Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεσσαλονίκη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Γνωστές και άγνωστες πτυχές από την ιστορία της πλατείας Ελευθερίας της Θεσσαλονίκης

Τμήμα του θαλάσσιου μετώπου της Θεσσαλονίκης αποτελούσε η σημερινή πλατεία Ελευθερίας, η οποία μέχρι το 1870 βρεχόταν κατά το ήμισυ από τη θάλασσα. Έκτοτε, η ιστορία της πλατείας ακολούθησε αυτήν της πόλης, αλλάζοντας μορφές και χωροταξική σημασία, ανάλογα με την εποχή, αποτελώντας άλλοτε χώρο αναψυχής και παρελάσεων ή κομβικό σημείο συγκέντρωσης στρατιωτικών δυνάμεων, ακόμη και τόπο μαρτυρίου.

 Η πλατεία Ελευθερίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα δεν ήταν πάντα στεριά. Μέχρι το 1870 – οπότε άρχισε η κατεδάφιση της θαλάσσιας οχύρωσης της πόλης, στην προσπάθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να εκσυγχρονιστεί – η θάλασσα έφτανε μέχρι το μέσον της πλατείας. Τριάντα μέτρα βορειότερα βρισκόταν το βυζαντινό θαλάσσιο τείχος, που ξεκινούσε από τον Λευκό Πύργο, ακολουθούσε τις σημερινές οδούς Κορομηλά και Καλαποθάκη, διέσχιζε την πλατεία Ελευθερίας και κατέληγε στον λεγόμενο πύργο της Αποβάθρας ή αλλιώς Τοπ Χανέ (στη σημερινή γωνία Κατούνη και Οπλοποιού, όπου βρίσκεται σήμερα ο ‘Ζύθος” στα Λαδάδικα). Εκεί βρισκόταν και η είσοδος του λιμανιού, που κατασκεύασε ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Πτυχές της ιδιαίτερης αυτής περιοχής της Θεσσαλονίκης παρουσιάζονται στον τόμο «Η Πλατεία Ελευθερίας στη Θεσσαλονίκη – Ο χώρος, οι άνθρωποι, η ιστορία» που κυκλοφόρησε από την Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος με συντελεστές την πολιτικό μηχανικό, Ελλη Γκαλά – Γεωργιλά, η οποία έγραψε και επιμελήθηκε την έκδοση, την αρχιτέκτονα – μηχανικό, Χριστίνα Ζαρκάδα Πιστιόλη και τον συγγραφέα Αλέξανδρο Γρηγορίου. Στις 230 σελίδες του, ο τόμος περιλαμβάνει πλούσιο εικονογραφικό υλικό, παράθεση ιστορικών γεγονότων, σχολιασμούς και έρευνες σε αρχεία κτηματολογικά, τεχνικά, πολεοδομικά, σε παλαιούς χάρτες της περιοχής και σε βιβλιογραφικές πηγές.

Η Εκκλησιαστική Σκάλα και το Τοπ Χανέ

Ο χρόνος κατασκευής του θαλάσσιου τείχους, καθώς και η προγενέστερη μορφή της περιοχής της πλατείας Ελευθερίας στα ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά χρόνια δεν είναι γνωστά. Βάσει αρχαιολογικών ευρημάτων εικάζεται ότι στην προκυμαία της περιοχής της πλατείας Ελευθερίας και ανατολικότερα, πιθανώς βρισκόταν η Εκκλησιαστική Σκάλα, αλλά και ο βυζαντινός πύργος που ήλεγχε την είσοδο του λιμανιού, το Τοπ Χανέ της οθωμανικής περιόδου, το οποίο αποτέλεσε το φρούριο του Βαρδάρη, επί τουρκοκρατίας. Ωστόσο, παραμένουν άγνωστα περισσότερα στοιχεία για την κατασκευή και τη χρήση τους. Από τον πύργο του Τοπ Χανέ, προς τα ανατολικά, ξεκινούσε το τείχος των εγκαταστάσεων του κεντρικού λιμανιού, που διέσχιζε τις οδούς Μητροπόλεως και Τσιμισκή, στο ύψος της Εθνικής Τράπεζας, έφτανε μέχρι την Φράγκων και κατέληγε στα σημερινά Δικαστήρια.


«Ανατολικά του κεντρικού λιμανιού φαίνεται πως διαμορφωνόταν ένα άλλο μικρότερο λιμάνι που πιθανώς ήταν η Εκκλησιαστική Σκάλα. Σε αυτήν αναφέρεται ο παλιός ερευνητής Χατζής Ιωάννου στα τέλη του 19ου αιώνα. Και ανάμεσα στα δύο λιμάνια λέγεται πως υπήρχε μία χερσόνησος με έναν πύργο», ανέφερε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ η κ. Γεωργιλά. Κατά την ίδια, πολλά είναι τα ερωτήματα που παραμένουν και για τον πύργο της Αποβάθρας ή Τοπ Χανέ και για το ρόλο που έπαιξε στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, όπως στο διωγμό των Βενετών από τους Τούρκους το 1430.
Η διαμόρφωση της πρώτης πλατείας της Θεσσαλονίκης, στη συγκεκριμένη περιοχή, έγινε μετά το 1870, οπότε μεταμορφώθηκε η πόλη – ως αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – κατεδαφίστηκε το θαλάσσιο τείχος, έγιναν προσχώσεις και διαμορφώθηκε το παραθαλάσσιο μέτωπο της πόλης, σχεδόν στη σημερινή του εικόνα, κυρίως για να εξυπηρετεί την αυξημένη κίνηση των πλοίων.

