Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Γνωστές και άγνωστες πτυχές από την ιστορία της πλατείας Ελευθερίας της Θεσσαλονίκης

Τμήμα του θαλάσσιου μετώπου της Θεσσαλονίκης αποτελούσε η σημερινή πλατεία Ελευθερίας, η οποία μέχρι το 1870 βρεχόταν κατά το ήμισυ από τη θάλασσα. Έκτοτε, η ιστορία της πλατείας ακολούθησε αυτήν της πόλης, αλλάζοντας μορφές και χωροταξική σημασία, ανάλογα με την εποχή, αποτελώντας άλλοτε χώρο αναψυχής και παρελάσεων ή κομβικό σημείο συγκέντρωσης στρατιωτικών δυνάμεων, ακόμη και τόπο μαρτυρίου.

 Η πλατεία Ελευθερίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα δεν ήταν πάντα στεριά. Μέχρι το 1870 – οπότε άρχισε η κατεδάφιση της θαλάσσιας οχύρωσης της πόλης, στην προσπάθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εκσυγχρονιστεί – η θάλασσα έφτανε μέχρι το μέσον της πλατείας. Τριάντα μέτρα βορειότερα βρισκόταν το βυζαντινό θαλάσσιο τείχος, που ξεκινούσε από τον Λευκό Πύργο, ακολουθούσε τις σημερινές οδούς Κορομηλά και Καλαποθάκη, διέσχιζε την πλατεία Ελευθερίας και κατέληγε στον λεγόμενο πύργο της Αποβάθρας ή αλλιώς Τοπ Χανέ (στη σημερινή γωνία Κατούνη και Οπλοποιού, όπου βρίσκεται σήμερα ο ‘Ζύθος” στα Λαδάδικα). Εκεί βρισκόταν και η είσοδος του λιμανιού, που κατασκεύασε ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Πτυχές της ιδιαίτερης αυτής περιοχής της Θεσσαλονίκης παρουσιάζονται στον τόμο «Η Πλατεία Ελευθερίας στη Θεσσαλονίκη – Ο χώρος, οι άνθρωποι, η ιστορία» που κυκλοφόρησε από την Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος με συντελεστές την πολιτικό μηχανικό, Ελλη Γκαλά – Γεωργιλά, η οποία έγραψε και επιμελήθηκε την έκδοση, την αρχιτέκτονα – μηχανικό, Χριστίνα Ζαρκάδα Πιστιόλη και τον συγγραφέα Αλέξανδρο Γρηγορίου. Στις 230 σελίδες του, ο τόμος περιλαμβάνει πλούσιο εικονογραφικό υλικό, παράθεση ιστορικών γεγονότων, σχολιασμούς και έρευνες σε αρχεία κτηματολογικά, τεχνικά, πολεοδομικά, σε παλαιούς χάρτες της περιοχής και σε βιβλιογραφικές πηγές.

Η Εκκλησιαστική Σκάλα και το Τοπ Χανέ

Ο χρόνος κατασκευής του θαλάσσιου τείχους, καθώς και η προγενέστερη μορφή της περιοχής της πλατείας Ελευθερίας στα ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά χρόνια δεν είναι γνωστά. Βάσει αρχαιολογικών ευρημάτων εικάζεται ότι στην προκυμαία της περιοχής της πλατείας Ελευθερίας και ανατολικότερα, πιθανώς βρισκόταν η Εκκλησιαστική Σκάλα, αλλά και ο βυζαντινός πύργος που ήλεγχε την είσοδο του λιμανιού, το Τοπ Χανέ της οθωμανικής περιόδου, το οποίο αποτέλεσε το φρούριο του Βαρδάρη, επί τουρκοκρατίας. Ωστόσο, παραμένουν άγνωστα περισσότερα στοιχεία για την κατασκευή και τη χρήση τους. Από τον πύργο του Τοπ Χανέ, προς τα ανατολικά, ξεκινούσε το τείχος των εγκαταστάσεων του κεντρικού λιμανιού, που διέσχιζε τις οδούς Μητροπόλεως και Τσιμισκή, στο ύψος της Εθνικής Τράπεζας, έφτανε μέχρι την Φράγκων και κατέληγε στα σημερινά Δικαστήρια.


«Ανατολικά του κεντρικού λιμανιού φαίνεται πως διαμορφωνόταν ένα άλλο μικρότερο λιμάνι που πιθανώς ήταν η Εκκλησιαστική Σκάλα. Σε αυτήν αναφέρεται ο παλιός ερευνητής Χατζής Ιωάννου στα τέλη του 19ου αιώνα. Και ανάμεσα στα δύο λιμάνια λέγεται πως υπήρχε μία χερσόνησος με έναν πύργο», ανέφερε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ η κ. Γεωργιλά. Κατά την ίδια, πολλά είναι τα ερωτήματα που παραμένουν και για τον πύργο της Αποβάθρας ή Τοπ Χανέ και για το ρόλο που έπαιξε στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, όπως στο διωγμό των Βενετών από τους Τούρκους το 1430.
Η διαμόρφωση της πρώτης πλατείας της Θεσσαλονίκης, στη συγκεκριμένη περιοχή, έγινε μετά το 1870, οπότε μεταμορφώθηκε η πόλη – ως αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – κατεδαφίστηκε το θαλάσσιο τείχος, έγιναν προσχώσεις και διαμορφώθηκε το παραθαλάσσιο μέτωπο της πόλης, σχεδόν στη σημερινή του εικόνα, κυρίως για να εξυπηρετεί την αυξημένη κίνηση των πλοίων.

Η πρώτη πλατεία

Η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους επετεύχθη, παρά τις αντιρρήσεις μηχανικών. Ο χώρος της Αποβάθρας διανοίχθηκε και παράλληλα έγιναν επιχωματώσεις προς τη θάλασσα, από τις οποίες δημιουργήθηκαν νέα οικόπεδα. Ένα από τα ωραιότερα αγόρασε η ναυτιλιακή εταιρεία Messageries Maritimes (επί της σημερινής Λ. Νίκης, κοντά στη Βενιζέλου). Ακολούθησε η διάνοιξη της οδού Σαμπρή πασά – η σημερινή Βενιζέλου – και διαμορφώθηκε μία μικρή πλατεία, που αποτέλεσε την πρώτη μορφή της πλατείας Ελευθερίας, της πρώτης τόσο ευρύχωρης της πόλης. Αρχικά ονομάζεται πλατεία Αποβάθρας και στη συνέχεια πλατεία Ολύμπου και γίνεται το πιο κοσμικό σημείο της Θεσσαλονίκης. Κεντρικό της σημείο η μπιραρία «Ολυμπος» (αριστερά της οδού Βενιζέλου, στη γωνία του σημερινού πάρκινγκ) και απέναντι το ξενοδοχείο «Ρουαγιάλ». Στη λέσχη Cercle de Salonique συγκεντρώνονται μεγάλοι έμποροι και αστοί, πρόξενοι, στρατιωτικοί των συμμαχικών δυνάμεων κ.α. και είναι γνωστή για την πολυτέλεια, αλλά και για τη βιβλιοθήκη, το εστιατόριο και το μπαρ που διέθετε.

Η οδός Σαμπρή γίνεται ο πιο μοντέρνος εμπορικός δρόμος, όπου λειτουργούν μεγάλα καταστήματα, όπως το γερμανικών συμφερόντων «Στάιν», που εγκαινιάστηκε το 1911, διεσώθη της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917 και επιζεί έως σήμερα. Στην απέναντι γωνία του μεγάρου Στάιν, στο ισόγειο, εγκαθίσταται το γνωστό ζαχαροπλαστείο Φλόκα, επίσης σημείο αναφοράς της κοσμικής ζωής. Στην καθημερινότητα της πόλης πρωταγωνιστεί και το ζυθοπωλείο του Νιόνιου, στο ισόγειο του Μεγάλου ξενοδοχείου της Αγγλίας. Η πλατεία παραμένει στο επίκεντρο και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε αποβιβάζονται στο λιμάνι οι συμμαχικές δυνάμεις. Εδώ γίνεται και η υποδοχή του Βενιζέλου, όταν το 1916 εγκαθιστά στη Θεσσαλονίκη την προσωρινή κυβέρνηση της Τριανδρίας. Με τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, ξεκινά η αρχή του τέλους για την πλατεία Ελευθερίας. Τα απομεινάρια των καμένων, άλλοτε πολυτελών, κτιρίων, θα δώσουν τη θέση τους στους σχεδιασμούς για νέα ανοικοδόμηση, με απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου και αρχιτέκτονα τον Γάλλο Ε. Εμπράρ, ο οποίος προτείνει αλλαγή των χρήσεων της περιοχής.

Το Ταχυδρομικό Μέγαρο, έργο ανολοκλήρωτο

Τα σχέδια προέβλεπαν την ανέγερση, στη θέση του σημερινού χώρου στάθμευσης, ενός μεγαλεπήβολου κτιρίου, που θα στέγαζε το Ταχυδρομείο, το Τηλεγραφείο και το Τηλεφωνείο (ΤΤΤ), ενώ περιμετρικά προβλεπόταν η κατασκευή τραπεζών και γραφείων. Γύρω στο 1920 ξεκίνησε η κατασκευή του Ταχυδρομικού Μεγάρου, αλλά ένα χρόνο αργότερα διακόπηκαν οι εργασίες – επειδή το έδαφος θεμελίωσης παρουσίαζε προβλήματα, αν και ήδη είχαν τοποθετηθεί πάσσαλοι στο υπέδαφος – και έτσι η πλατεία έμεινε κενή. Στο χώρο αυτό σημειώθηκαν αργότερα κάποια σημαντικά γεγονότα, όπως του Μάη του ‘36 και των βασανιστηρίων των Εβραίων από τους Γερμανούς το 1942. Από τη δεκαετία του ‘50 και έπειτα, η πλατεία μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης και αφετηρία λεωφορείων, όμως η περιοχή ουσιαστικά είχε υποβαθμιστεί.

Οι πρώτοι ιδιοκτήτες των πρώτων οικοπέδων

Από την κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους και τις πρώτες εργασίες διαμόρφωσης και επιχωματώσεων του θαλάσσιου μετώπου της Θεσσαλονίκης (1870) διαμορφώθηκαν τα πρώτα καινούργια οικόπεδα στην περιοχή. «Η συνολική τους έκταση αριστερά και δεξιά της πλατείας έφτανε τα 6,5 στρέμματα και σύμφωνα με χάρτες μηχανικών χαρακτηρίζονταν πρώτης κατηγορίας. Από τότε προβλέπονταν να είναι τα πιο ακριβά της νέας παραλιακής συνοικίας, αφού βρισκόταν μπροστά στη θάλασσα και δίπλα στο λιμάνι και την αγορά», δήλωσε η κ. Γεωργιλά. Στη μεγαλύτερη έκτασή τους αγοράστηκαν από τέσσερις οικογένειες με μεγάλη επιρροή εκείνη την εποχή: από την οικογένεια Καπαντζή (οικογένεια Ντονμέδων, εξισλαμισμένων Εβραίων, που είχαν στην κατοχή τους και δύο επαύλεις επί της Βασ. Ολγας – τα κτίρια του σημερινού ΜΙΕΤ και ΟΡΘ), την οικογένεια Μοδιάνο (τραπεζίτες και κτηματίες), και τις οικογένειες Αγκιάχ και Χουλουσή.

Ο Γιουσούφ Αγκιάχ έγινε ένας από τους στενούς συνεργάτες του Σαμπρή πασά και πρωτοστάτησε στον εκσυγχρονισμό της πόλης. Το 1870 που ξεκίνησε η κατεδάφιση του τείχους διορίστηκε δήμαρχος της Θεσσαλονίκης – τότε ξεκίνησε και ο θεσμός της δημαρχίας. Ο Αγκιάχ, σύμφωνα με τίτλους κτηματογράφησης του 1911, απέκτησε μεγάλο ποσοστό των οικοπέδων δεξιά της πλατείας, από την παραλία έως την Καλαποθάκη. Το οικόπεδο στη γωνία Βενιζέλου και Νίκης το μοιράστηκε με την οικογένεια Μοδιάνο, που πιθανώς, ως τραπεζίτες, του εξασφάλισε τη χρηματοδότηση. Δίπλα σε αυτά τα οικόπεδα, εκτείνεται αυτό της ναυτιλιακής Messageries Maritimes, που παραχωρήθηκε από τις τουρκικές αρχές το 1874.

Οι Μοδιάνο πωλούν το μερίδιό τους το 1888 σε δύο εύπορους αδελφούς από τις Σέρρες, τους Αλή και Χουλουσή μπέηδες. Ο Χουλουσή μπέης είναι παντρεμένος με τη μοναχοκόρη του Αγκιάχ, ενώ είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτης ενός μεγάλου τριώροφου ξενοδοχείου στην Εγνατία, του Grand Hotel. Τα οικόπεδα της αριστερής πλευράς της πλατείας ανήκουν στη μεγαλύτερη έκτασή τους στις οικογένειες Μοδιάνο και Καπαντζή. Μετά την πυρκαγιά του 1917, το σχέδιο Εμπράρ προέβλεπε τη δέσμευση των χώρων της πλατείας Ελευθερίας από το Δημόσιο, ώστε να επιτευχθεί ο ανασχεδιασμός και η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης. Με ριζοσπαστική για την εποχή απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου, τα οικόπεδα απαλλοτριώθηκαν και δημιουργήθηκε νέα κτηματογράφιση, από την οποία ευνοήθηκαν κυρίως οι μεγάλοι οικοπεδούχοι της περιοχής, οι οποίοι επανέκτησαν τις περιουσίες τους μέσω πλειστηριασμού.

Παραχωρήθηκε μεγάλο οικόπεδο αριστερά της Ι.Δραγούμη στην Εθνική Τράπεζα και, απέναντι, οικόπεδο στην Ιωνική (σημερινή Alpha) τράπεζα. Διανοίχθηκε η Μητροπόλεως και άρχισε η κατασκευή νέων οικοδομών που προορίζονταν για κτίρια γραφείων. Το πρώτο τέτοιο κτίριο που σώζεται και σήμερα είναι του σημερινού Βάρδα (Μητροπόλεως και Βενιζέλου).
-->

Τί είναι η κοινωνική ασφάλιση και ποιά η ιστορία της

Κοινωνική ασφάλιση είναι η δραστηριότητα με την οποία το κράτος άμεσα ή με τη μεσολάβηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του προσφέρει στον εργαζόμενο, αντί ορισμένης τακτικής χρηματικής καταβολής, υλικές παροχές και υπηρεσίες σε περιπτώσεις ασθένειας, σωματικής ή πνευματικής βλάβης, αναπηρίας και γήρατος. Οι δαπάνες καλύπτονται με τις υποχρεωτικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τις οποίες έχουν θεσπίσει οι σύγχρονες νομοθεσίες.

Η εμφάνιση συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται στενά με τη βιομηχανική ευρωπαϊκή επανάσταση του 19ου αι. και την πλήρη ανεπάρκεια της δημόσιας ή ιδιωτικής αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικών συνθηκών.

Στατιστικές που αναφέρονται στη Γερμανία, για το έτος 1877, δείχνουν ότι σε μερικές κατηγορίες της βιομηχανίας, οι εργάτες ασθενούσαν σε ποσοστό μεταξύ 65% και 80%, ενώ τα βρέφη μητέρων που δούλευαν σε βιομηχανίες, όπου χρησιμοποιούσαν φώσφορο και μόλυβδο πέθαιναν κατά 40% στον πρώτο χρόνο και κατά 70% στα τρία πρώτα χρόνια. Τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάρα πολλά και η ασθένεια του εργαζόμενου οδηγούσε την οικογένεια στη δυστυχία.

