτή αποτελεί την πρόσφατη παράδοσή μας, έχοντας αναχωνεύσει στο εσωτερικό της και την αρχαιοελληνική.

Μπορεί κάποιοι να μην είναι ικανοποιημένοι από το βαθμό αποδοχής της ελληνικότητας από την ορθοδοξία. Θα έπρεπε όμως να προβάλλουν τη δική τους αντίληψη με πνεύμα αλληλεγγύης, συναντίληψης και συμπόρευσης.

Η λογική της διάσπασης και του εμφυλίου

Είναι γνωστό πως η πάλη γύρω από την ιστορία και την παράδοση είναι καθοριστικής σημασίας σε στιγμές που το παρόν εμφανίζεται, και είναι όντως, ζοφερό, οπότε λαοί και άτομα καταφεύγουν στην ιστορία για να διδαχθούν και να αμυνθούν.

Αυτό συνέβη τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα. Οι Έλληνες, σε μια εποχή κρίσης και αποσύνθεσης της ταυτότητάς τους –τα τελευταία δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια–, κατέφυγαν στην ιστορική τους μνήμη. Αλλά η ιστορία και η παράδοση των Ελλήνων αναπτύσσεται σε τρεις ιστορικούς αναβαθμούς: τον αρχαίο, τον μεσαιωνικό και τον σύγχρονο. Μια σφαιρική αντίληψη για τον ελληνισμό πρέπει να αναφέρεται και στα τρία αυτά στάδια, αν θέλει να μην είναι μεροληπτική, άσχετα με το εάν κάποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για την αρχαία παράδοση, τη μεσαιωνική ή τη σύγχρονη, ενώ παράλληλα οφείλει να την αντιμετωπίζει στη σχετικότητά της και τη σύνδεσή της με το παρόν. Τέλος, τα αξιολογικά κριτήρια [του τύπου: αν τότε είχε συμβεί κάτι διαφορετικό, ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς κ.ο.κ.] δεν μπορούν να χωρέσουν στην ιστορία και την παράδοση. Όλοι ίσως θα θέλαμε να συνεχίζονταν και μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. οι μορφές άμεσης δημοκρατίας της αρχαίας Αθήνας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα πετάξουμε ολόκληρη τη μεταγενέστερη ιστορία μας. Είναι δική μας και πρέπει να την αποδεχθούμε, έστω και εάν δεν συμφωνούμε με πολλές από τις εκφάνσεις της.

Η ιδεοληπτική και μεροληπτική χρήση της ιστορίας, η ανάληψη και η προβολή με μεγεθυντικό φακό μιας ιστορικής περιόδου, με κριτήρια αξιολογικά, οδηγεί σε παραμορφώσεις, αρχικά, και τερατογενέσεις τελικά.

Το ρεύμα της «επιστροφής» στον ελληνισμό αποτέλεσε τα προηγούμενα χρόνια τον κύριο αντίπαλο του ισοπεδωτικού «εκσυγχρονισμού» που θέλει να εξαφανίσει κάθε ιδιαίτερο πρόσωπο, έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή η λογική των παγκοσμιοποιητών, η οποία προαπαιτεί την εξαφάνιση κάθε ιδιαιτερότητας. Εξ ου και τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν ένα σύνολο από στρατηγικές που αποσκοπούν στη συρρίκνωση και τη διάλυση του ρεύματος της αυτοσυνειδησίας. Ένας γενικευμένος πόλεμος κατά πάντων, μια εσωτερική διάσπαση του ελληνισμού είναι το κύριο στοιχείο αυτής της μεθόδευσης.

Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στις τακτικές του «εκσυγχρονισμού», εκείνες της παρόξυνσης των εμφύλιων διαμαχών στο πεδίο της ιστορίας: το αύριο συγκρούεται με το σήμερα, το παρόν με το μόλις χθες, το πρόσφατο παρελθόν με το απώτερο. Έτσι διαλύεται η ενότητα της ελληνικής ιστορίας. Γι’ αυτούς άλλο ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, άλλο το Βυζάντιο, άλλο η τουρκοκρατία, άλλο το σήμερα. Και εμείς είμαστε μόνον τα παιδιά του σήμερα, της «παροντικότητας». Γενικότερα, σε ό,τι αφορά στην ιστορία, τους ενδιαφέρει μόνον, ή κυρίως, εκείνη η πλευρά που παροξύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και όχι μια συνθετική αντίληψη. Στην ελληνική επανάσταση του ’21 και τη διαμόρφωση του νεοελληνικού έθνους δεν επιλέγεται η κυρίαρχη εθνικοαπελευθερωτική πλευρά αλλά προβάλλεται ο «εσωτερικός αγώνας» ως η κύρια όψη. Η σύγκρουση διαφωτισμού­-εκκλησίας ή οι εμφύλιες διαμάχες των Ελλήνων επαναστατών, από υπαρκτό –αλλά δευτερεύον– στοιχείο αναγορεύονται σε κυρίαρχο. Η αντίθεση με τους κατακτητές υποβαθμίζεται, και μάλιστα αναπτύσσονται ψευδή ιδεολογήματα για την υποτιθέμενη ηπιότητα της οθωμανικής κυριαρχίας, τα οποία κατατείνουν στην ιδεολογική προετοιμασία για την αποδοχή της επιστροφής της τουρκικής ηγεμονίας σήμερα.

Άλλο πρόσφατο κλασικό παράδειγμα αυτής της εκσυγχρονιστικής ιστοριογραφίας είναι η πληθώρα των βιβλίων που, από την αντίσταση ενάντια στους κατακτητές το 1940-44, μεταθέτουν το κέντρο βάρους και πάλι στην εμφύλια διαμάχη. Αυτή η δήθεν «ταξική» ιστοριογραφία προωθείται μάλιστα από τα πιο υποταγμένα στη νέα τάξη και τον εκσυγχρονισμό τμήματα της διανόησης και του πολιτικού φάσματος. Και το ζητούμενο είναι ακριβώς η υποταγή μας σε αυτή τη νέα τάξη και, επομένως, η παρόξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων, η αναζωπύρωση ξεπερασμένων «παραταξιακών» συγκρούσεων και η υποτίμηση για άλλη μια φορά του εθνικοαπελευθερωτικού στοιχείου των συγκρούσεων της Κατοχής.

