Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΣΧΕΣΕΙΣ ΡΩΣΙΑΣ-ΙΡΑΚ (από τον Yeltsin εώς τον Ayad Allawi)

Η ανάπτυξη των σχέσεων
Τα πρώτα χρόνια της θητείας του Yeltsin οι σχέσεις των χωρών επικεντρώθηκαν κυρίως σε οικονομικά ζητήματα. Καθώς η Ρωσία δεν λάμβανε καμία οικονομική βοήθεια από τα πλούσια, φιλοδυτικά, πετρελαιοπαραγωγά κράτη, κυρίως την Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, αποτελούσε οικονομική αναγκαιότητα να στραφεί σε πιο ριζοσπαστικά κράτη, όπως το Ιράκ, την Λιβύη. Παράλληλα η στρατηγική θέση του Ιράκ στον Περσικό Κόλπο και η εγγύτητα με τα πρώην Σοβιετικά σύνορα, έκανε ακόμα πιο σημαντικές τις σχέσεις με το Ιράκ, ιδιαίτερα και λόγω της επιρροής του στα νέα Ισλαμικά κράτη εντός της περιοχής που η Ρωσία αποκαλούσε «εγγύς εξωτερικό», αλλά και του σημαντικού μουσουλμανικού πληθυσμού εντός της Ρωσίας.

Όταν τα Αμερικανικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Βαγδάτη τον Ιούνιο του 1993, τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης καταδίκασαν ομόφωνα την επιχείρηση, παρά την επίσημη έγκριση της Ρωσικής κυβέρνησης. Μεταξύ 1993-1994 οι σχέσεις Ρωσίας-ΗΠΑ θα ψυχραθούν με την Ρωσία να ζητά από το Συμβούλιο Ασφαλείας να ανταποκριθεί στα θετικά βήματα που γίνονται από το Ιράκ και να χαλαρώσει αν όχι να καταργήσει τελείως τις κυρώσεις. Κατά την διάρκεια συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας των Η.Ε το 1994, η Ρωσία θα δηλώσει την ανάγκη ισότιμων νομικών δεσμεύσεων από όλα τα μέρη που εμπλέκονται στην διαμάχη Ιράκ-Κουβέιτ. Η Ρωσία προσπάθησε να πείσει το Ιράκ να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα του Κουβέιτ κάτι το οποίο έγινε μετά από επισκέψεις του Kozyrev στα τέλη του 1994 στην Βαγδάτη. Αυτή η επιτυχία της Ρωσίας δεν θα ληφθεί θετικά από τις ΗΠΑ καθώς βλέπουν τα σχέδια τους στην περιοχή, να βλάπτονται και την η Ρωσία να ανακτά την χαμένη διπλωματική της δυναμική. Τον Μάιο του 1995 η Ρωσική Δούμα ψηφίζει την κατάργηση του εμπάργκο πετρελαίου κατά του Ιράκ, μια απόφαση περισσότερο συμβολική παρά δεσμευτική. Η Ρωσική ηγεσία επιθυμούσε την εξισορρόπηση των σχέσεων του τόσο με το Ιράκ και το Κουβέιτ όσο και με την Δύση.

Οι σχέσεις Ιράκ-Ρωσίας θα πάρουν θετική τροπή κατά την διάρκεια της θητείας Primakoν, καθώς ο ίδιος είχε δουλέψει μεταξύ 1968-1970 ως Σοβιετικός ανταποκριτής στην Βαγδάτη και είχε φιλικές σχέσεις με τον Saddam Hussein.

Παράλληλα η εμπλοκή του ως απεσταλμένος του Gorbachev στον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου αντιμετωπίστηκε θετικά. Το Ιράκ θα αποτελέσει την πρώτη προτεραιότητα του Primakov και οι σχέσεις των δύο χωρών θα δοκιμαστούν στο τέλος του 1996, όπου αμερικανικοί πύραυλοι θα πλήξουν Ιρακινές περιοχές, με την αιτιολογία των παραβιάσεων από Ιρακινής πλευράς των ειδικά προστατευόμενων περιοχών στο βόρειο τμήμα της περιοχής του. Η Ρωσική πλευρά καταδίκασε, την αμερικανική ενέργεια καθώς θεωρούσε ότι με δική της παρέμβαση τα στρατεύματα θα αποχωρούσαν από την Κουρδική περιοχή και η κατάσταση θα μπορούσε να οδηγηθεί σε λύση.

Το Ιράκ προσπάθησε να διατηρήσει τις σχέσεις του με την Ρωσία και τους επόμενους 8 μήνες ο Aziz θα επισκεφτεί την Μόσχα επανειλημμένα. Η Ρωσία με την Κίνα και την Γαλλία θα δημιουργήσουν ένα ανεπίσημο φιλο-Ιρακινό λόμπυ στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Ε, για να περιοριστούν οι κυρώσεις και περιορίσουν τις Αμερικανικές ενέργειες. Ωστόσο θα οι προσπάθειές τους θα αποτύχουν λόγω της μονομερούς δράσης των ΗΠΑ με αποτέλεσμα την αποχή της Ρωσίας, Κίνας, Κένυας, Γαλλίας και Αιγύπτου από την διαδικασία της απόφασης 1134 του Συμβουλίου Ασφαλείας τον Οκτώβριο του 1997. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί όταν αργότερα προς το τέλος του ίδιου μήνα το Ιράκ θα απαιτήσει την εγκατάλειψη εντός μιας εβδομάδας από το Ιράκ όλων των Αμερικανών επιθεωρητών της UNSCOM, ενώ απαιτούν και την εναέρια παύση επιτήρησης των Αμερικανών αεροσκαφών πάνω από το Ιρακινό έδαφος 11 . Η Ρωσία θα παρέμβει και μετά από διπλωματικές διαμεσολαβήσεις του Primakov η κατάσταση θα εξομαλυνθεί αλλά για ακόμη μια φορά θα αναθερμανθεί με την βασική αντιπαράθεση να επικεντρώνεται στην αρμοδιότητα πρόσβασης των μελών της UNSCOM στο παλάτι.

Οι σχέσεις Ιράκ-Ρωσίας θα συνεχιστούν αλλά, οι προθέσεις και οι προσδοκίες τους θα γκρεμιστούν με την επίθεση τον Δεκέμβριο του 1998 από τις ΗΠΑ και τα Ηνωμένο Βασίλειο στο Ιρακινό έδαφος. Η Ρωσία διατύπωνε ότι οι επιθέσεις δεν προκλήθηκαν από το Ιράκ αλλά ουσιαστικά, προερχόταν από την προβοκατόρικη συμπεριφορά του επικεφαλή της UNSCOM, ο οποίος λίγες μέρες πριν την επίθεση είχε ζητήσει από το προσωπικό του να αποχωρήσει από την χώρα. Ο Yeltsin χαρακτήρισε την επίθεση ως παραβίαση του Χάρτη των Η.Ε αλλά και του διεθνούς δικαίου και ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός, καταδικάζοντας την σκανδαλώδη συμπεριφορά του επικεφαλής της UNSCOM και κάλεσε σε έκτακτη συνάντηση του Συμβουλίου Ασφάλειας των Η.Ε. Οι βομβαρδισμοί θα σταματήσουν την 20 Δεκεμβρίου 1998 με τον Yeltsin χαρακτηρίζοντας τους ως το τέλος μιας παράλογης και παράνομης ενέργειας και καλώντας σε βοήθεια για την υποστήριξη των Ιρακινών ανθρώπων και θυμάτων των βομβαρδισμών.

Η νέα εποχή που ανέτειλε για τη ρωσική εξωτερική πολιτική με τον Putin στην ηγεσία, συνοδευόταν από κάποια χαρακτηριστικά που άφηναν ερωτήματα για το μέλλον των ρωσο-ιρακινών σχέσεων, δεδομένου του παρελθόντος τους. Η αυξημένη σημασία τόσο της Τουρκίας όσο και του Ιράν στις επιδιώξεις του Κρεμλίνου στην περιοχή, αλλά και η απόπειρα συνεργασίας με το Ισραήλ που προωθούσαν ρωσικοί ισχυροί κύκλοι, μπορούσε να ερμηνευθεί ως μείωση της στρατηγικής αξίας του Ιράκ. Ωστόσο, η νέα ρωσική ηγεσία κληρονομούσε ταυτόχρονα και τρεις εκκρεμότητες-στόχους από την περίοδο διακυβέρνησης Yeltsin. Ένα ιρακινό χρέος ύψους $7δις, την προσπάθεια εδραίωσης των ρωσικών πετρελαϊκών εταιριών στο Ιράκ μέσω σύναψης προνομιακών συμφωνιών και την άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί στο Ιράκ από τα Ηνωμένα Έθνη, η οποία αποτελούσε το κλειδί για το δεύτερο στόχο. Υπό το καθεστώς αυτό των κυρώσεων προσπάθησε η Μόσχα, στα πλαίσια διμερών επαφών που πραγματοποιήθηκαν το 2000, να τονώσει τους δεσμούς και να καταστήσει σαφή την πρόθεση για συνεργασία με τη Βαγδάτη, τονίζοντας τις πιέσεις που ασκούσε στο Συμβούλια Ασφαλείας του ΟΗΕ για την υιοθέτηση μιας νέας απόφασης με ολική ή μερική άρση των κυρώσεων. Επεσήμανε όμως και την ανάγκη επανέναρξης της συνεργασίας του Ιράκ με το νέο όργανο που θα αναλάμβανε την παρακολούθηση του στρατιωτικού προγράμματος του Ιράκ UNMOVIC 12 , που περιλάμβανε κίνητρα για την εφαρμογή του, τα οποία αφορούσαν έκτος από το Ιράκ και τη Ρωσία, όπως την άρση περιορισμού εξαγωγών ιρακινού πετρελαίου και την εισαγωγή αγαθών. Η άρνηση του ιρακινού καθεστώτος να εφαρμόσει την απόφαση του ΣΑ συνοδεύτηκε από επικρίσεις κατά της Ρωσίας, της Κίνας και της Γαλλίας 13 για τη μη άσκηση βέτο. Στις αμερικανο- βρετανικές αεροπορικές επιθέσεις κατά του Ιράκ το Φεβρουάριο του 2001, η Ρωσία απείλησε με μονομερή άρση των κυρώσεων, πρόταση που καταψήφισε τελικά η ρωσική Δούμα καταδεικνύοντας την απροθυμία της να δυναμιτίσει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ.

Το Κρεμλίνο κλήθηκε να διαχειριστεί την έντονη δυσαρέσκεια της Βαγδάτης που συνοδεύτηκε υπό τις απειλές ακύρωσης των συμφωνιών με τις ρωσικές πετρελαϊκές εταιρίες, αν δεν ξεκινούσαν εργασίες εξόρυξης στο Ιράκ. Με διπλωματικούς ελιγμούς εντός του Συμβουλίου Ασφαλείας προσπάθησε να εκτονώσει τις ιρακινές πιέσεις, προτείνοντας αντί των δυτικών «έξυπνων κυρώσεων», την χαλάρωση των μέτρων που αφορούσαν την εισαγωγή αγαθών για τον ιρακινό λαό, αλλά αυστηρότερα μέτρα για την εισαγωγή στρατιωτικού υλικού τον έλεγχο για την ύπαρξη ή ανάπτυξη όπλων μαζικής καταστροφής και τα πετρελαϊκά έσοδα στο Ιράκ 14 ένα σχέδιο για την αποσόβηση ανθρωπιστικής καταστροφής και επανέναρξη ελέγχου και επιθεώρησης των εγκαταστάσεων του Ιράκ, κατόπιν της συγκατάθεσής του. Το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε από την ιρακινή ηγεσία, ενώ και οι ΗΠΑ με τη Μεγάλη Βρετανία απέσυραν τις προτάσεις τους, εξέλιξη που ήταν σαφώς ευνοϊκή τόσο για το Ιράκ, όσο και για τη Ρωσία.

Οι διαβουλεύσεις που διεξάγονταν στους πρώτους δέκα μήνες του 2001 μεταξύ των δυο χωρών, στα πλαίσια της απαρέγκλιτης επιδίωξης της Μόσχας για οικονομική συνεργασία και διείσδυση στις αγορές όλων των χωρών τις περιοχής, απέφεραν εμπορικές συμφωνίες ύψους $1,85δις, αντιστοιχώντας στο 60% της εμπορικής δραστηριότητας της Ρωσίας στον αραβικό κόσμο 15 . Ο οικονομικός προσεταιρισμός του Ιράκ συνοδεύτηκε από τη στήριξη της ρωσικής κυβέρνησης στο θέμα των κυρώσεων και της παράτασης του προγράμματος στήριξης “Food for Oil” των ιρακινών πολιτών σε βασικά αγαθά, που δε θα προορίζονταν όμως για στρατιωτικούς σκοπούς και ανάγκες. Για τη Βαγδάτη η Μόσχα θεωρείτο στρατηγικός εταίρος.

Η μεταστροφή της Ρωσίας

Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου επέφεραν μια μεταστροφή στη ρωσική εξωτερική πολιτική προς το Ιράκ. Η αμερικανική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο κατά της διεθνούς τρομοκρατίας στρεφόμενη και κατά του Ιράκ προφασιζόμενη τόσο την κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής θέλοντας να εντείνει τις πιέσεις της εντός των ΗΕ για την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων σε βάρος του, όσο και τη χρηματοδότηση του δικτύου της διεθνούς τρομοκρατίας από ιρακινό καθεστώς. Το ανοιχτό μέτωπο της Ρωσίας στην Τσετσενία υποδείκνυε την συνεργασία με τις ΗΠΑ για την περιφερειακή ασφάλεια. Παράλληλα η διαφαινόμενη βαθύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή θα αναδείκνυε σε πολύτιμη για την Ουάσιγκτον την παροχή πληροφοριών της Μόσχας 16 .

Παρόλα αυτά η ρωσική ηγεσία τασσόταν κατά της ανάληψης μονομερούς στρατιωτικής δράσης από ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία κατά του Ιράκ, γιατί θα επιδείνωνε ένα ήδη βεβαρημένο κλίμα στην ευρύτερη περιοχή από το Παλαιστινιακό, αλλά θα απέβαινε και σε βάρος των ρωσικών συμφερόντων. Εξακολούθησε δε να προβάλλει αντίσταση στα πλαίσια του ΣΑ των ΗΕ στις αγγλο- αμερικανικές προθέσεις για επιβολή κυρώσεων. Η σχετική απόφαση όμως για επανεξέταση των κυρώσεων το Δεκέμβριο του 2001,προκάλεσε την αντίδραση του Ιράκ και την δυσαρέσκεια του απέναντι στη Ρωσία, η οποία καλείτο να ωρίμαζε η απόφαση για μονομερή εισβολή στο Ιράκ και την αδιαλλαξία του Saddam Houssein να αποδεχτεί διεθνή έλεγχο ως το μόνο τρόπο για την άρση ισορροπήσει ανάμεσα στην εκτόνωση των εντεινόμενων από την Ουάσιγκτον πιέσεων, για διεθνή έλεγχο και αποστολή επιθεωρητών στο Ιράκ, ενώ ταυτόχρονα των κυρώσεων. Τα περιθώρια των ελιγμών της ρωσικής ηγεσίας ήταν περιορισμένα. Στις διασκέψεις του ΣΑ που διεξήχθησαν το 2002 η Μόσχα προσπαθούσε να αποτρέψει την χορήγηση εξουσιοδότησης για μία επέμβαση στο Ιράκ, καθώς στο ζήτημα της επιβολής αυστηρότερων κυρώσεων και την επανεξέταση του προγράμματος «Food for Oil» προς το χειρότερο, δεν μπόρεσε να τα αποτρέψει και συντάχθηκε με τα υπόλοιπα μέλη.