Σε αυτή την κατάσταση, οι εργαζόμενοι άρχισαν να συνασπίζονται και τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα συνδικάτα, τα οποία λειτούργησαν συχνά και ως σωματεία εργατικής αλληλοβοήθειας. Τα μέλη τους αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν περιοδικά ορισμένα ποσά, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κοινό ταμείο προορισμένο να βοηθά τα μέλη που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή και την εργασία τους. Αποδείχτηκε όμως σύντομα ότι η αλληλοβοήθεια ήταν ανίκανη να προστατεύσει με θετικό τρόπο τον εργαζόμενο και να καλύψει τις ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, σε περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου. Παράλληλα, μερικές μεγάλες βιομηχανίες, όπως π.χ. των Κρουπ στη Γερμανία, άρχιζαν να ανησυχούν για τις συχνές ασθένειες και απουσίες του ειδικευμένου προσωπικού, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στον ρυθμό της παραγωγής.

Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι κοινωνικοί αγώνες επηρέαζαν καθοριστικά το γενικό κλίμα της εποχής. Το 1883 υποβλήθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο για την υποχρεωτική α. ασθένειας και μητρότητας που έγινε δεκτό, έπειτα από σφοδρές συζητήσεις και αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανία ψήφισε τον νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά των ατυχημάτων και το 1889 τον νόμο για την υποχρεωτική α. κατά της αναπηρίας και του γήρατος. Έτσι, την αρχή της εθελοντικής α. και αλληλεγγύης, χαρακτηριστικό των σωματείων αλληλοβοήθειας, αντικατέστησε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει από καθορισμένους κινδύνους, στους οποίους εκθέτονταν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του.

Η απήχηση που είχαν οι γερμανικοί νόμοι ήταν τεράστια και πολλές χώρες ακολούθησαν γρήγορα τον ίδιο δρόμο. Στις αρχές του 20ού αι. δεν υπήρχε ακόμα πρόνοια για έναν μόνο κίνδυνο: την ανεργία. Οι Γερμανοί νομοθέτες θεώρησαν ότι αυτή η μορφή ασφάλισης ήταν απραγματοποίητη. Την αντίληψη αυτή διέψευσε ο Λόιντ Τζορτζ στην Αγγλία, ο οποίος κατόρθωσε, υπερνικώντας σφοδρές αντιδράσεις, να ψηφιστεί από το αγγλικό κοινοβούλιο ο σχετικός νόμος, το 1911.


Στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, πάρα πολλές χώρες είχαν αποδεχτεί την αρχή των κοινωνικών ασφαλίσεων και η κοινωνική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου ενίσχυσε στους εργαζόμενους την επίγνωση του δικαιώματος να είναι ασφαλισμένοι και την υποχρέωση του κράτους να παρέχει προστασία. Η περίοδος του μεσοπολέμου χαρακτηρίζεται από την ορμητική ανάπτυξη των κοινωνικών ασφάλισεων. Ο θεσμός όμως, όπως είχε διαμορφωθεί, δεν ανταποκρινόταν πια στο πλαίσιο της ζωής των εργαζομένων που συνεχώς διευρυνόταν ούτε στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής οι οποίες αυξάνονταν.

Η ασφαλιστική αρχή των οργανισμών, φορέων του θεσμού, χάριζε έναν αυστηρό περιοριστικό όρο για πολλές κατηγορίες πολιτών, οι οποίες εξαιρούνταν της προστασίας. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αναπτύσσεται ακόμα περισσότερο με το αγγλικό σχέδιο γενικής κοινωνικής ασφάλισης, το γνωστό ως Σχέδιο Μπέβεριτζ (1942), το οποίο συνάντησε ευρύτατη επιδοκιμασία. Στη μεταπολεμική εποχή, η κοινωνική ασφάλιση τείνει να ενοποιηθεί με τη δημόσια αντίληψη και να μεταβληθεί σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης  μέσα στα οποία το κράτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξασφαλίζει σε κάθε πολίτη προστασία σε περιστατικά της ατομικής, οικογενειακής και συλλογικής του ζωής.

Ιστορία και νομοθετική κατοχύρωση του θεσμού στην Ελλάδα.

Η εισαγωγή ενός συγχρονισμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα καθυστέρησε, σχετικά με άλλες χώρες, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης βιομηχανικής ανάπτυξης. Ο θεσμός ήταν όμως γνωστός από πολλά χρόνια: τον είχαν εφαρμόσει κατά κάποιον τρόπο οι ναυτικοί του Αιγαίου από τον 18o αι. σε απομίμηση παλαιότερης επινόησης του Κολμπέρ στη Γαλλία. Ως συνέχεια και συστηματοποίηση αυτής της πρακτικής πρέπει να θεωρηθεί η ίδρυση, κατά το 1836, του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (η λειτουργία του όμως άρχισε μόνο το 1861), για το οποίο πάντως δεν είχε προβλεφθεί ούτε εργοδοτική ούτε κρατική εισφορά. Τον ίδιο χρόνο, με τον νόμο Χ’, είχε προβλεφθεί η α. των εργατών μεταλλείων (λειτούργησε μετά το 1882), ενώ ο Ν. 281/1914, έθεσε νομικές βάσεις για τη λειτουργία αλληλοβοηθητικών σωματείων. Τα αποφασιστικότερα βήματα έγιναν όμως κατά και μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, με τη δημοσίευση, παρά τις έντονες αντιδράσεις, των νόμων 551/1915 περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εκ της εργασίας παθόντων εργατών ή υπαλλήλων (ο οποίος θέσπιζε την ατομική ευθύνη του εργοδότη για την κάλυψη του επαγγελματικού κινδύνου) και 2868/1922 περί υποχρεωτικής α. των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων. Ο τελευταίος αυτός νόμος αφορούσε α. των μη αυτοτελώς εργαζομένων μισθωτών της βιομηχανίας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας· κατά την εφαρμογή του προτιμήθηκε όμως η α. κατά επιχειρήσεις. Από το 1925 άρχισαν να δημιουργούνται ασφαλιστικά ταμεία αυτοτελώς εργαζομένων (νομικών, υγειονομικών κλπ.).

Το 1929, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επαναλαμβάνοντας προτάσεις που είχαν γίνει στον Τύπο ή στη βουλή από το 1902 και ύστερα, εξήγγειλε την προσεχή εφαρμογή γενικευμένου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης κατά της ασθενείας, ανικανότητος, γήρατος και θανάτου. Το σχετικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στη βουλή στις 19 Μαΐου 1932 και ψηφίστηκε (Ν. 5733/1932), αλλά δεν εφαρμόστηκε εξαιτίας κοινοβουλευτικών μεταβολών. Σύντομα όμως ψηφίστηκε νέος νόμος, με συντάκτη τον Χρ. Αγαλλόπουλο (Ν. 6298/1934 Περί κοινωνικής ασφάλισης , ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από 1η Δεκεμβρίου 1937. Η νομοθεσία αυτή, που τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από νεότερους νόμους, εισήγαγε την καθολικότητα της ασφάλισης των μισθωτών (με δυνατότητα επέκτασης σε κατηγορίες αυτοτελώς εργαζόμενων), από ενιαίο φορέα, το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙKA).

Οι σχετικές με το ΙΚΑ διατάξεις συμπληρώνονται από πολυάριθμες διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες υπέγραψε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη μετακίνηση των ασφαλισμένων από χώρα σε χώρα (υπολογισμός χρόνου εργασίας σε άλλη χώρα, κατανομή των παροχών μεταξύ διαδοχικών οργανισμών κλπ.). Τέλος, με τον Ν. 4169/1961 καθιερώθηκε ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης των αγροτών. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 το θέμα των διαρθωτικών αλλαγών στην κοινωνική ασφάλιση απασχόλησε έντονα τη χώρα μας, αλλά μέχρι το 2002 δεν είχε δοθεί οριστική λύση.

Σύστημα οικονομικής λειτουργίας.

 Κυριότεροι πόροι των κοινωνικών ασφαλίσεων είναι οι εισφορές των ασφαλισμένων, των εργοδοτών και του κράτους, των οποίων το ύψος καθορίζεται από στατιστικές μελέτες των σχετικών φαινομένων, τα οποία επιδρούν, εκτός άλλων, και οι δημογραφικοί παράγοντες που επικρατούν σε κάθε χώρα (σύνθεση του πληθυσμού ανάλογα με τις ηλικίες κλπ.). Σε ό,τι αφορά στα συστήματα διαχείρισης, οι καταστατικές διατάξεις μάλλον σπανίζουν. Παλαιότερα γινόταν ευρύτατη χρήση του λεγόμενου συστήματος του μέσου ασφαλίστρου, σύμφωνα με το οποίο οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις δεν προσδιορίζονται χωριστά για κάθε άτομο, αλλά υπολογίζονται για όλους τους ασφαλισμένους ή ένα μέρος αυτών, και ορίζεται συνεπώς ένα σταθερό ασφάλιστρο που να καλύπτει σε κάθε στιγμή όλες τις απαιτήσεις. Το σύστημα αυτό, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των α. μακράς διάρκειας (σύνταξη γήρατος, θανάτου και αναπηρίας), εγκαταλείφτηκε και εξαιτίας των νομισματικών αναστατώσεων της περιόδου μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και εξαιτίας της γενίκευσης της α., που θα επέφερε, σε περίπτωση υιοθεσίας αυτού του συστήματος, τεράστια συγκέντρωση κεφαλαίων. Αντ’ αυτού του συστήματος και του λεγόμενου συστήματος της κεφαλαιοποίησης (άνοιγμα χωριστού λογαριασμού για κάθε προστατευόμενο πρόσωπο), προτιμήθηκε γενικά το σύστημα της κατανομής ή διανεμητικό, σύμφωνα με το οποίο οι δαπάνες κάθε περιόδου ή χρήσης, π.χ. ενός έτους, πρέπει να καλύπτονται από τα έσοδα της περιόδου και αυτό όχι για κάθε άτομο χωριστά αλλά για όλους τους προστατευόμενους ή τους προστατευόμενους ενός ορισμένου κλάδου, με διατήρηση ενός περιορισμένου αποθεματικού για την αντιμετώπιση έκτακτων και ασυνήθιστων αναγκών.

Η κρατική εισφορά προβλέπεται αόριστα από τον νόμο, με τον τύπο μάλλον μιας εγγύησης σε περίπτωση ύπαρξης ελλειμμάτων, αλλά έμμεσα το κράτος συμβάλλει με τη χορήγηση φορολογικών ατελειών, δωρεάν οικοπέδων, τη δημιουργία εσόδων από πρόστιμα κλπ. Το μέγεθος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών καθορίζεται χωριστά για κάθε κλάδο ασφάλισης, με βάση υπολογισμού το τεκμαρτό ημερομίσθιο, σε αντιστοιχία προς μία από τις 13 προβλεπόμενες μισθολογικές κλάσεις (σύστημα της μεταβλητής εισφοράς). Στον υπολογισμό του μισθού λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες προσαυξήσεις, επιδόματα, βραβεία, ωφελήματα εις είδος (κατοικία, τροφή, στολή, εισιτήρια κυκλοφορίας κλπ.). Ο νόμος εξουσιοδοτεί το ΙKA να κάνει επενδύσεις από τα διαθέσιμα κεφάλαια σε ιδρύματα που διευκολύνουν τη λειτουργία του ή εξυπηρετούν τους σκοπούς του (γραφεία, νοσοκομεία, μαιευτήρια, παιδικούς σταθμούς και κατασκηνώσεις κλπ.).

Παροχές στα προστατευόμενα πρόσωπα.

Για να χορηγηθεί παροχή στον ασφαλισμένο, πρέπει να συντρέχει κατά την ορολογία του ασφαλιστικού δικαίου, ασφαλιστική περίπτωση ή, όπως επίσης, λέγεται κίνδυνος, δηλαδή διατάραξη ορισμένης μορφής της οικονομικής κατάστασης του ασφαλισμένου. Οι ασφαλιστικές περιπτώσεις είναι καθορισμένες από τον νόμο: ασθένεια, τοκετός, θάνατος του προστάτη της οικογένειας, ανικανότητα για εργασία· η τελευταία μπορεί να προέρχεται από γηρατειά, από σωματική ή πνευματική ασθένεια, από ατύχημα.

Για την ασφαλιστική περίπτωση της ασθένειας, ως κριτήριο χρησιμεύει το αν αυτή δημιουργεί ανικανότητα για εργασία. Η ασθένεια αρχίζει από τη στιγμή που εμφανίζεται η ανικανότητα αυτή ή κρίνεται αναγκαία η περίθαλψη. Δεν λαμβάνεται υπόψη η αιτία της ασθένειας και το αν αυτή είναι ή όχι ανίατη. Όταν ο ασφαλισμένος εξαιτίας πάθησης, βλάβης ή εξασθένησης σωματικής ή πνευματικής, δεν είναι σε θέση να κερδίζει τουλάχιστον για ένα εξάμηνο περισσότερο από το ένα τρίτο των όσων κερδίζει ένας υγιής της κατηγορίας του, χαρακτηρίζεται ανάπηρος. Ιδιαίτερη περίπτωση είναι το ατύχημα, δηλαδή αιφνίδια επιζήμια κατάσταση σε βάρος του ασφαλισμένου, που προέρχεται από εξωτερικό γεγονός το οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος. Τις κοινωνικές ασφαλίσεις ενδιαφέρει αμέσως το εργατικό, δηλαδή το επαγγελματικό ατύχημα που παράγεται κατά την εργασία, μπορεί όμως, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να περιληφθεί στην ασφαλιστική αξίωση και το ατύχημα που έγινε εκτός εργασίας. Κατά τον νόμο, η επαγγελματική ασθένεια εξομοιώνεται με το ατύχημα. Η επαγγελματική ασθένεια είναι η ασθένεια που προκαλείται από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου. Με την ασφάλιση του τοκετού καλύπτεται, εκτός του τοκετού, και ορισμένος χρόνος της εγκυμοσύνης και της λοχείας, αν πρόκειται για αμέσως ασφαλισμένη και μόνο ο τοκετός, αν πρόκειται για σύζυγο ασφαλισμένου. Είναι αδιάφορο αν πρόκειται για νόμιμο ή νόθο τέκνο, αν τούτο γεννήθηκε ζωντανό ή νεκρό, ωστόσο πρέπει ο τοκετός να έχει γίνει μετά την τέλεση του γάμου. Για την ασφάλεια του γήρατος απαιτείται συμπλήρωση ορισμένης ηλικίας. Τέλος, ασφαλιστική περίπτωση αποτελεί ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία κι αν προήλθε· προς τον θάνατο εξομοιώνεται η αφάνεια (έλλειψη είδησης για ένα πρόσωπο περισσότερο από έναν χρόνο και σοβαρή πιθανότητα θανάτου του).

Για να ισχύσουν οι ασφαλιστικές αυτές περιπτώσεις, πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί ορισμένες προϋποθέσεις της λεγόμενης ουσιαστικής ισχύος της α. (π.χ. να έχει πραγματοποιηθεί πριν από την ασθένεια ορισμένος αριθμός ημερών εργασίας)· τούτο δεν απαιτείται στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Για τη χορήγηση σύνταξης, ο νόμος επιτρέπει σε όσους δεν έχουν ακόμα συμπληρώσει το όριο ηλικίας να πάρουν μειωμένη σύνταξη.