Όμως ο κλασικός «εκσυγχρονισμός», επειδή έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα της συρρίκνωσης του ελληνισμού –οικονομικής, πολιτισμικής, γεωπολιτικής–, χάνει προοδευτικά την ιδεολογική μάχη. Ενισχύονται τα ρεύματα της ιδεολογικής αντίστασης και της καταφυγής στη διαχρονία μας. [Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του καθηγητή Σβορώνου που διαφεύγει πλέον από το εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο, έστω και με το έργο του, post mortem]. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει να χρησιμοποιηθούν καινούργια όπλα, και κατ’ εξοχήν να επιδιωχθεί η αποσύνθεση του ίδιου του ρεύματος της επανεθνικοποίησης. Και ποιο μέσο θα ήταν προσφορότερο από την εσωτερική εμφύλια διαμάχη αυτού του χώρου και την αυτογελοιοποίησή του; Η αντίθεση, για παράδειγμα, οικουμενισμού και «εθνοκεντρισμού» στα πλαίσια της Ορθοδοξίας, η οποία προσέλαβε τεράστια έκταση με το ζήτημα του Πατριαρχείου και των «νέων χωρών», κατατρώγει εδώ και πολλά χρόνια τον σύγχρονο ελληνισμό, τη στιγμή που η υλική βάση της αντίθεσης γένους και έθνους έχει πάψει να υπάρχει ήδη από το 1922 και τουλάχιστον μετά το 1960 και την έξοδο των Ελλήνων από την Πόλη.

Σε αυτή την κατεύθυνση η μεγαλύτερη στρέβλωση επιχειρείται μέσα από την πριμοδότηση της ψευδοαρχαιολατρίας, σε ό,τι αφορά στη μετάβαση από τον αρχαίο κόσμο στον μεσαιωνικό ελληνισμό και την ορθοδοξία. Εδώ, με βάση αμφίβολα κριτήρια αξιολόγησης του ιστορικού μας σώματος και της διαχρονίας μας, πραγματοποιείται ένα εγχείρημα μείζονος διχασμού του ενιαίου σώματος του ελληνισμού, μεταξύ ενός υποτιθέμενου «αυθεντικού» ελληνικού κόσμου και ενός «εβραϊκού» ορθόδοξου μεσαιωνικού ελληνισμού. Έτσι, το μεγάλο ζήτημα της περιόδου από το 300 π.Χ. έως το 300 μ.Χ. περίπου, για την παρακμή του ελληνισμού δεν είναι πλέον η καταστροφή της Κορίνθου, ο Μόμμιος, η Πύδνα κ.ο.κ., δεν είναι πλέον η υποταγή του ελληνικού κόσμου στη Ρώμη, αλλά ο σταδιακός εκχριστιανισμός του! Και παρασιωπάται το γεγονός πως η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη και η διαμόρφωση του ορθόδοξου χριστιανισμού απετέλεσαν το βασικό στοιχείο της μερικής επανελληνοποίησης του ανατολικού ρωμαϊκού κόσμου! Παρασιωπάται, πως όταν, για παράδειγμα, οι Λατίνοι και οι Δυτικοί αναφέρονται στην Ορθοδοξία την χαρακτηρίζουν ως το «ελληνικό δόγμα» (rite Grec). Και όμως υπάρχουν πολλοί Έλληνες που επιχειρούν να ακρωτηριάσουν το σώμα ενός ήδη παραπαίοντος ελληνισμού σε αρχαίο και «αυθεντικά» ελληνικό, από τη μια, και ορθόδοξο –«ιουδαιοχριστιανικό»– από την άλλη κ.ο.κ. δημιουργώντας τις βάσεις για μια ακόμα εμφύλια σύρραξη στους κόλπους του.

Διότι, βέβαια, όπως δείξαμε, το πρόβλημα δεν έγκειται στο εάν προτιμούμε την πολιτειακή μορφή της αρχαίας Αθήνας από το αυτοκρατορικό Βυζάντιο –πράγμα που ισχύει φαντάζομαι για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Όχι, αλλά το εάν συνιστούν και τα μεν και τα δε στιγμές της ιστορικής μας διαχρονίας, που τις αναλαμβάνουμε στο σύνολό τους, διότι αποτελούν εξ ίσου στοιχεία της παράδοσής μας. Διότι εάν αποκόψουμε από την ιστορική μας διαδρομή τους τελευταίους... 17 αιώνες, οδηγούμαστε αναγκαστικά σε μια τερατογένεση. Και αυτή θέλουμε να περιγράψουμε, τόσο στο τρέχον αφιέρωμα όσο και σε όσα τεύχη χρειαστεί στη συνέχεια (τουλάχιστον σε ένα ακόμα).

Αρχαία Ελλάδα και ορθοδοξία

Κατ’ αρχάς, όπως έχουμε πλειστάκις τονίσει [βλέπε και το ειδικό αφιέρωμα του Άρδην “Ελληνισμός και Χριστιανισμός”, τεύχος 28, Δεκέμβρης 2000-Γενάρης 2001], ο χριστιανισμός δεν αναπτύσσεται σε άμεση χρονική συνάφεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αλλά με τον ρωμαϊκό αυτοκρατορικό κόσμο. Η αρχαία πόλις, ως αυτόνομη πολιτειακή οντότητα, έχει ήδη καταστραφεί από την εποχή των ελληνιστικών χρόνων, πολλούς αιώνες πριν. Δεν είναι λοιπόν το Βυζάντιο και ο χριστιανισμός που κατέστρεψαν τον ελληνικό κόσμο, αλλά η ρωμαιοκρατία, ενώ αντίθετα το Βυζάντιο εγκαινιάζει την επανελληνοποίησή του. Και αν κατηγορείται το Βυζάντιο ότι έκτισε πάνω στους αρχαίους ναούς τις εκκλησιές, πράγμα που είναι εν μέρει αλήθεια, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε παράλληλα πως και η αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν πλέον σκιά του εαυτού της και είχε ήδη υποκατασταθεί από τις ανατολικές θρησκείες, τον Μιθραϊσμό κλπ. Κατά συνέπεια, η εκ των υστέρων αναζωπύρωση μιας διαμάχης ανάμεσα στην κλασική Ελλάδα του 5ου π.Χ. αιώνα και τη βυζαντινή του 4ου και 5ου μ.Χ. είναι όχι μόνο βαθύτατα διχαστική, ακόμα και αν ίσχυε, αλλά και απολύτως αντι-ιστορική. (Είναι σα να υποστηρίζαμε, για παράδειγμα, μερικούς αιώνες μετά, πως ο εμφύλιος του 1945-49 θα πρέπει να συνεχίζεται εσαεί).