Η πρώτη πλατεία

Η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους επετεύχθη, παρά τις αντιρρήσεις μηχανικών. Ο χώρος της Αποβάθρας διανοίχθηκε και παράλληλα έγιναν επιχωματώσεις προς τη θάλασσα, από τις οποίες δημιουργήθηκαν νέα οικόπεδα. Ένα από τα ωραιότερα αγόρασε η ναυτιλιακή εταιρεία Messageries Maritimes (επί της σημερινής Λ. Νίκης, κοντά στη Βενιζέλου). Ακολούθησε η διάνοιξη της οδού Σαμπρή πασά – η σημερινή Βενιζέλου – και διαμορφώθηκε μία μικρή πλατεία, που αποτέλεσε την πρώτη μορφή της πλατείας Ελευθερίας, της πρώτης τόσο ευρύχωρης της πόλης. Αρχικά ονομάζεται πλατεία Αποβάθρας και στη συνέχεια πλατεία Ολύμπου και γίνεται το πιο κοσμικό σημείο της Θεσσαλονίκης. Κεντρικό της σημείο η μπιραρία «Ολυμπος» (αριστερά της οδού Βενιζέλου, στη γωνία του σημερινού πάρκινγκ) και απέναντι το ξενοδοχείο «Ρουαγιάλ». Στη λέσχη Cercle de Salonique συγκεντρώνονται μεγάλοι έμποροι και αστοί, πρόξενοι, στρατιωτικοί των συμμαχικών δυνάμεων κ.α. και είναι γνωστή για την πολυτέλεια, αλλά και για τη βιβλιοθήκη, το εστιατόριο και το μπαρ που διέθετε.

Η οδός Σαμπρή γίνεται ο πιο μοντέρνος εμπορικός δρόμος, όπου λειτουργούν μεγάλα καταστήματα, όπως το γερμανικών συμφερόντων «Στάιν», που εγκαινιάστηκε το 1911, διεσώθη της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917 και επιζεί έως σήμερα. Στην απέναντι γωνία του μεγάρου Στάιν, στο ισόγειο, εγκαθίσταται το γνωστό ζαχαροπλαστείο Φλόκα, επίσης σημείο αναφοράς της κοσμικής ζωής. Στην καθημερινότητα της πόλης πρωταγωνιστεί και το ζυθοπωλείο του Νιόνιου, στο ισόγειο του Μεγάλου ξενοδοχείου της Αγγλίας. Η πλατεία παραμένει στο επίκεντρο και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε αποβιβάζονται στο λιμάνι οι συμμαχικές δυνάμεις. Εδώ γίνεται και η υποδοχή του Βενιζέλου, όταν το 1916 εγκαθιστά στη Θεσσαλονίκη την προσωρινή κυβέρνηση της Τριανδρίας. Με τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, ξεκινά η αρχή του τέλους για την πλατεία Ελευθερίας. Τα απομεινάρια των καμένων, άλλοτε πολυτελών, κτιρίων, θα δώσουν τη θέση τους στους σχεδιασμούς για νέα ανοικοδόμηση, με απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου και αρχιτέκτονα τον Γάλλο Ε. Εμπράρ, ο οποίος προτείνει αλλαγή των χρήσεων της περιοχής.

Το Ταχυδρομικό Μέγαρο, έργο ανολοκλήρωτο

Τα σχέδια προέβλεπαν την ανέγερση, στη θέση του σημερινού χώρου στάθμευσης, ενός μεγαλεπήβολου κτιρίου, που θα στέγαζε το Ταχυδρομείο, το Τηλεγραφείο και το Τηλεφωνείο (ΤΤΤ), ενώ περιμετρικά προβλεπόταν η κατασκευή τραπεζών και γραφείων. Γύρω στο 1920 ξεκίνησε η κατασκευή του Ταχυδρομικού Μεγάρου, αλλά ένα χρόνο αργότερα διακόπηκαν οι εργασίες – επειδή το έδαφος θεμελίωσης παρουσίαζε προβλήματα, αν και ήδη είχαν τοποθετηθεί πάσσαλοι στο υπέδαφος – και έτσι η πλατεία έμεινε κενή. Στο χώρο αυτό σημειώθηκαν αργότερα κάποια σημαντικά γεγονότα, όπως του Μάη του ‘36 και των βασανιστηρίων των Εβραίων από τους Γερμανούς το 1942. Από τη δεκαετία του ‘50 και έπειτα, η πλατεία μετατράπηκε σε χώρο στάθμευσης και αφετηρία λεωφορείων, όμως η περιοχή ουσιαστικά είχε υποβαθμιστεί.