Η ομόφωνη απόφαση του ΣΑ το Νοέμβριο του 2002, με αριθμό 1441, για έναρξη ελέγχων και επιθεώρησης στο ιρακινό έδαφος από τη UNMOVIC, ερμηνεύτηκε από τη Μόσχα ως ελπίδα για εξεύρεση μιας πολιτικής-διπλωματικής λύσης καθιστώντας μη αναγκαία τη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ., την οποία όπως διευκρίνισε θα καταψήφιζε στο ΣΑ. Παράλληλα ήθελε μέσω της διπλωματίας να ενισχύσει τις πιθανότητες για άρση των κυρώσεων, αλλά και να αποσυνδέσει το ζήτημα αλλαγής του καθεστώτος στο Ιράκ από τις αποφάσεις του ΣΑ. Ωστόσο, τόσο στο εσωτερικό, όσο και διεθνώς φαινόταν αδύνατο να μπορεί η Ρωσία να αποτρέψει την η επερχόμενη επίθεση. Παρά τις δηλώσεις Ρώσων κορυφαίων αξιωματούχων ότι η Ρωσία θα ασκήσει veto στο ΣΑ για να μην επιβληθούν οι κυρώσεις στο Ιράκ, στην πραγματικότητα η Ρωσία δεν ήθελε να χρεωθεί με ένα ηγετικό ρόλο ενός αντι-αμερικανικού συνασπισμού «καταστρέφοντας ότι είχε αποκομίσει από τις διμερείς επαφές τους τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, η ρωσική ηγεσία επιχείρησε να προσδώσει στο ιρακινό ζήτημα διεθνείς διαστάσεις, ερχόμενη σε επαφές με τα μη μόνιμα μέλη του ΣΑ των ΗΕ, αλλά και με Γαλλία και Γερμανία οι οποίες ήταν αντίθετες στον πόλεμο κατά του Ιράκ και προωθούσαν την αποστολή επιθεωρητών των ΗΕ, πρόταση που υποστήριζε και η Ρωσία. Τήρησε αποστάσεις όμως από αυτές στην απόρριψη εκ μέρους τους της αμερικανικής πρότασης για αποστολή δύναμης Κυανόκρανων στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Το Μάιο του 2003, μετά την επίθεση στο Ιράκ και την κατάληψη της Βαγδάτης, Ρωσία και Γαλλία, στα πλαίσια του ΣΑ τέθηκαν τα ζητήματα του ρόλου των ΗΕ έως την ανάδειξη δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, της άμεσης άρσης των κυρώσεων, της οικονομικής ανασυγκρότησης και του ενεργειακού πλούτου του Ιράκ.

Παρά τις τριβές μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας 18 , η απόφαση 1483 του ΣΑ ψηφίστηκε ομόφωνα στις 22 Μαΐου, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στη εξωτερική πολιτική του Putin στο ζήτημα του Ιράκ που δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω βελτίωση των σχέσεων Μόσχας-Ουάσιγκτον. Οι λόγοι της μεταστροφής αυτής οφείλονταν στις ανησυχίες της Μόσχας, αλλά και άλλων διεθνών δρώντων όπως η Ινδία, η Ευρωπαϊκή Ένωση κ.α. για την όξυνση του ριζοσπαστικού ισλαμισμού στην περιοχή, απειλώντας την περιφερειακή ασφάλεια, και εγκυμονώντας κινδύνους για το εσωτερικό της Ρωσίας από το μουσουλμανικό στοιχείο. Επιπλέον, η ρωσική οικονομία ήταν ευπαθής σε πιθανή αστάθεια των διεθνών τιμών του πετρελαίου, από την ενδεχόμενη πτώση του καθεστώτος του Saddam Houssein. Η αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς που θα ακολουθούσε θα συμπίεζε τη διεθνή τιμή του πετρελαίου πλήττοντας την ενεργειακή βιομηχανία της Ρωσίας και τα κρατικά έσοδα 19 Τέλος εκκρεμούσε και το ζήτημα του χρέους του Ιράκ από τη σοβιετική περίοδο ύψους $7δις.

Η παροχή στήριξης από τη ρωσική ηγεσία στις αμερικανικές πρωτοβουλίες και προτάσεις συνεχίστηκε εντός του ΣΑ στις αποφάσεις για την εγκαθίδρυση Κυβερνητικού Συμβουλίου του Ιράκ απαρτιζόμενο από αντιπροσώπους ξένων χωρών και εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων, και την ανάδειξη της σε μεταβατική κυβέρνηση μέχρι τη διενέργεια εκλογών στις αρχές του 2005. Ο Putin, αν και εμφανίστηκε επικριτικός για το ζήτημα της σύλληψης του Saddam Houssein, τόνισε την σχέση συνεργασίας των δυο χωρών στο αγώνα κατά της τρομοκρατίας, επισφραγίζοντας την αλλαγή στάσης της Ρωσίας στο ζήτημα της αμερικανικής εισβολής. Το 2004 στη συμφωνία για την απόφαση των ΗΕ για τη νέα εποχή στο Ιράκ, κατόπιν διαπραγματεύσεων, η Ρωσία, παρά τον πλήρη έλεγχο των ΗΠΑ στη χώρα, εκτός του στρατιωτικού εξοπλισμού, ήλπιζε στη σύναψη επικερδών συμφωνιών για τα ενεργειακά αποθέματα του Ιράκ Η προσπάθεια της Μόσχας να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τη Βαγδάτη, συνεχίστηκαν και μετά την ανάδειξη της μεταβατικής ιρακινής κυβέρνησης. Η ρωσική ηγεσία επιδίωξε έναν διακανονισμό για το ιρακινό χρέος από τη σοβιετική περίοδο, ο οποίος προσέκρουσε στην αντίδραση τόσο της νέας ιρακινής κυβέρνησης, όσο και των ΗΠΑ που απαίτησαν τη διαγραφή του. Η αντίδραση του Κρεμλίνου για τις απώλειες που θα είχαν οι ρωσικές εταιρίες, αλλά και τον αποκλεισμό άλλων, από την ιρακινή αγορά, δεν είχε αποτέλεσμα, καθώς κατόπιν αμερικανικών πιέσεων διαγράφηκε το 80% του ρωσικού χρέους προκειμένου να στηριχτεί το Ιράκ. Αποτέλεσε όμως αφορμή για να ανοίξει ένας νέος δρόμος στις ρωσο-ιρακινές σχέσεις, με τον Putin να εκφράζει τη στήριξη του στον ιρακινό Πρωθυπουργό Allawi για την ανοικοδόμηση του Ιράκ με τη συμμετοχή ρωσικών εταιριών και για τη διεξαγωγή εκλογών, εκφράζοντας ωστόσο αμφιβολίες για την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων, λόγω ενδεχόμενης αμερικανικής ανάμιξης

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Η τουρκική πολιτική της τρομοκρατίας