Υπεύθυνες, λοιπόν, για την παρακμή του κλασικού ή ελληνιστικού ελληνισμού δεν είναι πλέον οι ιστορικές εξελίξεις, εσωτερικές και εξωτερικές –εξάντληση της πόλεως-κράτους, ανάδυση νέων δυνάμεων όπως η Ρώμη– αλλά απλώς και μόνο η εγκατάλειψη των αρχαίων θεών και η αποδοχή του «ιουδαιοχριστιανισμού». Πώς λοιπόν θα αναγεννήσουμε την αρχαία Ελλάδα; Μα είναι απλό, επιστρέφοντας στη χλαμύδα, ξαναφέρνοντας το δωδεκάθεο και απορρίπτοντας σχεδόν είκοσι αιώνων ιστορία. Δεν αναζητούμε πια την ενότητα του ελληνισμού στη μακρά διάρκεια, πώς δηλαδή ο Διόνυσος και η Σεμέλη θα σαρκωθούν στον Χριστό και την Παναγία, πώς το δωδεκάθεο θα ξαναβρεθεί στους δώδεκα αποστόλους, πώς οι φιλοσοφικές διαμάχες της αρχαιότητας θα μεταβληθούν εν μέρει στις θεολογικές έριδες του Βυζαντίου και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των νεοελλήνων, πώς η αρχαία μουσική θα φτάσει μέχρι σήμερα κ.ο.κ.

Κάτι ανάλογο εξάλλου είχε συμβεί στο γλωσσικό πεδίο, όπου ο εμφύλιος διήρκεσε ολόκληρους αιώνες, με την απόπειρα επιστροφής στα αρχαία ελληνικά, όταν το ζητούμενο δεν ήταν πλέον η αναζήτηση της συνέχειας και της διαχρονίας μέσα από τη ζωντανή εξέλιξη της γλώσσας, αλλά η επιστροφή στην αρχαία –αττική– μορφή της; Έτσι το αίτημα για μια επαφή με τη διαχρονική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στις διάφορες μορφές της, το αίτημα να γνωρίζουμε τα αρχαία ελληνικά για να αντλούμε από αυτά, μεταβλήθηκε σε επιστροφή, παρ’ όλο που η μόνη ζωντανή συνέχεια της αρχαίας ελληνικής είναι η σύγχρονη νεο-ελληνική.

Υπογραμμίσαμε ήδη πως είναι απολύτως κατανοητό το γιατί, σε μια περίοδο παρακμής, καθίσταται δυνατό ένα μέρος των Ελλήνων να στρέφονται στο παρελθόν όχι απλώς για να αντλήσουν από αυτό τα πρότυπά τους, αλλά και για να προσπαθήσουν να το ξαναφέρουν στη ζωή. Και επειδή η οργανική αναβίωσή του είναι στην πραγματικότητα ανέφικτη, μια και τόσα πράγματα έχουν αλλάξει και ο υπαρκτός ελληνισμός έχει συρρικνωθεί ανεπίστρεπτα, καταφεύγουν αφ’ ενός στην ονειροφαντασία, συχνά άσχετα από τις προθέσεις τους, και αφ’ ετέρου στην εχθρότητα απέναντι στις μεταγενέστερες μορφές που ενδύθηκε ο ελληνισμός στην ιστορική του διαδρομή. Εχθρότητα που τροφοδοτείται και υποδαυλίζεται συστηματικά από ποικίλες κατευθύνσεις.

Δεν υπάρχουν, θα πείτε, σε αυτόν τον χώρο αυθεντικοί ιδεολόγοι, άνθρωποι καλής πίστης, που έχουν πειστεί πως η «αποκατάσταση» του αρχαίου ελληνικού πνεύματος είναι προϋπόθεση για μια καλύτερη πορεία του σύγχρονου ελληνισμού; Και βέβαια υπάρχουν, και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ασπάζονται αυτές τις απόψεις είναι όντως καλής πίστης. Ωστόσο, επειδή πλέον τα πράγματα έχουν φθάσει στο μη περαιτέρω και κινδυνεύει να συκοφαντηθεί μακροπρόθεσμα κάθε αναφορά στην αρχαία Ελλάδα ως γελοιογραφική, είναι καιρός οι πάντες να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Δεν μπορούν άνθρωποι που θέλουν να είναι σοβαροί και ειλικρινείς να εξακολουθούν να συναγελάζονται, σε έντυπα συστηματικής παραπληροφόρησης, με ανθρώπους φαιδρούς, απατεώνες και «ευρω»-θήρες. Και δεν μπορεί να σταθεί ως δικαιολογία το ότι «βγάζουν το ψωμί τους», συνεργώντας στην ενίσχυση ενός τερατουργήματος.