Οι πρώτοι ιδιοκτήτες των πρώτων οικοπέδων

Από την κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους και τις πρώτες εργασίες διαμόρφωσης και επιχωματώσεων του θαλάσσιου μετώπου της Θεσσαλονίκης (1870) διαμορφώθηκαν τα πρώτα καινούργια οικόπεδα στην περιοχή. «Η συνολική τους έκταση αριστερά και δεξιά της πλατείας έφτανε τα 6,5 στρέμματα και σύμφωνα με χάρτες μηχανικών χαρακτηρίζονταν πρώτης κατηγορίας. Από τότε προβλέπονταν να είναι τα πιο ακριβά της νέας παραλιακής συνοικίας, αφού βρισκόταν μπροστά στη θάλασσα και δίπλα στο λιμάνι και την αγορά», δήλωσε η κ. Γεωργιλά. Στη μεγαλύτερη έκτασή τους αγοράστηκαν από τέσσερις οικογένειες με μεγάλη επιρροή εκείνη την εποχή: από την οικογένεια Καπαντζή (οικογένεια Ντονμέδων, εξισλαμισμένων Εβραίων, που είχαν στην κατοχή τους και δύο επαύλεις επί της Βασ. Ολγας – τα κτίρια του σημερινού ΜΙΕΤ και ΟΡΘ), την οικογένεια Μοδιάνο (τραπεζίτες και κτηματίες), και τις οικογένειες Αγκιάχ και Χουλουσή.

Ο Γιουσούφ Αγκιάχ έγινε ένας από τους στενούς συνεργάτες του Σαμπρή πασά και πρωτοστάτησε στον εκσυγχρονισμό της πόλης. Το 1870 που ξεκίνησε η κατεδάφιση του τείχους διορίστηκε δήμαρχος της Θεσσαλονίκης – τότε ξεκίνησε και ο θεσμός της δημαρχίας. Ο Αγκιάχ, σύμφωνα με τίτλους κτηματογράφησης του 1911, απέκτησε μεγάλο ποσοστό των οικοπέδων δεξιά της πλατείας, από την παραλία έως την Καλαποθάκη. Το οικόπεδο στη γωνία Βενιζέλου και Νίκης το μοιράστηκε με την οικογένεια Μοδιάνο, που πιθανώς, ως τραπεζίτες, του εξασφάλισε τη χρηματοδότηση. Δίπλα σε αυτά τα οικόπεδα, εκτείνεται αυτό της ναυτιλιακής Messageries Maritimes, που παραχωρήθηκε από τις τουρκικές αρχές το 1874.

Οι Μοδιάνο πωλούν το μερίδιό τους το 1888 σε δύο εύπορους αδελφούς από τις Σέρρες, τους Αλή και Χουλουσή μπέηδες. Ο Χουλουσή μπέης είναι παντρεμένος με τη μοναχοκόρη του Αγκιάχ, ενώ είναι ταυτόχρονα και ιδιοκτήτης ενός μεγάλου τριώροφου ξενοδοχείου στην Εγνατία, του Grand Hotel. Τα οικόπεδα της αριστερής πλευράς της πλατείας ανήκουν στη μεγαλύτερη έκτασή τους στις οικογένειες Μοδιάνο και Καπαντζή. Μετά την πυρκαγιά του 1917, το σχέδιο Εμπράρ προέβλεπε τη δέσμευση των χώρων της πλατείας Ελευθερίας από το Δημόσιο, ώστε να επιτευχθεί ο ανασχεδιασμός και η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης. Με ριζοσπαστική για την εποχή απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου, τα οικόπεδα απαλλοτριώθηκαν και δημιουργήθηκε νέα κτηματογράφιση, από την οποία ευνοήθηκαν κυρίως οι μεγάλοι οικοπεδούχοι της περιοχής, οι οποίοι επανέκτησαν τις περιουσίες τους μέσω πλειστηριασμού.

Παραχωρήθηκε μεγάλο οικόπεδο αριστερά της Ι.Δραγούμη στην Εθνική Τράπεζα και, απέναντι, οικόπεδο στην Ιωνική (σημερινή Alpha) τράπεζα. Διανοίχθηκε η Μητροπόλεως και άρχισε η κατασκευή νέων οικοδομών που προορίζονταν για κτίρια γραφείων. Το πρώτο τέτοιο κτίριο που σώζεται και σήμερα είναι του σημερινού Βάρδα (Μητροπόλεως και Βενιζέλου).
-->

Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Χρίστος Τσιγγιρίδης ο Ιδρυτής του πρώτου ραδιοφωνικού σταθμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη Θεσσαλονίκη

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης ποζάρει μπροστά
στα μηχανήματα του πομπού του, δίπλα στο μικρόφωνο


Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης γεννήθηκε το 1877 στην Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας (σημερινό Πλόβντιφ της Βουλγαρίας) από Έλληνες γονείς. Το 1880 ξεσπά το Μακεδονικό και οι Έλληνες της περιοχής διώκονται. Η άλλοτε πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια του Γεώργιου Τσιγγιρίδη περνά δύσκολες ώρες, που επιδεινώνονται με τον θάνατό του. Στις αρχές του 20ου αιώνα τα μέτρα κατά του Ελληνισμού γίνονται πιο πιεστικά. Έτσι εξαναγκάζονται σε φυγή και καταλήγουν στην Στουτγάρδη της Γερμανίας.

Στη Γερμανία ιδρύουν μικρό εργαστήριο παραγωγής χειροποίητων σιγαρέτων που αποφέρει αρκετά έσοδα κι έτσι, ο Χρίστος μπορεί να σπουδάσει.

Τελικά, ο Χρίστος Τσιγγιρίδης καταφέρνει να σπουδάσει στην σχολή ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ της Στουτγάρδης.

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης παντρεύεται την αριστοκράτισσα Μαρία Φόγκελ και έρχεται στην Ελλάδα το 1918.