Υπάρχει ένας μακρόχρονος μύθος στην Τουρκία για τους αξιωματικούς της εγχώριας Υπηρεσίας Πληροφοριών -ότι η πεμπτουσία της μεταμφίεσης ενός νέου πράκτορα στο πεδίο είναι να υποδύεται τον μικροπωλητή Simit (τουρκικά κουλούρια) ενώ κατασκοπεύει σε ένα κολέγιο ή σωματείο ύποπτο για υπονομευτική δράση. Αφού βρει ένα βολικό σημείο για να πωλεί κουλούρια κοντά στον τόπο που του έχει ανατεθεί, ο κατάσκοπος-πωλητής στην συνέχεια θα πραγματοποιεί μια καθημερινή ρουτίνα λαθρακρόασης και επιτήρησης. Είτε πρόκειται για γελοιοποίηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Τουρκίας (ΜΙΤ) από την Αριστερά είτε όχι, από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε μια εκθετική αύξηση του αριθμού των προμηθευτών κουλουριών και λαχειοπωλών γύρω από την παλιά πολυκατοικία μου στην Άγκυρα, η οποία εφάπτεται της πύλης του προξενείου της πρεσβείας των Ηνωμένων Πρεσβεία.
Ακόμη και αν οι πράκτορες της MIT χρησιμοποιούν περισσότερο εξελιγμένα μέσα αναγνώρισης και καμουφλάζ, το κύρος του οργανισμού είναι σε ένα ιστορικό χαμηλό. Η τρομοκρατική επίθεση στην Άγκυρα στις 10 Οκτωβρίου ήταν η
πιο θανατηφόρα στην σύγχρονη ιστορία του κράτους, η οποία στοίχισε δεκάδες ζωές αθώων και άφησε εκατοντάδες τραυματίες. Πολλοί Τούρκοι είναι δυσαρεστημένοι με την συλλογή πληροφοριών από την ΜΙΤ -κατηγορώντας το σώμα για ερασιτεχνισμό και ανικανότητα. Είναι ίσως άδικο να καταστήσουμε την MIT εξ ολοκλήρου υπεύθυνη, αλλά για να καταλάβουμε πώς να αποτραπούν μελλοντικές επιθέσεις, η Τουρκία πρέπει να έχει μια πιο προηγμένη συζήτηση σχετικά με το πώς συνέβη αυτό.
ΧΑΜΕΝΑ ΣΗΜΑΔΙΑ
Περίπου στις δέκα το πρωί, στις 10 Οκτωβρίου, δύο βομβιστές αυτοκτονίας στόχευσαν μια ειρηνική διαδήλωση κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό -το σύνηθες σημείο συγκέντρωσης των διαδηλωτών στην Άγκυρα καθώς πορεύονται προς την πλατεία Sihhiye Meydani, όπου πραγματοποιούνται οι διαδηλώσεις. Στα θύματα της επίθεσης περιλαμβάνονται μέλη εμπορικών και εργατικών συνδικάτων και πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP). Η αρχική έκθεση των ερευνητών της σκηνής του εγκλήματος επιβεβαίωσε ότι δύο υπερσύγχρονες βόμβες διασποράς (shrapnel bombs) που περιείχαν δέκα κιλά ΤΝΤ και χαλύβδινα ρουλεμάν είχαν πυροδοτηθεί στην πλατεία. Η έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή (και η ερευνητική ομάδα τόσο πρόχειρη) που ένας τηλεοπτικός ανταποκριτής ανέφερε, δύο ημέρες μετά την επίθεση, ότι κομμένα μέλη ανθρώπων κρέμονταν ακόμα από κλαδιά δέντρων περίπου εκατό μέτρα μακριά από το σημείο της έκρηξης.
Αμέσως μετά την βομβιστική επίθεση, οι επιζώντες άρχισαν να αναζητούν αστυνομικούς, μόνο για να συνειδητοποιήσουν ότι δεν υπήρχε κανένας για να βρουν. Φαινόταν παράξενο σε πολλούς ότι η κυβέρνηση δεν είχε αποστείλει δυνάμεις ασφαλείας στην περιοχή: Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Άγκυρας, ο οποίος βρίσκεται κοντά στο αρχηγείο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και της Γενικής Διεύθυνσης της Αστυνομίας, είναι σχεδόν πάντα υπό κυβερνητική εποπτεία κατά την διάρκεια διαδηλώσεων. Εκ των υστέρων, πολλοί ακτιβιστές που έζησαν εκείνη την ημέρα αναθυμήθηκαν ότι η έλλειψη οχημάτων των «ΜΑΤ» στον χώρο θα έπρεπε να ήταν ένα σαφές προειδοποιητικό σημάδι ότι κάτι ήταν έτοιμο να πάει τρομερά λάθος -το υπονοούμενο ήταν ότι οι αξιωματικοί γνώριζαν κάτι που δεν ήξεραν οι διαδηλωτές. Όταν η αστυνομία έφθασε τελικά, ήρθε με δακρυγόνα και κλομπ για να διαλύσει το πλήθος.
Από εκείνο το σημείο και μετά, ως επί το πλείστον ψέκαζαν τους γιατρούς που βοηθούσαν τους τραυματισμένους. Στην πραγματικότητα, μια αρκετά μεγάλη ομάδα γιατρών από τον τουρκικό Ιατρικό Σύλλογο είχε παραστεί στην διαδήλωση. Χωρίς την παροχή των πρώτων βοηθειών, ο αριθμός των νεκρών (102 άτομα μέχρι τώρα, σύμφωνα με κυβερνητικούς λογαριασμούς) θα ήταν σίγουρα πολύ υψηλότερος.
Το χάος εκείνη την ημέρα ήταν αποκαρδιωτικό. Ταξί εθελοντικά έκαναν διαδρομές μεταξύ του σταθμού της Άγκυρας και των γειτονικών νοσοκομείων˙ εγκαταλειμμένα πανό χρησιμοποιήθηκαν ως φορεία για την μεταφορά πτωμάτων˙ ένα όχημα της αστυνομίας με σπασμένα παράθυρα μετατράπηκε από τους πολίτες σε ασθενοφόρο. Το όλο περιστατικό ήταν τόσο φοβερό που έχει ήδη καταγραφεί στα χρονικά της τουρκικής ιστορίας ως «Μαύρο Σάββατο».
30102015-1.jpg
Διαδηλωτές μεταφέρουν ψεύτικα φέρετρα σε πορεία στους δρόμους της Φρανκφούρτης, για να τιμήσουν τα θύματα της βομβιστικής επίθεσης στην Άγκυρα το Μαύρο Σάββατο σε διαδήλωση φιλοκούρδων ακτιβιστών και ομάδων πολιτών. 14 Οκτωβρίου 2015. KAI PFAFFENBACH / REUTERS
------------------------------------
ΓΝΩΣΤΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ
Αν οι βομβιστές αυτοκτονίας ήταν άγνωστοι, ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου πιθανόν θα είχε αντιμετωπίσει μικρότερη δημόσια κατακραυγή. Αλλά ένας από τους τρομοκράτες, ο Yunus Emre Alagoz, ήταν επίσημα καταγεγραμμένος ως πρόσωπο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τις τουρκικές Υπηρεσίες πληροφοριών και φέρεται ότι είχε στρατολογηθεί από τζιχαντιστές για λογαριασμό του ISIS [1]. Ο Alagoz διατηρούσε ένα τεϊοποτείο στο Adiyaman [2], το οποίο φέρεται να δούλευαν και να σύχναζαν νεοσύλλεκτοι τρομοκράτες που βρίσκονταν υπό αστυνομική επιτήρηση. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης μέχρι που δημοσίευσαν αστυνομικές καταγραφές μιας συνομιλίας σε κινητό τηλέφωνο που ο Alagoz πραγματοποίησε στις 17 Μαΐου, όπου καταγράφηκε να κάνει αποχαιρετισμούς –γεγονός που καταδεικνύει ότι μια επίθεση ήταν επικείμενη.
Ο Alagoz είναι ο μεγαλύτερος αδελφός ενός άλλου γνωστού τρομοκράτη, του Şeyh Abdurrahman Alagoz, ο οποίος πραγματοποίησε μια βομβιστική επίθεση αυτοκτονίας στην Suruç [3] τον περασμένο Ιούλιο, σκοτώνοντας τον εαυτό του μαζί με 33 αριστερούς και φιλοκούρδους ακτιβιστές. Ο Seyh Abdurrahman είχε συλληφθεί, είχε ανακριθεί από την τουρκική αστυνομία, και στην συνέχεια αποφυλακίστηκε μια ημέρα πριν από την εκτέλεση της βομβιστικής επίθεσης τον Ιούλιο. Ο μεγαλύτερος αδελφός του κατάφερε να αποφύγει την αστυνομία και εξαφανίστηκε από τους αξιωματικούς των Μυστικών Υπηρεσιών πριν πυροδοτήσει το [γεμάτο βόμβες] γιλέκο του. Προφανώς, ο δεύτερος βομβιστής, ο Omer Deniz Dundar [4], ήταν συχνός πελάτης του τεϊοποτείου του Alagoz. Ο Dundar συνελήφθη τον Μάιο του 2015, ανακρίθηκε από την αστυνομία και στην συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος χωρίς κατηγορίες. Ίσως το χειρότερο από όλα, οι οικογένειες των τρομοκρατών που ενεπλάκησαν στις βομβιστικές επιθέσεις του Suruç και της Άγκυρας μέχρι που είχαν κοινοποιήσει στην αστυνομία τους δεσμούς των παιδιών τους με το ISIS (μερικοί ήδη από το 2013), ζήτησαν να ενημερωθούν για την τύχη τους στην Συρία, και παρακάλεσαν τις τουρκικές Αρχές να τους φέρει πίσω.
Η αυξανόμενη δημόσια ανησυχία σχετικά με την απάντηση της κυβέρνησης στις επιθέσεις ανάγκασε τον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών Efkan Ala να αποστρατεύσει αρκετούς διοικητές της αστυνομίας, καθώς και να παραδεχθεί ότι ίσως να υπάρχουν κενά ασφαλείας που επέτρεψαν να πραγματοποιηθεί η επίθεση. Ομοίως, ο Νταβούτογλου γεμάτος λύπη ανακοίνωσε ότι οι Αρχές ανακάλυψαν 30 γιλέκα αυτοκτονίας [5] και κυκλοφόρησε φωτογραφίες του προφίλ 19 υπόπτων βομβιστών -όλα μέλη ενός εν υπνώσει πυρήνα στο Adiyaman που αποκαλούνται Dokumacilar [6] (Υφαντές). Δυστυχώς, ο Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι θα ήταν ενάντια στον «δημοκρατικές αρχές» της Τουρκίας να ενεργήσει με βάση αυτές τις πληροφορίες και να συλλάβει μέλη ενός εν υπνώσει πυρήνα [7], επειδή εξακολουθεί να υπάρχει εύλογη αμφιβολία για τις προθέσεις τους. «Δεν μπορούμε να ενεργήσουμε όπως η Συρία», είπε. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση ψήφισε ένα αμφιλεγόμενο Πακέτο Εσωτερικής Ασφάλειας [8] πέρσι, που της επιτρέπει να συλλαμβάνει διαφωνούντες με βάση την «εύλογη αμφιβολία», στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι οι πληροφορίες της MIT θα χρειαστούν περισσότερη επαλήθευση πριν μπορέσει να δράσει η κυβέρνηση.
30102015-2.jpg
«ΜΑΤ» κάνουν χρήση δακρυγόνων για να διαλύσουν διαδηλωτές, κατά την διάρκεια μιας διαμαρτυρίας ενάντια στις εκρήξεις βομβών του Σαββάτου στην Άγκυρα, στην κυριαρχούμενη από Κούρδους νοτιοανατολική πόλη Ντιγιαρμπακίρ, στην Τουρκία, στις 12 Οκτωβρίου 2015. SERTAC KAYAR / REUTERS
-----------------------------------
Η επαλήθευση των πληροφοριών είναι αναμφίβολα μια δύσκολη δουλειά. Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτό είναι κάτι στο οποίο ειδικεύεται ο επικεφαλής της ΜΙΤ, Hakan Fidan [9]. Ο Fidan είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στις διεθνείς σχέσεις, με εμπειρία στα συστήματα πληροφοριών. Η διατριβή του, «Η διπλωματία στην εποχή της πληροφορίας: Η χρήση των τεχνολογιών πληροφορικής στην επαλήθευση», ασχολείται με την ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί επανάσταση της πληροφορίας και διαχείριση συγκρούσεων. Στην διατριβή του, ο Fidan διερευνά λεπτομερώς τις θεωρητικές και πρακτικές χρήσεις του ελέγχου, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο έλεγχος έχει γίνει πρόσφατα πιο ζωτικής σημασίας στις αναλύσεις ασφαλείας οι οποίες ανιχνεύουν την εξαπάτηση και τις παραπλανητικές πληροφορίες, από όσο για την επιβεβαίωση επικείμενων τρομοκρατικών επιθέσεων.
Φέρνοντας στο νου το ολίσθημα ασφαλείας που οδήγησε στην τραγωδία της Άγκυρας, ο Fidan υποστηρίζει ότι οι καλές πληροφορίες δεν μπορούν να εγγυηθούν την καλή πολιτική, και ότι οι κακές πληροφορίες συμβάλλουν σχεδόν πάντα στην αποτυχία της πολιτικής. Ανάμεσα στις πολλές προτάσεις του για την βελτίωση των δυνατοτήτων συλλογής πληροφοριών της Τουρκίας ήταν η ανάπτυξη ενός ευρύτερου δικτύου αναγνώρισης και η απόδοση μεγαλύτερης σημασίας σε ορισμένες χώρες (δηλαδή, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες), που ενσωμάτωσαν επιτυχώς τα συστήματα πληροφοριών τους στην χάραξη εξωτερικής πολιτικής. Αν είχαν υλοποιηθεί, είναι δίκαιο να πούμε ότι οι πράκτορες υπό τον Fidan θα είχαν επισκιάσει τους προκατόχους τους, οι οποίοι στέκονταν πίσω από τα καροτσάκια με τα κουλούρια. Δυστυχώς, η δίδυμη βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα κατέστησε απολύτως σαφές ότι η ΜΙΤ εξακολουθεί να μαστίζεται από δυσλειτουργικότητα.
Μέχρι στιγμής, οι περισσότεροι παρατηρητές έχουν κατηγορήσει την κυβέρνηση για την επίθεση. Στην ομίχλη λίγα λεπτά μετά την βομβιστική επίθεση, ο συμπρόεδρος του HDP, Selahattin Demirtas, κατηγόρησε την κυβέρνηση [10] για συνενοχή. Μετά τις εκλογές του Ιουνίου, κατά τις οποίες το HDP κέρδισε 80 κοινοβουλευτικές έδρες, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Τουρκία έχουν βάλει στο στόχαστρο αποκλειστικά τις διαδηλώσεις των Κούρδων [11]. Κουρδικές προσωπικότητες συνεπώς αναρωτιούνται αν υπάρχει κάποια σύνδεση. Εάν κάποιος ρωτήσει τους ντόπιους, το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση του ΑΚΡ ήταν απλά αμελής ή αγνόησε σκόπιμα τις υπάρχουσες πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές πράξεις τρομοκρατίας, και ως εκ τούτου είναι συνένοχη.
Παρ’ όλες τις αποδείξεις που δείχνουν προς το ότι το ISIS ευθύνεται για την επίθεση, η κυβέρνηση θεωρεί την επίθεση ως εκκινηθείσα από ένα «τρομοκρατικό κοκτέιλ» [12] στο οποίο εμπλέκονται το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ) και το επαναστατικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Κόμμα-Μέτωπο (DHKP -C). Ο Νταβούτογλου μέχρι που υπονόησε την συμμετοχή της παράνομης οργάνωσης που ονομάζεται «Παράλληλο κράτος» [13], η οποία διείσδυσε στο Τμήμα Πληροφοριών της Αστυνομίας και επιδιώκει να ανατρέψει το κράτος.
Ακόμη και αν το Μαύρο Σάββατο γίνεται αντιληπτό ως ένας εθνικός ιστός καταχρήσεων και αμέλειας, το ερώτημα παραμένει: Τι θα πρέπει να κάνει η τουρκική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκάλεσε την κρίση αυτή εξαρχής; Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης θα έλεγαν ότι το ΑΚΡ θα πρέπει να σταματήσει τις δικαιολογίες και να παραδεχτεί την ευθύνη του αντί να λογοκρίνει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τις ειδήσεις που σχετίζονται με την βομβιστική επίθεση ή να περιορίζει την πρόσβαση των δικηγόρων στα αρχεία της έρευνας και του κατηγορητηρίου προηγούμενων επιθέσεων. Αυτό που η Τουρκία χρειάζεται πραγματικά είναι μια συνεκτική στρατηγική για την καταπολέμηση του ISIS. Η χλιαρή στάση της τουρκικής κυβέρνησης απέναντι στο να απαλλαγεί από το ISIS έχει ανοίξει το δρόμο για την τρομοκρατική οργάνωση ώστε να δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο κρυφών πυρήνων τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου, πέραν του ολισθήματος στο δίκτυο πληροφοριών της Τουρκίας, πολύ φταίξιμο θα μπορούσε να πέσει στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Παρά το σηκωμένο δάχτυλο και την αταξία μετά την βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα, ένα πράγμα είναι βέβαιο: Το πολιτικό μέλλον της Τουρκίας, καθώς και η ασφάλεια της, είναι σε μεγάλο κίνδυνο.
Copyright © 2015 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/turkey/2015-10-28/turkeys-politi...
Σύνδεσμοι:
[1] http://www.bbc.com/news/world-europe-34533522
[2] http://www.independent.co.uk/news/world/middle-east/ankara-bombing-perpe...
[3] http://www.bbc.com/news/world-europe-33619043
[4] http://www.hurriyetdailynews.com/teahouse-becomes-center-of-isil-recruit...
[5] http://www.hurriyetdailynews.com/turkish-police-seize-30-isil-suicide-ve...
[6] http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/10/turkey-syria-isis-adiy...
[7] http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/10/turkey-ankara-bombing-...
[8] http://www.al-monitor.com/pulse/en/originals/2015/02/turkey-security-pac...
[9] http://www.al-monitor.com/pulse/originals/2015/02/turkey-united-states-w...
[10] http://www.hurriyetdailynews.com/hdp-co-chair-blames-akp-government-for-...
[11] http://time.com/4028845/turkey-pkk-hdp-civil-war-attacks/
[12] http://www.hurriyetdailynews.com/is-it-so-hard-to-say-it-was-an-isil-att...
[13] http://www.bbc.com/news/world-europe-30492348
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Τί είναι η κοινωνική ασφάλιση και ποιά η ιστορία της

Κοινωνική ασφάλιση είναι η δραστηριότητα με την οποία το κράτος άμεσα ή με τη μεσολάβηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του προσφέρει στον εργαζόμενο, αντί ορισμένης τακτικής χρηματικής καταβολής, υλικές παροχές και υπηρεσίες σε περιπτώσεις ασθένειας, σωματικής ή πνευματικής βλάβης, αναπηρίας και γήρατος. Οι δαπάνες καλύπτονται με τις υποχρεωτικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τις οποίες έχουν θεσπίσει οι σύγχρονες νομοθεσίες.

Η εμφάνιση συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται στενά με τη βιομηχανική ευρωπαϊκή επανάσταση του 19ου αι. και την πλήρη ανεπάρκεια της δημόσιας ή ιδιωτικής αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικών συνθηκών.

Στατιστικές που αναφέρονται στη Γερμανία, για το έτος 1877, δείχνουν ότι σε μερικές κατηγορίες της βιομηχανίας, οι εργάτες ασθενούσαν σε ποσοστό μεταξύ 65% και 80%, ενώ τα βρέφη μητέρων που δούλευαν σε βιομηχανίες, όπου χρησιμοποιούσαν φώσφορο και μόλυβδο πέθαιναν κατά 40% στον πρώτο χρόνο και κατά 70% στα τρία πρώτα χρόνια. Τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάρα πολλά και η ασθένεια του εργαζόμενου οδηγούσε την οικογένεια στη δυστυχία.

Σε αυτή την κατάσταση, οι εργαζόμενοι άρχισαν να συνασπίζονται και τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα συνδικάτα, τα οποία λειτούργησαν συχνά και ως σωματεία εργατικής αλληλοβοήθειας. Τα μέλη τους αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν περιοδικά ορισμένα ποσά, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κοινό ταμείο προορισμένο να βοηθά τα μέλη που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή και την εργασία τους. Αποδείχτηκε όμως σύντομα ότι η αλληλοβοήθεια ήταν ανίκανη να προστατεύσει με θετικό τρόπο τον εργαζόμενο και να καλύψει τις ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, σε περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου. Παράλληλα, μερικές μεγάλες βιομηχανίες, όπως π.χ. των Κρουπ στη Γερμανία, άρχιζαν να ανησυχούν για τις συχνές ασθένειες και απουσίες του ειδικευμένου προσωπικού, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στον ρυθμό της παραγωγής.

Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι κοινωνικοί αγώνες επηρέαζαν καθοριστικά το γενικό κλίμα της εποχής. Το 1883 υποβλήθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο για την υποχρεωτική α. ασθένειας και μητρότητας που έγινε δεκτό, έπειτα από σφοδρές συζητήσεις και αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανία ψήφισε τον νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά των ατυχημάτων και το 1889 τον νόμο για την υποχρεωτική α. κατά της αναπηρίας και του γήρατος. Έτσι, την αρχή της εθελοντικής α. και αλληλεγγύης, χαρακτηριστικό των σωματείων αλληλοβοήθειας, αντικατέστησε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει από καθορισμένους κινδύνους, στους οποίους εκθέτονταν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του.

Η απήχηση που είχαν οι γερμανικοί νόμοι ήταν τεράστια και πολλές χώρες ακολούθησαν γρήγορα τον ίδιο δρόμο. Στις αρχές του 20ού αι. δεν υπήρχε ακόμα πρόνοια για έναν μόνο κίνδυνο: την ανεργία. Οι Γερμανοί νομοθέτες θεώρησαν ότι αυτή η μορφή ασφάλισης ήταν απραγματοποίητη. Την αντίληψη αυτή διέψευσε ο Λόιντ Τζορτζ στην Αγγλία, ο οποίος κατόρθωσε, υπερνικώντας σφοδρές αντιδράσεις, να ψηφιστεί από το αγγλικό κοινοβούλιο ο σχετικός νόμος, το 1911.


Στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, πάρα πολλές χώρες είχαν αποδεχτεί την αρχή των κοινωνικών ασφαλίσεων και η κοινωνική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου ενίσχυσε στους εργαζόμενους την επίγνωση του δικαιώματος να είναι ασφαλισμένοι και την υποχρέωση του κράτους να παρέχει προστασία. Η περίοδος του μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από την ορμητική ανάπτυξη των κοινωνικών ασφάλισεων. Ο θεσμός όμως, όπως είχε διαμορφωθεί, δεν ανταποκρινόταν πια στο πλαίσιο της ζωής των εργαζομένων που συνεχώς διευρυνόταν ούτε στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής οι οποίες αυξάνονταν.