Δεν θα πρέπει, παράλληλα, να ξεχάσουμε την ιδιαίτερη και βαρύτατη ευθύνη που έχουν οι «σοβαροί» διανοούμενοι και οι κάθε είδους πνευματικοί θεσμοί της χώρας, καθώς και τα πολιτικά κόμματα. Όλοι τους, τα προηγούμενα χρόνια, βυθισμένοι στην αυτάρκεια και την αυταρέσκεια των πολιτικών σαλονιών, των ακαδημαϊκών χώρων, των... ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των δεξιώσεών τους, άφησαν ελεύθερο το έδαφος σε κάθε είδους παραπληροφόρηση. Ακόμα και σήμερα είναι χαρακτηριστική η αντίδραση πολλών από τους εκπροσώπους του «επίσημου» πολιτικού και διανοητικού κατεστημένου, όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη να φωτιστεί το ζήτημα αυτού του «χώρου»: «Πρόκειται για περιθωριακό φαινόμενο με το οποίο δεν αξίζει κανείς να ασχοληθεί». Βέβαια, όταν αυτό το φαινόμενο θεριέψει και τους έλθει κατακέφαλα ως μπούμερανγκ για την αβελτηρία τους, όπως συνέβη με τόσα άλλα «περιθωριακά φαινόμενα» στο μεσοπόλεμο, τότε θα είναι πια αργά.
πηγή

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Τί είναι η κοινωνική ασφάλιση και ποιά η ιστορία της

Κοινωνική ασφάλιση είναι η δραστηριότητα με την οποία το κράτος άμεσα ή με τη μεσολάβηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του προσφέρει στον εργαζόμενο, αντί ορισμένης τακτικής χρηματικής καταβολής, υλικές παροχές και υπηρεσίες σε περιπτώσεις ασθένειας, σωματικής ή πνευματικής βλάβης, αναπηρίας και γήρατος. Οι δαπάνες καλύπτονται με τις υποχρεωτικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τις οποίες έχουν θεσπίσει οι σύγχρονες νομοθεσίες.

Η εμφάνιση συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται στενά με τη βιομηχανική ευρωπαϊκή επανάσταση του 19ου αι. και την πλήρη ανεπάρκεια της δημόσιας ή ιδιωτικής αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικών συνθηκών.

Στατιστικές που αναφέρονται στη Γερμανία, για το έτος 1877, δείχνουν ότι σε μερικές κατηγορίες της βιομηχανίας, οι εργάτες ασθενούσαν σε ποσοστό μεταξύ 65% και 80%, ενώ τα βρέφη μητέρων που δούλευαν σε βιομηχανίες, όπου χρησιμοποιούσαν φώσφορο και μόλυβδο πέθαιναν κατά 40% στον πρώτο χρόνο και κατά 70% στα τρία πρώτα χρόνια. Τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάρα πολλά και η ασθένεια του εργαζόμενου οδηγούσε την οικογένεια στη δυστυχία.

Σε αυτή την κατάσταση, οι εργαζόμενοι άρχισαν να συνασπίζονται και τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα συνδικάτα, τα οποία λειτούργησαν συχνά και ως σωματεία εργατικής αλληλοβοήθειας. Τα μέλη τους αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν περιοδικά ορισμένα ποσά, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κοινό ταμείο προορισμένο να βοηθά τα μέλη που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή και την εργασία τους. Αποδείχτηκε όμως σύντομα ότι η αλληλοβοήθεια ήταν ανίκανη να προστατεύσει με θετικό τρόπο τον εργαζόμενο και να καλύψει τις ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, σε περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου. Παράλληλα, μερικές μεγάλες βιομηχανίες, όπως π.χ. των Κρουπ στη Γερμανία, άρχιζαν να ανησυχούν για τις συχνές ασθένειες και απουσίες του ειδικευμένου προσωπικού, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στον ρυθμό της παραγωγής.

Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι κοινωνικοί αγώνες επηρέαζαν καθοριστικά το γενικό κλίμα της εποχής. Το 1883 υποβλήθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο για την υποχρεωτική α. ασθένειας και μητρότητας που έγινε δεκτό, έπειτα από σφοδρές συζητήσεις και αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανία ψήφισε τον νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά των ατυχημάτων και το 1889 τον νόμο για την υποχρεωτική α. κατά της αναπηρίας και του γήρατος. Έτσι, την αρχή της εθελοντικής α. και αλληλεγγύης, χαρακτηριστικό των σωματείων αλληλοβοήθειας, αντικατέστησε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει από καθορισμένους κινδύνους, στους οποίους εκθέτονταν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του.

Η απήχηση που είχαν οι γερμανικοί νόμοι ήταν τεράστια και πολλές χώρες ακολούθησαν γρήγορα τον ίδιο δρόμο. Στις αρχές του 20ού αι. δεν υπήρχε ακόμα πρόνοια για έναν μόνο κίνδυνο: την ανεργία. Οι Γερμανοί νομοθέτες θεώρησαν ότι αυτή η μορφή ασφάλισης ήταν απραγματοποίητη. Την αντίληψη αυτή διέψευσε ο Λόιντ Τζορτζ στην Αγγλία, ο οποίος κατόρθωσε, υπερνικώντας σφοδρές αντιδράσεις, να ψηφιστεί από το αγγλικό κοινοβούλιο ο σχετικός νόμος, το 1911.


Στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, πάρα πολλές χώρες είχαν αποδεχτεί την αρχή των κοινωνικών ασφαλίσεων και η κοινωνική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου ενίσχυσε στους εργαζόμενους την επίγνωση του δικαιώματος να είναι ασφαλισμένοι και την υποχρέωση του κράτους να παρέχει προστασία. Η περίοδος του μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από την ορμητική ανάπτυξη των κοινωνικών ασφάλισεων. Ο θεσμός όμως, όπως είχε διαμορφωθεί, δεν ανταποκρινόταν πια στο πλαίσιο της ζωής των εργαζομένων που συνεχώς διευρυνόταν ούτε στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής οι οποίες αυξάνονταν.

Η ασφαλιστική αρχή των οργανισμών, φορέων του θεσμού, χάριζε έναν αυστηρό περιοριστικό όρο για πολλές κατηγορίες πολιτών, οι οποίες εξαιρούνταν της προστασίας. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αναπτύσσεται ακόμα περισσότερο με το αγγλικό σχέδιο γενικής κοινωνικής ασφάλισης, το γνωστό ως Σχέδιο Μπέβεριτζ (1942), το οποίο συνάντησε ευρύτατη επιδοκιμασία. Στη μεταπολεμική εποχή, η κοινωνική ασφάλιση τείνει να ενοποιηθεί με τη δημόσια αντίληψη και να μεταβληθεί σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης  μέσα στα οποία το κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξασφαλίζει σε κάθε πολίτη προστασία σε περιστατικά της ατομικής, οικογενειακής και συλλογικής του ζωής.