Κατά τις περιπτώσεις της ασφάλισης, οι παροχές διακρίνονται εις είδος και εις χρήμα. Η ιατρική περίθαλψη ανήκει στην πρώτη κατηγορία και περιλαμβάνει τις ιατρικές φροντίδες, φάρμακα κλπ., λουτροθεραπεία, νοσοκομειακή περίθαλψη, ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα επιδόματα ασθένειας και μητρότητας και τα έξοδα κηδείας. Η έκταση των παροχών δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβάλλεται με αποφάσεις των αρμοδίων σύμφωνα με τη γενική πολιτική των ασφαλιστικών οργανισμών, που μπορούν να επεκτείνουν την ιατρική περίθαλψη σε μεγαλύτερο κύκλο προστατευομένων ή και να καθορίσουν διαφορετικό ποσοστό κάλυψης της δαπάνης.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

OI ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΟΙ

 Κοζαρίδης Χρήστος

ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΟΙ � ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ

Στο ερώτημα ποιοι είναι οι Γκαγκαβούζοι προσπάθησαν πολλοί ιστορικοί να απαντήσουν και να δώσουν μια λογική εξήγηση της προέλευσης και της διαδρομής τους. Περισσότερο ασχολήθηκαν ξένοι ιστορικοί, όπως Βούλγαροι, Τούρκοι, Ρώσοι και πολύ λιγότερο οι Έλληνες. Λόγω αυτού του γεγονότος σήμερα κυριαρχεί η άποψη ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο που εκχριστιανίσθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Είναι όμως έτσι τα γεγονότα; Μέσα από τα ιστορικά γεγονότα δεν αναφέρεται από καμιά ιστορική πηγή ότι κάποιο τουρκικό φύλο εκχριστιανίστηκε. Αντίθετα αναφέρονται μαζικοί εξισλαμισμοί χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια. 
Ο όρος Γκαγκαούζοι εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ρωσική ιστοριογραφία αρχές του 18ου αιώνα. Προσδιορίζονται  όλοι οι τουρκόφωνοι χριστιανοί της Βόρειας Βουλγαρίας. Ως προς την ετυμολογία του ονόματος δόθηκαν πολλές απαντήσεις από ιστορικούς των προαναφερόμενων χωρών. Όλες θεωρούν ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο και ο λόγος είναι προφανής. Η ιδέα του παντουρκισμού επιβάλει την παρουσία τουρκικών φύλων σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ασίας και της Ευρώπης. Παράλληλα η ύπαρξη Τούρκων χριστιανών εξυπηρετεί τα πολιτικά σχέδια των εκφραστών του παντουρκισμού, μέσα από τη σημερινή πολιτική ηγεσία της Τουρκίας.
Από την πλευρά των Ελλήνων ιστορικών διατυπώθηκε η άποψη ότι πρόκειται για Μικρασιάτες Καραμανλήδες, μετανάστες στη Βόρεια Βουλγαρία και την Ανατολική Θράκη. Η έρευνα των λαογραφικών στοιχείων δείχνουν ότι η σχέση των Γκαγκαβούζηδων με τους Καραμανλήδες περιορίζεται στη γλώσσα και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο γραφής και όχι στην έκφραση και το λόγο. 
 Αντίθετα η υποστήριξη της θεωρίας περί αυτόχθονου θρακικού πληθυσμού δεν υποστηρίχτηκε τα προηγούμενα χρόνια και τελευταία αρχίζει να διατυπώνεται δειλά-δειλά από ιστορικούς της Βουλγαρίας και της Ελλάδας. 
Πιστεύω ότι η συγκέντρωση όλων των ιστορικών στοιχείων και η αντικειμενική σταχυολόγηση τους θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό της θεωρίας για την προέλευση των Γκαγκαβούζηδων. 
Οι Γκαγκαβούζοι εντοπίζονται στα παράλια του Δυτικού Ευξείνου Πόντου. Τα χωριά τους βρίσκονται στην περιοχή μεταξύ του ακρωτηρίου Αιμόντου και της πόλης Κωνστάντζας της Ρουμανίας. Στην ενδοχώρα της Βουλγαρίας εντοπίζονται γκαγκαβούζικα χωριά μέχρι την πόλη Προβάντια και Σούμεν της σημερινής Βουλγαρίας. Κύριες πόλεις των Γκαγκαβούζηδων είναι η Βάρνα, η Καβάρνα, το Μπάλτζικ, το Σούμεν και το Πρόβαντι. Συνολικά καταγράφονται ως γκαγκαβούζικα, περίπου 70 χωριά και πόλεις.
Ποιοι λαοί κατοικούσαν σε αυτές τις περιοχές από την αρχαιότητα μέχρι την εμφάνιση του γκαγκαβούζικου φύλου.

Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς, Ηρόδοτος Στράβωνας, Πτολεμαίος, μιλούν για το θρακικό φύλο τους Κροβύζους ή Κροβούζους, ως κατοίκους στην περιοχή της Οδησσού (Βάρνα). Βορειότερα στην περιοχή του Μπάλτζικ κατοικούσε ένα θρακικό φύλο Πυγμαίων, οι Αροτήρες, λαός γεωργικός με συγγενικές σχέσεις με τους Κροβούζους.
Στα ρωμαϊκά χρόνια ο Ρωμαίος φυσιοδίφης  ιστορικός Πλίνιος και ο εξόριστος ποιητής Οβίδιος αναφέρουν, ότι η περιοχή κατοικείται από τον θρακικό λαό των Κατταούζων ή Κατούζων. Όλοι οι συγγραφείς αναφέρουν ότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί εύκολα εξελληνίζονται ή εκλατινίζονται. Ζούσαν γύρω από τις οχυρωμένες πόλεις των ελληνικών αποικιών. Αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε το γεγονός θα πρέπει να πούμε, ότι για δύο λόγους υπήρξε αυτή η εγκατάσταση:
Α) Ως λαός γεωργικός και κτηνοτροφικός ήθελαν να βρίσκονται κοντά στις πόλεις για να γίνονται γρήγορα και άμεσα οι συναλλαγές τους και 
Β) Οι οχυρωμένες πόλεις αποτελούσαν ένα ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους επιδρομών και συγκρούσεων με άλλα φύλα και λαούς. 
Ο ρόλος των οχυρωμένων πόλεων εκτός από τον στρατιωτικό ήταν και εκπολιτιστικός. 
Με την μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη, τα Βαλκάνια και ειδικά η Θράκη αποτελούν το περιβόλι της Πόλης. Η καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, οδήγησε στον εκχριστιανισμό όλων των λαών των Βαλκανίων. Ειδικότερα οι εξελληνισμένοι λαοί έγιναν ευκολότερα χριστιανοί, λόγω της διάδοσης της νέας θρησκείας μέσω της ελληνικής γλώσσας. Ο Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, συνέβαλε στον εκχριστιανισμό των λαών του Ευξείνου Πόντου. Ως πρώτος μητροπολίτης Βάρνας, αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην επιστολή του προς Ρωμαίους, ο Αμπλίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 31 Οκτωβρίου.
Διάφοροι λαοί ακολουθώντας το δρόμο της μετανάστευσης περνούν τον Δούναβη και συγκρούονται με το βυζαντινό στρατό. Στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούνται σε ήττα και σε μόνιμη εγκατάσταση σε περιοχές που ορίζει το Βυζάντιο, αφού πρώτα βαπτίζονται χριστιανοί και αποδέχονται την εξουσία του βυζαντινού κράτους. Η εγκατάστασή τους κατά τα έθιμα του Βυζαντίου γίνεται στην ύπαιθρο  σε στρατηγικά σημεία όπου υπηρετούν ταυτόχρονα ως στρατιώτες. Οι λαοί που εμφανίσθηκαν κατά σειρά και εγκαταστάθηκαν τελικά στα Βαλκάνια είναι Γότθοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Πετζενέγκοι, Ούζοι και Κουμάνοι. Σε όλους επιβλήθηκε ο χριστιανισμός και μέσω του ελληνικού πολιτισμού όχι μόνο εντάχθηκαν αλλά και αποτέλεσαν τα κυριότερα στηρίγματα του βυζαντινού κράτους. 
Το Βυζάντιο και το Πατριαρχείο επέτρεπε τις επιγαμίες μεταξύ χριστιανών  διαφορετικών φύλων με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος βυζαντινού υπηκόου ο οποίος είχε τα χαρακτηριστικά του ορθόδοξου χριστιανού, με ελληνική μόρφωση αλλά ως ανθρωπολογικός τύπος αποτελούσε ένα κράμα διαφορετικών φυλών. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα επόμενα χρόνια αυτός ο τύπος δεν αμφισβητήθηκε μέχρι την εμφάνιση των εθνικών ιδεολογιών και την δημιουργία των εθνικών κρατών στα Βαλκάνια. 
Στα Βαλκάνια ο κυριότερος εχθρός του Βυζαντίου ήταν οι Βούλγαροι. Λαός ανυπότακτος, με ηγεμόνες που επιζητούσαν πάντοτε την εξουσία και την χειραφέτησή τους από το Βυζάντιο. Οι συχνοί πόλεμοι μεταξύ τους οδηγούσε σε ερημώσεις της υπαίθρου και σε αναγκαστική μετακίνηση των ντόπιων πληθυσμών που δεν συμμαχούσαν μαζί τους μέσα στις οχυρωμένες βυζαντινές πόλεις.  Η δημιουργία του πρώτου και του δεύτερου βουλγαρικού κράτους άλλαζε συνεχώς τα σύνορα του Βυζαντίου, αλλά τα δυτικά παράλια του Ευξείνου Πόντου αποτελούσαν πάντοτε βυζαντινό έδαφος. 
Μετά το τέλος των σταυροφοριών και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς στα όρια της σημερινής Βουλγαρίας ιδρύθηκαν τρία Πριγκιπάτα: Το πριγκιπάτο του Τυρνόβου και του Βιδινίου, τα οποία αποτελούνταν από πληθυσμούς κυρίως βουλγαρικούς και το πριγκιπάτο της Καβάρνας, το οποίο αποτελούνταν από Έλληνες βυζαντινούς, Βλάχους, Κουμάνους και Σελτζούκους Τούρκους. 
Πρώτος ηγεμόνας του πριγκιπάτου ήταν ο Μπαλίκ, ο οποίος ανέλαβε το 1268 περίπου. Αν και γίνονται αναφορές και σε κάποιον Σαρί-Σαλτίκ, όπως και τον σουλτάνο Καϊκαούζ Β΄, είναι αστήρικτες αν και χρονολογικά συμπίπτει η παρουσία τους στα ίδια εδάφη.  Ο σουλτάνος μετά την απελευθέρωση του από το φρούριο της Αίνου όπου ήταν φυλακισμένος από τον Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο μεταφέρθηκε στα μέρη της Κριμαίας, από τον Μογγόλο Χάνο Berge, όπου και πέθανε το 1263.  ¶λλες ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ο λαός  και ο στρατός του Καϊκαούζ μεταφέρθηκε στην επαρχία της Δοβρουτσάς όπου και εγκαταστάθηκαν μεταξύ των Ούζων και των Κουμάνων. Οι ίδιες πηγές αποκρύπτουν ότι εγκατέλειψαν την περιοχή περίπου το 1310 και εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία. Όπως και το γεγονός ότι ανήκαν στην μουσουλμανική αίρεση των Μπεκτασήδων. Αρχηγός τους ήταν ο Σαρί-Σαλτίκ οπαδός του Μπεκτασισμού, μία θρησκεία με στοιχεία χριστιανικά και ισλαμικά. Ήταν γνωστός ως Σαλτούκ-ντεντέ και όταν πέθανε το χωριό όπου τάφηκε ονομάσθηκε Μπαμπά-νταγκ.
Έτσι οι τουρκόφωνοι της Δοβρουτσάς διαχωρίζονται σε δύο ζώνες: Οι μουσουλμάνοι της βόρειας ζώνης, όπου κατοικούσαν ανάμεικτοι πληθυσμοί Κουμάνων, Ούζων και Σελτζούκων και στην νότια ζώνη όπου κατοικούσαν τουρκόφωνοι χριστιανοί βυζαντινής καταγωγής. 
Μετά τον Μπαλίκ αναλαμβάνει ως άρχοντας του πριγκιπάτου ο Ντομπροτίτσα, ο οποίος διαχωρίζει τη θέση του από τα δύο βουλγαρικά πριγκιπάτα και θέτει το πριγκιπάτο του φόρου υποτελής στο Βυζάντιο. Ζητά από το Πατριαρχείο να αναλάβει την επιστασία των χριστιανών του κράτους του. Το πριγκιπάτο αποτελούσε θρησκευτικά, Εξαρχία απευθείας υπαγόμενη στο Πατριαρχείο από το 1320 έως το 1650, όταν η μητρόπολη Βάρνας και η εξαρχία Καβάρνας ενώθηκε σε μία μητρόπολη, της Βάρνας. 
Στα χρόνια του Ντομπροτίτσα το πριγκιπάτο γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του, κυριαρχούσε με το στόλο του στη Μαύρη Θάλασσα και ήταν σκληρός ανταγωνιστής των Γενουατών στο εμπόριο. Με τον στρατό του βοήθησε το βυζαντινό κράτος της Τραπεζούντας στην αντιμετώπιση των Γενουατών και των Οθωμανών. Παράλληλα είχε παντρευτεί την κόρη του Μέγα Δούκα Απόκαυκου και πήρε τον τίτλο του Δεσπότη. Μετά τον θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Ιβαγκός ο οποίος διατηρήθηκε ως Δεσπότης της Καβάρνας μέχρι την κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς το 1394. Αιτία αποτέλεσε η άρνηση του  Ιβαγκός να συμμετέχει  στην εκστρατεία εναντίον των χριστιανών της Ουγγαρίας και της Μολδαβίας και Βλαχίας όπως του ζήτησε ο σουλτάνος Βαγιατζίτ Α΄ ο Κεραυνός, με αντάλλαγμα να διατηρήσει το κράτος του. 
Με την κατάλυση του κράτους ο πληθυσμός του πριγκιπάτου διασκορπίστηκε. Αναφέρεται ότι ένα μεγάλο τμήμα έφυγε και εγκαταστάθηκε στα χωριά της Ζίχνης Σερρών όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Ένα τμήμα του πληθυσμού οδηγήθηκε από τους Οθωμανούς ως εργάτες γης στο Χάσκιοϊ της Αδριανούπολης, όπου δούλευαν στα χωράφια του σουλτάνου. Η πλειονότητα παρέμεινε και υπέφερε μαζί με τους υπόλοιπους χριστιανούς της περιοχής. Επειδή ζούσαν ανάμεσα σε συμπαγείς πληθυσμούς Οθωμανών Τούρκων για να επιβιώσουν και για να μπορούν να συναλλάσσονται άλλαξαν την γλώσσα τους και τουρκοφώνισαν. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η γλώσσα των Γκαγκαούζηδων είναι παρόμοια με των Οθωμανών της Βαλκανικής και όχι με αυτήν των Οσμανλήδων της Μικράς Ασίας. 
Το Οθωμανικό κράτος όπως και όλα τα μουσουλμανικά κράτη στηρίζονταν στην αρχή πιστοί και άπιστοι. Μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς και την ανακήρυξη του Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης ως θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη όλων των χριστιανών οι Γκαγκαούζοι εντάσσονται στο χριστιανικό Μιλλέτ. 
Τον 16ο αιώνα κατά την περιοδεία του Οθωμανού περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί στα Βαλκάνια συναντά τους Γκιαούρηδες(άπιστους) Τούρκους και απορεί πως είναι δυνατόν να υπάρχουν τουρκόφωνοι χριστιανοί. Μετά από μια μικρή έρευνα παραδέχεται ότι δεν πρόκειται για τουρκικό φύλο. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Οθωμανούς και τουρκικά φύλα συνάντησε βορειότερα στα παραδουνάβια έλη. 
Τα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1790 δεν έχουμε αναφορές για Γκαγκαούζους ή ακόμη και για γεγονότα στην περιοχή. Η επανάσταση των Κιρτζαλήδων, φανατικών μουσουλμάνων και του Πατζατζάνογλου, Πασά του Βιδινίου, φέρνει στο προσκήνιο τους τουρκόφωνους χριστιανούς της Δοβρουτσάς. Αντιστέκονται στις επιδρομές των Κιρτζαλήδων των Κιρκάσιων και Βασιβουζούκων. 
Μέσα από το Έπος ΑΙ ΕΝ ΤΗ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙ ΚΑΒΑΡΝΗ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΕΡΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙΣ ΧΩΡΙΟΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΙΡΚΑΣΙΩΝ ΣΦΑΓΑΙ, γράφτηκε από τον Κράχτογλου (πιθανόν Γκαγκαούζος στην καταγωγή) μαθαίνουμε για την ηρωική αντίσταση τους στην Καβάρνα με αρχηγό τον Αμηρά. Από την πολιορκία της Καβάρνας κατάφεραν να σωθούν οι περισσότεροι και να διαφύγουν στην Μολδαβία και στη Βλαχία. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες ο Αμηράς επέστρεψε στα γκαγκαούζικα εδάφη μαζί με το ρωσικό στρατό κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο το 1810. 
Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους οι Γκαγκαούζοι βοηθούσαν με όλα τα μέσα που διέθεταν τον ρωσικό στρατό. Είχε αποκρυσταλλωθεί στην συνείδησή τους όπως και σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων ότι το «Ξανθό γένος», δηλαδή οι Ρώσοι θα τους απελευθερώσουν από τον οθωμανικό ζυγό. Το 1829 για να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Οθωμανών μετανάστευσαν μαζικά μαζί με τον μητροπολίτη Βάρνας στη Βεσσαραβία. Υπολογίζεται ότι μετανάστευσαν 100.000 περίπου Γκαγκαούζοι, ελληνόφωνοι και βουλγαρόφωνοι χριστιανοί. Η εγκατάστασή τους έγινε στην επαρχία του Κομράτ και του Ισμαηλίου. Ο γκαγκαούζικος πληθυσμός της Βεσσαραβίας από το 1810-20 αναπτύσσεται και λειτουργεί άλλοτε σε εχθρικό περιβάλλον και άλλοτε σε φιλικό. Κυρίως ως αγρότες συμμετέχουν σε όλα τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Μολδαβία και τη Βλαχία. Συμμετέχουν με δικό τους στρατιωτικό σώμα στην επανάσταση του Υψηλάντη με αρχηγό τον Δημήτρη Βατικιώτη.  Γκαγκαούζοι συμμετείχαν στον Ιερό λόχο στη μάχη του Δραγατσανίου, δίχως να έχουμε καταφέρει να καταγράψουμε τα ονόματά τους. Συμμετείχαν στην βουλγαρική λεγεώνα κατά την διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων με επαναστατικές ενέργειες στην βόρεια Βουλγαρία και στην σημερινή Ρουμανία. Οι Βούλγαροι τονίζουν σε όλα τα ιστορικά βιβλία τους την ανδρεία και το θάρρος που επιδείκνυαν οι Γκαγκαβούζηδες στο πεδίο της μάχης 
Το 1864 συμμετέχουν ενεργά στην εξέγερση των αγροτών εναντίον των γαιοκτημόνων της Ρουμανίας. Η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα, 10.000 νεκρούς υπολογίζεται ότι είχε και ανάμεσά τους πολλοί Γκαγκαούζοι. Το 1907 και 1910 συμμετείχαν σε νέες εξεγέρσεις αγροτών. 
Η ρωσική επανάσταση του 1917 τους βρίσκει εγκλωβισμένους στη Βεσσαραβία, διότι η περιοχή διεκδικείται συνεχώς από τους Ρουμάνους και τους Ρώσους. Σε όλη τη διάρκεια της Σοβιετικής Ένωσης διατηρούν τον ιδιαίτερο πολιτισμό τους, τους επιτρέπεται να έχουν εκκλησίες, έστω και λίγες, και να διατηρήσουν τη γλώσσα τους. Ίσως σε αυτό το γεγονός να οφείλεται και η συμπάθεια που δείχνουν απέναντι στους Ρώσους και να ταχθούν με το μέρος τους στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Αντιδρούν στην προσπάθεια των Μολδαβών εθνικιστών να ενωθούν με τη Ρουμανία. Το 1990 καταφέρνουν να αποκτήσουν αυτόνομο καθεστώς διοίκησης μέσα στα πλαίσια της Μολδαβίας.
Σήμερα γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια για να επανασυνδεθούν με τους Γκαγκαβούζηδες της Ελλάδας. Η μακροχρόνια προσπάθεια των Ρώσων ιστορικών να τους πείσουν ότι ανήκουν σε ένα από τα τουρανικά-τουρκικά φύλα της Ασίας αν και πέτυχε σε ένα μεγάλο βαθμό σήμερα από  ιστορικούς Γκαγκαούζους της Μολδαβίας αμφισβητείται. Το βλέμμα τους είναι στραμμένο προς την Ελλάδα και περιμένουν από εμάς μια μεγαλύτερη βοήθεια οικονομική, πολιτιστική για να βρουν τα βήματά τους προς τη σωστή κατεύθυνση όπως οι ίδιοι λένε.
Στις δεκαετίες του 1840-50 αρχίζει η αναγέννηση του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Με προτροπή του μητροπολίτη Βάρνας Ιωσήφ και αργότερα του Ιωακείμ ιδρύονται τα πρώτα σχολεία των κοινοτήτων. Είναι τα περίφημα γραμματοδιδασκαλεία, όπου οι μικροί μαθητές διδάσκονται ανάγνωση, γραφή, τον Απόστολο και την Οχτάηχο. Σε 25 γκαγκαούζικα χωριά ιδρύονται σχολεία που επιχορηγούνται από τους γονείς των παιδιών και  Φιλεκπαιδευτικές αδελφότητες. Το Πατριαρχείο εντόπισε το  πρόβλημα με τους τουρκόφωνους χριστιανούς που δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν την εκπαίδευση στα ελληνικά και στέλνει Καραμανλήδες (τουρκόφωνοι χριστιανοί της Μ. Ασίας) δασκάλους και εκτυπώνει το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή στα καραμανλίδικα. Είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να προσεγγίσει τους τουρκόφωνους χριστιανούς και να τους μεταδώσει τα μηνύματα του χριστιανισμού και του ελληνικού πολιτισμού.
Παράλληλα έχει αρχίσει και η αναγέννηση του βουλγαρικού έθνους. Οι έντονοι ανταγωνισμοί και η διάθεση των Βουλγάρων να χειραφετηθούν απέναντι στο Πατριαρχείο και στους Έλληνες οδηγεί σε καθημερινές συγκρούσεις. Ο ανταγωνισμός προκαλεί συγκρούσεις με αποτέλεσμα να υπάρχει μια χαώδης κατάσταση. Τα γκαγκαούζικα χωριά αποτελούν το πρώτο στόχο των Βουλγάρων. Ορισμένα  λόγω της μακρόχρονης συγκατοίκησης τους με βουλγαρικούς πληθυσμούς, δηλώνονται Βούλγαροι και εντάσσονται στη βουλγαρική εκκλησία. Η πλειοψηφία των χωριών τάσσονται με τους Έλληνες. Ακολουθεί ένας σκληρός και ανελέητος διωγμός των Γκαγκαούζων από τα χωριά τους. Μετακινούνται συνέχεια για να γλιτώσουν τις πιέσεις και τους εκβιασμούς που τους επιβάλλουν οι Βούλγαροι. Το 1870-78  με τον ρωσοτουρκικό πόλεμο ακολουθούν το ρωσικό στρατό, στην μόνη δύναμη μετά τους Έλληνες που είχαν εμπιστοσύνη και με την κατάληψη της Αδριανούπολης εγκαθίστανται στην επαρχία Χάφσας, του Μπαμπά-εσκί και των Σαράντα Εκκλησιών. Υπολογίζεται ότι περίπου 6.000 Γκαγκαούζοι μετακινούνται  αυτή την περίοδο. Περίπου 1.000 εγκαθίστανται στην Υάμπολη της Βουλγαρίας. 
Έτσι δημιουργείται ένα τρίγωνο ανάμεσα στη Βάρνα, Υάμπολη και Χάφσα μέσα στο οποίο βρίσκονται ζουν και επιβιώνουν οι γκαγκαούζικοι πληθυσμοί. Όσοι παρέμειναν στα πάτρια εδάφη υποφέρουν μαζί με τους ελληνικής καταγωγής χριστιανούς, αντιστέκονται στον εκβουλγαρισμό που προωθούν Ρώσοι και Βούλγαροι.  Στην Βάρνα, στην Καβάρνα, στο Μπάλτζικ, στο Γκιαούρ-σουγιουτσούκ,  στο Κέστριτς και σε άλλα χωριά αναφέρονται γεγονότα και ανθελληνικές ενέργειες  των Βουλγάρων να τους πάρουν τα σχολεία και τις εκκλησίες. Η παρουσία  και η παραμονή τους όμως είναι προδιαγεγραμμένη. Ο στόχος των Βουλγάρων είναι αν δεν εκβουλγαριστούν να εγκαταλείψουν τη πατρίδα τους στην οποία ζούσαν για εκατοντάδες χρόνια. 
Με το μεγάλο ανθελληνικό διωγμό του 1906 και του 1914, εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Οι περισσότεροι μετακινούνται προς την Ανατολική Θράκη, ακολουθώντας τους υπόλοιπους Ανατολικορουμελιώτες και Βαρνιώτες και ορισμένοι διασκορπίζονται σε όλη την Ελλάδα. Υπάρχουν αναφορές ότι γκαγκαούζικοι πληθυσμοί υπάρχουν στην Θεσσαλία, στη Θεσσαλονίκη , στη Βέροια και στο Κιλκίς. Μέχρι και στην Ηγουμενίτσα εντοπίσαμε γκαγκαούζικο χωριό. 
¶λλοι μετακινούνται στην ενδοχώρα της Ανατολικής Θράκης και εγκαθίστανται σε χωριά του Ουζούν-Κιοπρού, των Μαλγάρων και της Αίνου. Ως τουρκόφωνοι χριστιανοί αντιμετωπίζονται αρχικά με επιφύλαξη από τους υπόλοιπους χριστιανούς. Ιδρύουν δικά τους χωριά ή συνοικίες μέσα στις πόλεις, όπου ζουν σχεδόν απομονωμένοι. 
Γρήγορα όμως θα αποτελέσουν το βασικό κορμό της αντίστασης των Θρακιωτών στις τουρκικές και βουλγαρικές πιέσεις και βλέψεις. Στη Ανατολική Θράκη οργανώνεται από τον Στυλιανό Γονατά και τον Κονδύλη ένα μεγάλο δίκτυο πληροφοριοδοτών για να εντοπίζουν και να προβλέπουν τις μετακινήσεις και τις επιδιώξεις των βουλγαρικών και τουρκικών στρατευμάτων και διοικήσεων. Στο δίκτυο αυτό περίοπτη θέση και δράση έχουν οι Γκαγκαούζοι της Χάφσας. Στα απομνημονεύματα του ο Γονατάς μιλάει με θαυμασμό για τον ηρωισμό τους και για τους αντιστασιακούς πυρήνες που οργανώνουν μέσα στα χωριά τους. 
Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος φέρνει τους Βούλγαρους στην Ανατολική Θράκη. Στην αρχή αντιμετωπίζονται ως απελευθερωτές από τους χριστιανούς κατοίκους. Γρήγορα καταλαβαίνουν τα σχέδια τους για τον εκβουλγαρισμό των Θρακιωτών χριστιανών. Όσοι αντιστέκονται μετακινούνται. Γκαγκαβούζικοι πληθυσμοί μετακινούνται σε χωριά πέρα από το σημερινό χωριό Φυλάκιο και σε χωριά της Υάμπολης με στόχο να αναγκασθούν να δηλώσουν Εξαρχικοί και να ενταχθούν στο βουλγαρικό κράτος. Οι πιέσεις δεν αποδίδουν. Όταν εγκαταλείπουν την Θράκη οι Βούλγαροι, πολλοί Γκαγκαβούζοι φεύγουν μαζί τους για να γλυτώσουν από τα αντίποινα των Τούρκων. Η μέρα της απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης δεν άργησε να φανεί. Τον Ιούλιο του 1920 απελευθερώνεται. Οι γκαγκαβούζικοι πληθυσμοί όπως και οι υπόλοιποι Θρακιώτες υποδέχονται με ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό. Το πρώτο σύνταγμα στρατού από ντόπιους Θρακιώτες αποτελείται από Γκαγκαβούζους της Χάφσας όπως  μαρτυρούν τα αρχεία του ελληνικού στρατού. Συμμετέχει στην απελευθέρωση των Σαράντα Εκκλησιών και φτάνει μέχρι τη Τσαλτάτζα, από όπου τους επιτρέπεται να γυρίσουν στα χωριά τους. 
Δυστυχώς για όλους η εγκατάλειψη των εστιών τους και των χωριών τους δεν άργησε να φανεί. Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής πήραν πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η μεγαλύτερη μάζα εγκαταστάθηκε στο βόρειο Έβρο. Ίσως γιατί με το πέρασμα του ποταμού βρήκαν αμέσως εδάφη που έμοιαζαν με αυτά των χωριών τους, ή διότι πίστευαν ότι η προσφυγιά ήταν προσωρινή και θα επέστρεφαν  πάλι στα χωριά τους. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η εγκατάσταση τους αυτή τη φορά ήταν μόνιμη. 
Μέχρι και σήμερα υπάρχουν και προσπαθούν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους. Μεταφέρθηκαν τραγούδια, παραμύθια και λαϊκές λατρείες, που αποτελούν ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο πολιτισμό, αυτόν του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Ένας πολιτισμός γνήσιος θρακιώτικος, που μέσα από το πέρασμα των αιώνων αποτελούσε το φάρο του πολιτισμού για όλους τους υπόλοιπους λαούς των Βαλκανίων. Αν υπάρχει σήμερα μια συγγένεια μεταξύ των χορών , των τραγουδιών και των παραδόσεων μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού πληθυσμού αυτό οφείλεται στην μακρόχρονη συγκατοίκηση τους.
Σήμερα κατοικούν στην πλειοψηφία τους στον βόρειο Έβρο, στα χωριά της Ορεστιάδας και Διδυμοτείχου. Τα χωριά και οι τόποι εγκατάστασης τους είναι: Επαρχία Ορεστιάδας:  Αμμόβουνο 59 οικογένειες, ¶ρζος 33 οικ., , Βάλτος 23 οικ.,., Δίλοφος 24 οικ., Θούριο 194 οικ., Καβύλη 2 οικ., Καναδάς 63 οικ., Κέραμος 16 οικ., Κλεισώ 94 οικ., Κριός 1 οικ., Κυπρίνος 6 οικ.,., Λεπτή 15 οικ., Οινόη 237 οικ., Ορμένιο 6 οικ., Πάλη 7 οικ., Πλάτη 7 οικ.,., Πύργος 85 οικ., Σαγήνη 244 οικ., Σάκκος 1 οικ., , Σπήλαιο 30 οικ., Φυλάκιο 34 οικ. 
Στην επαρχία Διδυμοτείχου: Ασβεστάδες 3 οικ., Ευγενικό 22 οικ., Κωστή 12 οικ., Πουλιά 2 οικ., Σαύρα 12 οικ. 
Εγκαταστάσεις προσφύγων Γκαγκαβούζων έχουμε στα χωριά της Κομοτηνής: ¶μφια, Ν. Καλίστη, όπως και στα Χρυσοχώραφα Σερρών. 
 Για τους υπόλοιπους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς θα πρέπει να διερευνηθεί καλύτερα και να αποδοθεί ο χαρακτήρας τους μετά από συστηματική έρευνα. Τους πληθυσμούς που αναφέρουμε είναι πρόσφυγες από την επαρχία Χάφσας της Αδριανούπολης, που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τον ξεριζωμό τους από την παλιά πατρίδα.
Μέσα από ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα δεν μπορούν να ειπωθούν και να γραφούν όλες οι πτυχές των Γκαγκαούζων. Ως συμπέρασμα μπορεί με βεβαιότητα να ειπωθεί ότι οι Γκαγκαούζοι είναι θρακιώτικο φύλο της βόρειας Βουλγαρίας, το οποίο παρουσιάζει μία μόνο ιδιαιτερότητα απέναντι στους υπόλοιπους Θρακιώτες και Έλληνες. Είναι τουρκόφωνοι αλλά φανατικοί χριστιανοί και Έλληνες. Είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, την προσδιορίζουν στο Βυζάντιο και τα βυζαντινά χρόνια. Κανείς δεν μπορεί να τους το αντιστρέψει.   