Η ασφαλιστική αρχή των οργανισμών, φορέων του θεσμού, χάριζε έναν αυστηρό περιοριστικό όρο για πολλές κατηγορίες πολιτών, οι οποίες εξαιρούνταν της προστασίας. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αναπτύσσεται ακόμα περισσότερο με το αγγλικό σχέδιο γενικής κοινωνικής ασφάλισης, το γνωστό ως Σχέδιο Μπέβεριτζ (1942), το οποίο συνάντησε ευρύτατη επιδοκιμασία. Στη μεταπολεμική εποχή, η κοινωνική ασφάλιση τείνει να ενοποιηθεί με τη δημόσια αντίληψη και να μεταβληθεί σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης  μέσα στα οποία το κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξασφαλίζει σε κάθε πολίτη προστασία σε περιστατικά της ατομικής, οικογενειακής και συλλογικής του ζωής.

Ιστορία και νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού στην Ελλάδα.

Η εισαγωγή ενός συγχρονισμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα καθυστέρησε, σχετικά με άλλες χώρες, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης. Ο θεσμός ήταν όμως γνωστός από πολλά χρόνια: τον είχαν εφαρμόσει κατά κάποιον τρόπο οι ναυτικοί του Αιγαίου από τον 18o αι. σε απομίμηση παλαιότερης επινόησης του Κολμπέρ στη Γαλλία. Ως συνέχεια και συστηματοποίηση αυτής της πρακτικής πρέπει να θεωρηθεί η ίδρυση, κατά το 1836, του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (η λειτουργία του όμως άρχισε μόνο το 1861), για το οποίο πάντως δεν είχε προβλεφθεί ούτε εργοδοτική ούτε κρατική εισφορά. Τον ίδιο χρόνο, με τον νόμο Χ’, είχε προβλεφθεί η α. των εργατών μεταλλείων (λειτούργησε μετά το 1882), ενώ ο Ν. 281/1914, έθεσε νομικές βάσεις για τη λειτουργία αλληλοβοηθητικών σωματείων. Τα αποφασιστικότερα βήματα έγιναν όμως κατά και μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, με τη δημοσίευση, παρά τις έντονες αντιδράσεις, των νόμων 551/1915 περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εκ της εργασίας παθόντων εργατών ή υπαλλήλων (ο οποίος θέσπιζε την ατομική ευθύνη του εργοδότη για την κάλυψη του επαγγελματικού κινδύνου) και 2868/1922 περί υποχρεωτικής α. των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων. Ο τελευταίος αυτός νόμος αφορούσε α. των μη αυτοτελώς εργαζομένων μισθωτών της βιομηχανίας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας· κατά την εφαρμογή του προτιμήθηκε όμως η α. κατά επιχειρήσεις. Από το 1925 άρχισαν να δημιουργούνται ασφαλιστικά ταμεία αυτοτελώς εργαζομένων (νομικών, υγειονομικών κλπ.).

Το 1929, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επαναλαμβάνοντας προτάσεις που είχαν γίνει στον Τύπο ή στη βουλή από το 1902 και ύστερα, εξήγγειλε την προσεχή εφαρμογή γενικευμένου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης κατά της ασθενείας, ανικανότητος, γήρατος και θανάτου. Το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στη βουλή στις 19 Μαΐου 1932 και ψηφίστηκε (Ν. 5733/1932), αλλά δεν εφαρμόστηκε εξαιτίας κοινοβουλευτικών μεταβολών. Σύντομα όμως ψηφίστηκε νέος νόμος, με συντάκτη τον Χρ. Αγαλλόπουλο (Ν. 6298/1934 Περί κοινωνικής ασφάλισης , ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από 1η Δεκεμβρίου 1937. Η νομοθεσία αυτή, που τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από νεότερους νόμους, εισήγαγε την καθολικότητα της ασφάλισης των μισθωτών (με δυνατότητα επέκτασης σε κατηγορίες αυτοτελώς εργαζόμενων), από ενιαίο φορέα, το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙKA).

Οι σχετικές με το ΙΚΑ διατάξεις συμπληρώνονται από πολυάριθμες διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες υπέγραψε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη μετακίνηση των ασφαλισμένων από χώρα σε χώρα (υπολογισμός χρόνου εργασίας σε άλλη χώρα, κατανομή των παροχών μεταξύ διαδοχικών οργανισμών κλπ.). Τέλος, με τον Ν. 4169/1961 καθιερώθηκε ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης των αγροτών. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 το θέμα των διαρθωτικών αλλαγών στην κοινωνική ασφάλιση απασχόλησε έντονα τη χώρα μας, αλλά μέχρι το 2002 δεν είχε δοθεί οριστική λύση.

Σύστημα οικονομικής λειτουργίας.

 Κυριότεροι πόροι των κοινωνικών ασφαλίσεων είναι οι εισφορές των ασφαλισμένων, των εργοδοτών και του κράτους, των οποίων το ύψος καθορίζεται από στατιστικές μελέτες των σχετικών φαινομένων, τα οποία επιδρούν, εκτός άλλων, και οι δημογραφικοί παράγοντες που επικρατούν σε κάθε χώρα (σύνθεση του πληθυσμού ανάλογα με τις ηλικίες κλπ.). Σε ό,τι αφορά στα συστήματα διαχείρισης, οι καταστατικές διατάξεις μάλλον σπανίζουν. Παλαιότερα γινόταν ευρύτατη χρήση του λεγόμενου συστήματος του μέσου ασφαλίστρου, σύμφωνα με το οποίο οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις δεν προσδιορίζονται χωριστά για κάθε άτομο, αλλά υπολογίζονται για όλους τους ασφαλισμένους ή ένα μέρος αυτών, και ορίζεται συνεπώς ένα σταθερό ασφάλιστρο που να καλύπτει σε κάθε στιγμή όλες τις απαιτήσεις. Το σύστημα αυτό, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των α. μακράς διάρκειας (σύνταξη γήρατος, θανάτου και αναπηρίας), εγκαταλείφτηκε και εξαιτίας των νομισματικών αναστατώσεων της περιόδου μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και εξαιτίας της γενίκευσης της α., που θα επέφερε, σε περίπτωση υιοθεσίας αυτού του συστήματος, τεράστια συγκέντρωση κεφαλαίων. Αντ’ αυτού του συστήματος και του λεγόμενου συστήματος της κεφαλαιοποίησης (άνοιγμα χωριστού λογαριασμού για κάθε προστατευόμενο πρόσωπο), προτιμήθηκε γενικά το σύστημα της κατανομής ή διανεμητικό, σύμφωνα με το οποίο οι δαπάνες κάθε περιόδου ή χρήσης, π.χ. ενός έτους, πρέπει να καλύπτονται από τα έσοδα της περιόδου και αυτό όχι για κάθε άτομο χωριστά αλλά για όλους τους προστατευόμενους ή τους προστατευόμενους ενός ορισμένου κλάδου, με διατήρηση ενός περιορισμένου αποθεματικού για την αντιμετώπιση έκτακτων και ασυνήθιστων αναγκών.

Η κρατική εισφορά προβλέπεται αόριστα από τον νόμο, με τον τύπο μάλλον μιας εγγύησης σε περίπτωση ύπαρξης ελλειμμάτων, αλλά έμμεσα το κράτος συμβάλλει με τη χορήγηση φορολογικών ατελειών, δωρεάν οικοπέδων, τη δημιουργία εσόδων από πρόστιμα κλπ. Το μέγεθος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών καθορίζεται χωριστά για κάθε κλάδο ασφάλισης, με βάση υπολογισμού το τεκμαρτό ημερομίσθιο, σε αντιστοιχία προς μία από τις 13 προβλεπόμενες μισθολογικές κλάσεις (σύστημα της μεταβλητής εισφοράς). Στον υπολογισμό του μισθού λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες προσαυξήσεις, επιδόματα, βραβεία, ωφελήματα εις είδος (κατοικία, τροφή, στολή, εισιτήρια κυκλοφορίας κλπ.). Ο νόμος εξουσιοδοτεί το ΙKA να κάνει επενδύσεις από τα διαθέσιμα κεφάλαια σε ιδρύματα που διευκολύνουν τη λειτουργία του ή εξυπηρετούν τους σκοπούς του (γραφεία, νοσοκομεία, μαιευτήρια, παιδικούς σταθμούς και κατασκηνώσεις κλπ.).

Παροχές στα προστατευόμενα πρόσωπα.

Για να χορηγηθεί παροχή στον ασφαλισμένο, πρέπει να συντρέχει κατά την ορολογία του ασφαλιστικού δικαίου, ασφαλιστική περίπτωση ή, όπως επίσης, λέγεται κίνδυνος, δηλαδή διατάραξη ορισμένης μορφής της οικονομικής κατάστασης του ασφαλισμένου. Οι ασφαλιστικές περιπτώσεις είναι καθορισμένες από τον νόμο: ασθένεια, τοκετός, θάνατος του προστάτη της οικογένειας, ανικανότητα για εργασία· η τελευταία μπορεί να προέρχεται από γηρατειά, από σωματική ή πνευματική ασθένεια, από ατύχημα.

Για την ασφαλιστική περίπτωση της ασθένειας, ως κριτήριο χρησιμεύει το αν αυτή δημιουργεί ανικανότητα για εργασία. Η ασθένεια αρχίζει από τη στιγμή που εμφανίζεται η ανικανότητα αυτή ή κρίνεται αναγκαία η περίθαλψη. Δεν λαμβάνεται υπόψη η αιτία της ασθένειας και το αν αυτή είναι ή όχι ανίατη. Όταν ο ασφαλισμένος εξαιτίας πάθησης, βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, δεν είναι σε θέση να κερδίζει τουλάχιστον για ένα εξάμηνο περισσότερο από το ένα τρίτο των όσων κερδίζει ένας υγιής της κατηγορίας του, χαρακτηρίζεται ανάπηρος. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι το ατύχημα, δηλαδή αιφνίδια επιζήμια κατάσταση σε βάρος του ασφαλισμένου, που προέρχεται από εξωτερικό γεγονός το οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος. Τις κοινωνικές ασφαλίσεις ενδιαφέρει αμέσως το εργατικό, δηλαδή το επαγγελματικό ατύχημα που παράγεται κατά την εργασία, μπορεί όμως, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να περιληφθεί στην ασφαλιστική αξίωση και το ατύχημα που έγινε εκτός εργασίας. Κατά τον νόμο, η επαγγελματική ασθένεια εξομοιώνεται με το ατύχημα. Η επαγγελματική ασθένεια είναι η ασθένεια που προκαλείται από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου. Με την ασφάλιση του τοκετού καλύπτεται, εκτός του τοκετού, και ορισμένος χρόνος της εγκυμοσύνης και της λοχείας, αν πρόκειται για αμέσως ασφαλισμένη και μόνο ο τοκετός, αν πρόκειται για σύζυγο ασφαλισμένου. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για νόμιμο ή νόθο τέκνο, αν τούτο γεννήθηκε ζωντανό ή νεκρό, ωστόσο πρέπει ο τοκετός να έχει γίνει μετά την τέλεση του γάμου. Για την ασφάλεια του γήρατος απαιτείται συμπλήρωση ορισμένης ηλικίας. Τέλος, ασφαλιστική περίπτωση αποτελεί ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία κι αν προήλθε· προς τον θάνατο εξομοιώνεται η αφάνεια (έλλειψη είδησης για ένα πρόσωπο περισσότερο από έναν χρόνο και σοβαρή πιθανότητα θανάτου του).

Για να ισχύσουν οι ασφαλιστικές αυτές περιπτώσεις, πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες προϋποθέσεις της λεγόμενης ουσιαστικής ισχύος της α. (π.χ. να έχει πραγματοποιηθεί πριν από την ασθένεια ορισμένος αριθμός ημερών εργασίας)· τούτο δεν απαιτείται στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Για τη χορήγηση σύνταξης, ο νόμος επιτρέπει σε όσους δεν έχουν ακόμα συμπληρώσει το όριο ηλικίας να πάρουν μειωμένη σύνταξη.

Κατά τις περιπτώσεις της ασφάλισης, οι παροχές διακρίνονται εις είδος και εις χρήμα. Η ιατρική περίθαλψη ανήκει στην πρώτη κατηγορία και περιλαμβάνει τις ιατρικές φροντίδες, φάρμακα κλπ., λουτροθεραπεία, νοσοκομειακή περίθαλψη, ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα επιδόματα ασθένειας και μητρότητας και τα έξοδα κηδείας. Η έκταση των παροχών δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβάλλεται με αποφάσεις των αρμοδίων σύμφωνα με τη γενική πολιτική των ασφαλιστικών οργανισμών, που μπορούν να επεκτείνουν την ιατρική περίθαλψη σε μεγαλύτερο κύκλο προστατευομένων ή και να καθορίσουν διαφορετικό ποσοστό κάλυψης της δαπάνης.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939 ή Χειμερινός Πόλεμος



Ο Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939 ή Χειμερινός Πόλεμος ήταν η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Φινλανδίας το 1939-40. Ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο φινλανδικό έδαφος την 30η Νοεμβρίου 1939 και τελείωσε στις 13 Μαρτίου 1940 με τη συνθήκη ειρήνης της Μόσχας. Η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε ως παράνομη την επίθεση και απέβαλε από τις τάξεις της τη Σοβιετική Ένωση στις 14 Δεκεμβρίου 1939.
Οι σοβιετικές δυνάμεις ήταν τριπλάσιες σε αριθμό έναντι των φινλανδικών δυνάμεων, είχαν 30 φορές μεγαλύτερη αεροπορική δύναμη και εκατονταπλάσιο αριθμό τεθωρακισμένων. Ο Κόκκινος Στρατός παρόλα αυτά ήταν αποδυναμωμένος και σε φάση αναδιοργάνωσης, ύστερα από τις μαζικές εκκαθαρίσεις που είχε κάνει το 1937 ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Στάλιν, εκκαθαρίσεις κατά τις οποίες εκτελέστηκε μεγάλος αριθμός ικανών αξιωματικών και χαρισματικών στρατηγών όπως ο Μιχαήλ Τουχατσέφσκι, εξαιτίας της ανασφάλειας του Σοβιετικού ηγέτη προς το σώμα των παλαιών στρατιωτικών λόγω της πιθανότητας ανατροπής του. Συγκεκριμένα 30.000 αξιωματικοί είχαν εκτελεσθεί ή φυλακιστεί, κυρίως ανώτερων και ανώτατων βαθμών. Οι διωγμοί αυτοί πτόησαν το ηθικό των Σοβιετικών στρατιωτών που αναγκάζονταν να ακολουθήσουν άπειρους αξιωματικούς και στέρησαν τον στρατό από έμπειρους ηγήτορες. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων με το υψηλό φρόνημα των Φινλανδών οι οποίοι μάχονταν υπέρ βωμών και εστιών, είχε ως αποτέλεσμα μια εξαιρετικώς σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των φινλανδικών δυνάμεων και την αναποτελεσματικότητα των σοβιετικών.
Οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν με τη Συνθήκη της Μόσχας το Μάρτιο του 1940. Η Φινλανδία απώλεσε το 11% των εδαφών της και το 30% των γεωοικονομικών πηγών της που πέρασαν στην κατοχή της Σοβιετικής Ένωσης.[1] Κατάφερε, ωστόσο, να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Η ΕΣΣΔ από την άλλη βγήκε από τον πόλεμο αυτό με βαρύτατες απώλειες στα πεδία της μάχης και τραυματισμένη τη διεθνή της φήμη.[1] Ο αντικειμενικός σκοπός της σοβιετικής εισβολής, που ήταν η κατάκτηση όλης της Φινλανδίας δεν επετεύχθη, κατάφερε όμως η Ε.Σ.Σ.Δ να καρπωθεί σημαντικά εδάφη γύρω από τη λίμνη Λάντογκα, τα οποία έπαιξαν τον ρόλο αμυντικής περιμέτρου της σοβιετικής πόλης του Λένινγκραντ.

Ιστορικό υπόβαθρο

Η πολιτική κατάσταση στη Φινλανδία


Η Φινλανδία αποτελούσε για αιώνες το ανατολικό τμήμα της Σουηδικής Αυτοκρατορίας, μέχρι το 1809. Τη χρονιά εκείνη, η τσαρική Ρωσία επιδιώκοντας να προστατέψει την πρωτεύουσά της Αγία Πετρούπολη από την επιθετικότητα των Σουηδών, κατέκτησε τη Φινλανδία και τη μετέτρεψε σε τμήμα της Αυτοκρατορικής Ρωσίας, με αυτεξούσιο όμως πολίτευμα. Μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα η Φινλανδία απολάμβανε ευρείας αυτονομίας ώσπου η Ρωσία προσπάθησε να την εντάξει στο κεντρικό της σύστημα διακυβέρνησης στα πλαίσια του προγράμματος δημιουργίας ενός ρωσοκεντρικού κράτους, κράτους με κυρίαρχο το ρόλο του σλαβικού στοιχείου.
Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ήττα της Ρωσίας σε αυτόν και η ταυτόχρονη έκρηξη της Ρωσικής Επανάστασης έδωσαν στη Φινλανδία την ευκαιρία για ανεξαρτησία. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1917 η Βουλή της Φινλανδίας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας. Η επαναστατική κυβέρνηση των Μπολσεβίκων, αδύναμη ακόμα (περιμένοντας την έναρξη εμφυλίου και απασχολημένη με την απεμπλοκή της Ρωσίας από τον πόλεμο), προέβη τρεις εβδομάδες αργότερα σε αναγνώριση της νέας φινλανδικής κυβέρνησης, μη απομακρύνοντας παραταύτα άμεσα τις μπολσεβικικές φρουρές στη χώρα. Το Μάιο του 1918 η Φινλανδία κέρδισε οριστικά την ανεξαρτησία της μετά από ένα μικρό σε διάρκεια εμφύλιο πόλεμο και την εκδίωξη των μπολσεβικικών στρατιωτικών μονάδων από το έδαφός της.
Το 1920 η βόρεια αυτή χώρα έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών (πρόδρομος του Ο.Η.Ε). Ο στόχος της Φινλανδίας ήταν η συλλογική ασφάλεια που θεωρητικά εγγυόταν ο διεθνής αυτός οργανισμός, παράλληλα με την ενίσχυση των σχέσεών της με τις σκανδιναβικές χώρες. Οι κυβερνήσεις της Σουηδίας και της Φινλανδίας συνεργάστηκαν σε ένα ευρύ φάσμα τομέων και ειδικώς σε στρατιωτικό επίπεδο. Στο στρατιωτικό επίπεδο συνεργάστηκαν κυρίως στον τομέα ανταλλαγής πληροφοριών και προμήθειας υλικού και λιγότερο στην εκτέλεση κοινών στρατιωτικών γυμνασίων, λόγω της διάθεσης της Σουηδίας να μη δεσμευτεί απέναντι στη φινλανδική εξωτερική πολιτική. Η απόρρητη στρατιωτική συνεργασία με την Εσθονία την ίδια εποχή ήταν άλλη μία σημαντική ενέργεια της φινλανδικής εξωτερικής πολιτικής.
Η δεκαετία του 1920 και τα χρόνια των αρχών της δεκαετίας του '30 ήταν μια περίοδος πολιτικώς ασταθής για τη Φινλανδία. Το 1931 το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας κηρύχθηκε παράνομο και το ακροδεξιό Κίνημα Λάπουα επιδόθηκε σε πράξεις βίας εναντίον των κομμουνιστών, εξέλιξη που οδήγησε στην αποτυχημένη εξέγερση του 1932. Μετά από αυτά τα γεγονότα η επιρροή και παρουσία του ακραία εθνικιστικού Λαϊκού Πατριωτικού Κινήματος (IKL, στα φινλανδικά) μειώθηκε ραγδαία (έχοντας μόνο 14 έδρες από τις 200 του φινλανδικού κοινοβουλίου).[1] Στα τέλη της δεκαετίας του '30, η προσανατολισμένη σε εξαγωγές φινλανδική οικονομία αναπτυσσόταν σημαντικά, γεγονός που οδήγησε σε επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα από ακραίες πολιτικές θέσεις και πολιτικά κινήματα, απότοκα της οικονομικής δυσχέρειας των προηγούμενων χρόνων.
Map of the Northern Europe where Finland, Sweden, Norway and Denmark are tagged as neutral countries. The Soviet Union has military bases in Estonia, Latvia and Lithuania.
Η Βόρεια Ευρώπη το Νοέμβριο του 1939██ Ουδέτερες χώρες██ Γερμανία και προσαρτημένες σε αυτή χώρες██ Σοβιετική Ένωση και προσαρτημένες σε αυτή χώρες██ Χώρες με σοβιετικές στρατιωτικές βάσεις
Οι σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης-Φινλανδίας

Μετά τη σοβιετική ανάμειξη στο Φινλανδικό Εμφύλιο του 1918, καμμία επίσημη συνθήκη ειρήνης δεν υπεγράφη. Το 1918 και το 1919, Φινλανδοί εθελοντές εξαπέλυσαν δύο ανεπιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις διείσδυσης κατά μήκος των σοβιετικών συνόρων. Το 1920 Φινλανδοί κομμουνιστές εγκατεστημένοι στη Ρωσία επιχείρησαν να δολοφονήσουν τον Φινλανδό, πρώην αρχηγό της Λευκής Φρουράς της Φινλανδίας (υποστηρικτών του τσάρου στον ρωσικό εμφύλιο με τους μπολσεβίκους), στρατηγό Εμίλ Μάνερχαϊμ. Στις 14 Οκτωβρίου 1920 η Φινλανδία και η Σοβιετική Ένωση υπέγραψαν τη Συνθήκη του Ταρτού, επιβεβαιώνοντας τον ορισμό των σοβιετικο-φινλανδικών συνόρων στα παλαιά όρια του αυτόνομου Μεγάλου Δουκάτου της Φινλανδίας και της Αυτοκρατορικής Ρωσίας.
Επιπροσθέτως, η Φινλανδία έλαβε το Πετσάμο, λιμάνι χωρίς πάγους, κατάλληλο για ναυσιπλοΐα και ελλιμενισμό πλοίων στον Αρκτικό Ωκεανό. Παρά την υπογραφή της συνθήκης όμως, οι σχέσεις των δύο χωρών παρέμεναν τεταμένες, με αμφίπλευρα καχύποπτη στάση. Η φινλανδική κυβέρνηση επέτρεψε σε Φινλανδούς εθελοντές να περάσουν τα σύνορα για να υποστηρίξουν την εξέγερση στην Ανατολική Καρελία το 1921, ενώ οι Φινλανδοί κομμουνιστές στη Ρωσία συνέχιζαν τις ρεβανσιστικές διαθέσεις τους εναντίον της κυβερνώσας αστικής τάξης στη χώρα τους, διαθέσεις που εκδηλώθηκαν με πράξεις όπως η συνοριακή επιδρομή που πραγματοποίησαν στο έδαφος της Φινλανδίας, η επονομαζόμενη ανταρσία Πορκ, το 1922.
Το 1932, η Σοβιετική Ένωση υπέγραψε με τη Φινλανδία ένα Σύμφωνο μη επίθεσης, το οποίο ανανεώθηκε το 1934 για άλλα δέκα χρόνια. Παρόλα αυτά οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών παρέμεναν σε άσχημη κατάσταση, όντας οι απολύτως απαραίτητες. Ενδεικτικό των σχέσεων των δύο χωρών είναι ότι ενώ το εξωτερικό εμπόριο της Φινλανδίας γνώριζε μεγάλη άνθιση, λιγότερο από το 1% αυτού γινόταν με τη Σοβιετική Ένωση. Το 1934 η Σοβιετική Ένωση έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών.
Κατά τη διάρκεια της σταλινικής περιόδου, η σοβιετική προπαγάνδα χαρακτήριζε τη φινλανδική ηγεσία ως φαύλη και αντιδραστική φασιστική κλίκα. Ο στρατηγός Εμίλ Μάνερχαϊμ και ο Βέινο Τάννερ, ηγέτης του Φινλανδικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, μπήκαν στο στόχαστρο μιας εκστρατείας χλευασμού και απαξίωσης από τη σοβιετική προπαγάνδα.
Με τον Ιωσήφ Στάλιν να κερδίζει την απόλυτη εξουσία στο κόμμα και το κράτος με το Μεγάλο Διωγμό του 1938, η Σοβιετική Ένωση αναθεώρησε την εξωτερική της πολιτική απέναντι στη Φινλανδία στα τέλη του 1930. Άρχισε να επιδιώκει την ανακατάληψη των επαρχιών της τσαρικής Ρωσίας, οι οποίες είχαν απωλεσθεί μέσα στο χάος της Οκτωβριανής Επανάστασης και του επακόλουθου Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου (1918-1922). Η σοβιετική ηγεσία πίστευε ότι η Σοβιετική Ένωση είχε εξασφαλισμένα τα ασιατικά εδάφη της και επιδίωκε και η πόλη του Λένινγκραντ (προπύργιό της στα βορειοδυτικά και την Ευρώπη) να απολαμβάνει την ίδια ασφάλεια, με την κατάληψη εδαφών περιφερειακά της πόλης, δίνοντάς της έτσι το στρατηγικό βάθος άμυνας που χρειαζόταν.

Διπλωματικές συνομιλίες

Τον Απρίλιο του 1938, ένας πράκτορας της Νικαβεντέ (NKVD), ο Μπορίς Ρούμπκιν, επικοινώνησε, κατόπιν κυβερνητικών εντολών, με τον Φινλανδό υπουργό Εξωτερικών Ρούντολφ Χόλστι και τον Πρωθυπουργό Άιμο Καχάντερ, ενημερώνοντάς τους ότι η Σοβιετική Ένωση δεν εμπιστευόταν τη ναζιστική Γερμανία και ότι ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών θεωρείτο πιθανός. Ο Κόκκινος Στρατός δεν θα περίμενε παθητικώς πίσω από τα σοβιετικά σύνορα αλλά θα προτιμούσε να προελάσει για να εμπλακεί με τον εχθρό. Φινλανδοί αντιπρόσωποι διαβεβαίωσαν τον Ρούμπκιν ότι η Φινλανδία ήταν προσηλωμένη σε μια πολιτική ουδετερότητας και κατέστησαν σαφές ότι η χώρα θα εναντιωνόταν σε κάθε εχθρική εισβολή στο έδαφός της. Ο Ρούμπκιν κατόπιν πρότεινε στη Φινλανδία να εκχωρήσει ή να εκμισθώσει στη Σοβιετική Ένωση κάποια νησιά στον Κόλπο της Φινλανδίας κατά μήκος των ακτών κοντά στο Λένινγκραντ. Η φινλανδική κυβέρνηση απέρριψε αυτή την πρόταση.
Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν όλο το 1938 χωρίς αποτελέσματα. Η φινλανδική υποδοχή των σοβιετικών προτάσεων ήταν αποφασιστικά ψυχρή, καθώς η βίαιη κολεκτιβοποίηση και οι διωγμοί του σταλινικού καθεστώτος είχαν αποκρυσταλλώσει στη φινλανδική κοινή γνώμη μια πολύ απαξιωτική εκτίμηση για τη μεγάλη χώρα στα ανατολικά τους. Πολλοί από την κομμουνιστική ελίτ είχαν εκτελεστεί κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Διωγμού, σκιάζοντας ακόμα περισσότερο την εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης στη συνείδηση των Φινλανδών. Την ίδια εποχή, η Φινλανδία προσπαθούσε να επιτύχει την ευόδωση ενός στρατιωτικού σχεδίου συμμαχικής δράσης με τη Σουηδία, ελπίζοντας σε άμυνα από κοινού για τα νησιά Άαλαντ.
Τον Αύγουστο του 1939 η Σοβιετική Ένωση και η Ναζιστική Γερμανία υπέγραψαν το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Το Σύμφωνο ήταν φαινομενικά απλώς μια συνθήκη μη επίθεσης, περιείχε όμως ένα μυστικό πρωτόκολλο στο οποίο οι ευρωπαϊκές ανατολικές χώρες χωρίζονταν σε σφαίρες επιρροής, τη γερμανική και τη σοβιετική σφαίρα. Στο πρωτόκολλο αυτό η Φινλανδία εντασσόταν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, Γερμανοί στρατιώτες επιτέθηκαν σε συνοριακά πολωνικά φυλάκια, σηματοδοτώντας την έναρξη της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία και του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Δυο μέρες αργότερα η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, εγγυήτριες της ασφάλειας των ευρωπαϊκών χωρών, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία. Σχεδόν αμέσως, η Ε.Σ.Σ.Δ εισέβαλε στην ανατολική Πολωνία. Οι βαλτικές χώρες, ανεξάρτητες τότε (μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917), υποχρεώθηκαν να δεχθούν την εγκατάσταση σοβιετικών στρατιωτικών βάσεων στα εδάφη τους κατόπιν σοβιετικών τελεσιγράφων. Η εσθονική κυβέρνηση αποδέχθηκε το τελεσίγραφο, υπογράφοντας σχετική συνθήκη με την Ε.Σ.Σ.Δ το Σεπτέμβριο. Η Λετονία και η Λιθουανία ακολούθησαν τον Οκτώβριο. Η Φινλανδία όμως, πράττοντας αντίθετα από τις χώρες της Βαλτικής, έθεσε σε εφαρμογή μια γιγάντιας κλίμακας κινητοποίηση, καλύπτοντάς την από τους Σοβιετικούς υπό το πρόσχημα των εκπαιδευτικών στρατιωτικών γυμνασίων.

Πολεμική προπαρασκευή

Στις 5 Οκτωβρίου του 1939, η Σοβιετική Ένωση προσκάλεσε στη Μόσχα αντιπρόσωπο της Φινλανδίας για διαπραγματεύσεις. Ο άνθρωπος που στάλθηκε στη Μόσχα ως εκπρόσωπος της φινλανδικής κυβέρνησης ήταν ο Φινλανδός πρέσβης στη Σουηδία, Γιούχο Κούστι Παασικίβι. Οι Σοβιετικοί κατά τις συνομιλίες απαίτησαν το σύνορο μεταξύ Ε.Σ.Σ.Δ και Φινλανδίας στον Ισθμό της Καρελίας να μετακινηθεί δυτικότερα σε ένα σημείο μόλις 30 χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης Βιιπούρι και οι Φινλανδοί να καταστρέψουν όλες τις οχυρώσεις τους στον ίδιο ισθμό. Απαίτησαν επιπλέον την κατάληψη των νησιών στον Κόλπο της Φινλανδίας καθώς και την κατοχή της χερσονήσου Καλασταγιανσααρέντο.
Δεν έμειναν όμως μόνο εκεί. Ζήτησαν την εγκατάλειψη από τους Φινλανδούς της χερσονήσου Χάνκο για μια περίοδο τριάντα ετών και την άδεια να εγκαταστήσουν στη χερσόνησο αυτή στρατιωτικές βάσεις. Σε αντάλλαγμα, η Σοβιετική Ένωση θα εκχωρούσε στη Φινλανδία δυο περιφέρειές της με το διπλάσιο μέγεθος των ζητούμενων από τους Φινλανδούς εδαφών. Η αποδοχή εκ μέρους των Φινλανδών της σοβιετικής πρότασης θα σήμαινε εγκατάλειψη των, πολύ κρίσιμων γεωστρατηγικά, οχυρώσεων της Φινλανδικής Καρελίας.
Η σοβιετική προσφορά δίχασε τη φινλανδική κυβέρνηση, τελικώς όμως απορρίφθηκε. Στις 31 Οκτωβρίου 1939, στη συνεδρίαση του Ανώτατου Σοβιέτ, ο Μολότοφ κατέστησε γνωστές δημοσίως τις σοβιετικές απαιτήσεις. Οι Φινλανδοί έκαναν δύο αντιπροσφορές στις οποίες η Φινλανδία θα εκχωρούσε την περιοχή Τεριγιόκι στην Ε.Σ.Σ.Δ, περιοχή που η κατοχή της θα διπλασίαζε την απόσταση ανάμεσα στο Λένινγκραντ και τα φινλανδικά σύνορα, προσφορές όμως που απείχαν πολύ από τις σοβιετικές απαιτήσεις.
Τις ατελέσφορες διαπραγματεύσεις ακολούθησε εντατική κινητοποίηση των σοβιετικών στρατευμάτων κοντά στα φινλανδικά σύνορα το 1938-39. Οι δυνάμεις εισβολής ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του '39 να καταλαμβάνουν τις θέσεις εξόρμησης. Τα επιχειρησιακά σχέδια που είχαν εκπονηθεί τον Σεπτέμβριο του '39 προσδιόριζαν την έναρξη της εισβολής για το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Ο βομβαρδισμός στο χωριό Μαϊνίλα - Η αφορμή

Στις 26 Νοεμβρίου ένα συνοριακό επεισόδιο αναφέρθηκε κοντά στο χωριό Μαϊνίλα. Ένα σοβιετικό συνοριακό φυλάκιο επλήγη με πυρά πυροβολικού από αγνώστους, σύμφωνα με σοβιετικές αναφορές, προκαλώντας το θάνατο τεσσάρων και τον τραυματισμό εννέα σοβιετικών συνοριακών φρουρών. Σύγχρονες έρευνες από Φινλανδούς και Ρώσους ιστορικούς συμπέραναν ότι ο βομβαρδισμός έγινε από τη σοβιετική πλευρά των συνόρων και από μονάδα της Νικαβεντέ με σκοπό να δημιουργήσει προβοκάτσια και casus belli (αιτία πολέμου) για τους Σοβιετικούς και πρόσχημα εγκατάλειψης του Συμφώνου μη επίθεσης του 1932.
Ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μολότοφ απέδωσε την επίθεση στο φινλανδικό πυροβολικό και απαίτησε η Φινλανδία να απολογηθεί για το περιστατικό και να μετακινήσει τις δυνάμεις της 20 χιλιόμετρα από τη συνοριακή γραμμή. Η Φινλανδία αρνήθηκε κάθε ευθύνη, απέρριψε τις σοβιετικές απαιτήσεις και κάλεσε για τη σύσταση ρωσοφινλανδικής επιτροπής προς εξέταση των ακριβών συνθηκών του συμβάντος. Η Σοβιετική Ένωση άδραξε την ευκαιρία χαρακτηρίζοντας ως εχθρική τη στάση της Φινλανδίας και αποκήρυξε στις 28 Νοεμβρίου το Σύμφωνο μη επίθεσης του 1932. Τα επόμενα χρόνια, η σοβιετική ιστοριογραφία περιέγραφε το συμβάν ως φινλανδική πρόκληση. Μόνο τα χρόνια της γκλάσνοστ και της περεστρόικα, στη δεκαετία του '80, εγέρθηκαν στη Σοβιετική Ένωση ισχυρές αμφιβολίες ως προς τον υπαίτιο του συμβάντος. Παρόλα αυτά, το θέμα εξακολούθησε να διχάζει τη ρωσική ιστοριογραφία ακόμα και μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Έναρξη της σοβιετικής εισβολής

Στις 30 Νοεμβρίου, οι Σοβιετικοί εισέβαλαν στη Φινλανδία με 21 μεραρχίες, συνολικά 450.000 άνδρες, και βομβάρδισαν τη φινλανδική πρωτεύουσα, Ελσίνκι. Αργότερα, ο Φινλανδός πολιτικός Γιούχο Κούστι Παασικίβι σχολίασε ότι οι Σοβιετικοί με την εισβολή είχαν παραβιάσει τρεις διαφορετικές πολιτικές συμφωνίες: τη Συνθήκη του Ταρτού του 1920, το Σύμφωνο μη επίθεσης του 1932 (και την ανανέωσή του τού 1934) καθώς και τη Χάρτα της Κοινωνίας των Εθνών, την οποία η Ε.Σ.Σ.Δ είχε υπογράψει το 1934. Ο στρατηγός Μάνερχαϊμ ορίστηκε αρχηγός του γενικού επιτελείου των Φινλανδικών Δυνάμεων Άμυνας με την έναρξη της σοβιετικής επίθεσης. Παράλληλα, η φινλανδική κυβέρνηση, στα πλαίσια γενικότερης αναδιοργάνωσης, όρισε νέο πρωθυπουργό τον Ρίστο Ρύτι και υπουργό Εξωτερικών τον Βέινο Τάννερ.
Την 1η Δεκεμβρίου, οι Σοβιετικοί σχημάτισαν μια σκιώδη φινλανδική κυβέρνηση-μαριονέτα με σκοπό να αναλάβει την διακυβέρνηση της Φινλανδίας όταν θα έπεφτε στα χέρια του Κόκκινου Στρατού. Το σχήμα αυτό λεγόταν Φινλανδική Δημοκρατία και είχε αρχηγό τον Όττο Βίλχελμ Κούουσινεν (πολιτικό, ιστορικό λογοτεχνίας και ποιητή). Ονομαζόταν επίσης Κυβέρνηση του Τεριγιόκι από το χωριό Τεριγιόκι, το πρώτο μέρος που κατέλαβε ο προελαύνων σοβιετικός στρατός. Μετά τη λήξη του πολέμου και την αποτυχία κατάληψης της Φινλανδίας, το σχήμα αυτό διαλύθηκε. Άλλωστε από τις αρχές του πολέμου, η πολυπληθής εργατική τάξη της Φινλανδίας στήριξε τη νόμιμη κυβέρνηση του Ελσίνκι. Η φινλανδική ενότητα απέναντι στη σοβιετική εισβολή ονομάστηκε αργότερα Το Πνεύμα του Χειμερινού Πολέμου.

Η σοβιετική προέλαση στη Γραμμή Μάνερχαϊμ

Το σοβιετικό σχέδιο επίθεσης

Στην αρχή του πολέμου, οι Σοβιετικοί ανέμεναν ολοκληρωτική νίκη έναντι των Φινλανδών μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο Κόκκινος Στρατός μόλις είχε ολοκληρώσει την κατάληψη της Πολωνίας (1939-1945) με λιγότερες των 1.000 αντρών απώλειες. Οι προσδοκίες του Στάλιν για ένα γρήγορο σοβιετικό θρίαμβο είχαν ενισχυθεί από τον πολιτικό Αντρέι Ζντάνοφ και το στρατηγό Κλιμέντ Βοροσίλοφ, άλλοι όμως στρατηγοί είχαν τις αμφιβολίες τους. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Κόκκινου Στρατού, στρατηγός Μπορίς Σάποσνικοφ, εκπόνησε ένα σοβαρό σχέδιο, με εκτενείς προπαρασκευές επιμελητείας και υποστήριξης πυρός, καθώς και ορθολογική διάταξη μάχης, αναπτύσσοντας τις καλύτερες μονάδες του σοβιετικού στρατού.
Ο στρατιωτικός διοικητής της Περιφέρειας του Λένινγκραντ και διοικητής των δυνάμεων εισβολής, στρατηγός Κιρίλ Μερετσκόφ, ανέφερε στην αρχή των εχθροπραξιών: Το έδαφος των επερχόμενων επιχειρήσεων χωρίζεται από λίμνες, ποτάμια, βάλτους, και είναι σχεδόν ολότελα καλυμμένο από δάση...Η ορθή χρήση των δυνάμεών μας θα είναι δύσκολη υπόθεση. Παρόλα αυτά, οι αμφιβολίες αυτές δεν είχαν ανταπόκριση στον τρόπο ανάπτυξης των στρατευμάτων. Ο Μερετσκόφ ανακοίνωσε δημοσίως ότι η Φινλανδική εκστρατεία θα διαρκούσε το πολύ δύο εβδομάδες. Οι Σοβιετικοί στρατιώτες είχαν επίσης προειδοποιηθεί να μην περάσουν κατά λάθος τα σύνορα με τη Σουηδία, ανοίγοντας έτσι νέο πολεμικό μέτωπο με άλλη χώρα.
Οι διωγμοί του Στάλιν στα τέλη της δεκαετίας του '30 είχαν στην κυριολεξία αποδιοργανώσει και εξοντώσει το Σώμα των αξιωματικών. Στους διωγμούς αυτούς χάθηκαν τρεις από τους πέντε στρατάρχες, 220 από τους 264 διοικητές μεραρχιών και άλλοι ανώτεροι και συνολικά 36.371 αξιωματικοί όλων των βαθμών. Οι αξιωματικοί αυτοί αναπληρώθηκαν με την προαγωγή στρατιωτών σε ηγήτορες, λιγότερο ικανούς βέβαια αλλά περισσότερο πειθήνιους στις άνωθεν εντολές.
Επιπλέον οι στρατιωτικοί διοικητές ήταν υπόλογοι σε ένα πολιτικό κομισάριο, ο οποίος ήταν προσκολλημένος σε κάθε στρατιωτική μονάδα, αποτελώντας τα μάτια και αυτιά του καθεστώτος. Κάθε απόφαση σε στρατιωτικό επίπεδο, ακόμα και σε επίπεδο μικρών ομάδων μάχης, έπρεπε να τύχει της πολιτικής έγκρισης του κομισάριου, γεγονός που περιέπλεξε τα πράγματα στη σοβιετική στρατιωτική αλυσίδα, κάνοντάς τη δυσκίνητη και στερώντας της τον αιφνιδιασμό που ενέχει μια πρωτοβουλία. Η δυαρχία αυτή πολλές φορές επίσης οδήγησε σε λανθασμένες ενέργειες εξαιτίας της άγνοιας των κομισάριων σε ζητήματα στρατιωτικής τακτικής.

Η σοβιετική στρατηγική

Οι Σοβιετικοί στρατηγοί είχαν εντυπωσιαστεί από την επιτυχία του κεραυνοβόλου πολέμου της Βέρμαχτ (blitzkrieg) και τις γενικότερες γερμανικές τακτικές μάχης. Παρόλα αυτά, ο κεραυνοβόλος πόλεμος ταίριαζε περισσότερο στις εδαφικές συνθήκες της Κεντρικής Ευρώπης όπου υπήρχαν πλατιές πεδιάδες και καλοσχεδιασμένο οδικό δίκτυο ασφαλτοστρωμένων δρόμων. Οι στρατοί που μάχονταν στην Κεντρική Ευρώπη είχαν τα κέντρα εφοδιασμού και επικοινωνιών τους επισημασμένα από τον εχθρό ώστε αρκούσε να τα βομβαρδίσει για να τα καταστρέψει, ενώ αντίθετα τα αντίστοιχα κέντρα του Φινλανδικού Στρατού ήταν βαθιά χωμένα στην αφιλόξενη φινλανδική ενδοχώρα, τέλεια παραλλαγμένα και απρόσιτα.
Δεν υπήρχαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, και ακόμα και οι χαλικόδρομοι ή οι χωματόδρομοι ήταν σπάνιοι. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους απαρτιζόταν από αδιαπέραστα δάση και βάλτους. Κατά συνέπεια η εφαρμογή του κεραυνοβόλου πολέμου στη Φινλανδία ήταν μια πολύ δύσκολη επιχείρηση, γεγονός που σε συσχέτιση με την αδυναμία του Κόκκινου Στρατού να επιτύχει υψηλό βαθμό τακτικής συνεργασίας και ανάπτυξης πρωτοβουλίας σε τοπικό επίπεδο, στοιχεία απαραίτητα για το blietzkrieg, επέφερε την αποτυχία εφαρμογής τέτοιων καινοτόμων τακτικών στο φινλανδικό μέτωπο.
Οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν την εξής διάταξη:
 Η 7η Στρατιά, αποτελούμενη από 1 Σώμα Τεθωρακισμένων, 9 Μεραρχίες Πεζικού και 3 Ανεξάρτητες Ταξιαρχίες Τεθωρακισμένων, ήταν τοποθετημένη στον Ισθμό της Καρελίας. Ο αντικειμενικός της σκοπός ήταν η κατάληψη της φινλανδικής πόλης Βιιπούρι. Η στρατιά αυτή χωρίστηκε αργότερα στις 7η και 13η σοβιετικές Στρατιές.
 Η 8η Στρατιά, αποτελούμενη από 6 Μεραρχίες Πεζικού και 1 Ταξιαρχία Τεθωρακισμένων, βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Αποστολή της ήταν η υπερφαλάγγιση της Γραμμής Μάνερχαϊμ και η επίθεση στα νώτα της μέσω διενέργειας πλευρικού ελιγμού γύρω από τη βόρεια ακτή της λίμνης Λάντογκα.
 Η 9η Στρατιά, αποτελούμενη από 3 Μεραρχίες Πεζικού, στις οποίες προστέθηκε άλλη 1 λίγο αργότερα. Ήταν τοποθετημένη στα σύνορα της Κεντρικής Φινλανδίας, με αποστολή να προελάσει δυτικά, χωρίζοντας ως σφήνα τη Φινλανδία στη μέση.
 Η 14η Στρατιά, αποτελούμενη από 3 Μεραρχίες Πεζικού, τοποθετημένη στο Μούρμανσκ με αποστολή να καταλάβει το αρκτικό φινλανδικό λιμάνι του Πετσάμο και στη συνέχεια να προελάσει έως την πόλη του Ροβανιέμι.