Ιστορία και νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού στην Ελλάδα.

Η εισαγωγή ενός συγχρονισμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα καθυστέρησε, σχετικά με άλλες χώρες, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης. Ο θεσμός ήταν όμως γνωστός από πολλά χρόνια: τον είχαν εφαρμόσει κατά κάποιον τρόπο οι ναυτικοί του Αιγαίου από τον 18o αι. σε απομίμηση παλαιότερης επινόησης του Κολμπέρ στη Γαλλία. Ως συνέχεια και συστηματοποίηση αυτής της πρακτικής πρέπει να θεωρηθεί η ίδρυση, κατά το 1836, του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (η λειτουργία του όμως άρχισε μόνο το 1861), για το οποίο πάντως δεν είχε προβλεφθεί ούτε εργοδοτική ούτε κρατική εισφορά. Τον ίδιο χρόνο, με τον νόμο Χ’, είχε προβλεφθεί η α. των εργατών μεταλλείων (λειτούργησε μετά το 1882), ενώ ο Ν. 281/1914, έθεσε νομικές βάσεις για τη λειτουργία αλληλοβοηθητικών σωματείων. Τα αποφασιστικότερα βήματα έγιναν όμως κατά και μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, με τη δημοσίευση, παρά τις έντονες αντιδράσεις, των νόμων 551/1915 περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εκ της εργασίας παθόντων εργατών ή υπαλλήλων (ο οποίος θέσπιζε την ατομική ευθύνη του εργοδότη για την κάλυψη του επαγγελματικού κινδύνου) και 2868/1922 περί υποχρεωτικής α. των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων. Ο τελευταίος αυτός νόμος αφορούσε α. των μη αυτοτελώς εργαζομένων μισθωτών της βιομηχανίας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας· κατά την εφαρμογή του προτιμήθηκε όμως η α. κατά επιχειρήσεις. Από το 1925 άρχισαν να δημιουργούνται ασφαλιστικά ταμεία αυτοτελώς εργαζομένων (νομικών, υγειονομικών κλπ.).

Το 1929, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επαναλαμβάνοντας προτάσεις που είχαν γίνει στον Τύπο ή στη βουλή από το 1902 και ύστερα, εξήγγειλε την προσεχή εφαρμογή γενικευμένου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης κατά της ασθενείας, ανικανότητος, γήρατος και θανάτου. Το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στη βουλή στις 19 Μαΐου 1932 και ψηφίστηκε (Ν. 5733/1932), αλλά δεν εφαρμόστηκε εξαιτίας κοινοβουλευτικών μεταβολών. Σύντομα όμως ψηφίστηκε νέος νόμος, με συντάκτη τον Χρ. Αγαλλόπουλο (Ν. 6298/1934 Περί κοινωνικής ασφάλισης , ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από 1η Δεκεμβρίου 1937. Η νομοθεσία αυτή, που τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από νεότερους νόμους, εισήγαγε την καθολικότητα της ασφάλισης των μισθωτών (με δυνατότητα επέκτασης σε κατηγορίες αυτοτελώς εργαζόμενων), από ενιαίο φορέα, το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙKA).

Οι σχετικές με το ΙΚΑ διατάξεις συμπληρώνονται από πολυάριθμες διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες υπέγραψε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη μετακίνηση των ασφαλισμένων από χώρα σε χώρα (υπολογισμός χρόνου εργασίας σε άλλη χώρα, κατανομή των παροχών μεταξύ διαδοχικών οργανισμών κλπ.). Τέλος, με τον Ν. 4169/1961 καθιερώθηκε ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης των αγροτών. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 το θέμα των διαρθωτικών αλλαγών στην κοινωνική ασφάλιση απασχόλησε έντονα τη χώρα μας, αλλά μέχρι το 2002 δεν είχε δοθεί οριστική λύση.

Σύστημα οικονομικής λειτουργίας.

 Κυριότεροι πόροι των κοινωνικών ασφαλίσεων είναι οι εισφορές των ασφαλισμένων, των εργοδοτών και του κράτους, των οποίων το ύψος καθορίζεται από στατιστικές μελέτες των σχετικών φαινομένων, τα οποία επιδρούν, εκτός άλλων, και οι δημογραφικοί παράγοντες που επικρατούν σε κάθε χώρα (σύνθεση του πληθυσμού ανάλογα με τις ηλικίες κλπ.). Σε ό,τι αφορά στα συστήματα διαχείρισης, οι καταστατικές διατάξεις μάλλον σπανίζουν. Παλαιότερα γινόταν ευρύτατη χρήση του λεγόμενου συστήματος του μέσου ασφαλίστρου, σύμφωνα με το οποίο οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις δεν προσδιορίζονται χωριστά για κάθε άτομο, αλλά υπολογίζονται για όλους τους ασφαλισμένους ή ένα μέρος αυτών, και ορίζεται συνεπώς ένα σταθερό ασφάλιστρο που να καλύπτει σε κάθε στιγμή όλες τις απαιτήσεις. Το σύστημα αυτό, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των α. μακράς διάρκειας (σύνταξη γήρατος, θανάτου και αναπηρίας), εγκαταλείφτηκε και εξαιτίας των νομισματικών αναστατώσεων της περιόδου μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και εξαιτίας της γενίκευσης της α., που θα επέφερε, σε περίπτωση υιοθεσίας αυτού του συστήματος, τεράστια συγκέντρωση κεφαλαίων. Αντ’ αυτού του συστήματος και του λεγόμενου συστήματος της κεφαλαιοποίησης (άνοιγμα χωριστού λογαριασμού για κάθε προστατευόμενο πρόσωπο), προτιμήθηκε γενικά το σύστημα της κατανομής ή διανεμητικό, σύμφωνα με το οποίο οι δαπάνες κάθε περιόδου ή χρήσης, π.χ. ενός έτους, πρέπει να καλύπτονται από τα έσοδα της περιόδου και αυτό όχι για κάθε άτομο χωριστά αλλά για όλους τους προστατευόμενους ή τους προστατευόμενους ενός ορισμένου κλάδου, με διατήρηση ενός περιορισμένου αποθεματικού για την αντιμετώπιση έκτακτων και ασυνήθιστων αναγκών.