Πηγή www.thourio.gr
© Copyright www.thourio.gr

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Νεοελληνικός Διαφωτισμός στη Νότια Ρωσία - Greek enlightenment in South Russia

Νεοελληνικός Διαφωτισμός στη Νότια Ρωσία
Συγγραφή : Bruess Gregory (15/1/2008)
Μετάφραση : Ροβίθη Χαρά (17/6/2008)
 

1. Εισαγωγή

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός αναπτύχθηκε στη νότια Ρωσία κατά το τέλος του 18ου αιώνα. Βασικές αιτίες ήταν η κοινή ορθόδοξη βυζαντινή κληρονομιά Ρώσων και Ελλήνων, το γεγονός ότι η Αικατερίνη Β΄ ήταν αποφασισμένη να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του Διαφωτισμού, καθώς και το ότι οι αυτοκρατορικές βλέψεις της Ρωσίας στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας συνέπεσαν χρονικά με τις επιθυμίες των Ελλήνων για εθνική χειραφέτηση από την οθωμανική κυριαρχία.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης και ο Νικηφόρος Θεοτόκης, δύο Έλληνες κληρικοί στην υπηρεσία της αυτοκράτειρας και της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, έγιναν οι κύριοι πρωταγωνιστές του ελληνικού διαφωτιστικού ρεύματος στη νότια Ρωσία. Τα επιτεύγματά τους ως κληρικών, οι επιτυχίες τους στη διοίκηση, στη μετάφραση φιλοσοφικών και επιστημονικών έργων της Δύσης, στην εισήγηση και τη διδασκαλία της φυσικής φιλοσοφίας, στην ενίσχυση της ελεύθερης έρευνας, στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, καθώς και στην προάσπιση των Ελλήνων της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συναπαρτίζουν ό,τι ονομάζουμε Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Η δραστηριότητά τους μετέτρεψε τη νότια Ρωσία στο χωνευτήρι μέσα στο οποίο συντελέστηκε η ανανέωση του ελληνικού κόσμου.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός στη νότια Ρωσία ξεκίνησε με την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο με τη Ρωσία το 1774. Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή εξασφάλισε για τη Ρωσία, ανάμεσα σε άλλα σημαντικά οφέλη, την κατοχή των πλούσιων εδαφών στα βόρεια της Μαύρης Θάλασσας. Η Αικατερίνη ονόμασε τα εδάφη αυτά Νέα Ρωσία και προχώρησε στην εφαρμογή μέτρων που αποσκοπούσαν στην πολιτική σταθεροποίηση, την κοινωνική ενσωμάτωση και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Για τον ίδιο σκοπό η κυβέρνηση της Αικατερίνης ενθάρρυνε τον εποικισμό των αραιοκατοικημένων νέων εδαφών με ρωσικούς και ξένους πληθυσμούς. Η Ρωσία παρότρυνε ελληνικούς πληθυσμούς να μετοικήσουν στα εδάφη της Νέας Ρωσίας με υποσχέσεις για προστασία από τους Οθωμανούς, οικονομικά κίνητρα για την προώθηση των επιχειρήσεων και του εμπορίου και ελευθερία στη διατήρηση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Προς τις περιοχές αυτές μετακινήθηκαν και πολλοί οπαδοί μιας από τις πιο σημαντικές θρησκευτικές αιρέσεις, των παλαιοπίστων, στους οποίους η Αικατερίνη υποσχέθηκε περιορισμένη θρησκευτική ανοχή με αντάλλαγμα την πολιτική υπακοή τους στην Αγία Πετρούπολη.



2. Ευγένιος Βούλγαρης

Η αυτοκράτειρα Αικατερίνη και ο πρίγκιπας Γρηγόριος Ποτέμκιν κατανοούσαν ότι η ιδιαίτερη κατάσταση που επικρατούσε στη Νέα Ρωσία απαιτούσε και ανάλογη διοικητική ηγεσία. Η Αικατερίνη διόρισε τον Ποτέμκιν γενικό κυβερνήτη της Νέας Ρωσίας το 1774 και της Αζοφικής το 1775. Επίσης το 1775 έχρισε τον Ευγένιο Βούλγαρη (1716-1806) αρχιεπίσκοπο της νεοσύστατης αρχιεπισκοπής Σλαβονίου και Χερσώνος, της οποίας τα σύνορα συμπλήρωναν αυτά των δύο νέων επαρχιών. Ο Βούλγαρης, από τους πιο αξιόλογους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σπούδασε στα Ιόνια νησιά, τα Ιωάννινα και την Ιταλία. Αφού εκάρη μοναχός, εργάστηκε είκοσι χρόνια ως δάσκαλος στην ελληνική Ανατολή, σε μέρη όπως τα Ιωάννινα (Μαρουτσαία Σχολή), στην Αθωνιάδα Ακαδημία και στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Κωνσταντινούπολης. Την ίδια περίοδο μετέφρασε πολυάριθμα φιλοσοφικά και μαθηματικά έργα της Δύσης. Το 1764 ο Βούλγαρης ταξίδεψε στη Σαξονία, όπου εξέδωσε ακόμη περισσότερες μεταφράσεις, καθώς και το έργο του Λογική. Στη Λιψία γνώρισε το Βολτέρο και μετέφρασε στα ελληνικά το δοκίμιό του Περί των διχονοιών των εν ταις εκκλησίαις της Πολωνίας το 1768. Η μετάφραση του Βολτέρου, καθώς και εκείνη του έργου Νακάζ (Οδηγίες) της αυτοκράτειρας Αικατερίνης, του εξασφάλισε μια πρόσκληση στη Ρωσία το 1771. Ο Βούλγαρης υπηρέτησε στη ρωσική αυλή, όπου έχαιρε μεγάλης εκτίμησης για τις μεταφράσεις και την υποστήριξη από μέρους του της ρωσικής εμπλοκής στην ελληνική Ανατολή.1

Καθώς ένα από τα κυριότερα ερείσματα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού υπήρξε η εκπαίδευση, το 1774 η αυτοκράτειρα Αικατερίνη ζήτησε από το Βούλγαρη να τη βοηθήσει να ιδρύσει μια σχολή, ώστε να μπορέσουν να ενσωματωθούν στη ρωσική κοινωνία εκείνοι οι Έλληνες που είχαν συνδράμει τους Ρώσους στον πρόσφατο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η σχολή εξελίχθηκε στο φημισμένο Ελληνικό Γυμνάσιο και το πρόγραμμα μαθημάτων της έγινε υπόδειγμα της εκπαίδευσης του Διαφωτισμού: οι σπουδαστές διδάσκονταν ορθόδοξη θεολογία, γλώσσες (ρωσικά, ελληνικά, τουρκικά, ιταλικά, γερμανικά και γαλλικά), μαθηματικά, ιστορία και γεωγραφία.2

3. Νικηφόρος Θεοτόκης

Όταν ο Βούλγαρης έφτασε στην Πολτάβα, το διοικητικό κέντρο της νέας του αρχιεπισκοπής, το χαμηλό επίπεδο των κληρικών τον έκανε να δυσανασχετήσει και πολύ σύντομα αποφάσισε να οργανώσει μια ιερατική σχολή. Για βοήθεια στο έργο του αυτό προσκάλεσε το φίλο και συμπατριώτη του Νικηφόρο Θεοτόκη (1731-1800).3Έως το 1776 ο Θεοτόκης είχε επίσης αναδειχτεί σε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Όπως και ο Βούλγαρης, έτσι και αυτός είχε σπουδάσει στην Ιταλία και ήταν υπερασπιστής των σπουδών στη «νέα φιλοσοφία», δηλαδή στη γραμματική, ρητορική, ποιητική, λογική, φιλοσοφία, θεολογία, μαθηματικά, φυσική και αστρονομία. Μετά την παραμονή του στην Ιταλία επέστρεψε στην Κέρκυρα, χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και ίδρυσε μια δημόσια σχολή όπου διδασκόταν η «νέα φιλοσοφία». Το 1765 εγκατέλειψε την Κέρκυρα και, προτού φτάσει στη Ρωσία περίπου δέκα χρόνια αργότερα, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και το κήρυγμα στην Κωνσταντινούπολη και το Ιάσιο (στην Ακαδημία), δημοσίευσε έργα φυσικής, θεολογίας και ομιλητικής στη Λιψία και απέρριψε την πρόταση ανάδειξής του σε μητροπολίτη Φιλαδελφείας στη Βενετία.

Το 1779 ο Βούλγαρης αποχώρησε από την αρχιεπισκοπή και η Αικατερίνη ονόμασε διάδοχό του το Θεοτόκη. Ο Βούλγαρης παρέμεινε στην Πολτάβα για δύο χρόνια και το 1781, μετακινήθηκε προς την πόλη της Χερσώνας. Τελικά, απαλλαγμένος από τις ευθύνες του ως μητροπολίτη, ο Βούλγαρης στράφηκε ξανά προς τη διδασκαλία.

Συνέταξε μια σειρά από λόγια έργα που συνδέονταν με το γεωγραφικό χώρο στον οποίο δρούσε, και μετέφρασε τα Γεωργικά του Βιργιλίου. Το 1779 η μικρή σχολή που ίδρυσε ο Βούλγαρης καθιερώθηκε ως η Ιερατική Σχολή της Πολτάβα. Ο Θεοτόκης προχώρησε στη διεύρυνση του προγράμματος σπουδών, ώστε να συμπεριλάβει την ελληνική, τη γαλλική και τη γερμανική γλώσσα, την αριθμητική και το σχέδιο. Η Ιερατική Σχολή της Πολτάβα υπήρξε το πρώτο ιερατικό ίδρυμα στη Ρωσία που δίδασκε ελληνικά και σύγχρονες γλώσσες. Έως το 1786 προστέθηκαν η φιλοσοφία και η θεολογία. Αυτή καθαυτή η παρουσία του Βούλγαρη και του Θεοτόκη στην Πολτάβα (και η κληρονομιά που άφησαν) προσέδωσε στη σχολή ένα νεοελληνικό χαρακτήρα και προσέλκυσε προσωπικότητες, όπως τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο (1754-1819) και τον Αθανάσιο Ψαλίδα (1767-1829). Ανάμεσα στους καλύτερους μη Έλληνες σπουδαστές της ήταν οι κατοπινοί φιλέλληνες Ιβάν Ι. Μαρτίνοφ (1771-1833) και Νικολάι Ι. Γκνέντιτς (1784-1833). Ο Μαρτίνοφ σπούδασε στις αρχές της δεκαετίας του 1780, ενώ ο Γκνέντιτς μία δεκαετία αργότερα. Φαίνεται ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της σχολής είχε πολύ μεγάλη επίδραση επάνω τους, αφού και οι δύο εξελίχθηκαν σε σημαντικούς μεταφραστές των Ελλήνων κλασικών στα ρωσικά. Στα συγγραφικά επιτεύγματά τους συγκαταλέγονται η έκδοση του μνημειώδους έργου Έλληνες Κλασικοί (26 τόμοι) από το Μαρτίνοφ και η μετάφραση της Ιλιάδας από τον Γκνέντιτς. Επίσης εξέδωσαν νεοελληνικά έργα και στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

Ο Θεοτόκης γνώριζε πολύ καλά τη σημασία της συγκροτημένης εκπαίδευσης για την ανάπτυξη των ικανοτήτων με σκοπό την κοινωνική εξέλιξη, καθώς και για τη διατήρηση παραδόσεων και συνηθειών. Η σταδιοδρομία του στην εκπαίδευση στο χώρο της ελληνικής Ανατολής, και ειδικά στο νησί της καταγωγής του, την Κέρκυρα, αντικατόπτριζε τη φλογερή του επιθυμία να στηρίξει το «έθνος» του (γένος) στη διατήρηση της ταυτότητάς του. Ο Θεοτόκης ενδιαφερόταν ειδικά για τους Έλληνες μετανάστες στη Ρωσία, τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητάς τους, αλλά και την ανάδειξή τους σε μορφωμένους και δημιουργικούς πολίτε. Το 1781, σε ένα γράμμα του προς την ελληνική κοινότητα του Ταϊγκανρόκ, συνιστούσε με έμφαση στους Έλληνες της κοινότητας να στείλουν τα παιδιά τους στο Ελληνικό Γυμνάσιο της Αγίας Πετρούπολης ή στη Σχολή της Πολτάβα. Έγραφε ότι η Αικατερίνη είχε ιδρύσει το σχολείο για το ελληνικό έθνος και πως άλλοι Έλληνες που είχαν φοιτήσει εκεί κατείχαν τώρα θέσεις στη ρωσική κυβέρνηση.