Η φινλανδική στρατηγική

Η στρατηγική των Φινλανδών ήταν βασισμένη στη γεωγραφία της χώρας. Τα σύνορα με τη Σοβιετική Ένωση εκτείνονταν σε μήκος 1.000 χιλιομέτρων και ήταν αδιάβατα λόγω του αφιλόξενου εδάφους, εκτός από μερικούς μη ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Σε προπολεμικούς σχεδιασμούς του, το φινλανδικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο ήταν εγκατεστημένο στην πόλη Μικκέλι, υπολόγιζε σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης την ανάπτυξη 7 σοβιετικών μεραρχιών στον Ισθμό της Καρελίας και όχι περισσότερες από 5 κατά μήκος των συνόρων βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Σε αυτή την περίπτωση, η αναλογία επιτιθεμένων προς αμυνομένους θα ήταν 3 προς 1, αναλογία θετική για αμυνόμενο (σύμφωνα με τα στρατιωτικά εγχειρίδια) και με τόσο ιδιόμορφο ανάγλυφο εδάφους. Στην πραγματικότητα όμως, η αληθινή αναλογία όταν εκδηλώθηκε η σοβιετική επίθεση ήταν πολύ μεγαλύτερη, με 12 σοβιετικές μεραρχίες να αναπτύσσονται βόρεια της λίμνης Λάντογκα.
Ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα από την έλλειψη στρατιωτών ήταν η έλλειψη υλικού. Φορτία αντιαρματικών όπλων και ανταλλακτικών αεροσκαφών από το εξωτερικό έφταναν σε μικρές ποσότητες, μη επαρκείς για τις πολεμικές ανάγκες. Η επάρκεια πυρομαχικών ήταν σε σημείο συναγερμού, καθώς οι αποθήκες υλικού είχαν φυσίγγια, βλήματα πυροβολικού και καύσιμα για μόνο 20-60 μέρες, αναλόγως την ένταση των μαχών. Η έλλειψη πυρομαχικών σήμαινε για τους Φινλανδούς αδυναμία εκδήλωσης πολλών αντεπιθέσεων και εκτέλεσης προπαρασκευαστικού ισοπεδωτικού πυρός από το πυροβολικό. Οι φινλανδικές τεθωρακισμένες δυνάμεις, υπό αυτές τις συνθήκες, ουσιαστικά δεν ήταν επιχειρησιακές.
Η διάταξη των φινλανδικών δυνάμεων ήταν η εξής:

  • Η Στρατιά του Ισθμού (ισθμού Καρελίας), η οποία αποτελείτο από 6 Μεραρχίες Πεζικού υπό την ηγεσία του στρατηγού Ούγκο Έστερμαν.
  • Το 2ο Σώμα Στρατού, τοποθετημένο στο δεξιό πλευρό της Στρατιάς του Ισθμού
  • Το 3ο Σώμα Στρατού, τοποθετημένο στο αριστερό πλευρό της Στρατιάς του Ισθμού
  • Το 4ο Σώμα Στρατού, τοποθετημένο βόρεια της λίμνης Λάντογκα. Αποτελείτο από 2 Μεραρχίες Πεζικού και ήταν υπό την ηγεσία του στρατηγού Γιούχο Χαισκάνεν, ο οποίος σύντομα αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Βόλντεμαρ Χέγκλουντ
  • Η Ομάδα της Βόρειας Φινλανδίας, η οποία ήταν ένα μείγμα πολιτοφυλάκων, συνοριακών φρουρών και εφεδρικών μονάδων υπό την ηγεσία του στρατηγού Βίλγιο Τουόμπο.



Αρχικές συγκρούσεις

Η κύρια φινλανδική γραμμή άμυνας, γνωστή ως Γραμμή Μάνερχαϊμ, απλωνόταν στον Ισθμό της Καρελίας, περίπου 30 έως 75 χιλιόμετρα από τα παλιά σοβιετο-φινλανδικά σύνορα. Οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού στον Ισθμό αριθμούσαν 250.000 άντρες έναντι 130.000 Φινλανδών. Η φινλανδική στρατιωτική διοίκηση ανέπτυξε μια δύναμη κάλυψης 21.000 αντρών στην περιοχή μπροστά από τη Γραμμής Μάνερχαϊμ, για να καθυστερεί και να παρενοχλεί τον Κόκκινο Στρατό μέχρι να φτάσει σε αυτή.
Στη μάχη, η μεγαλύτερη εστία αναστάτωσης για τους Φινλανδούς ήταν η εμφάνιση των σοβιετικών τανκς. Οι Φινλανδοί είχαν λίγα αντιαρματικά όπλα και ανεπαρκή εκπαίδευση στις σύγχρονες αντιαρματικές τακτικές. Παρόλα αυτά, η τακτική των σοβιετικών αρμάτων δεν ήταν παρά μια μετωπική έφοδος και σύντομα θα ανακαλύπτονταν οι αδυναμίες αυτής της τακτικής. Οι Φινλανδοί έμαθαν ότι εκ του σύνεγγυς τα τεθωρακισμένα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ποικίλους τρόπους, όπως η εισαγωγή εμποδίων στις ερπύστριές τους με αποτέλεσμα συχνά την ακινητοποίησή τους. Σύντομα, οι Φινλανδοί ανέπτυξαν ένα πολύ καλό όπλο, το κοκταίηλ Μολότοφ, τη γνωστή βόμβα. Αμέσως άρχισε η μαζική παραγωγή τους από τη φινλανδική βιομηχανία Άλκο, μαζί με σπίρτα για την ανάφλεξή τους. Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν, με ογδόντα σοβιετικά τανκς να καταστρέφονται στις μάχες των συνόρων.
Μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου, όλες οι φινλανδικές δυνάμεις κάλυψης είχαν αποσυρθεί πίσω από τη Γραμμή Μάνερχαϊμ. Ο Κόκκινος Στρατός ξεκίνησε την πρώτη του μεγάλη επίθεση εναντίον της Γραμμής στο Ταϊπάλε-την περιοχή ανάμεσα στην όχθη της λίμνης Λάντογκα, τον ποταμό Ταϊπάλε και το κανάλι Σουβάντο. Κατά μήκος του τομέα του καναλιού Σουβάντο, οι Φινλανδοί είχαν ένα μικρό πλεονέκτημα καθώς ήταν ελαφρώς λοφώδης εκεί η περιοχή με στεγνό χώμα για να σκάψουν χαρακώματα. Το φινλανδικό πυροβολικό είχε αναγνωρίσει την περιοχή και είχε ήδη έτοιμα σχέδια πυρός, για να αντιμετωπίσει τη σοβιετική επίθεση.
Η μάχη του Ταϊπάλε ξεκίνησε με σαραντάωρο φραγμό πυρός του σοβιετικού πυροβολικού. Μετά το μπαράζ αυτό βομβαρδισμού, το σοβιετικό πεζικό επιτέθηκε σε ανοιχτό έδαφος αλλά αποκρούστηκε με βαρύτατες απώλειες. Από τις 6-12 Δεκεμβρίου οι Σοβιετικοί συνέχισαν την εμπλοκή, χρησιμοποιώντας μόνο μία μεραρχία. Στη συνέχεια ενίσχυσαν τις δυνάμεις του πυροβολικού τους στο μέτωπο του Ταϊπάλε και επιπλέον έφεραν τανκς και τη 10η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων.
Στις 14 Δεκεμβρίου, οι ενισχυμένοι Σοβιετικοί εξαπέλυσαν μια νέα επίθεση αλλά για ακόμα μια φορά αποκρούστηκαν. Μια τρίτη σοβιετική μεραρχία ενεπλάκη στη μάχη αλλά η απόδοσή της ήταν φτωχή και γρήγορα πανικοβλήθηκε από τα πυρά του φινλανδικού πυροβολικού. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν χωρίς αντίκρυσμα, με τρομερές απώλειες για τον Κόκκινο Στρατό. Μια συγκεκριμένη σοβιετική επίθεση κράτησε λιγότερο από μία ώρα και άφησε στην παγωμένη φινλανδική γη 1.000 Σοβιετικούς στρατιώτες νεκρούς και 27 άρματα κατεστραμμένα.
Βόρεια της λίμνης Λάντογκα, στο μέτωπο Λάντογκα της Καρελίας, οι αμυνόμενες φινλανδικές μονάδες βάσιζαν την αντίστασή τους στο έδαφος. Η περιοχή Λάντογκα στην Καρελία ήταν μια περιοχή με μεγάλες δασώδεις εκτάσεις, άγρια και αδιάβατη, χωρίς οδικά δίκτυα για τον σύγχρονο Κόκκινο Στρατό. Η σοβιετική όμως 8η Στρατιά είχε επεκτείνει το υπάρχον σιδηροδρομικό δίκτυο με μια νέα γραμμή μέχρι τα σύνορα, γεγονός που διπλασίαζε την ποσότητα προμηθειών που λάμβαναν στο μέτωπο οι σοβιετικές δυνάμεις. Στις 12 Δεκεμβρίου, η προελαύνουσα 139η μεραρχία Τυφεκιοφόρων, υποστηριζόμενη από την 56η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων, υπέστη δεινή ήττα από μια πολύ μικρότερη φινλανδική δύναμη υπό τον Πάαβο Τάλβελα στο Τολβαγιέρβι, νίκη που ήταν η πρώτη φινλανδική νίκη του πολέμου.
Στην κεντρική και βόρεια Φινλανδία, οι δρόμοι ήταν λίγοι και το έδαφος πολύ αφιλόξενο. Οι Φινλανδοί δεν περίμεναν μεγάλης κλίμακας σοβιετική επίθεση σε αυτές τις παγωμένες, ανεμοδαρμένες εσχατιές, αλλά οι Σοβιετικοί έστειλαν εκεί 8 μεραρχίες, ενισχυμένες με πυροβολικό και άρματα. Η σοβιετική 155η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων επιτέθηκε στη Λιέκσα και βορειότερα η 44η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων στο Κούμο. Η 163η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων αναπτύχθηκε στο Σουομουσσάλμι με την αποστολή να κόψει τη Φινλανδία στα δύο προελαύνοντας στην Οδό Ράατε. Στη φινλανδική Λαπωνία, οι σοβιετικές 88η και 122η Μεραρχίες Τυφεκιοφόρων επιτέθηκαν στη Σάλλα. Το αρκτικό λιμάνι του Πετσάμο δέχθηκε την επίθεση της 104ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων από την ξηρά και τη θάλασσα, με αποβατική ενέργεια, υποστηριζόμενη από πυρά του σοβιετικού ναυτικού που ναυλοχούσε εκεί κοντά.

Η φινλανδική άμυνα

Οι καιρικές συνθήκες

Ο χειμώνας του 1939-40 ήταν εξαιρετικώς δριμύς. Σε μια τοποθεσία του Ισθμού της Καρελίας η θερμοκρασία έφτασε τους -43°C στις 16 Ιανουαρίου 1940, κάνοντας ρεκόρ χαμηλής θερμοκρασίας. Στην αρχή του πολέμου μόνο οι Φινλανδοί που ήδη υπηρετούσαν είχαν στολές και όπλα. Οι υπόλοιποι που κλήθηκαν για τον πόλεμο έπρεπε να αντεπεξέλθουν με δικό τους ρουχισμό, ο οποίος για τους περισσότερους δεν ήταν παρά ο κανονικός χειμερινός ιματισμός τους, με κάποια διακριτικά που προστέθηκαν.
Οι Φινλανδοί ήταν πολύ ικανοί στο να διασχίζουν τη χώρα με τα σκι. Το ψύχος, το χιόνι, τα δάση και η μεγάλη διάρκεια της νύχτας, ήταν παράγοντες που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Ντύνονταν με στρώσεις λευκού χειμερινού ιματισμού και οι χιονοδρόμοι φορούσαν επίσης ένα λευκό σκούφο. Το καμουφλάζ αυτό έκανε τους χιονοδρόμους σχεδόν αόρατους πάνω στο πάλλευκο τοπίο καθώς εκτελούσαν τις καταδρομικές τους επιχειρήσεις ενάντια στους Σοβιετικούς. Στην αρχή του πολέμου, τα σοβιετικά άρματα ήταν βαμμένα σε λαδί χρώμα και οι άντρες φορούσαν χακί στολές. Μόνο στα τέλη Γενάρη του '40 οι Σοβιετικοί άρχισαν να βάφουν τον εξοπλισμό τους σε λευκό χρώμα και να χορηγούν λευκές στολές παραλλαγής στους στρατιώτες.
Πολλοί Σοβιετικοί στρατιώτες είχαν από την αρχή του πολέμου χειμερινές στολές, όχι όμως σε λευκό χρώμα παραλλαγής. Στη μάχη του Σουομουσσάλμι πολλοί Σοβιετικοί πέθαναν από κρυοπαγήματα. Τα σοβιετικά στρατεύματα δεν είχαν ικανότητες στο σκι, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να είναι περιορισμένοι να κινούνται μόνο μέσω δρόμων (που ήταν ελάχιστοι) και να κινούνται σε μακριές σειρές (σε ήδη ανοιχτούς δρόμους). Η έλλειψη κατάλληλων χειμερινών σκηνών ήταν άλλο ένα σημαντικό πρόβλημα, αναγκάζοντας τους άντρες να κοιμούνται σε διαμορφωμένα καταφύγια. Κάποιες στρατιωτικές μονάδες έχασαν από κρυοπαγήματα το 10% της συνολικής τους δύναμης πριν ακόμα περάσουν τα σύνορα της Φινλανδίας. Το μόνο πλεονέκτημα που καρπώθηκαν οι Σοβιετικοί ήταν η ευκολότερη κίνηση των αρμάτων στο παγωμένο έδαφος, από την ακινητοποίηση σε βάλτους και τη λάσπη που θα δοκίμαζαν αν είχαν επιτεθεί κάποια άλλη εποχή του χρόνου.

Οι φινλανδικές τακτικές

Στις μάχες που έλαβαν χώρα βορείως της Λάντογκα Καρελίας μέχρι και το αρκτικό λιμάνι του Πετσάμο, οι Φινλανδοί χρησιμοποίησαν τακτικές ανορθοδόξου πολέμου. Ο Κόκκινος Στρατός υπερείχε σε αριθμούς προσωπικού και υλικού, οι Φινλανδοί όμως χρησιμοποίησαν τους παράγοντες της ταχύτητας, της στοχευμένης τακτικής και οικονομίας δυνάμεων. Ειδικώς στο μέτωπο της Λάντογκα-Καρελίας και κατά τη μάχη στην Οδό Ράατε, απομόνωσαν μικρά τμήματα μεγαλύτερων σχηματισμών των Σοβιετικών. Τους κατέτμησαν έτσι σε μικρότερα κομμάτια, επιτιθέμενοι με ισχυρές τοπικές συγκεντρώσεις και από όλες τις μεριές.
Σύντομα, στις παγωμένες εκτάσεις του Βορρά, αντιμέτωποι με ένα λαό κυνηγών, δεινών σκοπευτών, με αντοχή στο ψύχος και απαράμιλλων με τα σκι, οι Σοβιετικοί βρέθηκαν να δίνουν πραγματικό αγώνα επιβίωσης. Για πολλούς Σοβιετικούς στρατιώτες, το να μείνουν ζωντανοί αποτελούσε δοκιμασία το ίδιο σκληρή με τη μάχη αυτή καθαυτή. Οι Σοβιετικοί λιμοκτονούσαν και ξεπάγιαζαν και οι υγειονομικές συνθήκες ήταν πολύ φτωχές.
Ο ιστορικός Ουίλιαμ Τρόττερ περιγράφει πολύ παραστατικά τις συνθήκες αυτές: Οι Σοβιετικοί στρατιώτες δεν είχαν καμία επιλογή. Αν αρνιόνταν να πολεμήσουν, θα εκτελούντο. Αν προσπαθούσαν να διαφύγουν μέσα από τα δάση, θα πάγωναν μέχρι θανάτου. Όσο για την παράδοση στον εχθρό, η σοβιετική προπαγάνδα τούς είχε προειδοποιήσει ότι οι Φινλανδοί βασάνιζαν τους αιχμαλώτους μέχρι θανάτου.

Άμυνα στη Γραμμή Μάνερχαϊμ

Το έδαφος στον ισθμό της Καρελίας δεν επέτρεπε τις τακτικές ανορθοδόξου πολέμου, με τους Φινλανδούς να αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν πιο συμβατικές μεθόδους στο μέτωπο αυτό: συγκεκριμένα, κατασκεύασαν μια οχυρωμένη γραμμή άμυνας, τη Γραμμή Μάνερχαϊμ, με τα πλευρά της προστατευμένα από μεγάλες υδάτινες μάζες. Η σοβιετική προπαγάνδα ισχυρίστηκε ότι ήταν εφάμιλλη ή και καλύτερη από τη Γραμμή Μαζινό. Οι Φινλανδοί ιστορικοί από την άλλη μειώνουν την αξία της, επιμένοντας ότι αποτελείτο από συμβατικά κυρίως χαρακώματα και απλές σειρές συρματοπλεγμάτων και αντιαρματικών εμποδίων.
Οι Φινλανδοί είχαν κατασκευάσει 221 ισχυρά σημεία στήριξης κατά μήκος του Ισθμού της Καρελίας, κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Πολλά επεκτάθηκαν στα τέλη της δεκατίας του '30. Παρόλες όμως αυτές τις αμυντικές προετοιμασίες, ακόμα και ο πιο οχυρωμένος τομέας της Γραμμής Μάνερχαϊμ δεν είχε παρά μόλις ένα πολυβολείο υποστήριξης πυρός (με ενισχυμένο σκυρόδεμα) ανά χιλιόμετρο της Γραμμής. Σε μια συνολική εκτίμηση, η γραμμή αυτή άμυνας ήταν πιο αδύναμη από άλλες αμυντικές Γραμμές στην κεντρική Ευρώπη. Όπως αρέσκονται να λένε οι Φινλανδοί, η πραγματική δύναμη της γραμμής ήταν οι πεισματάρηδες υπερασπιστές της.
Στην ανατολική πλευρά του ισθμού, ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε να διασπάσει τη Γραμμή Μάνερχαϊμ με τη μάχη του Ταϊπάλε. Στη δυτική πλευρά, οι σοβιετικές δυνάμεις αντιμετώπισαν τη φινλανδική αμυντική γραμμή στη Σούμα, κοντά στην πόλη Βιιπούρι, στις 16 Δεκεμβρίου. Οι Φινλανδοί είχαν φτιάξει 41 καταφύγια-πολυβολεία από ενισχυμένο σκυρόδεμα στην περιοχή της Σούμα, δημιουργώντας στο σημείο εκείνο τον πιο ισχυρό αμυντικό τομέα της Γραμμής Μάνερχαϊμ. Παρόλα αυτά, λόγω κάποιου λάθους στο σχεδιασμό, ο παρακείμενος βάλτος του Μουνασούο είχε ένα χιλιόμετρο-κενό που δεν είχε καλυφθεί στη Γραμμή.
Στη διάρκεια της πρώτης μάχης της Σούμα, αριθμός σοβιετικών αρμάτων διέσπασε τη λεπτή στο σημείο εκείνο αμυντική γραμμή στις 19 Δεκεμβρίου, όμως οι Σοβιετικοί δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν τη διάρρηξη της γραμμής λόγω έλλειψης συντονισμού μεταξύ των μονάδων τους. Οι Φινλανδοί παρέμειναν στα χαρακώματά τους, επιτρέποντας στα σοβιετικά τανκς να κινούνται ελεύθερα στα μετόπισθέν τους, καθώς υπήρχε έλλειψη αντιαρματικών όπλων στο φινλανδικό στρατό. Παρόλα αυτά, οι Φινλανδοί κατάφεραν να αποκρούσουν την κύρια σοβιετική επίθεση. Τα σοβιετικά άρματα, απομονωμένα στα φινλανδικά μετόπισθεν, επιτέθηκαν στα σημεία στήριξης της άμυνας των Φινλανδών μέχρι που καταστράφηκαν όλα, 20 τον αριθμό. Μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου, η μάχη είχε λήξει με νίκη των Φινλανδών.
Η σοβιετική προέλαση σταμάτησε στη Γραμμή Μάνερχαϊμ. Οι Σοβιετικοί στρατιώτες, οι οποίοι είχαν χαμηλό ηθικό και υπέφεραν από έλλειψη εφοδίων, αρνήθηκαν τελικώς να συμμετέχουν σε περισσότερες μετωπικές επιθέσεις αυτοκτονίας. Οι Φινλανδοί, υπό την ηγεσία του στρατηγού Χάραλντ Έκιστ, αποφάσισαν να εξαπολύσουν αντεπίθεση περικυκλώνοντας 3 σοβιετικές μεραρχίες σε ένα θύλακα κοντά στο Βιιπούρι στις 23 Δεκεμβρίου. Το σχέδιο του Έκιστ ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά απέτυχε. Οι Φινλανδοί έχασαν 1.300 άντρες και οι Σοβιετικοί ίδιο αριθμό αντρών όπως εκτιμήθηκε αργότερα.

Οι μάχες στη Λάντογκα Καρελίας

Η δύναμη του Κόκκινου Στρατού βόρεια της λίμνης Λάντογκα (στην περιοχή Λάντογκα Καρελίας) αιφνιδίασε το φινλανδικό γενικό επιτελείο. Δύο φινλανδικές μεραρχίες αναπτύχθηκαν εκεί: η 12η Μεραρχία υπό την ηγεσία του στρατηγού Λάουρι Τιάινεν και η 13η Μεραρχία υπό τον στρατηγό Χάννου Χαννουκσέλα. Υπήρχε επίσης εφεδρική δύναμη υποστήριξης 3 ταξιαρχιών, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό της φινλανδικής δύναμης σε 30.000 άντρες.
Οι Σοβιετικοί ανέπτυξαν μια μεραρχία για σχεδόν κάθε οδό που οδηγούσε στα φινλανδικά σύνορα στα δυτικά. Η 8η Στρατιά βρισκόταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Ιβάν Χαμπάροφ, ο οποίος αντικαταστάθηκε στις 13 Δεκεμβρίου από τον στρατηγό Γκριγκόρι Στερν. Η αποστολή των Σοβιετικών ήταν να καταστρέψουν τα φινλανδικά στρατεύματα στην περιοχή της Λάντογκα Καρελίας και να προελάσουν στην περιοχή ανάμεσα στη Σορταβάλα και το Γιενσούου εντός δέκα ημερών. Οι Σοβιετικοί είχαν πλεονέκτημα 3 προς 1 σε δύναμη αντρών και 5 προς 1 σε πυροβολικό και αεροπορία.
Οι φινλανδικές δυνάμεις πανικοβλήθηκαν στη θέα τού κατά πολύ υπέρτερου σοβιετικού στρατού και αρχικώς υποχώρησαν. Ο διοικητής του 4ου φινλανδικού Σώματος Στρατού αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Βόλντεμαρ Χέγκλουντ στις 4 Δεκεμβρίου. Στις 7 Δεκεμβρίου, στο μέσο του μετώπου της Λαντόγκα Καρελίας, οι φινλανδικές δυνάμεις υποχώρησαν κοντά στο μικρό ποτάμι του Κολλάα. Το υδάτινο στοιχείο δεν πρόσφερε ασφάλεια από μόνο του, αλλά λόγω των βράχων κατά μήκος του, ύψους μέχρι και 10 μέτρων.
Η μάχη του Κολλάα κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου. Η φράση το Κολλάα κρατάει, έγινε θρυλική μεταξύ των Φινλανδών. Ακόμη περισσότερο συνεισέφερε στο θρύλο του Κολλάα, η δράση του θρυλικού ελεύθερου σκοπευτή Σίμο Χέιχε, γνωστού ως Λευκού Θανάτου στις τάξεις των Σοβιετικών, ο οποίος πολέμησε στο μέτωπο του Κολλάα.
Στα βόρεια της περιοχής Λάντογκα Καρελίας, οι Φινλανδοί υποχώρησαν από το Εγκλεγιέρβι στο Τολβαγιέρβι στις 5 Δεκεμβρίου και απέκρουσαν μια σοβιετική επίθεση στη μάχη του Τολβαγιέρβι στις 11 Δεκεμβρίου.
Στα νότια, δύο σοβιετικές μεραρχίες ενώθηκαν στο δρόμο κατά μήκος της βόρειας όχθης της λίμνης Λάντογκα. Όπως άλλοτε στον πόλεμο αυτό, οι μεραρχίες αυτές παγιδεύτηκαν καθώς οι πιο ευκίνητες φινλανδικές μονάδες αντεπιτέθηκαν από τα βόρεια πλαγιοκοπώντας τις γραμμές των Σοβιετικών. Στις 19 Δεκεμβρίου, οι Φινλανδοί έπαυσαν προσωρινά τις επιθέσεις τους, καθώς οι στρατιώτες ήταν εξουθενωμένοι. Έπρεπε να φτάσουμε στην περίοδο 6 με 19 Ιανουαρίου του 1940 για να επιτεθούν ξανά οι Φινλανδοί, αποκόπτοντας τις σοβιετικές μεραρχίες σε μικρότερα κομμάτια, εγκλωβίζοντάς τες σε διάφορους θύλακες.
Αντίθετα με τις φινλανδικές προσδοκίες, οι περικυκλωμένες σοβιετικές μεραρχίες δεν επιχείρησαν να διαρρήξουν τον κλοιό για να διαφύγουν στα ανατολικά, αλλά αντιθέτως οχυρώθηκαν στις θέσεις τους. Ανέμεναν σύντομα να φτάσουν αεροπορικώς ενισχύσεις σε άντρες και σε εφόδια. Καθώς οι Φινλανδοί είχαν έλλειψη βαρέος πυροβολικού και αντρών, δεν επιτίθονταν συχνά στους θύλακες στους οποίους είχαν αποκλείσει τους Σοβιετικούς, προτιμώντας να εξουδετερώνουν απλώς τις πιο σημαντικές απειλές και σοβιετικές κινήσεις. Συχνά, η τακτική να εγκλωβίζουν τους Σοβιετικούς σε θύλακες δεν οφειλόταν σε κάποιο προσχεδιασμένο δόγμα αλλά αποτελούσε φινλανδική προσαρμογή στη συμπεριφορά μάχης του Κόκκινου Στρατού όταν βρισκόταν υπό εχθρικό πυρ.
Παρά το κρύο και την πείνα, τα σοβιετικά στρατεύματα δεν παραδίνονταν εύκολα, αλλά αντιθέτως πολεμούσαν γενναία, συχνά οχυρώνοντας τα τεθωρακισμένα τους σε στατικές θέσεις ώστε να χρησιμοποιηθούν ως πολυβολεία και φτιάχνοντας ξύλινα αμπριά. Εξειδικευμένοι Φινλανδοί στρατιώτες καλούνταν να επιτεθούν στους θύλακες. Στις επιθέσεις αυτές ξεχώρισε με τις ικανότητες και το θάρρος του ο ταγματάρχης Μάττι Άαρνιο, που έγινε θρύλος στις τάξεις του φινλανδικού στρατού.
Στη βόρεια Καρελία, οι σοβιετικές δυνάμεις υπερκεράστηκαν στο Ιλομάντσι και στη Λιέκσα. Οι Φινλανδοί χρησιμοποίησαν αποτελεσματικές τακτικές ανορθοδόξου πολέμου, εκμεταλλευόμενοι την υπεροχή τους στη χιονοδρομία και τον λευκό ιματισμό τους, εκτελώντας πλήθος ενεδρών και αιφνιδιαστικών επιδρομών. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1939, οι Σοβιετικοί αποφάσισαν να υποχωρήσουν από το μέτωπο της Λάντογκα Καρελίας και να μεταφέρουν εφόδια σε πιο κρίσιμα μέτωπα.

Η διπλή επιχείρηση του Σουομουσσάλμι-Ράατε

Η επιχείρηση Σουομουσσάλμι-Ράατε ήταν μια διπλή επιχείρηση, η οποία αργότερα θα χρησιμοποιείτο ως παράδειγμα από στρατιωτικούς μελετητές ως κλασική περίπτωση τού τι μπορούσαν να κάνουν στρατεύματα υπό ικανή ηγεσία και οι νεωτερικές, εμπνευσμένες τακτικές εναντίον ενός κατά πολύ υπέρτερου εχθρού.
Το Σουομουσσάλμι ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη 4.000 κατοίκων. Η περιοχή είχε μεγάλες λίμνες, πολλά και άγρια δάση και ελάχιστους δρόμους. Η φινλανδική στρατιωτική γενική διοίκηση πίστευε ότι ο Κόκκινος Στρατός δεν θα επιτίθετο εκεί, οι Σοβιετικοί όμως ανέπτυξαν δύο μεραρχίες στην περιοχή με εντολή να διασχίσουν την άγρια αυτή περιοχή, καταλαμβάνοντας την πόλη Όουλου, αποκόπτοντας έτσι στα δύο τη Φινλανδία. Υπήρχαν δύο δρόμοι που οδηγούσαν από το Σουομουσσάλμι στα σύνορα: ο βόρειος δρόμος ή Οδός Γιουντουσράντα και ο νότιος ή Οδός Ράατε.
Η μάχη της Οδού Ράατε, η οποία συνέβη κατά τη διάρκεια της πολύμηνης μάχης του Σουομουσσάλμι, κατέληξε σε μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές του Χειμερινού Πολέμου. Η σοβιετική 44η Μεραρχία Τυφεκιοφόρων και τμήματα της 163ης Μεραρχίας Τυφεκιοφόρων, συνολικά 14.000 άντρες, καταστράφηκαν ολοσχερώς σε φινλανδική ενέδρα καθώς διέσχιζαν την Οδό Ράατε, οδό μέσα στο πυκνό δάσος.
Μια μικρή φινλανδική μονάδα σταμάτησε τη σοβιετική προέλαση ενώ ο Φινλανδός συνταγματάρχης Χγιάλμαρ Σιϊλασβούο και η 9η Μεραρχία του απέκοψαν την οδό υποχώρησης, κατέτμησαν τον εχθρό σε μικρότερα τμήματα και προχώρησαν κατόπιν στην καταστροφή των υπολειμμάτων που υποχωρούσαν. Οι Σοβιετικοί υπέστησαν απώλειες 7.000-9.000 ανδρών, ενώ οι φινλανδικές μονάδες έχασαν μόλις 400 άνδρες. Επιπροσθέτως, στην κατοχή των φινλανδικών στρατευμάτων πέρασε μεγάλος αριθμός τεθωρακισμένων, πυροβόλων, αντιαρματικών όπλων, εκατοντάδες φορτηγών, σχεδόν 2.000 ίπποι, χιλιάδες τυφέκια, ιατρικοφαρμακευτικά εφόδια και μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών, άκρως αναγκαίων στο φινλανδικό στρατό.
Πηγή wikipedia