Η κρατική εισφορά προβλέπεται αόριστα από τον νόμο, με τον τύπο μάλλον μιας εγγύησης σε περίπτωση ύπαρξης ελλειμμάτων, αλλά έμμεσα το κράτος συμβάλλει με τη χορήγηση φορολογικών ατελειών, δωρεάν οικοπέδων, τη δημιουργία εσόδων από πρόστιμα κλπ. Το μέγεθος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών καθορίζεται χωριστά για κάθε κλάδο ασφάλισης, με βάση υπολογισμού το τεκμαρτό ημερομίσθιο, σε αντιστοιχία προς μία από τις 13 προβλεπόμενες μισθολογικές κλάσεις (σύστημα της μεταβλητής εισφοράς). Στον υπολογισμό του μισθού λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες προσαυξήσεις, επιδόματα, βραβεία, ωφελήματα εις είδος (κατοικία, τροφή, στολή, εισιτήρια κυκλοφορίας κλπ.). Ο νόμος εξουσιοδοτεί το ΙKA να κάνει επενδύσεις από τα διαθέσιμα κεφάλαια σε ιδρύματα που διευκολύνουν τη λειτουργία του ή εξυπηρετούν τους σκοπούς του (γραφεία, νοσοκομεία, μαιευτήρια, παιδικούς σταθμούς και κατασκηνώσεις κλπ.).

Παροχές στα προστατευόμενα πρόσωπα.

Για να χορηγηθεί παροχή στον ασφαλισμένο, πρέπει να συντρέχει κατά την ορολογία του ασφαλιστικού δικαίου, ασφαλιστική περίπτωση ή, όπως επίσης, λέγεται κίνδυνος, δηλαδή διατάραξη ορισμένης μορφής της οικονομικής κατάστασης του ασφαλισμένου. Οι ασφαλιστικές περιπτώσεις είναι καθορισμένες από τον νόμο: ασθένεια, τοκετός, θάνατος του προστάτη της οικογένειας, ανικανότητα για εργασία· η τελευταία μπορεί να προέρχεται από γηρατειά, από σωματική ή πνευματική ασθένεια, από ατύχημα.

Για την ασφαλιστική περίπτωση της ασθένειας, ως κριτήριο χρησιμεύει το αν αυτή δημιουργεί ανικανότητα για εργασία. Η ασθένεια αρχίζει από τη στιγμή που εμφανίζεται η ανικανότητα αυτή ή κρίνεται αναγκαία η περίθαλψη. Δεν λαμβάνεται υπόψη η αιτία της ασθένειας και το αν αυτή είναι ή όχι ανίατη. Όταν ο ασφαλισμένος εξαιτίας πάθησης, βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, δεν είναι σε θέση να κερδίζει τουλάχιστον για ένα εξάμηνο περισσότερο από το ένα τρίτο των όσων κερδίζει ένας υγιής της κατηγορίας του, χαρακτηρίζεται ανάπηρος. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι το ατύχημα, δηλαδή αιφνίδια επιζήμια κατάσταση σε βάρος του ασφαλισμένου, που προέρχεται από εξωτερικό γεγονός το οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος. Τις κοινωνικές ασφαλίσεις ενδιαφέρει αμέσως το εργατικό, δηλαδή το επαγγελματικό ατύχημα που παράγεται κατά την εργασία, μπορεί όμως, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να περιληφθεί στην ασφαλιστική αξίωση και το ατύχημα που έγινε εκτός εργασίας. Κατά τον νόμο, η επαγγελματική ασθένεια εξομοιώνεται με το ατύχημα. Η επαγγελματική ασθένεια είναι η ασθένεια που προκαλείται από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου. Με την ασφάλιση του τοκετού καλύπτεται, εκτός του τοκετού, και ορισμένος χρόνος της εγκυμοσύνης και της λοχείας, αν πρόκειται για αμέσως ασφαλισμένη και μόνο ο τοκετός, αν πρόκειται για σύζυγο ασφαλισμένου. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για νόμιμο ή νόθο τέκνο, αν τούτο γεννήθηκε ζωντανό ή νεκρό, ωστόσο πρέπει ο τοκετός να έχει γίνει μετά την τέλεση του γάμου. Για την ασφάλεια του γήρατος απαιτείται συμπλήρωση ορισμένης ηλικίας. Τέλος, ασφαλιστική περίπτωση αποτελεί ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία κι αν προήλθε· προς τον θάνατο εξομοιώνεται η αφάνεια (έλλειψη είδησης για ένα πρόσωπο περισσότερο από έναν χρόνο και σοβαρή πιθανότητα θανάτου του).

Για να ισχύσουν οι ασφαλιστικές αυτές περιπτώσεις, πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες προϋποθέσεις της λεγόμενης ουσιαστικής ισχύος της α. (π.χ. να έχει πραγματοποιηθεί πριν από την ασθένεια ορισμένος αριθμός ημερών εργασίας)· τούτο δεν απαιτείται στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Για τη χορήγηση σύνταξης, ο νόμος επιτρέπει σε όσους δεν έχουν ακόμα συμπληρώσει το όριο ηλικίας να πάρουν μειωμένη σύνταξη.

Κατά τις περιπτώσεις της ασφάλισης, οι παροχές διακρίνονται εις είδος και εις χρήμα. Η ιατρική περίθαλψη ανήκει στην πρώτη κατηγορία και περιλαμβάνει τις ιατρικές φροντίδες, φάρμακα κλπ., λουτροθεραπεία, νοσοκομειακή περίθαλψη, ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα επιδόματα ασθένειας και μητρότητας και τα έξοδα κηδείας. Η έκταση των παροχών δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβάλλεται με αποφάσεις των αρμοδίων σύμφωνα με τη γενική πολιτική των ασφαλιστικών οργανισμών, που μπορούν να επεκτείνουν την ιατρική περίθαλψη σε μεγαλύτερο κύκλο προστατευομένων ή και να καθορίσουν διαφορετικό ποσοστό κάλυψης της δαπάνης.