Ο Θεοτόκης πίστευε ακόμη ότι το σχολεία συνιστούσαν υψηλή προτεραιότητα και αγωνίστηκε για να διασφαλίσει τη σύστασή τους στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας. Το 1786 προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες της Μαριούπολης να ιδρύσουν σχολείο στην πόλη τους. Τους εμφύσησε την ιδέα πως η σπουδή των Γραφών οδηγεί στη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής. Υπογράμμισε πως η μελέτη της ελληνικής γλώσσας ενισχύει τη διατήρηση των παραδόσεων, ενώ της ρωσικής οδηγεί στην κοινωνική καταξίωση. Τόνισε ότι αυτή η καταξίωση θα ήταν στη διάθεση όλων, αφού το σχολείο θα δεχόταν και φτωχούς και ορφανά και θα πρόσφερε εκπαίδευση, τρόφιμα και ρουχισμό. Ήταν τόσο βέβαιος για τη σπουδαιότητα της εκπαίδευσης, ώστε πρότεινε τα χρήματα και οι δωρεές που αρχικά είχαν συγκεντρωθεί για την ίδρυση μοναστηριού να χρησιμοποιηθούν για το σχολείο. Ο Θεοτόκης έδωσε την ώθηση και σε άλλες κοινότητες να συστήσουν σχολεία όπου θα καλλιεργούνταν και θα διατηρούνταν η γλώσσα και ο πολιτισμός της Ελλάδας. Ίσως μάλιστα να ήταν αποτέλεσμα της δικής του επιμονής στην ανάδειξη της σημασίας της εκπαίδευσης το γεγονός ότι οι Έλληνες του Ταϊγκανρόκ ίδρυσαν Εμπορικό Γυμνάσιο το 1807 και οι ομοεθνείς τους στη Μαριούπολη σχολείο το 1818.4

4. Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός στην Οδησσό

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, με την προτεραιότητα που έδινε στην εκπαίδευση, έκανε αισθητή την παρουσία του στην ελληνική εμπορική κοινότητα της Οδησσού στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο Δημήτριος Ιγγλέσης (1773-1844), γεννημένος στην Κεφαλλονιά, ήρθε στο Ταϊγκανρόκ με το θείο του το 1787. Έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα εξελίχθηκε σε πλούσιο έμπορο της Οδησσού. Διέθεσε την αξιοσημείωτη περιουσία του και αξιοποίησε την κοινωνική και πολιτική θέση του για να ευεργετήσει την ελληνική κοινότητα της Οδησσού. Το 1817, μαζί με τρεις ακόμη εμπόρους, ίδρυσε το Ελληνικό Εμπορικό Γυμνάσιο. Κατά την παράδοση του Βούλγαρη και του Θεοτόκη, στο σχολείο αυτό προσφέρονταν μαθήματα εμπορίου, ναυπηγικής, ναυσιπλοΐας, γεωγραφίας, ιστορίας, θρησκευτικών, φυσικών επιστημών, αρχαίων και νέων ελληνικών, ρωσικών, ιταλικών και γερμανικών. Πολλοί από τους εκπαιδευτές της σχολής ήταν Έλληνες, όπως ο Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Γεώργιος Λασσάνης και ο Ιωάννης Μακρής. Αυτοί οι διδάσκαλοι ήταν εξαιρετικά συγκροτημένοι και προσέλκυσαν μεγάλο αριθμό ταλαντούχων σπουδαστών. Έως το τέλος της δεκαετίας είχαν γραφτεί στη Σχολή σχεδόν τριακόσιοι σπουδαστές.

5. Θρησκευτική ανοχή και εκκλησιαστική πολιτική στη Νέα Ρωσία

Η θρησκευτική ανοχή υπήρξε ένα ακόμη συστατικό στοιχείο του Διαφωτισμού, το οποίο και αναδείχτηκε στη Νέα Ρωσία. Η ερμηνεία που έδινε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη για το ρόλο που είχε η θρησκεία στο πλαίσιο του διαφωτιστικού ρεύματος προσδιορίστηκε στο έργο της Νακάζ το 1767: έγραφε ότι θα ήταν προς όφελος του κράτους αν όλοι οι υπήκοοι είχαν θρησκευτικές πεποιθήσεις και ήταν ελεύθεροι να τις ακολουθούν χωρίς το φόβο των διώξεων. Ακολουθώντας αυτή την άποψη η Αικατερίνη επέτρεψε στους παλαιοπίστους να επιστρέψουν στους τόπους καταγωγής τους από την περιφέρεια της αυτοκρατορίας και να επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Οι παλαιόπιστοι, γνωστοί και ως ρασκόλνικι, σχισματικοί και παλαιόδοξοι , ήταν εκείνοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί που είχαν απορρίψει τις λειτουργικές και δογματικές μεταρρυθμίσεις του Πατριάρχη Νίκωνα στη Σύνοδο του 1666-1667 στη Μόσχα.

Το 1777 οι κάτοικοι ενός συνοικισμού παλαιοπίστων σε ένα μικρό χωριό, τη Ζναμένκα, κατέθεσαν αίτημα στον αρχιεπίσκοπο Ευγένιο να τους επιτραπεί η κατασκευή παρεκκλησιού (οι παλαιόπιστοι νομικά δεν είχαν το δικαίωμα να ανεγείρουν εκκλησίες, γι’ αυτό και έχτιζαν παρεκκλήσια) και να μπορούν να έχουν δικό τους κληρικό για να τελούν τη Θεία Λειτουργία σύμφωνα με τα παλαιά κείμενα. Ο Βούλγαρης τους ζήτησε να αποκηρύξουν το σχίσμα και, μετά την άρνησή τους, απέρριψε το αίτημα.

Αναμφίβολα, ο Βούλγαρης είχε δημιουργήσει προηγούμενο, έστω και με το να προτείνει τη δυνατότητα συμβιβασμού, και ο Θεοτόκης ακολούθησε το παράδειγμά του. Όταν ο Θεοτόκης ανέλαβε αρχιεπίσκοπος, δημοσιοποίησε μια ποιμαντορική επιστολή προς τους παλαιοπίστους εκφράζοντας την πρόθεσή του να τους δεχτεί στο ορθόδοξο ποίμνιο. Διαμόρφωσε κοινά σημεία αναφοράς τονίζοντας τη μη ρωσική καταγωγή του, καθώς και τη μακρά θητεία του στην ελληνική Ανατολή (οι παλαιόπιστοι της Ζναμένκα προέρχονταν από τη Μολδαβία και τη Βλαχία). Ο Θεοτόκης, με τη μεγάλη του εμπειρία στην ελληνική Ανατολή, είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως οι Παλαιόπιστοι και οι διαφορές τους με τη Ρωσική Εκκλησία δεν είχαν ανάλογο στο χώρο της Ορθοδοξίας, αλλά θα μπορούσαν να ρυθμιστούν στο πλαίσιο του ορθόδοξου οικουμενισμού.

Το 1780 οι παλαιόπιστοι της Ζναμένκα, παρακινημένοι ίσως και από την αρχιεπισκοπική επιστολή, κατέθεσαν ένα αίτημα στο Θεοτόκη. Σε αυτό αποκήρυτταν το σχίσμα και ζητούσαν την άδεια για την κατασκευή παρεκκλησιού και την πρόσκληση ενός κληρικού. Με την αποκήρυξη ο Θεοτόκης αποδέχθηκε το αίτημα και τους επέτρεψε να διατηρήσουν τα παλαιά βιβλία και το τελετουργικό τους υπό τον όρο να αναγνωρίσουν τη δικαιοδοσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και των κληρικών της. Αυτή η συνένωση με την εκκλησία ονομάστηκε edinoverie (κυριολεκτικά: ενωμένη πίστη). Ο Θεοτόκης ταξίδεψε προσωπικά στη Ζναμένκα για να καθαγιάσει την πρώτη εκκλησία των edinovertsy και να διακηρύξει επίσημα ότι επρόκειτο για χριστιανούς αφοσιωμένους στην αληθινή πίστη και ότι συνεπώς κανείς δε θα έπρεπε να τους αποκαλεί σχισματικούς.

Ωστόσο, το διοικητικό σώμα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος, τον επέκρινε για την πολιτική της συνένωσης και τον προειδοποίησε για πιθανή αναίρεση της πράξης του. Ο Θεοτόκης έσπευσε να προετοιμάσει ένα αιτιολογικό της δραστηριότητάς του με την ελπίδα να αποφύγει την αναίρεση ή μια επίσημη αποδοκιμασία. Στο κείμενο υπεράσπισής του κατέθεσε ένα πειστικό διττό επιχείρημα για να υποστηρίξει την άποψή του: 1) οι παλαιές γραφές και τελετουργίες δεν ήταν «παράνομες» ή βλάσφημες και ορισμένες χρησιμοποιούνταν ακόμη από τη Ρωσική Εκκλησία, συνεπώς δεν αποτελούσαν εμπόδιο στην επανένωση, και 2) η επίσημη Εκκλησία είχε καταδείξει στο παρελθόν αξιοσημείωτη επιείκεια προς διαφορετικά τελετουργικά. Ο Θεοτόκης υποστήριζε ότι δεν ήταν η ενότητα των τελετουργικών αλλά η ενότητα στην πίστη που δημιουργούσε την πνευματική ένωση Εκκλησιών και πιστών. Η απόφαση του Θεοτόκη να επιτρέψει την είσοδο των παλαιόδοξων στην Εκκλησία στη βάση της ένωσης υπό όρους δεν ακυρώθηκε και οι όροι που τέθηκαν από το Θεοτόκη αποτέλεσαν τον καταλύτη για την εφαρμογή της πολιτικής του edinoverie, που τελικά εφαρμόστηκε το 1800 από τον αυτοκράτορα Παύλο Ι.5

6. Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός στη νότια Ρωσία, κυρίως στα πρόσωπα του Βούλγαρη και του Θεοτόκη, συνέβαλε ουσιαστικά στη διάδοση της «νέας φιλοσοφίας» στην εκπαίδευση, άνοιξε τις πύλες στη θρησκευτική ανοχή, βοήθησε τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής να διατηρήσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα, στήριξε την υπόθεση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με τη μετάφραση των δυτικών φιλοσοφικών και επιστημονικών έργων που προορίζονταν για τους Έλληνες της οθωμανικής επικράτειας και, κατά κάποιον τρόπο, έθεσε τα θεμέλια για τη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας.

1. Batalden, S.K., Catherine II's Greek Prelate. Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806 (Boulder 1982), σελ. 13-22.

2. Batalden, S.K., Catherine II's Greek Prelate. Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806 (Boulder 1982), σελ. 30-32.

3. Batalden, S.K., Catherine II's Greek Prelate. Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806 (Boulder 1982), σελ. 52-54.

4. Bruess, G.L., Religion, Identity, and Empire. A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great (Boulder 1997), σελ. 61-93.

5. Bruess, G.L., Religion, Identity, and Empire. A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great (Boulder 1997), σελ. 135-159.


Greek enlightenment in South Russia

1. Introduction

The Greek Enlightenment occurred in southern Russia at the end of the eighteenth century because Greece and Russia shared a common Byzantine Orthodox heritage, Catherine II was determined to enact “enlightened” reforms, and Russian imperial ambitions in the Black Sea littoral and Greek desires for national emancipation from the Ottoman Empire converged. Evgenios Voulgaris and Nikiforos Theotokis, two Greek prelates in the service of Catherine and the Russian Orthodox Church, were the essence of the Greek Enlightenment in southern Russia. Their accomplishments and successes as clerics, administrators, translators of Western philosophical and scientific works, proponents and teachers of natural philosophy, defenders of free inquiry, scholars, and advocates for Greeks in Russia and the Ottoman territoriy epitomized the Greek Enlightenment. As a consequence of their activities, southern Russia became a crucible for a renewed Greece.

The Greek Enlightenment in southern Russia commenced when Russia defeated the Ottoman Empire in 1774. Among other important provisions, the Treaty of Küçük Kaynarca secured for Russia the rich territories north of the Black Sea. Catherine named the area New Russia and began to implement policies to realize its political consolidation, social integration, and economic development. To this end, Catherine’s government encouraged the colonization of the sparsely populated new territories with Russian and foreigners. Russia enticed Greek colonists to New Russia with promises of safety from the Ottomans, economic incentives to promote business and trade, and the freedom to maintain their cultural identity. Also attracted to the south were members of Russia's most prominent religious sect, the Old Believers, whom Catherine promised limited religious toleration in return for political allegiance to St. Petersburg.

2. Eugenios Voulgaris

Empress Catherine II and Prince Grigorii Potemkin understood that New Russia’s unique situation required special leadership. Catherine appointed Potemkin governor-general of New Russia in 1774 and of Azov in 1775. Also in 1775, she appointed Evgenios Voulgaris (1716-1806) as archbishop of the newly established diocese of Slaviansk and Kherson whose borders complemented those of the two new provinces. Voulgaris, one of the most notable members of the Greek Enlightenment, was born in Corfu. He received his education in the Ionian islands, Ioannina, and Italy. After taking his monastic vows, Voulgaris spent twenty years as a teacher in the Greek East in places such as Ioannina (Maroutsis School), the Athonite Academy on Mt. Athos, and the Great Patriarchal School in Constantinople. He also translated numerous Western philosophical and mathematical works during this period. In 1764, Voulgaris journeyed to Saxony, where he published yet more translations and even his own work, Logic. In Leipzig, he made the acquaintance of Voltaire and translated his essay, On the Dissensions within the Churches of Poland, into Greek in 1768. The Voltaire translation and his translation of Catherine’s Nakaz (Great Instruction) earned him an invitation to Russia in 1771. Voulgaris served at the Russian court as a highly-respected translator and publicist of Russia’s involvement in the Greek East.1

One of the main pillars of the Greek Enlightenment was education and, in 1774, Catherine asked Voulgaris to help create a school to assimilate those Greeks into Russian service who had assisted the Russians in their recent war with the Ottoman Empire. The school became the famous Greek Gymnasium and its curriculum was an exemplar of enlightened education: students studied Orthodoxy, languages (Russian, Greek, Turkish, Italian, German or French), mathematics, history, and geography.2

3. Nikiforos Theotokis

When Voulgaris arrived in Poltava, the administrative center of his new diocese, he was appalled by the low level of education among the priests and quickly decided to establish a seminary. To assist him in this task he secured an invitation for his friend and fellow Corfiote, Nikiforos Theotokis (1731-1800).3 By 1776, Theotokis had also emerged as a major figure in the Greek Enlightenment. Like Voulgaris, he too studied in Italy and became an advocate of the curriculum of the “new philosophy”, i.e., grammar, rhetoric, poetics, logic, philosophy, theology, mathematics, physics, and astronomy. After Italy, he returned to Corfu, became a monastic priest, and established a public school that taught Greek students the “new philosophy”. In 1765, he departed from Corfu and, by the time he arrived in Russia nearly ten years later, he had taught and preached in Constantinople (Istanbul) and Jassy (Princely Academy); published works on physics, theology, and homiletics in Leipzig; and declined the position of metropolitan of Philadelphia in Venice.

In 1779, Voulgaris retired as archbishop and Catherine appointed Theotokis as his successor. Voulgaris remained in Poltava for two years and then, in 1781, he moved to the city of Kherson. Finally free from diocesan responsibilities, Voulgaris turned to scholarly pursuits once again. He wrote a number of scholarly works related to the region and translated Virgil’s Georgics into Greek. In 1779, the small school created by Voulgaris officially became the Poltava Seminary. Theotokis expanded the curriculum to include Greek, French, German, arithmetic and drawing. The Poltava Seminary was the first seminary in Russia to offer Greek and modern languages. By 1786, he added philosophy and theology. The very presence of Voulgaris and Theotokis in Poltava (and later, their legacy) imbued the seminary with an aura of Neo-Hellenism and attracted to it such figures as Alexandros Mavrocordatos (1754-1819) and Athanasios Psalidas (1767-1829). Among the seminary's finest non-Greek students were the future philhellenes, Ivan I. Martynov (1771-1833) and Nikolai I. Gnedich (1784-1833). Martynov attended in the early 1780s and Gnedich a decade later. It seems the curriculum had a tremendous impact on them for they both became leading translators of the Greek classics into Russian. Among their achievements, Martynov published the monumental twenty-six volume Greek Classics and Gnedich translated the Iliad. They also published work on modern Greek during the Greek War of Independence.