Φιλοξενείται αρχικά στη Λάρισα στον αδελφό του Νίκο όπου και αναλαμβάνει την Διεύθυνση της Εταιρίας Ηλεκτροφωτισμού και Ύδρευσης της πόλης.

Όμως τα πειράματα ασύρματης επικοινωνίας στην σχολή, έχουν επηρεάσει έντονα τις σκέψεις του και έτσι αποφασίζει να έλθει στην Θεσσαλονίκη, με σκοπό να υλοποιήσει το όραμά του: να ιδρύσει Ραδιοφωνικό Σταθμό.

Ξεκινά πειραματικά με εγκαταστάσεις στο σπίτι του.

Το 1926 γίνεται η πρώτη Διεθνής Έκθεση στον χώρο μπροστά από το 3ο Σώμα Στρατού. Το σπίτι του Τσιγγιρίδη βρίσκεται σχεδόν απέναντι, στην σημερινή Βασιλίσσης Όλγας, τότε Δημοκρατίας 20

Ο Χρίστος Τσιγγιρίδης αρχικά πουλάει μεγάφωνα και ενισχυτές στην πρώτη Διεθνή Έκθεση ως αντιπρόσωπος της Γερμανικής εταιρίας SIEMENS_ HALSKE.

Ας σημειωθεί ότι το αντικείμενο ήταν άγνωστο τότε στην Ελλάδα. Οι μεγαφωνικές του εγκαταστάσεις και ειδικά τα μεγάφωνά του είχαν χαρακτηρισθεί ως "κλαπατσίμπαλα" και προκαλούσαν δέος και θαυμασμό. Πόσο μάλλον ο ένας και μοναδικός ραδιοφωνικός δέκτης που στήθηκε απ΄ αυτόν στην πλατεία της Έκθεσης. 

Τα μεγάφωνά του διαφήμιζαν τους εκθέτες και έπαιζαν μουσική. Ο όρος μεγάφωνο ήταν τότε αδόκιμος. Έτσι, μετάφρασε τον Αγγλικό όρο Loudspeaker στην κυριολεξία, που είναι
" ΜΕΓΑΣ ΛΕΚΤΗΣ "

To 1926, μέσα στον χώρο της ΔΕΘ, o Χρίστος Τσιγγιρίδης στήνει τον πομπό του, ισχύος 400 Watt περίπου. Τον λειτουργεί μόνον κατά την διάρκεια της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο. 
Ο Πρώτος Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι πλέον γεγονός...

Η πρώτη εκπομπή έγινε την 25η Μαρτίου του 1926. Είχε δύο ακροατές όλο κ΄ όλο. Ο ένας ήταν στην περιοχή της πλατείας Ιπποδρομίου και ο άλλος σε ένα αγγλικό καράβι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Πολύ σύντομα οι δέκτες χιλιαπλασιάστηκαν.

Ας μη ξεχνούμε ότι ένας ραδιοφωνικός δέκτης την εποχή εκείνη κόστιζε όσο μια μικρή περιουσία.

Η νομοθεσία για τις ραδιοφωνικές εκπομπές υπήρχε ήδη και έτσι για αρκετά χρόνια η λειτουργία του πομπού επιτρεπόταν μόνον κατά την διάρκεια της ΔΕΘ.
Οι προσπάθειες του Τσιγγιρίδη να πάρει άδεια διαρκούς λειτουργίας ήταν συνεχείς.Όμως, για πολλά χρόνια ήταν άκαρπες.

Από τον Σταθμό του Τσιγγιρίδη πέρασαν ουκ ολίγοι καλλιτέχνες. Το γραμμόφωνο μόλις είχε γίνει ηλεκτρικό.

Οι δίσκοι λιγοστοί. Κι ακόμη φτωχότερη η Ελληνική δισκογραφία. Ούτε το μαγνητόφωνο είχε έλθει στο προσκήνιο ακόμη.

Ο Τσιγγιρίδης λειτουργούσε τον πομπό του με ίδια έσοδα καθώς και με έσοδα προερχόμενα από διαφημίσεις.

Ήταν ο πρώτος ιδιωτικός Ραδιοφωνικός σταθμός της Ελλάδας

Τα παιδάκια της γειτονιάς έριχναν πέτρες στην τσίγγινη στέγη του στούντιο την ώρα που ο εκφωνητής μιλούσε.

Οι υπόλοιποι της παρέας λάμβαναν το μήνυμα στους δέκτες και έβγαιναν να τους συναντήσουν.

Κατά τη γερμανική κατοχή ο πομπός κατασχέθηκε και ο Τσιγγιρίδης φυλακίστηκε. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί πίστευαν ότι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν τον πομπό μόνοι τους. όμως αυτό στάθηκε αδύνατο, έτσι την επόμενη κι όλας ημέρα τον αποφυλάκισαν για μπορέσουν να κάνουν την προπαγάνδα τους.

Οι δέκτες είχαν σφραγιστεί από τους κατακτητές κι έτσι ο Τσιγγιρίδης άκουγε το BBC στον δικό του δέκτη και μετέφερε τα νέα στους γύρω, όταν πήγαινε στο καφενείο. Μάλιστα μια φορά κινδύνεψε να τον πιάσουν επ΄ αυτοφώρω, όμως χάρις στην ετοιμότητά του, πρόλαβε και γύρισε το καντράν σε γερμανικό σταθμό.

Mετά την απελευθέρωση ο πομπός αγοράσθηκε από τον Μάρκο Βαφειάδη και λειτούργησε για λίγο υπέρ αυτού.

Το 1945 επιστρέφει στα χέρια του ιδιοκτήτη του και ξαναρχίζει τις εκπομπές. Για περίπου ένα χρόνο ο πομπός πήρε προσωρινή άδεια συνεχούς λειτουργίας.

Το 1947 αγοράζει τον πομπό του το ΕΙΡ, που είχε ιδρυθεί το 1938. Καταργεί τα μηχανήματά του, και εγκαθιστά στον ίδιο χώρο νέο, ισχυρότερο πομπό, με στούντιο στο σπίτι του στρατιώτη, δίπλα από το στρατιωτικό θέατρο, στην θέση του σημερινού ελεύθερου πάρκινγκ μπροστά από το Γ' Σώμα Στρατού.

Ο Τσιγγιρίδης πεθαίνει την ίδια χρονιά και κηδεύεται με τιμές που ποτέ δεν γνώρισε εν ζωή.

Ίσως αυτή να είναι η μοίρα των πρωτοπόρων...

Πηγή

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Υπόθεση Μέρτεν Μαϊος 1957

Η Υπόθεση Μέρτεν που εξελίχθηκε στη συνέχεια σε σκάνδαλο Μέρτεν αφορούσε ένα αξιωματικό των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων ο οποίος κατηγορήθηκε για εγκλήματα πολέμου, τον Μαξ Μέρτεν, που η παρουσία του στην Ελλάδα δημιούργησε αναστάτωση τον Μάιο του 1957.

Μαξ Μέρτεν

Ο Μαξ Μέρτεν (1911-1976) ήταν Γερμανός ανώτατος εισαγγελέας της Ναζιστικής Γερμανίας που έφερε τον βαθμό του λοχαγού. Καταγόταν από το Βερολίνο και είχε νυμφευθεί την κόρη του Ούγγρου προξένου στο Βερολίνο. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε στη Σερβία και την Ελλάδα ως ανώτερος δικαστικός σύμβουλος των εκεί γερμανικών στρατιωτικών διοικήσεων, (Κομαντατούρ), ενώ η σύζυγός του διέμενε μόνιμα στη Βουδαπέστη, όπου για πολύ καιρό υπήρξε ιδιαιτέρα γραμματεύς του υφυπουργού της δικαιοσύνης Ρόλαντ Φράυσλερ.
Στην Ελλάδα ήλθε τον Απρίλιο του 1942, ένα χρόνο μετά τη γερμανική εισβολή, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του, Μάισνερ, με τον οποίο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη τη διετία 1942-1944, όπου και ανέλαβε τη γενική εποπτεία της δίωξης των Εβραίων της Μακεδονίας, σύμφωνα με την από 7 Ιουλίου 1942 σχετική διαταγή της Κομαντατούρ «περί μέτρων κατά των Εβραίων και των περιουσιών αυτών», αντικαθιστώντας σε πολλές των περιπτώσεων και τον ανώτερο στρατιωτικό διοικητή Μακεδονίας και Αιγαίου.
Θεωρούνταν ο κύριος υπεύθυνος της γενοκτονίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, διατάσσοντας τη μεταφορά περίπου 45.000 ατόμων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς, καθώς και την ευθύνη της λεηλασίας των περιουσιών τους, μέχρι και τυμβωρυχίας του εβραϊκού νεκροταφείου, που υπολογίσθηκε ότι ξεπερνούσαν σε αξία το τεράστιο για την εποχή εκείνη ποσό των 125.000.000 χρυσών φράγκων. Εξ αυτών και αποκαλούνταν «Δήμιος της Θεσσαλονίκης», ή «Χασάπης της Θεσσαλονίκης».
Υπόθεση Μέρτεν

Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή η υπόθεση Μέρτεν ξεκίνησε τον Μάιο του 1957, όταν ο Γερμανός εγκληματίας έφθασε στη Θεσσαλονίκη για διακοπές και μάλιστα όχι ως απλός ιδιώτης αλλά με την επίσημη ιδιότητα υψηλόβαθμου στελέχους του υπουργείου Δικαιοσύνης της Δυτικής Γερμανίας, κατέχοντας θέση Γενικού Γραμματέα. Για τις κατηγορίες εναντίον του ποτέ δεν είχε συλληφθεί προκειμένου να προσαχθεί στο Δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου παρότι εκκρεμούσε σε βάρος του ένταλμα σύλληψης από το 1947.
Όταν μετά την αναγνώρισή του από κάποια από τα θύματά του ακολούθησε σχετικός σάλος από κάποιο δημοσίευμα, ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, διαπρεπής νομικός, Ανδρέας Τούσης εξέδωσε ένταλμα σύλληψής του τον Μάρτιο του 1958. Την εντολή εκτέλεσε ο Εισαγγελέας Θεσσαλονίκης Ταρασουλέας, ο οποίος τον συνέλαβε και τον έστειλε δέσμιο στην Αθήνα, όπου και ο πρώτος του απάγγειλε κατηγορίες για εγκλήματα Πολέμου διατάσσοντας την προφυλάκισή του, στις φυλακές Αβέρωφ στις οποίες και οδηγήθηκε.
Ξένες παρεμβάσεις
Σχεδόν αμέσως όμως, με την προφυλάκισή του, ξεκίνησε μια σειρά πολυάριθμων τότε παραστάσεων και διαβημάτων του Γερμανού πρέσβη στην Αθήνα στο Υπουργείο Εξωτερικών και Δικαιοσύνης που ζητούσε την άμεση αποφυλάκισή του Μέρτεν. Στην απολογία του ο Μαξ Μέρτεν υποστήριξε αντί των κατηγοριών ότι ο λόγος που επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη δεν ήταν άλλος από το να συναντήσει παλιούς του φίλους από την κατοχή. Παράλληλα ο τότε σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα Λόφλιν Κάμπελ, από το πρώτο βράδυ της σύλληψης του Μέρτεν φέρεται να ενημέρωσε τον Έλληνα πρωθυπουργό ότι «απαίτηση της Ουάσιγκτον» είναι (αντίθετα) να δικαστεί ο Μέρτεν ως εγκληματίας πολέμου
Πολιτική αντιμετώπιση
Η τότε ελληνική κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή στην αρχή έδειξε αμήχανη και στη συνέχεια να υποχωρεί στις πιέσεις, μέσω πρέσβη, του καγκελάριου Κόνραντ Αντενάουερ, καθώς σε λίγο χρόνο (Φθινόπωρο 1958) αναμένονταν και η σύναψη δανείου της Ελλάδος ύψους 200 εκατομ. μάρκων. Έτσι σε σύντομο σχετικά διάστημα τον Ιανουάριο του 1959 η ελληνική κυβέρνηση ευρισκόμενη σε πανικό προωθεί και ψηφίζει το Νομοθετικό Διάταγμα, «Περί τροποποιήσεως της νομοθεσίας για τα εγκλήματα Πολέμου», σύμφωνα με το οποίο οριζόταν ότι «αναστέλλεται αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται απόφασις τις δικαστηρίου, πάσα δίωξις Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης», που χαρακτηρίστηκε από τους νομικούς κύκλους έκτρωμα. Υπουργός Δικαιοσύνης στην Ελλάδα τότε ήταν ο Κωνσταντίνος Καλλίας που δήλωνε «πρέπει να παραμεριστούν τα εμπόδια δια την ανάπτυξιν των σχέσεών μας με την Δυτικήν Γερμανίαν».
Αναφορές στο νομικό εκείνο έκτρωμα δημοσίευσαν πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ οι Τάιμς στο Λονδίνο λοιδορώντας την Ελλάδα έγραφε «Η Ελλάς αμνηστεύει τους σφαγείς της». Αλλά και στο εσωτερικό οι αντιδράσεις πολλών βουλευτών ήταν επίσης έντονες, ιδιαίτερα του Κ. Μητσοτάκη (από το κόμμα των Φιλελευθέρων), του Ηλία Τσιριμώκου και του Σταύρου Ηλιόπουλου (αμφότεροι εκ μέρους ΕΔΑ) που κατηγόρησαν την κυβέρνηση για υποχώρηση και ενδοτικότητα, παρά τη τότε διάψευση του Ε. Αβέρωφ παρότι ο υπουργός της δικαιοσύνης το είχε χαρακτηρίσει εμπόδιο.
Στο δε ξεσηκωμό των Καλαβρυτινών σχετικά με τον νόμο ο τότε καθηγητής Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, θείος εξ αγχιστείας του πρωθυπουργού, δήλωσε από το επίσημο βήμα της Βουλής: «κατέχομαι υπό βαθείας ευλαβείας έναντι των θυμάτων των Καλαβρύτων, αλλά αι σφαγαί εκεί προεκλήθησαν ως αντίποινα δια φόνους Γερμανών και μάλιστα αιχμαλώτων…», δηλώσεις που προκάλεσαν δυσφορία και οργή. Συνέπεια όλων αυτών ήταν τελικά το διάταγμα αυτό να καταψηφιστεί απ΄ όλη την αξιωματική αντιπολίτευση που διαμαρτυρόταν για την απαράδεκτη μεθόδευση.
Έτσι η ελληνική κυβέρνηση εξαναγκάσθηκε να εκδώσει νέο Νομοθετικό Διάταγμα στο οποίο εξαιρούσε τον Μέρτεν από τη εφαρμογή του προηγουμένου.

Η δίκη Μέρτεν
Τελικά η δίκη του Μαξ Μέρτεν ξεκίνησε στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκλημάτων Πολέμου στην Αθήνα στο οποίο προέδρευε ο συνταγματάρχης Κοκορέτσας, με κατηγορητήριο που περιελάμβανε μεταξύ άλλων και 650 δολοφονίες. Τη δίκη εκείνη, που είχε προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον, παρακολούθησαν κυρίως Εβραίοι, πολλοί ξένοι ανταποκριτές μέσων ενημέρωσης, όπως και πολλοί νομομαθείς. Στις 5 Μαρτίου του 1959 ο πρόεδρος ανακοινώνει την ετυμηγορία της ενοχής του Μαξ Μέρτεν βάσει της οποίας του επιβλήθηκε 25 χρόνια κάθειρξη, κατά συγχώνευση.
Αποφυλάκιση και απέλαση του Μέρτεν [Επεξεργασία]
Στις 5 Νοεμβρίου του 1959 η κυβέρνηση, με τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, προχώρησε στην αποφυλάκιση και στην απέλαση του Μέρτεν, στη Δυτική Γερμανία.[1][2] Στις 28 Σεπτεμβρίου 1960, δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ηχώ του Αμβούργου» και στο περιοδικό «Ντερ Σπίγκελ», αφηγήσεις του Μέρτεν σύμφωνα με τις οποίες ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτρης Μακρής, ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Γεώργιος Θεμελής και η σύζυγος του Δημήτρη Μακρή, Δοξούλα Λεοντίδη, υπήρξαν συνεργάτες των Γερμανών κατά τη διάρκεια της κατοχής. Τα δημοσιεύματα των γερμανικών εντύπων αναδημοσιεύτηκαν από τον αθηναϊκό τύπο και προκάλεσαν σάλο στην Ελλάδα. Το θέμα απασχόλησε και τη βουλή, με την κυβέρνηση να δέχεται έντονα πυρά από κόμματα της αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση διέψευσε κατηγορηματικά τον Μέρτεν, άλλα απέφυγε να απαντήσει στα ερωτήματα και στις καταγγελίες της ΕΔΑ, της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, με αποτέλεσμα να προκληθεί ένταση στη βουλή και η συνεδρίαση να διακοπεί.[1][3][4]

Σημειώσεις

Τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο, στοιχεία για τον Μαξ Μέρτεν έχουν ληφθεί από την κατάθεση που έδωσε ο Γερμανός Ντήτερ Βισλιτσένυ[εκκρεμεί παραπομπή], (που υπηρετούσε την ίδια εποχή στη Θεσσαλονίκη) στις 27 Ιουνίου του 1947 στη Μπρατισλάβα. Συμπτωματικά δε, και ακριβώς την ίδια περίοδο, στο διοικητήριο της Βέρμαχτ στη Θεσσαλονίκη, υπηρετούσε τότε και ο Κουρτ Βαλντχάιμ, που διετέλεσε μετέπειτα Γ.Γ. του ΟΗΕ και στη συνέχεια πρόεδρος της Αυστρίας.
Ο εβραϊκός εκείνος θησαυρός εκτιμήθηκε πως ένα μέρος του μεταφέρθηκε στη Γερμανία και το υπόλοιπο κρύφτηκε κάπου στη Μακεδονία (Χαλκιδική).[εκκρεμεί παραπομπή]
Η Ισραηλιτική κοινότητα της Θεσσαλονίκης αν και ζήτησε να παραστεί στη Δίκη ως πολιτική αγωγή δεν έγινε αυτό δεκτό. Αντ΄ αυτού έγινε αποδεκτό ειδικό υπόμνημα των διωγμών που είχαν υποστεί τα μέλη της στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής που περιελάμβανε κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας.
Στη δίκη ακούστηκαν πολλές μαρτυρίες μερικές από τις οποίες υπήρξαν πράγματι πολύ σοβαρές όπως π.χ. του μάρτυρα κατηγορίας και επιχειρηματία Δαυίδ Μπενρουμπή, που δεν αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος, αλλά και άλλες που άγγιζαν το μύθευμα και τη φαντασιοπληξία[εκκρεμεί παραπομπή]. Σχετικά με τις μαρτυρίες και τα γενοκτονικά εγκλήματα γενικότερα που έγιναν σε βάρος της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης τα έχει περιγράψει με συγκλονιστικό τρόπο στο χρονικό του ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο βιβλίο του με τίτλο "Ασθενείς και οδοιπόροι".
Παραπομπές

↑ 1,0 1,1 Ριζοσπάστης 1960: Συγκλονίζει η «υπόθεση Μαξ Μέρτεν» (16-10-2001)
↑ Καθημερινή Tο Oλοκαύτωμα των Eλλήνων Eβραίων
↑ Τα Νέα Αφιέρωμα ο Ελληνικός 20ος αιώνας τα γεγονότα 1960
↑ Αφιερώματα, υπόθεση Μέρτεν

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Κουτί της Πανδώρας Υπόθεση Μέρτεν
Αφιερώματα, υπόθεση Μέρτεν
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, «Οι χαμένες επιταγές του Μέρτεν», Θεσσαλονικέων Πόλις 18 (Σεπτέμβριος 2005), 40-61.

wikipedia

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Ναός Αγίων Αποστόλων, Θεσσαλονίκη


Ναός Αγίων Αποστόλων, Θεσσαλονίκη
Ναός Αγίων Αποστόλων (Θεσσαλονίκη)
Στην αρχή της οδού Ολύμπου, κοντά στα δυτικά τείχη της Θεσσαλονίκης και νότια της Ληταίας Πύλης, βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αποστόλων. Ο πυλώνας νότια του ναού και η κινστέρνα στα βορειοδυτικά μαρτυρούν ότι αποτελούσε καθολικό μοναστηριού. 

Ο Ναός των Αγίων Αποστόλων είναι σημαντικό μνημείο της βυζαντινής Θεσσαλονίκης και ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα αρχιτεκτονικής της Παλαιολόγιας περιόδου.

Η επιγραφή ''Πατριάρχης και κτήτωρ'' στο υπέρθυρο της εισόδου, τα μονογράμματα (συμπιλήματα) στα κιονόκρανα της δυτικής όψης και οι κεραμοπλαστικές επιγραφές στη δυτική και νότια όψη αναφέρουν τον Πατριάρχη Νίφωνα Α' (1310-1314) ως ιδρυτή. Γραπτή επιγραφή στον ανατολικό τοίχο του νάρθηκα μνημονεύει τον ίδιο Πατριάρχη και το μαθητή του ηγούμενο Παύλο ως πρώτο και δεύτερο κτήτορα, αντίστοιχα, ''της σεβασμίας Μονής ταύτης''. Η απεικόνιση του Παύλου δεομένου μπροστά στην ένθρονη Θεοτόκο, στο υπέρθυρο της εισόδου προς τον κυρίως ναό, και οι θεομητορικές σκηνές που κοσμούν τη στοά ενισχύουν την υπόθεση ότι πρόκειται για βυζαντινή μονή αφιερωμένη στην Παναγία, ίσως τη Μονή της Θεοτόκου Γοργοεπηκόου. 
Ο νότιος τρούλος. Οι τρούλοι που βρίσκονται στα 4 σημεία
του ορίζοντα είναι μικρότεροι από τον κεντρικό.

Το μνημείο ανήκει στον τύπο των σύνθετων πεντάτρουλλων τετρακιόνιων σταυροειδών εγγεγραμμένων ναών με νάρθηκα και περίστωο με δύο παρεκκλήσια ανατολικά. Τα πολλαπλά επίπεδα όπου αποτυπώνεται έντονα το σημείο του σταυρού, η πλινθόκτιστη ανωδομή, οι ραδινοί τρούλοι, οι πολύπλευρες κόγχες του ιερού βήματος, τα αψιδώματα, τα βαθμιδωτά τόξα, οι ημικιονίσκοι, τα δίλοβα παράθυρα και τα τρίβηλα ανοίγματα συντελούν στη δημιουργία ενός κομψού και ανάλαφρου συνόλου. Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος στην ανατολική πλευρά προσδίδει ζωγραφική όψη στο αρχιτεκτόνημα. 

Αριστουργηματικά ψηφιδωτά της εποχής του Νίφωνα σώζονται αποσπασματικά στα υψηλότερα σημεία του κυρίως ναού: ο Παντοκράτορας και οι προφήτες στον τρούλο, οι Ευαγγελιστές στα σφαιρικά τρίγωνα, το Δωδεκάορτο στις καμάρες και το δυτικό τοίχο και άγιοι μάρτυρες. Πρόκειται για το τελευταίο ψηφιδωτό σύνολο της Θεσσαλονίκης και από τα τελευταία στο Βυζάντιο, προτού αρχίσει η πτωτική πορεία της αυτοκρατορίας. Εικονογραφικά συνδέεται με κωνσταντινουπολίτικα σύνολα, όπως της Μονής της Χώρας και της Μονής Παμμακαρίστου, αλλά τεχνοτροπικά ο εκφραστικός ρεαλισμός που κυριαρχεί σκιαγραφεί το καλλιτεχνικό περιβάλλον που επιχωριάζει στη Θεσσαλονίκη και επηρεάζει ολόκληρη τη Μακεδονία κατά την παλαιολόγεια ανναγένηση. 

Το εικονογραφικό πρόγραμμα συμπληρώθηκε με τοιχογραφίες υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, στα χαμηλότερα τμήματα του κυρίως ναού, το νάρθηκα, το περίστωο και το βόρειο παρεκκλήσι του Προδρόμου με σκηνές από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και με θέματα συμβολικά ή εμπνευσμένα από την υμνογραφία. Ξεχωρίζουν η Ρίζα του Ιεσσαί, δηλαδή το γενεαλογικό δένδρο της Θεοτόκου στον ανατολικό τοίχο του νότιου περιστώου, οι προεικονίσεις της Παναγίας στο βόρειο τοίχο της ίδιας στοάς, οι ψυχές των δικαίων στο χέρι του Θεού πάνω από τη δυτική είσοδο του εσωνάρθηκα, ο ύμνος των Χριστουγέννων ''τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ'' στη βόρεια στοά και ο βίος του Προδρόμου στο βόρειο παρεκκλήσι. Στενή σχέση με την Κωνσταντινούπολη παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες που αποπνέουν ιδεαλισμό, ευγένεια, χάρη και ηρεμία και συνδέονται άρρηκτα με εκείνες της Μονής της Χώρας. 

Η τοιχογράφηση του ναού έχει συνδεθεί με την ηγουμενία του Παύλου ''και δευτέρου κτήτορος'', μετά το 1314 ή μεταξύ των ετών 1328-1334. 

Περί το 1520-1530 η μονή μετατράπηκε σε τζαμί με την επωνυμία Σοούκ Σου Τζαμί (= τζαμί του κρύου νερού). Τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με επίχρισμα, αφού πρώτα αφαιρέθηκαν προσεκτικά οι χρυσές ψηφίδες. Η επωνυμία Άγιοι Απόστολοι συνδέεται με τη νεώτερη παράδοση του 19ου αιώνα. Μόνο ο εσωτερικός διάκοσμος σώζεται αποσπασματικά από τις καταστροφές που υπέστη κατά την μετατροπή του σε τζαμί.

Οι αποκαλύψεις των τοιχογραφιών πραγματοποιήθηκαν σταδιακά από το 1926 και εξής. Μετά τους σεισμούς του 1978 έγιναν εργασίες στερέωσης. Το 2002 καθαρίστηκαν τα ψηφιδωτά και αναδείχθηκε ο χρωματικός πλούτος τους.
Αποτελεί ένα από τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο και ένα από τα πολλά τέτοια μνημεία που υπάρχουν στην Θεσσαλονίκη