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Τί είναι οι Kόπτες και ποιά η ιστορία τους…

Οι πρώτοι μονοφυσίτες χριστιανοί της Αιγύπτου και οι διάδοχοί τους, οι οποίοι σήμερα αριθμούν περίπου 7.000.000 και αποτελούν, από ανθρωπολογική άποψη, τους πιο καθαρούς εκπροσώπους του αρχαίου αιγυπτιακού λαού.

Η ονομασία Κόπτες αποτελεί εξευρωπαϊσμένο τύπο (που πιθανώς χρονολογείται από τον 14o αι.) της λέξης κιμπτ ή κουμπτ, η οποία προέρχεται από την ελληνική ονομασία Αιγύπτιοι.

Οι αρχές του χριστιανισμού στην Αίγυπτο είναι δύσκολο να προσδιοριστούν. Ανεξάρτητα από τον πολυάριθμο ελληνικό ή ημιελληνικό πληθυσμό των μεγάλων πόλεων όπως η Αλεξάνδρεια –η χριστιανική ιστορία του οποίου ανήκει στη γενική ιστορία του ελληνικού χριστιανισμού– η παρουσία χριστιανών μεταξύ των αυτόχθονων Αιγυπτίων πιστοποιείται από τα τέλη του 3ου αι. Κόπτες ήταν οι περίφημοι ασκητές άγιος Αντώνιος και άγιος Παχώμιος (4ος αι.), ιδρυτές του αιγυπτιακού μοναχισμού, ο οποίος αργότερα γνώρισε μεγάλη διάδοση. Ο αιγυπτιακός χριστιανισμός διαμορφώθηκε γρήγορα ως αντίδραση του γηγενούς λαϊκού στοιχείου, που βρισκόταν σε εξαθλίωση και ήταν υποδουλωμένο στην αριστοκρατία πλούσιων, εθνικών Ελλήνων γαιοκτημόνων. Με την υποστήριξη του μοναχισμού (ο αβάς Σενούτε-Σινούθιος, που πέθανε το 451, θεωρείται ο οργανωτής της εθνικής Εκκλησίας και ο μεγαλύτερος Κόπτης συγγραφέας) απέκτησε μια θέση που γινόταν όλο και ισχυρότερη και κατά τον 5o αι. αποτελούσε ήδη τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Το 451 η ήττα του Διόσκουρου, πατριάρχη της Αλεξάνδρειας και υποστηρικτή της μίας και μόνης φύσης του Χριστού, προκάλεσε το μονοφυσιτικό σχίσμα, στο οποίο προσχώρησε μεγάλο μέρος των Αιγυπτίων. Οι αντίπαλοί τους, οπαδοί του ορθόδοξου δόγματος, το οποίο ασπαζόταν ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, ονομάστηκαν αντίθετα μελχίτες (από μια συριακή λέξη που σημαίνει οι αυτοκρατορικοί). Οι μονοφυσίτες υπέστησαν διώξεις από τους μελχίτες και η προσχώρηση των Κοπτών (οι οποίοι δεν έδειχναν, άλλωστε, μεγάλη κλίση στις θεολογικές μελέτες, σε
αντίθεση με τους Έλληνες) στον μονοφυσιτισμό μπορεί, κατά ένα μέρος τουλάχιστον, να θεωρηθεί αντίδραση των Αιγυπτίων εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, μετά την αραβική κατάκτηση (627-641), την οποία πολλοί μονοφυσίτες δέχτηκαν ως απελευθέρωση, επειδή ήταν δυσαρεστημένοι από τη βυζαντινή διοίκηση, οι διώξεις στράφηκαν κατά των μελχιτών, προκαλώντας τον αφανισμό τους. Η κατοχή της Αιγύπτου από τους Άγγλους επέφερε σημαντική αλλαγή στη θέση των Κοπτών, γιατί αποκαταστάθηκε η ισότητα με τους μουσουλμάνους απέναντι στον νόμο, αν και δεν είχε πάντα πρακτική εφαρμογή.

Κοπτική γλώσσα

 Θεωρείται η άμεση κληρονόμος της αρχαίας αιγυπτιακής και προσέφερε μεγάλη βοήθεια στους γλωσσολόγους για τη μελέτη της τελευταίας. Η κοπτική γράφεται με ελληνικά γράμματα και με ορισμένα γράμματα ειδικής μορφής, που εισήχθησαν προκειμένου να εκφράσουν φθόγγους που δεν υπήρχαν στην ελληνική, ενώ περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό ελληνικών λέξεων. Σήμερα η γλώσσα είναι νεκρή και έχει αντικατασταθεί από την αραβική. Μολονότι αποτελεί τη γλώσσα της λειτουργίας στη μονοφυσιτική Κοπτική Εκκλησία, είναι κατανοητή μόνο από τους λογίους. Η κοπτική φιλολογία, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία του χριστιανισμού, έχει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, λειτουργικό και θρησκευτικό χαρακτήρα και μπορεί να θεωρηθεί ότι στην πράξη έσβησε κατά τον 14o αι.· όλοι οι σημερινοί Κόπτες μιλούν και γράφουν την αραβική.

Kοπτική τέχνη

Η καλλιτεχνική παραγωγή της χριστιανικής Αιγύπτου από τον 4o έως τον 8o αι. Η κοπτική τέχνη διαθέτει πλούσια και υψηλή εικαστική παράδοση, με εμφανείς τις επιρροές του ανατολικού κόσμου. Οι επιβιώσεις της φαραωνικής τέχνης, σε συνδυασμό με τις σπουδαιότερες βυζαντινές, συριακές, μεσοποτάμιες, περσικές αλλά και ινδικές εισροές συνετέλεσαν πολύ γρήγορα, ιδιαίτερα στα πολυάριθμα μοναστικά κέντρα του εσωτερικού της χώρας, στη διαμόρφωση μιας εγχώριας καλλιτεχνικής έκφρασης, αμιγώς κοπτικής. Η τέχνη αυτή χαρακτηριζόταν, εκτός από την πληθωρικότητα των τόνων, από μια προοδευτική απομάκρυνση από τους υστεροελληνιστικούς τρόπους έκφρασης (που παρέμειναν ζωντανοί για μεγαλύτερο διάστημα μόνο σε ένα κοσμοπολίτικο κέντρο, όπως η Αλεξάνδρεια) και από μια παράλληλη έντονη τάση προς το αφηρημένο στιλ και τη διακόσμηση. Ωστόσο, είναι σαφής η διαφοροποίηση στη θρησκευτική εικονογραφία, που βασίζεται συχνά στα απόκρυφα Ευαγγέλια και παρουσιάζει μια ιδιαίτερη ερμηνεία του χριστιανισμού, την ερμηνεία του μονοφυσιτισμού, που δέχεται μόνο μία φύση στον Χριστό. Η αραβική κατάκτηση (627-641) ανέκοψε απότομα την άνθηση της κοπτικής τέχνης και εξαφάνισε κατά μεγάλο μέρος τα ίχνη της, όμως ό,τι απέμεινε ήταν ικανό να προσφέρει, έστω και δίχως την ύπαρξη ουσιωδών ιστορικών δεδομένων, μια συνοπτική ιδέα της εξέλιξης της κοπτικής τέχνης.

Τα μεγάλα μοναστικά κέντρα κοντά στη Σοχάγκ και κυρίως η Λευκή Μονή και η Κόκκινη Μονή (η ίδρυση των οποίων ανάγεται γύρω στο 440), η βασιλική της Δενδέρας (τέλη του 5ου αι.), η μονή του Αγίου Συμεών κοντά στην Ασιούτ, τα ιερά της Σακάρα, οι μονές της Μπαουίτ στη Μέση Αίγυπτο και οι μονές της ερήμου Νατρούν αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της κοπτικής αρχιτεκτονικής. Τα απλά και επιβλητικά κτίρια, που στερούνται αρθρώσεων, βρίσκονται πιο κοντά προς τα φαραωνικά μνημεία παρά προς τα ελληνιστικά οικοδομήματα, πλούσια από άποψη χώρου και ατμόσφαιρας.

Στη γλυπτική είναι πιο φανερή, παρά τις διαφορές των ποικίλων κέντρων, η βαθμιαία απομάκρυνση από την ελληνιστική παράδοση και η στροφή προς αυστηρά στιλιζαρισμένες τεχνικές με κλίση προς τις επίπεδες μορφές, η οποία κατά τον 8ο αι. έφτασε σε μια απόλυτη δισδιάστατη μορφή. Τα αρχαιότερα γλυπτά της Αχνάς, της Οξυρρύγχου και της Σακάρα διατηρούν επιρροές της ελληνιστικής τεχνοτροπίας, ενώ τα γλυπτά και οι διακοσμήσεις της Μπαουίτ, της Σοχάγκ και της Ντασλούγκ είναι αμιγώς κοπτικά. Χαρακτηριστικά στα πρόσωπα των ιερατικών μορφών, οι οποίες είναι αυστηρά μετωπικές, είναι τα μεγάλα, βαθουλωμένα μάτια, που διαθέτουν μια υποβλητική προσήλωση (στήλη με την Παναγία στον θρόνο με δύο αγγέλους από τις Θήβες, 5ος-6ος αι.· Η είσοδος στα Ιεροσόλυμα από τη Λευκή Μονή, 8ος αι.). Αν συγκριθούν αυτές οι στιλιζαρισμένες μορφές με τις ρωμαιοελληνιστικές προσωπογραφίες του Φαγιούμ, που έχουν φιλοτεχνηθεί με εγκαυστική ή τέμπερα, διακρίνεται εύκολα η απόσταση που χωρίζει αυτές τις δύο τελείως διαφορετικές αισθητικές αντιλήψεις.

Οι μαρτυρίες που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα για τη ζωγραφική βρίσκονται κυρίως στην Ντεΐρ Αμπού Χενίς, κοντά στην Αντινόη, στη μεγάλη μονή της Μπαουίτ (6ος αι.) και στη Σακάρα (σήμερα στο Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου), από την οποία προέρχεται και η πρώτη βέβαιη απεικόνιση της Θηλάζουσας Παναγίας. Το ύφος στα ζωγραφικά αυτά έργα συνδυάζεται με μια ενδιαφέρουσα αίσθηση του χρώματος: θεωρίες αγίων μοναχών, απόλυτα μετωπικές και στατικές, καλύπτουν, χωρίς λύση της συνέχειας, τους τοίχους με έναν συνδυασμό φωτεινών και καθαρών χρωμάτων. Η ελληνιστική αντίληψη της τέχνης με την περίπλοκη συνθετικότητά της έχει παραχωρήσει τη θέση της στη διάσπαση των μορφικών στοιχείων, συγκεντρωμένων σε πρώτο πλάνο με ένα ακαθόριστο φόντο: από την αναπαραστατική μεταβαίνουν στην παραστατική ζωγραφική. Το αφηρημένο ύφος και η τάση προς τη διακόσμηση, κύρια χαρακτηριστικά της κοπτικής τέχνης, είναι φανερά κυρίως στα προϊόντα των διακοσμητικών τεχνών, όπως τα υφαντά, τα κεραμικά, οι μικρογραφίες, τα ξυλόγλυπτα, προϊόντα που διατηρούνται σε μεγάλο αριθμό σχεδόν σε όλα τα μεγάλα μουσεία. Ιδιαίτερα αξιόλογα είναι τα υφάσματα, στα οποία οι παραστάσεις, που απορροφώνται από το συνολικό σχέδιο, αναδημιουργούνται ρυθμικά με τολμηρούς χρωματισμούς.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα τα προϊόντα της κοπτικής τέχνης είχαν διαδοθεί ευρύτατα κατά μήκος των οδών που οδηγούσαν στους διάφορους τόπους προσκυνήματος.