Theotokis was acutely aware of the importance of a solid education in developing skills for social improvement and perpetuating traditions and customs. His educational career in the Greek East and especially on his home island of Corfu reflected Theotokis' fervent desire to assist his “nation” (genos) in preserving its identity. Theotokis was particularly anxious that the Greek immigrants to Russia should maintain their own Greek identity as well as become well-educated and productive citizens of Russia. In a 1781 letter to the Greek community at Taganrog, Theotokis strongly suggested that the community send its children to the Greek Gymnasium in St. Petersburg or to the school in Poltava. He told them that Catherine had established the school for the Greek nation and that other Greeks had attended the school and now held positions in the Russian government.

Theotokis believed schools to be a top priority and went to great lengths to ensure their construction in the Greek communities of southern Russia. In 1786, Theotokis tried to persuade the Greeks of Mariupol to establish a school in that city. Theotokis impressed upon them that the study of scripture leads to the salvation of man's soul. He emphasized the study of Greek to maintain traditions and Russian to find success. He stressed that this success would be available to everyone, for the school would accept the poor and orphans and it would educate, feed, and clothe them. Theotokis was so convinced of the value of education that he proposed that the money and donations originally collected for the construction of a monastery be used for a school instead. Theotokis provided the impetus and precedent for other communities to develop schools to nurture and preserve the language and culture of Greece. Perhaps, as a consequence of Theotokis’s initial educational advocacy, the Greeks of Taganrog opened a Commercial Gymnasium in 1807 and the Greeks of Mariupol established a school in 1818.4

4. The Greek Enlightenment in Odessa

The Greek Enlightenment, and its emphasis on education, was later evident among the Greek merchant community of Odessa in the early nineteenth century. Dimitrios Inglesis (1773-1844), born on the island of Cephalonia (Kefalonia), came to Taganrog with his uncle in 1787. After some time, he eventually became a very wealthy merchant in Odessa. Inglesis used his considerable wealth and social and civic positions to benefit the Greek community in Odessa. In 1817, Inglesis and three other merchants founded the Greek Commercial Gymnasium. In the tradition of the Voulgaris and Theotokis, the school offered courses in commerce, shipping, navigation, geography, history, religion, natural sciences, ancient and modern Greek, Russian, Italian, and German. Many of the school’s instructors were Greek and included Konstantinos Vardalachos, Georgios Gennadios, Georgios Lassanis, and Ioannis Makris. These instructors were extremely accomplished and helped attract a large and talented pool of students. By the end of the decade the school enrolled almost three hundred students.

5. Religious toleration and ecclesiastical politics in New Russia

Religious toleration was another significant component of the Enlightenment and this became manifest in New Russia. Catherine's interpretation of the role of religion within an enlightened framework was expressed in her Nakaz or Great Instruction of 1767: she wrote that it was beneficial to the state that all her subjects should hold religious beliefs and be free to practice them without fear of persecution. Thus, Catherine allowed the Old Believers to return to their places of origin from the periphery of the empire and to practice their faith. As generally understood, the Old Believers (also known as Raskol'niki, Schismatics, Old Ritualists) were those Orthodox Christians who had systematically rejected Patriarch Nikon's liturgical and doctrinal reforms enacted at the Council of 1666-7 in Moscow.

In 1777, the inhabitants of an Old Believer settlement in the village of Znamenka petitioned Archbishop Eugenios to permit them to construct a chapel (Old Believers, by law, were not allowed to erect churches so they built chapels) and to have a priest from among them to celebrate the divine liturgy according to the old books. As a condition, Voulgaris demanded that they renounce the schism and when they refused he denied the petition.

Undeniably, Voulgaris had set a precedent by even suggesting the possibility of accommodation and Theotokis was to follow his example. When Theotokis became archbishop he circulated a pastoral letter among the Old Believers signally his intent to return them to the Orthodox flock. He established points of commonality with them by highlighting his non-Russian origins as well as his long service in the Greek East (the Znamenka Old Believers were from Moldavia and Wallachia). Theotokis had concluded, on the basis of his vast experience in the Greek East, that the Old Believers, and their differences with the Russian Church, were unique to Orthodoxy, but could be reconciled within the context of Orthodoxy's universalism (i.e., non-dogmatic, non-particularistic).

In 1780, the Znamenka Old Believers, perhaps encouraged by the archbishop’s pastoral letter, sent a petition to Theotokis. In it they renounced the schism and requested permission to construct a chapel and to summon a priest. With the renunciation, Theotokis approved the petition and allowed them to keep their old books and rites with the condition that they accept the authority of the Russian Orthodox Church and its priests. This conditional reunion to the Church was called edinoverie. Theotokis traveled to Znamenka himself to consecrate the first edinovertsy church and decreed that none shall call them Schismatics for they were Christians of the true faith.

The governing body of the Russian Orthodox Church, the Holy Synod, however, reproached him for his policy of conditional reunion and warned of a possible reversal of his actions. Theotokis worked quickly to prepare a justification for his actions in the hopes of avoiding a reversal or official admonishment. His written defense, A Short Narrative on the Conversion of the Schismatics of the Village of Znamenka, produced a cogent two-part argument to support his position: 1) the old books and rites were not illegal or blasphemous and some were still used by the Russian Church, therefore, they were not an obstacle to reunion; 2) the Church had displayed considerable leniency toward different rites in the past. Theotokis argued that it was not unity in rituals, but unity in faith which created the spiritual union of churches and believers.

Theotokis's decision to allow the Old Believers into the Church on the basis of conditional union was not overturned and the conditions granted by Theotokis were a catalyst for the realization of the edinoverie policy, eventually implemented in 1800 by Emperor Paul I.5

6. Conclusion

In conclusion, the Greek Enlightenment in southern Russia, primarily in the persons of Voulgaris and Theotokis, contributed significantly to the spread of the “new philosophy” in education, opened the door to religious toleration, helped the Greek communities of the region to preserve their cultural identity, aided the national cause of Greece from through the translation of Western philosophical and scientific works destined for the Greeks in the Ottoman Empire, and, in some respects, laid the foundations for the creation of the “Society of Friends” (Filiki Etairia).

1. Batalden, St. K.,  Catherine II's Greek Prelate: Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806 (Boulder 1982) pp. 13-22.

2. Batalden, St. K.,  Catherine II's Greek Prelate: Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806 (Boulder 1982) pp. 30-32.

3. Batalden, St. K.,  Catherine II's Greek Prelate: Eugenios Voulgaris in Russia, 1771-1806 (Boulder 1982) pp. 52-54.

4. Bruess, G. L., Religion, Identity, and Empire: A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great (Boulder 1997) pp. 61-93.

5. Bruess, G. L., Religion, Identity, and Empire: A Greek Archbishop in the Russia of Catherine the Great (Boulder 1997) pp. 135-159.

Συγγραφή : Bruess Gregory (15/1/2008)
Για παραπομπή: Bruess Gregory, "Greek enlightenment in South Russia", 2008,
Αναδημοσίευση από
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
URL:

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Σαν σήμερα: 1/7

Σαν σήμερα: 1/7. Ιστορική αναδρομή του 20ου αιώνα .... Από την ΝΕΤ

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Σαν σήμερα: 30/6

Σαν σήμερα: 30/6. Ιστορική αναδρομή του 20ου αιώνα .... Από την ΝΕΤ

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Αυγουσταίον Κωνσταντινούπολης - Augustaion of Constantinople

Αυγουσταίον
Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα
3d αναπαράσταση του Αυγουσταίον. Πηγή http://www.antoine-helbert.com/fr/portfolio/annexe-work/byzance-architecture.html

 1. Εισαγωγή

Το Αυγουσταίον1 είναι η πλατεία που βρίσκεται νότια του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.2 Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στην οποία είχε απονεμηθεί ο τίτλος της αυγούστας. Στο χώρο αυτό βρισκόταν άγαλμά της πάνω σε στήλη.3 Οι διαστάσεις του Αυγουσταίου δεν είναι δυνατό να καθοριστούν με ακρίβεια.4 Διατήρησε την αίγλη του ανά τους αιώνες εξαιτίας της γειτνίασής του με κτήρια που σχετίζονται με τη δημόσια ζωή και διοίκηση. Είχε μεγάλη ιδεολογική και συμβολική σημασία, καθώς συνέδεε το μεγάλο ναό της Ορθοδοξίας με το αυτοκρατορικό εθιμοτυπικό.

2. Λειτουργία

Το Αυγουσταίον αρχικά λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Όταν προστέθηκαν οι στοές που το περιέβαλλαν, άρχισε να χάνει σταδιακά το χαρακτήρα της δημόσιας πλατείας. Μετά την ανοικοδόμηση ενός μεγάλου κτηρίου, του Θωμαΐτη, τον 7o αιώνα, η Αγία Σοφία συνδέθηκε με το Αυγουσταίον πιο στενά. Από τους ιστορικούς μόνο ο Προκόπιος5 αποκαλεί το χώρο «αγορά». Οι υπόλοιποι θεωρούν το Αυγουσταίον προαύλιο προσαρτημένο στην Αγία Σοφία. Οι μεσοβυζαντινές και υστεροβυζαντινές πηγές το χαρακτηρίζουν «αυλή», «αυλαία», «προαύλιον» κτλ.6 Προοριζόταν για τις αυτοκρατορικές πομπές. Ο βασιλιάς διέσχιζε το Αυγουσταίον για να εισέλθει στην Αγία Σοφία, ενώ κατά τη στέψη των αυτοκρατόρων εκεί συγκεντρώνονταν ο λαός και το στράτευμα. Η ύπαρξη των πυλών καθώς και το γεγονός ότι ήταν κλειστό με τοίχους και στοές μαρτυρούν ότι η πρόσβαση στο χώρο δεν ήταν πάντα ελεύθερη.

3. Ιστορία του μνημείου – Οικοδομικές φάσεις

Το Αυγουσταίον στη μακραίωνη ιστορία του έχει δεχτεί αλλαγές και έχουν επισημανθεί διάφορες οικοδομικές φάσεις.

3.1. 2ος-3ος αιώνας

Ο Σεπτίμιος Σεβήρος κατασκεύασε μία πλατεία με τέσσερις περιμετρικές στοές, το λεγόμενο «Τετράστωον»,7 η οποία λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Οι πληροφορίες για το μνημείο είναι περιορισμένες. Το Αυγουσταίον κατέλαβε ένα μέρος αυτής της πλατείας. Στο κέντρο του Τετραστώου υπήρχε πάνω σε στήλη άγαλμα που απεικόνιζε τον Ήλιο.8

3.2. 4ος αιώνας

Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας το 330 στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε δημόσια οικοδομήματα και εξωράισε παλαιότερα, με αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη της αρχαίας πόλης. Στις άκρες μιας από τις στοές του Τετραστώου χτίστηκαν οι ναοί της Ρέας και της Τύχης. Στο ανατολικό τμήμα της πλατείας κατασκευάστηκε το Αυγουσταίον. Στα νοτιοδυτικά του Αυγουσταίου βρίσκονταν οι Θέρμες του Ζευξίππου,9 ενώ στα ανατολικά η μία από τις δύο Συγκλήτους που οικοδομήθηκαν από τον αυτοκράτορα. Στα βορειοδυτικά εκτεινόταν το Μίλιον, από όπου μετρούνταν οι αποστάσεις από την Κωνσταντινούπολη, και η Βασιλική, μια προϋπάρχουσα κατασκευή. Από το Μίλιον και το Αυγουσταίον ξεκινούσε μία οδός με στοές, η Ρηγία ή Μέση, η οποία οριοθετούσε τη νότια πλευρά της πλατείας. Το 360 χτίστηκε η πρώτη Αγία Σοφία, η οποία παραμένει σε αυτή τη θέση –ανεξαρτήτως των όποιων αλλαγών– μέχρι σήμερα.

3.3. 5ος αιώνας

Το 404 κάηκαν η Αγία Σοφία και η Σύγκλητος και ξαναχτίστηκαν στην ίδια περιοχή. Κοντά στο Αυγουσταίον υπήρχαν στοές, μαγαζιά, εργαστήρια, ιδιωτικές οικίες, το τριβουνάριον10 και ένα μοναστήρι. Ανάμεσα στην Αγία Σοφία και στο Αυγουσταίον χτίστηκε το Πατριαρχείο. Στην ανατολική πλευρά της πλατείας δίπλα στη Σύγκλητο βρισκόταν η Χαλκή Πύλη,11 η μνημειώδης είσοδος του Μεγάλου Παλατιού. Το 459 επί Λέοντος Α΄ ο έπαρχος Θεοδόσιος12 περιέβαλε κατά πάσα πιθανότητα το Αυγουσταίον με στοές.

3.4. 6ος αιώνας

Το 532, κατά τη στάση του Νίκα, το Αυγουσταίον και τα γειτονικά του κτήρια καταστράφηκαν από πυρκαγιά.13 Τα οικοδομήματα αυτά αποκαταστάθηκαν από τον Ιουστινιανό.14 Αυτή την εποχή η περιοχή πήρε την οριστική μορφή της.15 Η πλατεία εξακολουθούσε να γειτνιάζει με πολύ σημαντικά κτήρια, όπως η νέα Αγία Σοφία και το Μέγα Παλάτιον. Στο Αυγουσταίον στρώθηκαν μαρμάρινες πλάκες16 και τοποθετήθηκε η περίφημη στήλη του Ιουστινιανού. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, η πλατεία διέθετε στοές και στις τέσσερις πλευρές της.17 Το Αυγουσταίον διαμορφώθηκε σε κλειστό χώρο με στοές και τοίχους. Στη νότια και δυτική πλευρά της ανοίγονταν η Πύλη του Πίνσου και η Πύλη της Μελέτης, η οποία συνέδεε τη Μέση οδό με το Αυγουσταίον.

3.5. 7ος αιώνας

Κατά τον 7ο αιώνα στη νοτιοανατολική πλευρά του Αυγουσταίου χτίστηκε πιθανόν από τον πατριάρχη Θωμά Α΄ (607-610) ένα μεγάλο κτήριο, ο λεγόμενος Θωμαΐτης. Αυτή την εποχή το σώμα της Συγκλήτου συνεδρίαζε στη Μαγναύρα. Ο Θωμαΐτης ήταν μία τρίκλιτη αψιδωτή αίθουσα ακροάσεων που βρισκόταν στα ανατολικά της πλατείας του Αυγουσταίου και σχετιζόταν με το συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού.18 Σύμφωνα με τις πηγές το κτήριο της αίθουσας σωζόταν μέχρι το 16ο αιώνα.

3.6. 12ος-13ος αιώνας

Το 1182 κατά τη στάση του καίσαρα Ιωάννη Κομνηνού εναντίον της αυτοκράτειρας Μαρίας της Αντιοχείας19 οι στασιαστές κατέλαβαν το Αυγουσταίον, το Μίλιον20 καθώς και το ναό που ο Αλέξιος Α΄ έχτισε δυτικά της πλατείας τον 11ο αιώνα. Ο αυτοκρατορικός στρατός κατεδάφισε τις πύλες του Αυγουσταίου, για να αντιμετωπίσει αυτούς που είχαν καταφύγει εκεί.21 Μετά το τέλος της Φραγκοκρατίας, περίπου το 1268/1271, το Αυγουσταίον και κάποια άλλα γειτονικά κτήρια θεωρούνταν ιδιοκτησία της Αγίας Σοφίας.22

3.7. 15ος-16ος αιώνας

Σύμφωνα με τον Buondelmonti, στις αρχές του 15ου αιώνα το Αυγουσταίον ήταν ερειπωμένο.23 Στα μέσα του 16ου αιώνα, κατά τον Pierre Gyllius, από την πλατεία απέμεναν τα θραύσματα μόνο επτά κιόνων.24

4. Διάκοσμος

Το Αυγουσταίον ήταν διακοσμημένο με αγάλματα, τα οποία συνήθως τοποθετούνταν πάνω σε τιμητικές στήλες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έστησε άγαλμα της μητέρας του αυγούστας Ελένης πάνω σε στήλη από πορφυρό μάρμαρο. Στην πλατεία υπήρχε και ανδριάντας του Κωνσταντίνου πάνω σε κίονα, τη βάση του οποίου περιέβαλλαν τα αγάλματα των τριών γιων του, του Λικίνιου και αργότερα του Ιουλιανού. Ο συγκεκριμένος ανδριάντας αντικαταστάθηκε από τον ασημένιο έφιππο ανδριάντα του Μεγάλου Θεοδοσίου. Και σε αυτή την περίπτωση η στήλη πλαισιωνόταν από τα αγάλματα των γιων του αυτοκράτορα. Από τα σπουδαιότερα μνημεία ήταν η στήλη του Ιουστινιανού με τον κολοσσιαίο έφιππο ανδριάντα του (αυτή η στήλη πήρε τη θέση του αγάλματος του Μεγάλου Θεοδοσίου, από το οποίο προερχόταν πιθανώς το άλογο).25 Ο Ιουστινιανός κρατούσε στο αριστερό χέρι του μία σφαίρα, ενώ το δεξί του υψωνόταν προστατευτικά προς την Ανατολή. Μπροστά στο μνημείο βρίσκονταν τα αγάλματα τριών βάρβαρων βασιλιάδων σε στάση προσκύνησης. Έχει σωθεί η βάση του κίονα του ασημένιου αγάλματος της Ευδοξίας (συζύγου του Αρκαδίου), το οποίο βρισκόταν μπροστά από τη Σύγκλητο, νότια της Αγίας Σοφίας.26 Στην ίδια περιοχή με αυτό είχε τοποθετηθεί και η στήλη με τον ανδριάντα του Λέοντος Α΄.27
1. Η πλατεία αυτή αναφέρεται στις πηγές και ως Αυγουστίων, Αυγουστεύς, Αυγουστέων και Αυγουστείον. Πρώτη φορά εμφανίζεται αυτό το όνομα το 425 στη Notitia Urbis Constantinopolitanae. Βλ. Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, Seeck, O. (επιμ.), (Berolini 1876), σελ. 232. Εμφανίζεται και ως Γουστείον, Ιωάννης Λυδός, Περί μηνών, Wuensch, R. (επιμ.), Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), σελ. 163.

2. Βλ. ανάλυση των πηγών για τη θέση του Αυγουσταίου και τη διαμόρφωση του χώρου στο Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 73.

4. Ο Guilland υποθέτει ότι το Αυγουσταίον είχε σχήμα ορθογώνιο με μήκος 85 μ. και πλάτος περίπου 60- 65 μ., Guilland R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 171-172.

5. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

6. Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, van Dieten, I.-A. (επιμ.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI:1 (Berlin – New York 1972), σελ. 237· Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, Pinder, M. (επιμ.), Ioannis Zonarae Annales (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae ΙΙΙ, Bonnae 1841-1897), σελ. 157.

7. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, Bekker, I. (επιμ.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), σελ. 97· Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Thurn, I. (επιμ.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000), σελ. 221.

8. Για το Τετράστωον βλ. Du Cange, Constantinopolis Christiana Ι (Paris 1680), σελ. 70 κ.ε.· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 149, 218 κ.ε.· Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 24 κ.ε.· Schneider, A.M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), σελ. 24· Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine II (Amsterdam 1969), σελ. 3· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 42-47· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248.

9. Για τις Θέρμες του Ζευξίππου βλ. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 37 κ. ε. Για τις Συγκλήτους βλ. ό.π., σελ. 56 κ.ε. Για το Μίλιον βλ. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216-218. Για τη Βασιλική βλ. Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), σελ. 218 κ.ε.· Mango, C., ό.π., σελ. 48 κ.ε. Για τη Μέση οδό, βλ. Mango, C., ό.π., σελ. 79-81.

10. Για το tribunal purpureis gradibus exstructum, βλ. Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 10 κ.ε.

11. Berger, A., “Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel”, 17th int. Byz. Congr., Abstracts of Papers (Washington 1986), σελ. 33· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 22, 54 κ.ε.

12. Πασχάλιον Χρονικόν, Dindorf, L. (επιμ.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), σελ. 593.

13. Ο Κεδρηνός αναφέρει ότι ανάμεσα στα κτήρια που κάηκαν ήταν η Αγία Σοφία, η Σύγκλητος, η Χαλκή Πύλη και το Αυγουσταίον, Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών αρχομένη από κτίσεως κόσμου και μέχρι της βασιλείας Ισαακίου και Κομνηνού, Bekker, I. (επιμ.), Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae Ι, Bonnae 1838), σελ. 647.

14. Οι Θέρμες του Ζευξίππου ξαναχτίστηκαν και η Σύγκλητος ανακαινίστηκε. Το Πατριαρχείο ανοικοδομήθηκε επί Ιωάννη Γ΄ Σχολαστικού (565-577), Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 52.

15. Για την περιοχή πριν από την Ιουστινιάνεια περίοδο, υπάρχει έλλειψη πληροφοριών.

16. Ανακαλύφθηκαν σε ανασκαφή, Mamboury, E., “Les Fouilles Byzantines à Istanbul”, Byzantion 11 (1936), σελ. 230.

17. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 57 κ.ε.· Bauer. F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157.

19. Η Μαρία της Αντιοχείας ήταν επίτροπος του ανήλικου γιου της Αλέξιου Β΄ Κομνηνού, ο οποίος διαδέχτηκε τον πατέρα του Μανουήλ Κομνηνό, μετά το θάνατό του, στο θρόνο.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216.

21. Guilland, R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 154, 164, 166- 167, 170· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 92 κ.ε.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Ostromischen Reiches von 565-1453 ΙΙΙ (München 1924-1965), σελ. 52-53, αρ. 1955-1956, για τα έτη 1268-1271· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae – Berolini 1884), σελ. 122.

24. Gilles, P., The antiquities of Constantinople (New York 1988), σελ. 104-5· Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos et de illius antiquitatibus. Libri quatuor ΙΙ (Athens 1967), σελ. 17· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 176 κ.ε.

25. Στο σχέδιο ενός χειρογράφου της Βουδαπέστης που έγινε από κάποιον περιηγητή του 15ου αιώνα εικονίζεται ένα έφιππο άγαλμα του Ιουστινιανού ή του Θεοδοσίου.

26. Σύμφωνα με την επιγραφή, στήθηκε επί επάρχου Σιμπλικίου.

27. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 59· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 52.


Augustaion



1. Introduction

The Augustaion1 was an open space that lay until today south of the church of Hagia Sophia.2 It was named this way in honor of the mother of Constantine the Great, to whom the title of Augusta had been bestowed. In this area stood her statue rested on a column.3 It is not possible to determine with any accuracy its dimensions.4 It preserved its prestige throughout the centuries because of its vicinity with buildings related to the public life and to the administration. It carried a great ideological and symbolic meaning, while it connected the great church of Orthodoxy with the imperial ceremonial.

2. Function

The Augustaion initially functioned as a food market. When porticoes were added surrounding it, it started to lose the air of a public square. After the rebuilding of Thomaites in the 7th century its relation with Hagia Sophia became all the more closer. Only Procopius among the historians5 calls the area "ἀγοράν" (forum). The rest of them think the Augustaion as a forecourt annexed to Hagia Sophia. The middle Byzantine and late Byzantine sources characterize it as "αὐλήν", "αὐλαία", "προαύλιον" (courtyard) etc.6 It was intended for imperial processions. The emperor crossed the Augustaion in order to enter into the church of Hagia Sophia. During the coronation of the emperors the people and the army were gathered there. The existence of gateways as well as the fact that the open area was enclosed with walls and porticoes attests that the access to the area was restricted.

3. History of the monument - Building phases

During its long history, the Augustaion had been undergone many changes, and various building phases have been discerned.

3.1. 2nd - 3rd centuries

Septimius Severus erected a square with four surrounding porticoes, the so-called Tetrastoon.7 It was a food market. Any information about the monument is limited. The Augustaion occupied a part of this square. At the center of the Tetrastoon there was the statue of god Helios upon a column.8

3.2. 4th century

Constantine the Great after the transfer of the capital of the empire to Constantinople in 330, founded public buildings and embellished older ones, so as the ancient city changed its appearance. At the end of one of the porticoes of the Tetrastoon the temples of Rhea and Tyche were erected. In the eastern part of the square the Augustaion was formed. At the southwest of the Augustaion there were the baths of Zeuxippos,9 whereas at the east one of the two Senates built by the emperor. At the northwest the Milion extended, where all the distances starting from Constantinople were calculated, and the Basilica, an existing edifice. From Milion and Augustaion started a road flanked with porticoes, Regia or Mese, which defined the south side of the square. In 360 the first Hagia Sophia was erected, which have been remained until today in this place beyond any changes.

3.3. 5th century

In 404 Hagia Sophia and the Senate were burnt down and were rebuilt in the same area. Near the Augustaion there were porticoes, shops, workshops, private residences, the Tribunal10 and a monastery. Between Hagia Sophia and the Augustaion the Patriarchate was built. On the eastern side of the square, next to the Senate was lying Chalke Gate,11 the monumental gateway to the Great Palace. In 459 under Leo I the prefect Theodosios12 surrounded in all probability the Augustaion with porticoes.

3.4. 6th century

In 532 during the Nika Riot, the Augustaion and the nearby buildings were burnt down to ashes.13 These buildings were restored by Justinian.14 During this period the area took its final form.15 The square was still adjacent to many important buildings, such as new Hagia Sophia and the Great Palace. The Augustaion was paved with marble paving-stones16 and the famous column of Justinian was placed. According to Procopius the square had porticoes on all four sides.17 Thus, the Augustaion was formed into a closed area with porticoes and walls. On its southern and its western sides were opened the Pinsos Gate and the Melete Gate that connected Mese with Augustaion.

3.5. 7th century

During the 7th century on the southeastern side of the Augustaion a big edifice was probably built by patriarch Thomas I (607-610), the so-called Thomaites. It remained in this place until the 16th century. This period of time the Senate was identified with Magnaura. The «Thomaites» was a thre-aisled, apsidal auditorium, associated with the Graet Palace complex.18 According to the sources, the hall was preserved until the 16th century.

3.6. 12th - 13th centuries

In 1182 during the revolt of caesar John Komnenos against the empress Mary of Antioch19 the rebellions occupied Augustaion, Milion20 as well as the church that Alexios I had built in the 11th century at the west of the square. The imperial army demolished the gates of the Augustaion, in order to confront the enemies that had found shelter inside.21 After the end of the Latin occupation, around 1268/ 71, the Augustaion and some other adjacent buildings appear to have belonged to the property of Hagia Sophia.22

3.7. 15th - 16th centuries

According to Buondelmonti, in the early-15th century the Augustaion was in a state of ruins.23 In the middle of the 16th century, according to Pierre Gilles, only the fragments of seven columns were still preserved from the square.24

4. Decoration

The Augustaion was decorated with statues, often placed upon honorary columns. Constantine the Great erected a statue for his mother Augusta Helen surmounting a column of purple marble. On the square stood his own statue as well upon a column, the base of which was flanked by the statues of his three sons, of Licinius and later of Julian. It was replaced by the silver equestrian statue of Theodosios the Great. In this case as well the column was surrounded by the statues of his sons. Among the most important monuments was the column of Justinian surmounted by his colossal equestrian statue.25 It took the place of the statue of Theodosios the Great whose horse probably was reused. He held on his left hand an orb, while his right one was raised towards the East expressing his protection. In front of this monument the statues of three barbarian kings stood in a posture of submission. The base of the column of the silver statue of Eudoxia (wife of Arkadios) has been preserved, which stood in front of the Senate, south of Hagia Sophia.26 The column with the statue of Leo I was also placed in the same area with the previous one.27

1. This square is referred in the sources as Augoustion, Augousteus, Augousteon and Augousteion. This name appears for the first time in 425 at Notitia Urbis Constantinopolitanae. See Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, ed. Seeck, O. (Berolinin 1876), p. 232. It appears as well as Γουστείον, John Lydos, On Months, ed. Wuensch, R., Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), p. 163.

2. See the examination of the sources on the location of the Augustaion and the formation of the area in Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), pp. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), p. 73.

4. Guilland suppose that that the Augustaion was square in shape 85 m. long and around 60- 65 m. wide: Guilland R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 171-2.

5. Haury, J. (ed.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

6. Van Dieten, I.-A. (ed.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI/1, Berlin - N. York 1972), p. 237; Pinder, M. (ed.), Ioannis Zonarae Annales, vol. ΙΙΙ (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1841-1897), p. 157.

7. Bekker, I. (ed.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), p. 97; Thurn, I. (ed.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000, p. 221.

8. For the Tetrastoon see Du Cange, Constantinopolis Christiana (Paris 1680) Ι, p. 70 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), pp. 149, 218 ff; Berger, A., «Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit», in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 24 ff; Schneider, A. M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), p. 24; Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine (Amsterdam 1969), II p. 3; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 42-47; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248.

9. For the baths of Zeuxippos see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p.37 ff. For the Senates see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 56 ff. For Milion see Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), pp. 216-218. For the Basilica see Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 218 ff; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 48 ff. For Mese see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 79-81.

10. For the tribunal purpureis gradibus exstructum see Berger, A., "Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit", in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 10 ff.

11. Berger, A., "Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel", in 17th Ιnt. Byz. Congr., Abstracts of Papers, (Washington 1986), p. 33; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 22, 54 ff.

12. Dindorf, L. (ed.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), p. 593.

13. Kedrenos reports that Hagia Sophia, the Senate, the Chalke and the Augustaion were among the buildings that were burnt down George Kedrenos, Synopsis Historiarum, ed. Bekker, I., Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera, vol. Ι (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1838), p. 647.

14. The baths of Zeuxippos were rebuilt and the Senate was renovated. The patriarchate was erected again under John ΙΙΙ Scholastikos (565-577), Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 52.

15. Before the times of Justinian the area can not be defined with any accuracy because of the lack of evidence.

16. They were brought to light through excavations, Mamboury, E., "Les Fouilles Byzantines à Istanbul", Byzantion 11 (1936), p. 230.

17. Haury, J. (ed.),  Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 57 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157.

19. Mary of Antioch was regent of her under-aged son Alexios II Komnenos who succeeded his father Manuel Komnenos on the throne after his death.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 216.

21. Guilland, R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 154, 164, 166- 167, 170; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 92 ff.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Oströmischen Reiches von 565-1453 (München 1924-65), vol. ΙΙΙ, nο 1955 and 1956, of the years 1268-1271; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae - Berolini 1884), p. 122.

24. Gilles, P., The Antiquities of Constantinople, trans. John Ball (New York 1988), pp. 104-5 and Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos: et de illius antiquitatibus. Libri quatuor (Athens 1967), vol. ΙΙ, p. 17; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 176 ff.

25. In a drawing of a Budapest manuscript that was made by a traveler of the 15th century an equestrian statue of Justinian or Theodosios is depicted.

26. According to the inscription it was erected under the eparch Simplicius.

27. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 59; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 52.

Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα (11/7/2007)
Για παραπομπή: Κατσαβέλη Όλγα, «Αυγουσταίον», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: