Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Αυγουσταίον Κωνσταντινούπολης - Augustaion of Constantinople

Αυγουσταίον
Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα
3d αναπαράσταση του Αυγουσταίον. Πηγή http://www.antoine-helbert.com/fr/portfolio/annexe-work/byzance-architecture.html

 1. Εισαγωγή

Το Αυγουσταίον1 είναι η πλατεία που βρίσκεται νότια του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.2 Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στην οποία είχε απονεμηθεί ο τίτλος της αυγούστας. Στο χώρο αυτό βρισκόταν άγαλμά της πάνω σε στήλη.3 Οι διαστάσεις του Αυγουσταίου δεν είναι δυνατό να καθοριστούν με ακρίβεια.4 Διατήρησε την αίγλη του ανά τους αιώνες εξαιτίας της γειτνίασής του με κτήρια που σχετίζονται με τη δημόσια ζωή και διοίκηση. Είχε μεγάλη ιδεολογική και συμβολική σημασία, καθώς συνέδεε το μεγάλο ναό της Ορθοδοξίας με το αυτοκρατορικό εθιμοτυπικό.

2. Λειτουργία

Το Αυγουσταίον αρχικά λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Όταν προστέθηκαν οι στοές που το περιέβαλλαν, άρχισε να χάνει σταδιακά το χαρακτήρα της δημόσιας πλατείας. Μετά την ανοικοδόμηση ενός μεγάλου κτηρίου, του Θωμαΐτη, τον 7o αιώνα, η Αγία Σοφία συνδέθηκε με το Αυγουσταίον πιο στενά. Από τους ιστορικούς μόνο ο Προκόπιος5 αποκαλεί το χώρο «αγορά». Οι υπόλοιποι θεωρούν το Αυγουσταίον προαύλιο προσαρτημένο στην Αγία Σοφία. Οι μεσοβυζαντινές και υστεροβυζαντινές πηγές το χαρακτηρίζουν «αυλή», «αυλαία», «προαύλιον» κτλ.6 Προοριζόταν για τις αυτοκρατορικές πομπές. Ο βασιλιάς διέσχιζε το Αυγουσταίον για να εισέλθει στην Αγία Σοφία, ενώ κατά τη στέψη των αυτοκρατόρων εκεί συγκεντρώνονταν ο λαός και το στράτευμα. Η ύπαρξη των πυλών καθώς και το γεγονός ότι ήταν κλειστό με τοίχους και στοές μαρτυρούν ότι η πρόσβαση στο χώρο δεν ήταν πάντα ελεύθερη.

3. Ιστορία του μνημείου – Οικοδομικές φάσεις

Το Αυγουσταίον στη μακραίωνη ιστορία του έχει δεχτεί αλλαγές και έχουν επισημανθεί διάφορες οικοδομικές φάσεις.

3.1. 2ος-3ος αιώνας

Ο Σεπτίμιος Σεβήρος κατασκεύασε μία πλατεία με τέσσερις περιμετρικές στοές, το λεγόμενο «Τετράστωον»,7 η οποία λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Οι πληροφορίες για το μνημείο είναι περιορισμένες. Το Αυγουσταίον κατέλαβε ένα μέρος αυτής της πλατείας. Στο κέντρο του Τετραστώου υπήρχε πάνω σε στήλη άγαλμα που απεικόνιζε τον Ήλιο.8

3.2. 4ος αιώνας

Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας το 330 στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε δημόσια οικοδομήματα και εξωράισε παλαιότερα, με αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη της αρχαίας πόλης. Στις άκρες μιας από τις στοές του Τετραστώου χτίστηκαν οι ναοί της Ρέας και της Τύχης. Στο ανατολικό τμήμα της πλατείας κατασκευάστηκε το Αυγουσταίον. Στα νοτιοδυτικά του Αυγουσταίου βρίσκονταν οι Θέρμες του Ζευξίππου,9 ενώ στα ανατολικά η μία από τις δύο Συγκλήτους που οικοδομήθηκαν από τον αυτοκράτορα. Στα βορειοδυτικά εκτεινόταν το Μίλιον, από όπου μετρούνταν οι αποστάσεις από την Κωνσταντινούπολη, και η Βασιλική, μια προϋπάρχουσα κατασκευή. Από το Μίλιον και το Αυγουσταίον ξεκινούσε μία οδός με στοές, η Ρηγία ή Μέση, η οποία οριοθετούσε τη νότια πλευρά της πλατείας. Το 360 χτίστηκε η πρώτη Αγία Σοφία, η οποία παραμένει σε αυτή τη θέση –ανεξαρτήτως των όποιων αλλαγών– μέχρι σήμερα.

3.3. 5ος αιώνας

Το 404 κάηκαν η Αγία Σοφία και η Σύγκλητος και ξαναχτίστηκαν στην ίδια περιοχή. Κοντά στο Αυγουσταίον υπήρχαν στοές, μαγαζιά, εργαστήρια, ιδιωτικές οικίες, το τριβουνάριον10 και ένα μοναστήρι. Ανάμεσα στην Αγία Σοφία και στο Αυγουσταίον χτίστηκε το Πατριαρχείο. Στην ανατολική πλευρά της πλατείας δίπλα στη Σύγκλητο βρισκόταν η Χαλκή Πύλη,11 η μνημειώδης είσοδος του Μεγάλου Παλατιού. Το 459 επί Λέοντος Α΄ ο έπαρχος Θεοδόσιος12 περιέβαλε κατά πάσα πιθανότητα το Αυγουσταίον με στοές.

3.4. 6ος αιώνας

Το 532, κατά τη στάση του Νίκα, το Αυγουσταίον και τα γειτονικά του κτήρια καταστράφηκαν από πυρκαγιά.13 Τα οικοδομήματα αυτά αποκαταστάθηκαν από τον Ιουστινιανό.14 Αυτή την εποχή η περιοχή πήρε την οριστική μορφή της.15 Η πλατεία εξακολουθούσε να γειτνιάζει με πολύ σημαντικά κτήρια, όπως η νέα Αγία Σοφία και το Μέγα Παλάτιον. Στο Αυγουσταίον στρώθηκαν μαρμάρινες πλάκες16 και τοποθετήθηκε η περίφημη στήλη του Ιουστινιανού. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, η πλατεία διέθετε στοές και στις τέσσερις πλευρές της.17 Το Αυγουσταίον διαμορφώθηκε σε κλειστό χώρο με στοές και τοίχους. Στη νότια και δυτική πλευρά της ανοίγονταν η Πύλη του Πίνσου και η Πύλη της Μελέτης, η οποία συνέδεε τη Μέση οδό με το Αυγουσταίον.

3.5. 7ος αιώνας

Κατά τον 7ο αιώνα στη νοτιοανατολική πλευρά του Αυγουσταίου χτίστηκε πιθανόν από τον πατριάρχη Θωμά Α΄ (607-610) ένα μεγάλο κτήριο, ο λεγόμενος Θωμαΐτης. Αυτή την εποχή το σώμα της Συγκλήτου συνεδρίαζε στη Μαγναύρα. Ο Θωμαΐτης ήταν μία τρίκλιτη αψιδωτή αίθουσα ακροάσεων που βρισκόταν στα ανατολικά της πλατείας του Αυγουσταίου και σχετιζόταν με το συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού.18 Σύμφωνα με τις πηγές το κτήριο της αίθουσας σωζόταν μέχρι το 16ο αιώνα.

3.6. 12ος-13ος αιώνας

Το 1182 κατά τη στάση του καίσαρα Ιωάννη Κομνηνού εναντίον της αυτοκράτειρας Μαρίας της Αντιοχείας19 οι στασιαστές κατέλαβαν το Αυγουσταίον, το Μίλιον20 καθώς και το ναό που ο Αλέξιος Α΄ έχτισε δυτικά της πλατείας τον 11ο αιώνα. Ο αυτοκρατορικός στρατός κατεδάφισε τις πύλες του Αυγουσταίου, για να αντιμετωπίσει αυτούς που είχαν καταφύγει εκεί.21 Μετά το τέλος της Φραγκοκρατίας, περίπου το 1268/1271, το Αυγουσταίον και κάποια άλλα γειτονικά κτήρια θεωρούνταν ιδιοκτησία της Αγίας Σοφίας.22

3.7. 15ος-16ος αιώνας

Σύμφωνα με τον Buondelmonti, στις αρχές του 15ου αιώνα το Αυγουσταίον ήταν ερειπωμένο.23 Στα μέσα του 16ου αιώνα, κατά τον Pierre Gyllius, από την πλατεία απέμεναν τα θραύσματα μόνο επτά κιόνων.24

4. Διάκοσμος

Το Αυγουσταίον ήταν διακοσμημένο με αγάλματα, τα οποία συνήθως τοποθετούνταν πάνω σε τιμητικές στήλες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έστησε άγαλμα της μητέρας του αυγούστας Ελένης πάνω σε στήλη από πορφυρό μάρμαρο. Στην πλατεία υπήρχε και ανδριάντας του Κωνσταντίνου πάνω σε κίονα, τη βάση του οποίου περιέβαλλαν τα αγάλματα των τριών γιων του, του Λικίνιου και αργότερα του Ιουλιανού. Ο συγκεκριμένος ανδριάντας αντικαταστάθηκε από τον ασημένιο έφιππο ανδριάντα του Μεγάλου Θεοδοσίου. Και σε αυτή την περίπτωση η στήλη πλαισιωνόταν από τα αγάλματα των γιων του αυτοκράτορα. Από τα σπουδαιότερα μνημεία ήταν η στήλη του Ιουστινιανού με τον κολοσσιαίο έφιππο ανδριάντα του (αυτή η στήλη πήρε τη θέση του αγάλματος του Μεγάλου Θεοδοσίου, από το οποίο προερχόταν πιθανώς το άλογο).25 Ο Ιουστινιανός κρατούσε στο αριστερό χέρι του μία σφαίρα, ενώ το δεξί του υψωνόταν προστατευτικά προς την Ανατολή. Μπροστά στο μνημείο βρίσκονταν τα αγάλματα τριών βάρβαρων βασιλιάδων σε στάση προσκύνησης. Έχει σωθεί η βάση του κίονα του ασημένιου αγάλματος της Ευδοξίας (συζύγου του Αρκαδίου), το οποίο βρισκόταν μπροστά από τη Σύγκλητο, νότια της Αγίας Σοφίας.26 Στην ίδια περιοχή με αυτό είχε τοποθετηθεί και η στήλη με τον ανδριάντα του Λέοντος Α΄.27
1. Η πλατεία αυτή αναφέρεται στις πηγές και ως Αυγουστίων, Αυγουστεύς, Αυγουστέων και Αυγουστείον. Πρώτη φορά εμφανίζεται αυτό το όνομα το 425 στη Notitia Urbis Constantinopolitanae. Βλ. Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, Seeck, O. (επιμ.), (Berolini 1876), σελ. 232. Εμφανίζεται και ως Γουστείον, Ιωάννης Λυδός, Περί μηνών, Wuensch, R. (επιμ.), Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), σελ. 163.

2. Βλ. ανάλυση των πηγών για τη θέση του Αυγουσταίου και τη διαμόρφωση του χώρου στο Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 73.

4. Ο Guilland υποθέτει ότι το Αυγουσταίον είχε σχήμα ορθογώνιο με μήκος 85 μ. και πλάτος περίπου 60- 65 μ., Guilland R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 171-172.

5. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

6. Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, van Dieten, I.-A. (επιμ.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI:1 (Berlin – New York 1972), σελ. 237· Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, Pinder, M. (επιμ.), Ioannis Zonarae Annales (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae ΙΙΙ, Bonnae 1841-1897), σελ. 157.

7. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, Bekker, I. (επιμ.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), σελ. 97· Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Thurn, I. (επιμ.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000), σελ. 221.

8. Για το Τετράστωον βλ. Du Cange, Constantinopolis Christiana Ι (Paris 1680), σελ. 70 κ.ε.· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 149, 218 κ.ε.· Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 24 κ.ε.· Schneider, A.M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), σελ. 24· Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine II (Amsterdam 1969), σελ. 3· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 42-47· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248.

9. Για τις Θέρμες του Ζευξίππου βλ. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 37 κ. ε. Για τις Συγκλήτους βλ. ό.π., σελ. 56 κ.ε. Για το Μίλιον βλ. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216-218. Για τη Βασιλική βλ. Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), σελ. 218 κ.ε.· Mango, C., ό.π., σελ. 48 κ.ε. Για τη Μέση οδό, βλ. Mango, C., ό.π., σελ. 79-81.

10. Για το tribunal purpureis gradibus exstructum, βλ. Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 10 κ.ε.

11. Berger, A., “Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel”, 17th int. Byz. Congr., Abstracts of Papers (Washington 1986), σελ. 33· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 22, 54 κ.ε.

12. Πασχάλιον Χρονικόν, Dindorf, L. (επιμ.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), σελ. 593.

13. Ο Κεδρηνός αναφέρει ότι ανάμεσα στα κτήρια που κάηκαν ήταν η Αγία Σοφία, η Σύγκλητος, η Χαλκή Πύλη και το Αυγουσταίον, Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών αρχομένη από κτίσεως κόσμου και μέχρι της βασιλείας Ισαακίου και Κομνηνού, Bekker, I. (επιμ.), Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae Ι, Bonnae 1838), σελ. 647.

14. Οι Θέρμες του Ζευξίππου ξαναχτίστηκαν και η Σύγκλητος ανακαινίστηκε. Το Πατριαρχείο ανοικοδομήθηκε επί Ιωάννη Γ΄ Σχολαστικού (565-577), Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 52.

15. Για την περιοχή πριν από την Ιουστινιάνεια περίοδο, υπάρχει έλλειψη πληροφοριών.

16. Ανακαλύφθηκαν σε ανασκαφή, Mamboury, E., “Les Fouilles Byzantines à Istanbul”, Byzantion 11 (1936), σελ. 230.

17. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 57 κ.ε.· Bauer. F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157.

19. Η Μαρία της Αντιοχείας ήταν επίτροπος του ανήλικου γιου της Αλέξιου Β΄ Κομνηνού, ο οποίος διαδέχτηκε τον πατέρα του Μανουήλ Κομνηνό, μετά το θάνατό του, στο θρόνο.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216.

21. Guilland, R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 154, 164, 166- 167, 170· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 92 κ.ε.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Ostromischen Reiches von 565-1453 ΙΙΙ (München 1924-1965), σελ. 52-53, αρ. 1955-1956, για τα έτη 1268-1271· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae – Berolini 1884), σελ. 122.

24. Gilles, P., The antiquities of Constantinople (New York 1988), σελ. 104-5· Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos et de illius antiquitatibus. Libri quatuor ΙΙ (Athens 1967), σελ. 17· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 176 κ.ε.

25. Στο σχέδιο ενός χειρογράφου της Βουδαπέστης που έγινε από κάποιον περιηγητή του 15ου αιώνα εικονίζεται ένα έφιππο άγαλμα του Ιουστινιανού ή του Θεοδοσίου.

26. Σύμφωνα με την επιγραφή, στήθηκε επί επάρχου Σιμπλικίου.

27. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 59· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 52.


Augustaion



1. Introduction

The Augustaion1 was an open space that lay until today south of the church of Hagia Sophia.2 It was named this way in honor of the mother of Constantine the Great, to whom the title of Augusta had been bestowed. In this area stood her statue rested on a column.3 It is not possible to determine with any accuracy its dimensions.4 It preserved its prestige throughout the centuries because of its vicinity with buildings related to the public life and to the administration. It carried a great ideological and symbolic meaning, while it connected the great church of Orthodoxy with the imperial ceremonial.

2. Function

The Augustaion initially functioned as a food market. When porticoes were added surrounding it, it started to lose the air of a public square. After the rebuilding of Thomaites in the 7th century its relation with Hagia Sophia became all the more closer. Only Procopius among the historians5 calls the area "ἀγοράν" (forum). The rest of them think the Augustaion as a forecourt annexed to Hagia Sophia. The middle Byzantine and late Byzantine sources characterize it as "αὐλήν", "αὐλαία", "προαύλιον" (courtyard) etc.6 It was intended for imperial processions. The emperor crossed the Augustaion in order to enter into the church of Hagia Sophia. During the coronation of the emperors the people and the army were gathered there. The existence of gateways as well as the fact that the open area was enclosed with walls and porticoes attests that the access to the area was restricted.

3. History of the monument - Building phases

During its long history, the Augustaion had been undergone many changes, and various building phases have been discerned.

3.1. 2nd - 3rd centuries

Septimius Severus erected a square with four surrounding porticoes, the so-called Tetrastoon.7 It was a food market. Any information about the monument is limited. The Augustaion occupied a part of this square. At the center of the Tetrastoon there was the statue of god Helios upon a column.8

3.2. 4th century

Constantine the Great after the transfer of the capital of the empire to Constantinople in 330, founded public buildings and embellished older ones, so as the ancient city changed its appearance. At the end of one of the porticoes of the Tetrastoon the temples of Rhea and Tyche were erected. In the eastern part of the square the Augustaion was formed. At the southwest of the Augustaion there were the baths of Zeuxippos,9 whereas at the east one of the two Senates built by the emperor. At the northwest the Milion extended, where all the distances starting from Constantinople were calculated, and the Basilica, an existing edifice. From Milion and Augustaion started a road flanked with porticoes, Regia or Mese, which defined the south side of the square. In 360 the first Hagia Sophia was erected, which have been remained until today in this place beyond any changes.

3.3. 5th century

In 404 Hagia Sophia and the Senate were burnt down and were rebuilt in the same area. Near the Augustaion there were porticoes, shops, workshops, private residences, the Tribunal10 and a monastery. Between Hagia Sophia and the Augustaion the Patriarchate was built. On the eastern side of the square, next to the Senate was lying Chalke Gate,11 the monumental gateway to the Great Palace. In 459 under Leo I the prefect Theodosios12 surrounded in all probability the Augustaion with porticoes.

3.4. 6th century

In 532 during the Nika Riot, the Augustaion and the nearby buildings were burnt down to ashes.13 These buildings were restored by Justinian.14 During this period the area took its final form.15 The square was still adjacent to many important buildings, such as new Hagia Sophia and the Great Palace. The Augustaion was paved with marble paving-stones16 and the famous column of Justinian was placed. According to Procopius the square had porticoes on all four sides.17 Thus, the Augustaion was formed into a closed area with porticoes and walls. On its southern and its western sides were opened the Pinsos Gate and the Melete Gate that connected Mese with Augustaion.

3.5. 7th century

During the 7th century on the southeastern side of the Augustaion a big edifice was probably built by patriarch Thomas I (607-610), the so-called Thomaites. It remained in this place until the 16th century. This period of time the Senate was identified with Magnaura. The «Thomaites» was a thre-aisled, apsidal auditorium, associated with the Graet Palace complex.18 According to the sources, the hall was preserved until the 16th century.

3.6. 12th - 13th centuries

In 1182 during the revolt of caesar John Komnenos against the empress Mary of Antioch19 the rebellions occupied Augustaion, Milion20 as well as the church that Alexios I had built in the 11th century at the west of the square. The imperial army demolished the gates of the Augustaion, in order to confront the enemies that had found shelter inside.21 After the end of the Latin occupation, around 1268/ 71, the Augustaion and some other adjacent buildings appear to have belonged to the property of Hagia Sophia.22

3.7. 15th - 16th centuries

According to Buondelmonti, in the early-15th century the Augustaion was in a state of ruins.23 In the middle of the 16th century, according to Pierre Gilles, only the fragments of seven columns were still preserved from the square.24

4. Decoration

The Augustaion was decorated with statues, often placed upon honorary columns. Constantine the Great erected a statue for his mother Augusta Helen surmounting a column of purple marble. On the square stood his own statue as well upon a column, the base of which was flanked by the statues of his three sons, of Licinius and later of Julian. It was replaced by the silver equestrian statue of Theodosios the Great. In this case as well the column was surrounded by the statues of his sons. Among the most important monuments was the column of Justinian surmounted by his colossal equestrian statue.25 It took the place of the statue of Theodosios the Great whose horse probably was reused. He held on his left hand an orb, while his right one was raised towards the East expressing his protection. In front of this monument the statues of three barbarian kings stood in a posture of submission. The base of the column of the silver statue of Eudoxia (wife of Arkadios) has been preserved, which stood in front of the Senate, south of Hagia Sophia.26 The column with the statue of Leo I was also placed in the same area with the previous one.27

1. This square is referred in the sources as Augoustion, Augousteus, Augousteon and Augousteion. This name appears for the first time in 425 at Notitia Urbis Constantinopolitanae. See Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, ed. Seeck, O. (Berolinin 1876), p. 232. It appears as well as Γουστείον, John Lydos, On Months, ed. Wuensch, R., Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), p. 163.

2. See the examination of the sources on the location of the Augustaion and the formation of the area in Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), pp. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), p. 73.

4. Guilland suppose that that the Augustaion was square in shape 85 m. long and around 60- 65 m. wide: Guilland R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 171-2.

5. Haury, J. (ed.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

6. Van Dieten, I.-A. (ed.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI/1, Berlin - N. York 1972), p. 237; Pinder, M. (ed.), Ioannis Zonarae Annales, vol. ΙΙΙ (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1841-1897), p. 157.

7. Bekker, I. (ed.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), p. 97; Thurn, I. (ed.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000, p. 221.

8. For the Tetrastoon see Du Cange, Constantinopolis Christiana (Paris 1680) Ι, p. 70 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), pp. 149, 218 ff; Berger, A., «Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit», in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 24 ff; Schneider, A. M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), p. 24; Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine (Amsterdam 1969), II p. 3; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 42-47; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248.

9. For the baths of Zeuxippos see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p.37 ff. For the Senates see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 56 ff. For Milion see Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), pp. 216-218. For the Basilica see Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 218 ff; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 48 ff. For Mese see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 79-81.

10. For the tribunal purpureis gradibus exstructum see Berger, A., "Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit", in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 10 ff.

11. Berger, A., "Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel", in 17th Ιnt. Byz. Congr., Abstracts of Papers, (Washington 1986), p. 33; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 22, 54 ff.

12. Dindorf, L. (ed.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), p. 593.

13. Kedrenos reports that Hagia Sophia, the Senate, the Chalke and the Augustaion were among the buildings that were burnt down George Kedrenos, Synopsis Historiarum, ed. Bekker, I., Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera, vol. Ι (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1838), p. 647.

14. The baths of Zeuxippos were rebuilt and the Senate was renovated. The patriarchate was erected again under John ΙΙΙ Scholastikos (565-577), Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 52.

15. Before the times of Justinian the area can not be defined with any accuracy because of the lack of evidence.

16. They were brought to light through excavations, Mamboury, E., "Les Fouilles Byzantines à Istanbul", Byzantion 11 (1936), p. 230.

17. Haury, J. (ed.),  Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 57 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157.

19. Mary of Antioch was regent of her under-aged son Alexios II Komnenos who succeeded his father Manuel Komnenos on the throne after his death.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 216.

21. Guilland, R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 154, 164, 166- 167, 170; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 92 ff.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Oströmischen Reiches von 565-1453 (München 1924-65), vol. ΙΙΙ, nο 1955 and 1956, of the years 1268-1271; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae - Berolini 1884), p. 122.

24. Gilles, P., The Antiquities of Constantinople, trans. John Ball (New York 1988), pp. 104-5 and Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos: et de illius antiquitatibus. Libri quatuor (Athens 1967), vol. ΙΙ, p. 17; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 176 ff.

25. In a drawing of a Budapest manuscript that was made by a traveler of the 15th century an equestrian statue of Justinian or Theodosios is depicted.

26. According to the inscription it was erected under the eparch Simplicius.

27. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 59; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 52.

Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα (11/7/2007)
Για παραπομπή: Κατσαβέλη Όλγα, «Αυγουσταίον», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL:

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως - Patria of Constantinople

Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως
Συγγραφή : Μαρίνης Βασίλειος (4/3/2008)



1. Εισαγωγή

Τα Πάτρια είναι λογοτεχνικό είδος αφιερωμένο στην ιστορία, την τοπογραφία, τα μνημεία και τους θρύλους μιας πόλης. Έλκει την καταγωγή του από το έργο του Καλλινίκου της Πέτρας (3ος αι. μ.Χ.), που έγραψε για τη Ρώμη. Παρόλο που οι συγγραφείς τον 5ο και 6ο αιώνα καταπιάνονται με πολιτείες στις επαρχίες, όπως μεταξύ άλλων η Ταρσός, η Νίκαια και η Μίλητος, μετά τον 6ο αιώνα αυτό το λογοτεχνικό είδος εστιάζει αποκλειστικά στην Κωνσταντινούπολη.1

Ο όρος «Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως» είναι συμβατική ονομασία· αποδίδεται σε μια συλλογή κειμένων που ανήκουν σε αυτό το είδος και είναι αφιερωμένα στην Κωνσταντινούπολη. Η συλλογή, όπως έχει διασωθεί, περιλαμβάνει τα ακόλουθα κείμενα:2 τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως του Ησύχιου του Μιλήσιου, το συμπίλημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί του 8ου αιώνα, τη Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας, που γράφτηκε πιθανότατα τον 9ο αιώνα, τα Πάτρια που χρονολογούνται γύρω στο 995, τις λεγόμενες “recensiones topographicae” (τοπογραφικές συνόψεις) και τέλος ένα μεταβυζαντινό κείμενο, τη Θαυμαστή Διήγηση για τη στήλη του Ξηρόλοφου στην Κωνσταντινούπολη.3 Η σχέση ανάμεσα σε αυτά τα κείμενα, ειδικά μεταξύ των Παραστάσεων και των Πατρίων του 10ου αιώνα, είναι εξαιρετικά περίπλοκη.4

Παρόλο που τα Πάτρια παρέχουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για την Πόλη, τα πραγματικά γεγονότα συχνά συνδυάζονται (και συγχέονται) με μύθους, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο την αξία του έργου ως ιστορικής πηγής. Από την άλλη, τα Πάτρια προσφέρουν ενδελεχή ματιά στη νοοτροπία ορισμένων τμημάτων του λαού της Κωνσταντινούπολης και αποτελούν μαρτυρία για τη σταδιακή μετατροπή της σε μεσαιωνική πολιτεία.

2. Τα «Πάτρια» του ιλλούστριου Ησύχιου του Μιλήσιου

Ο Ησύχιος από τη Μίλητο, ο επονομαζόμενος ιλλούστριος, ήταν παγανιστής ιστορικός που έδρασε τον 6ο αι. μ.Χ. Το έργο του Χρονική Ιστορία, που σήμερα σώζεται αποσπασματικά, ήταν μια οικουμενική ιστορία που ξεκινά με τον Ασσύριο βασιλιά Bel και τελειώνει με το θάνατο του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 518. Μέρος αυτού του έργου, που πραγματεύεται την ιστορία της πόλης του Βυζαντίου μέχρι την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄, τροποποιήθηκε και περιλήφθηκε στα Πάτρια του 10ου αιώνα. Σε αυτά συνδυάζονται δημιουργικά τα πραγματικά γεγονότα με θρύλους.5

3. «Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί»

Οι Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί, το καλύτερα μελετημένο κείμενο των Πατρίων, είναι ανώνυμο έργο. Περιλαμβάνουν πληροφορίες για πληθώρα θεμάτων σε τμήματα αφιερωμένα στα αξιοθέατα της Κωνσταντινούπολης, όπως εκκλησίες, αγάλματα και τον Ιππόδρομο και τα μνημεία του. Το κείμενο των Παραστάσεων είναι γνωστό από ένα μοναδικό χειρόγραφο, το οποίο βρίσκεται τώρα στο Παρίσι (Par.gr. 1336) και χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Η συγγραφή του ανάγεται κατά κανόνα στον 8ο αιώνα.6 Το γεγονός ότι σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο, σε συνδυασμό με το ότι το κείμενο είναι κατά τόπους παραφθαρμένο και δυσνόητο, δείχνει ότι οι Παραστάσεις ήταν ενδεχομένως ένα ανολοκλήρωτο συμπίλημα διάφορων πηγών, που συγκεντρώθηκαν από άγνωστο εκδότη ή εκδότες, και ως τέτοιο πιθανώς παρουσιάζει ενδιάμεσο στάδιο στην πατριογραφική παράδοση.7 Το ότι το κείμενο βρίσκεται σε ενδιάμεση κατάσταση αντικατοπτρίζεται στην έλλειψη οποιασδήποτε στιλιστικής και θεματικής ενότητας, καθώς ορισμένα θέματα, όπως ο Ιππόδρομος, περιλαμβάνονται περισσότερες από μία φορές.

Στις Παραστάσεις υπάρχει προτίμηση στα "θαύματα" και μεγάλη εμπιστοσύνη στην εξ ακοής μαρτυρία. Το ύφος των εγγραφών ή λημμάτων είναι εξαιρετικά διδακτικό και υπάρχουν αναφορές σε φιλοσόφους και εραστές της γνώσης, που ήταν οι μόνοι ικανοί να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν το βαθύτερο νόημα των μνημείων της πόλης, το οποίο συχνά ήταν κρυμμένο. Εξαιτίας αυτού του υποτιθέμενου μυστικού νοήματος της αρχαίας τέχνης, διατυπώνεται μια δυσπιστία προς τα παγανιστικά αγάλματα, η οποία σηματοδοτεί μια αλλαγή στη νοοτροπία των ανθρώπων της Κωνσταντινούπολης.8

Οι απόψεις των μελετητών για τις Παραστάσεις ποικίλλουν. Η γλώσσα του έργου έχει χαρακτηριστεί «ανόητη πρόζα, όπου μάταια ψάχνει κανείς για κάποιου είδους τάξη, χρονολογική ή λογική [...]».9 Έχει επίσης θεωρηθεί «ένα είδος τουριστικού οδηγού για τα αξιοπερίεργα της Κωνσταντινούπολης»,10 αν και αυτή η τελευταία άποψη έχει πολύ σωστά αμφισβητηθεί, καθώς το κείμενο, τουλάχιστον στην παρούσα μορφή του, αποτυγχάνει να εντάξει την πληροφορία που παρέχει στον ευρύτερο αστικό ιστό της Κωνσταντινούπολης.11 Άλλοι το θεωρούν «προϊόν […] ενός είδους τοπικής ιστορικής κοινότητας»,12 μιας ομάδας από αυτοδίδακτους «φιλοσόφους». Τέλος, τα περιεχόμενά του έχουν ερμηνευτεί ως ένα «πολιτικού χαρακτήρα κείμενο που εναντιώνεται στη λατρεία του Κωνσταντίνου Α΄, η οποία αναπτύσσεται επί εικονομάχων αυτοκρατόρων και των διαδόχων τους», προειδοποιώντας για τις κακοποιές μαγικές δυνάμεις των παγανιστικών αγαλμάτων.13



Οι Παραστάσεις έχουν συχνά θεωρηθεί πηγή της βυζαντινής απάντησης στην αρχαία γλυπτική, παρόλο που τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κειμένου και η αποδοχή του συνήθως δε λαμβάνονται υπόψη.14 Εκτενή μέρη των Παραστάσεων σε μια συντετμημένη και απλουστευμένη μορφή είχαν ενσωματωθεί στον επονομαζόμενο «Ανώνυμο του Treu» κώδικα,15 ο οποίος χρονολογείται το 10ο αιώνα.

4. Η «Διήγησις περί της οικοδομής της Αγίας Σοφίας»

Η Διήγησις αποτελεί ένα κατά φαντασίαν συνεκτικό και συχνά παράλογο χρονικό για την κατασκευή της Αγίας Σοφίας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α΄, με ένα μέρος αφιερωμένο στις επισκευές του Ιουστίνου Β΄.16 Περιλαμβάνει επίσης μια περιγραφή των λειτουργικών κατασκευών (όπως ο άμβωνας), των σκευών και των ιερών λειψάνων στην Αγία Σοφία. Το αρχικό κείμενο αποτελεί συμπίλημα του β΄ μισού του 9ου αιώνα.17 Αργότερα η Διήγησις έγινε ελαφρώς εκτενέστερη και ενσωματώθηκε στα Πάτρια του 995.

Η Διήγησις περιλαμβάνει διάφορα πραγματολογικά λάθη. Για παράδειγμα, κάποιος αρχιτέκτονας Ιγνάτιος αντικαθιστά τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο, τους δύο πραγματικούς αρχιτέκτονες του οικοδομήματος. Βασικό θέμα είναι ότι ο Θεός, που αποκάλυψε το σχέδιο του ναού στον Ιουστινιανό με έναν άγγελο, ήταν ο εμπνευστής του έργου. Ο Θεός δείχνει την εύνοιά του για το νέο κτίριο με διάφορες παρεμβάσεις και ακόμα και άγγελοι εμφανίζονται να δίνουν συμβουλές επί τεχνικών θεμάτων. Γίνεται επίσης προσπάθεια να συνδεθεί η Αγία Σοφία με βιβλικά πρότυπα, ειδικά με το ναό της Ιερουσαλήμ. Το τεχνικό λεξιλόγιο του συγγραφέα είναι αρκετά ακριβές.18

Η Διήγησις μεταφράστηκε και σε άλλες γλώσσες, μεταξύ των οποίων στα λατινικά, σλαβονικά και οθωμανικά, γεγονός που δείχνει πόσο δημοφιλής ήταν η αφήγηση αυτή.19

5. Τα «Πάτρια» του 10ου αιώνα

Τα Πάτρια του Ησύχιου Μιλήσιου, μεγάλο τμήμα του κειμένου των Παραστάσεων και η Διήγησις περί της Αγίας Σοφίας βρίσκονται ενσωματωμένα στα Πάτρια του 10ου αιώνα.20 Σε αντίθεση με τις Παραστάσεις, εντούτοις, τα Πάτρια σώζονται σε περισσότερα από 60 χειρόγραφα, τα οποία εμφανίζουν ορισμένη ποικιλία στο ύφος, τη δομή και το περιεχόμενο. Επιπλέον, τα Πάτρια είναι πολύ εκτενέστερο έργο, που περιλαμβάνει 20 κεφάλαια τα οποία δεν υπάρχουν στις Παραστάσεις, καθώς επίσης και προσθήκες στα υπόλοιπα κείμενα που έχει ενσωματώσει.

Το πιο ενδιαφέρον, και αρκετά ομοιογενές, τμήμα αποτελείται από διάφορα σημειώματα σχετικά με τα ιδρύματα και τα κτήρια της Κωνσταντινούπολης, τόσο εκκλησιαστικά (ναούς, μοναστήρια) όσο και κοσμικά (παλάτια, αριστοκρατικές επαύλεις). Υπάρχει μια τάση για συστηματική χρονολόγηση, με την αναφορά του αυτοκράτορα που βασίλευε την εποχή της ανέγερσης και άλλες χρονολογικές ενδείξεις. Εκτός από αυτά, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο, τα Πάτρια του 10ου αιώνα κινούνται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

Τα Πάτρια θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ένα από τα τελικά στάδια της πατριογραφικής λογοτεχνίας της πρωτεύουσας.21 Παρ’ όλες τις παραλλαγές, το συμπίλημα δεν υπέστη ουσιαστικές μεταβολές μετά το 10ο αιώνα.

6. Οι “recensiones topographicae” (τοπογραφικές συνόψεις)

Κάποια στιγμή, τον 11ο αιώνα, ένας ή περισσότεροι εκδότες συστηματοποίησαν τις καταχωρίσεις των Πατρίων σχετικά με διάφορα μνημεία, έχοντας άξονα ορισμένες διαδρομές στην πόλη.22 Κρίνοντας από τον αριθμό των σωζόμενων χειρογράφων (μόνο 7), αυτή η νέα συνοπτική έκδοση δεν ήταν πολύ δημοφιλής. Η πλέον επιτυχημένη από τις συνόψεις αυτές ήταν αφιερωμένη στον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Σύμφωνα με τον Dagron, οι συγκεκριμένες συνόψεις υποδηλώνουν σημαντική αλλαγή, εφόσον παρουσιάζονται ως «επίσημα» και «αντικειμενικά» έργα σχετικά με την ιστορία και τα μνημεία της Κωνσταντινούπολης, γραμμένα από μέλη της αυτοκρατορικής αυλής, σε αντίθεση με το ανεπίσημο ύφος των Παραστάσεων ή των Πατρίων.23

7. Η «Θαυμαστή Διήγηση» για τη στήλη του Ξηρόλοφου στην Κωνσταντινούπολη

Αυτό το κείμενο, που χρονολογείται το 16ο αιώνα24 και γράφτηκε από τον Ιωάννη Μαλαξό,25 περιέχει μια εντελώς φανταστική ιστορία για τη στήλη του Ξηρόλοφου, του έβδομου λόφου της Κωνσταντινούπολης. Η στήλη αυτή, από την οποία μόνο η βάση σώζεται σήμερα, ανήκε αρχικά στο Φόρο του Αρκαδίου (που χτίστηκε περί το 400) και κοσμούνταν με αφηγηματικές σκηνές.26

Η ιστορία ξεκινά με το Βύζαντα και τελειώνει με το Λέοντα ΣΤ΄. Βασικός πρωταγωνιστής όμως είναι ο Σεπτίμιος Σεβήρος. Σύμφωνα με τη Θαυμαστή Διήγηση, αυτός πρόσθεσε στο γλυπτό διάκοσμο της στήλης τη μελλοντική ιστορία της Κωνσταντινούπολης, μέχρι την εμφάνιση του «αντιχρίστου», όπως του είχε αποκαλυφθεί από κάποιο «φιλόσοφο και αστρολόγο Ιωάννη». Έτσι, ο Μαλαξός ήθελε να προβάλει μέσα από τη «Θαυμαστή ιστορία» την ιδέα ότι η μοίρα της Κωνσταντινούπολης ήταν πέρα από τον έλεγχο και την εξουσία των αυτοκρατόρων και των κατοίκων της· αντίθετα, είχε προαποφασιστεί νωρίτερα ακόμα και από την ίδρυσή της.27

Η Θαυμαστή Διήγηση εμφανίζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πατριογραφικής παράδοσης: οι πηγές είναι μπερδεμένες και χρησιμοποιούνται με τρόπο ώστε να υπηρετούν τους σκοπούς του συγγραφέα· το πραγματικό γεγονός συγχέεται με το φανταστικό και το μυθικό· και το αποτέλεσμα είναι, πέρα και πάνω από όλα, έργο της φαντασίας του συγγραφέα.


1. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 9-13.

2. Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, Preger, T. (επιμ.), Scriptores Originum Constantinopolitanarum I-II (Leipzig 1901-1907, ανατ. New York 1975).

3. Διήγησις θαυμαστή και πάνυ ωραία, έτι και ωφέλιμος, περί της στήλης του Ξηρολόφου, οπού ηυρίσκεται τανύν εν τη Κωνσταντινουπόλει, οπού καλείται σήμερον παρά των Αγαρηνών Αβράτ Παζάρι, στο Dagron, G. – Paramelle, J., “Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)”, Travaux et Mémoires 7 (1979), σελ. 491-523.

4. Βλ. την προσεγμένη ανάλυση των Cameron, A. – Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century. The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), σελ. 2-9· Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (Ποικίλα Βυζαντινά 8, Bonn 1988).

5. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 23-29· Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (Ποικίλα Βυζαντινά 8, Bonn 1988), σελ. 38-39.

6. Cameron, A. – Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century. The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), σελ. 17-29. Βλ. και τη βιβλιοκρισία του Kazhdan, A., στο Byzantinische Zeitschrift 80 (1987), σελ. 400-403, όπου ο Καζντάν προτείνει επιχειρήματα για μια χρονολόγηση στον ύστερο 8ο ή στις αρχές του 9ου αιώνα. Cameron, A., “Byzantium and the Past in the Seventh Century. The Search for Redefinition”, στο Fontaine, J. – Hilgarth, J.N. (επιμ.), Le septième siècle, changements et continuités (London 1992), σελ. 257, σημ. 18· Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (Ποικίλα Βυζαντινά 8, Bonn 1988).

7. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 30-31.

8. Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siècles)2 (Travaux et Mémoires, Monographies 2, Paris 1985), σελ. 60. Για διαφορετική ερμηνεία βλ. James, L., “'Pray not to Fall into Temptation and Be on Your Guard': Pagan Statues in Christian Constantinople”, Gesta 35 (1996), σελ. 12-20.

9. Pargoire, J., βιβλιοκρισία στην έκδοση του Preger στο Byzantinische Zeitschrift 12 (1903), σελ. 334.

10. Mango, C., “Antique Statuary and the Byzantine Beholder”, Dumbarton Oaks Papers 17 (1963), σελ. 60· Mango, C., Byzantium. The Empire of New Rome (New York 1980), σελ. 80.

11. Cameron, A. – Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century. The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), σελ. 29-31.

12. Cameron, A. – Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century. The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), σελ. 53.

13. Kazhdan, A., “Parastaseis Syntomoi Chronikai”, στο Kazhdan, A. (επιμ.), The Oxford Dictionary of Byzantium 3 (New York – Oxford 1991), σελ. 1586.

14. James, L., “'Pray not to Fall into Temptation and Be on Your Guard'. Pagan Statues in Christian Constantinople”, Gesta 35 (1996), σελ. 12-20· Bassett, S., The Urban Image of Late Antique Constantinople (Cambridge 2004), με επιπλέον βιβλιογραφία, κυρίως της συγγραφέα.

15. Treu, M. (ed.), Excerpta Anonymi Byzantini ex codice Parisino Suppl. Gr. 607 A (Ohlau 1880).

16. Marichal, R., “La construction de Sainte-Sophie de Constantinople dans l'Anonyme grec (Xe siècle?) et les versions vieux-russess”, Byzantinoslavica 21 (1960), σελ. 238-259· Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 191-314· Vitti, E., Die Erzählung über den Bau der Hagia Sophia in Konstantinopel (Amsterdam 1986).

17. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 265-269.

18. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 280-281.

19. Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 195.

20. Ψευδο-Κωδινός, Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, στο Preger, T. (επιμ.), Scriptores Originum Constantinopolitanarum II (Leipzig 1907, ανατ. New York 1975), σελ. 151-209· Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), σελ. 48-53· Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (Ποικίλα Βυζαντινά 8, Bonn 1988).

21. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), σελ. 50-51.

22. Ψευδο-Κωδινός, Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, Preger, T. (επιμ.), Scriptores Originum Constantinopolitanarum II (Leipzig 1907, ανατ. New York 1975), σελ. 290-313.

23. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), σελ. 51-55· Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (Ποικίλα Βυζαντινά 8, Bonn 1988), σελ. 87-148.

24. Dagron, G. – Paramelle, J., “Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)”, Travaux et Mémoires 7 (1979), σελ. 492.

25. Dagron, G. – Paramelle, J., “Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)”, Travaux et Mémoires 7 (1979), σελ. 508-509.

26. Janin, R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique2 (Paris 1964), σελ. 439-440.

27. Dagron, G. – Paramelle, J., “Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)”, Travaux et Mémoires 7 (1979), σελ. 491-504· Dagron, G., Constantinople imaginaire. Études sur le recueil des “Patria” (Paris 1984), σελ. 74-77.



Patria of Constantinople


1. Introduction

Patria is a literary genre dedicated to the history, topography, monuments, and legends of a city. It originates in the work of Kallinikos of Petra (3rd century AD) who wrote on Rome. Although writers of the 5th and 6th centuries deal with cities in the provinces, such as Tarsos, Nicaea, and Miletos among others, after the 6th century the genre focuses exclusively on Constantinople.1

"Patria of Constantinople" (Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως) is a conventional name for a corpus of texts belonging to this genre and devoted to Constantinople. The collection as it has survived comprises the following texts:2 The Patria of Constantinople by Hesychios Illustris; the Parastaseis syntomoi chronikai (“brief historical notes”) from the 8th century; the Narration of the Construction of Hagia Sophia written probably in the 9th century; the Patria of ca. 995; the so-called “topographical recensions”; and finally a post-Byzantine text, the “Miraculous Story” on the column of Xerolophos in Constantinople.3 The interrelationship between those texts, especially between the Parastaseis and the Patria of the 10th century, is very complex.4

Although the Patria provides crucial information about the city, facts and fables are frequently combined (and confused), thus diminishing its worth as a historical source. On the other hand, Patria offers an insight into the mentality of some parts of the population of Constantinople and is a testimony for the city's transition into the medieval city.

2. Patria of Hesychios Illustris

Hesychios of Miletos was a pagan historian, active in the 6th century AD. His work Chronike Historia (Χρονικὴ ἱστορία), now surviving only in fragments, was a universal history starting with the Assyrian king Bel and ending with the death of emperor Anastasios I in 518. A part of this work, dealing with the history of the city of Byzantion up to the time of Constantine I, was revised and incorporated in the Patria of the 10th century. In this text, historical facts and legends are creatively combined.5

3. Parastaseis Syntomoi Chronikai

The Parastaseis syntomoi chronikai, the best-studied patriographic text, is an anonymous work. The Parastaseis includes information about a great variety of topics with sections dedicated to the sights of Constantinople, such as churches, statues, and the Hippodrome and its monuments. The text of the Parastaseis is known from a single manuscript now in Paris (Par.gr. 1336) dating to the 11th century. The reduction of the text is generally placed in the 8th century.6 That it survives in only one manuscript, in combination with the fact that the text is at places corrupt and difficult to understand, indicates that the Parastaseis might have been an unfinished compilation of various sources put together by an unknown editor or editors, and as such it probably presents an intermediary stage in the patriographic tradition.7 The intermediary nature of the text is reflected in the lack of any stylistic and thematic unity as some subjects, such as the Hippodrome, are included more than once.

In the Parastaseis there is a predilection towards “wonders” and heavy reliance on hearsay. The style of the entries is highly didactic and there are references to “philosophers” and “lovers of knowledge” who were the only ones capable to understand and appreciate the deeper significance of the monuments in the city, a meaning that was often arcane. Related to this presumed esoteric meaning of ancient art is a marked suspicion towards pagan statues, which indicates a change in the mentality of the people of Constantinople.8

Scholarly opinions on the Parastaseis vary. Its language has been characterized as “an idiotic prose, where we look in vain for any sort of order, chronological or logical...”9 It has also been considered as “a kind of tourist's guidebook to the curiosities of Constantinople,”10 although this has been correctly doubted as the text, at least in its present form, fails to contextualize the information it offers into the wider urban fabric of Constantinople.11 Others consider it as “a product […] of a sort of local history society,”12 a group of self-fashioned “philosophers.” Finally, its contents have been interpreted as “a political pamphlet directed against the cult of Constantine I that was being developed under the Iconoclast emperors and their successors” alerting to the malicious miraculous powers of pagan statues.13

The Parastaseis is often used as a source of the Byzantines’ response to antique statuary, although the peculiarities of the text and its reception are usually not taken into consideration.14 Extensive parts of the Parastaseis, in an abbreviated and simplified form, were incorporated into the so-called “Anonymous of Treu,”15 dated to the 10th century.

4. Narrative of the Construction of Hagia Sophia

The Narrative offers a fictionally coherent and frequently preposterous chronicle of the construction of Hagia Sophia by the emperor Justinian I, with one section dedicated to the repairs of Justin II.16 It also includes a description of the liturgical implements (such as the ambo), vessels, and relics in Hagia Sophia. The composition of the original version has been dated to the second half of the 9th century.17 The text of the Narrative was slightly enlarged and incorporated in the Patria of 995.

The Narrative contains several factual errors. For example, the architect Ignatios replaces Anthemios and Isidoros, the two actual architects of the building. A consistent theme is that God, who communicated the plan of the building to Justinian through an angel, inspired the work. God shows his favor for the new building through several interventions and angels even offer advice on technical matters. There is also an effort to connect Hagia Sophia with biblical prototypes, especially the Temple of Jerusalem. The technical vocabulary of the author is fairly precise.18

The Narration was translated in other languages including Latin, Slavonic, and Ottoman, a testimony to the story's popularity.19

5. The Patria of the 10th century

The Patria of Hesychios, large amounts of the text in Parastaseis, and the Narration, were incorporated in the Patria of the 10th century.20 In opposition to the Parastaseis, however, the Patria survive in more than 60 manuscripts, which present some variety in style, organization, and content. Furthermore, the Patria is a much larger work, containing 20 chapters not found in the Parastaseis, as well as additions to the other works it incorporates.

The most interesting and fairly homogeneous part consists of several notices dedicated to various foundations and buildings of Constantinople, both religious (churches, monasteries) and secular (palaces, aristocratic villas). There is a tendency towards systematic chronology, with the mention of the reigning emperor at the time of construction and other chronological indications. Apart from these, in terms of content the Patria of the 10th century blur the line between fact and fiction.

The Patria could be considered as one of the final stages of the patriographic literature of the capital.21 Despite variations, the corpus was not substantially modified after the 10th century.

6. The “topographical recensions”

At some point during the 11th century an editor or editors systematized the entries of the Patria according to itineraries.22 Judging from the number of surviving manuscripts (only seven), this new reduction was not very popular. The most successful of these recensions was dedicated to Alexios I Komnenos. According to Dagron, these recensions indicate a significant change, since they are presented as “official” and “objective” works on the history and monuments of Constantinople, written by members of the imperial court, in opposition to the informal style of the Parastaseis or the Patria.23

7. The “Miraculous Story” on the column of Xerolophos in Constantinople

This text, which dates to the 16th century24 and was written by a certain John Malaxos,25 provides a highly fanciful history of the column of Xerolophos. Located on the seventh hill of Constantinople, this historiated column, of which just the pedestal survives today, was originally part of the Forum of Arkadios (constructed c. 400).26

The story begins with Byzas and ends with Leo VI. The principal actor, however, is Septimius Severus: according to the “Miraculous Story,” he put in the sculptural decoration of the column the future history of Constantinople until the appearance of the “antichrist,” revealed to him through a certain “philosopher and astrologist John.” Thus, Malaxos wanted to convey through “Miraculous story” the idea that Constantinople's destiny was beyond the control and the power of its emperors and inhabitants, but rather it had been decided even before its foundation.27

The “Miraculous Story” presents the traits of the patriographic tradition: the sources are confused and manipulated in order to serve the goals of the author; fact is fused with fiction and legend; and the result is, above all, a work of the author's imagination.

1. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 9-13.

2. Patria Constantinopoleos, Preger Th. (ed.), Scriptores Originum Constantinopolitanarum I-II (Leipzig 1901-1907, repr. New York 1975).

3. Dagron, G. - Paramelle, J., "Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)", Travaux et Mémoires 7 (1979), pp. 491-523.

4. See the careful analysis in Cameron, A. - Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century: The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), pp. 2-9; Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 8, Bonn 1988).

5. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 23-29; Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 8, Bonn 1988), pp. 38-39.

6. Cameron, A. - Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century: The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), pp. 17-29. See also the review of this by A. Kazhdan in Byzantinische Zeitschrift 80 (1987), pp. 400-403, arguing for a late-8th or early-9th c. date; Cameron, A., "Byzantium and the Past in the Seventh Century. The Search for Redefinition", in J. Fontaine - J. N. Hilgarth (eds.), Le septième siècle, changements et continuités (London 1992), p. 257, n. 18; and Berger A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 8, Bonn 1988).

7. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 30-31.

8. Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siècles). (Travaux et Mémoires Monographies 2, Paris 21985), p. 60. For a different interpretation, see James, L., "'Pray Not to Fall into Temptation and Be on Your Guard': Pagan Statues in Christian Constantinople," Gesta 35 (1996), pp. 12-20.

9. Pargoire, J., review of Preger's edition in Byzantinische Zeitschrift 12 (1903), p. 334.

10. Mango, C., "Antique Statuary and the Byzantine Beholder," Dumbarton Oaks Papers 17 (1963), p. 60; Mango C., Byzantium. The Empire of New Rome (New York 1980), p. 80.

11. Cameron, A. - Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century: The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), pp. 29-31.

12. Cameron, A. - Herrin, J., Constantinople in the Eighth Century: The Parastaseis Syntomoi Chronikai (Leiden 1984), pp. 53.

13. Kazhdan, A., "Parastaseis Syntomoi Chronikai", in A. Kazhdan (ed.), The Oxford Dictionary of Byzantium 3 (New York - Oxford 1991), p. 1586.

14. James, L., "'Pray Not to Fall into Temptation and Be on Your Guard': Pagan Statues in Christian Constantinople", Gesta 35 (1996), pp. 12-20; Bassett, S., The Urban Image of Late Antique Constantinople (Cambridge 2004), with further bibliography, especially by the author.

15. Treu, M. (ed.), Excerpta Anonymi Byzantini ex codice Parisino Suppl. Gr. 607 A (Ohlau 1880).

16. Marichal, R., "La construction de Sainte-Sophie de Constantinople dans l'Anonyme grec (Xe siècle?) et les versions vieux-russess", Byzantinoslavica 21 (1960), pp. 238-259; Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 191-314; Vitti E., Die Erzählung über den Bau der Hagia Sophia in Konstantinopel (Amsterdam 1986).

17. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 265-269.

18. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 280-281.

19. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), p. 195.

20. Pseudo-Codinus, Patria Constantinopoleos, Preger Th. (ed.), Scriptores Originum Constantinopolitanarum II (Leipzig 1907, repr. New York 1975), pp. 151-209; Dagron G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 48-53; Berger A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 8, Bonn 1988).

21. Dagron G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 50-51.

22. Preger, Th. (ed.), Scriptores Originum Constantinopolitanarum II (Leipzig 1907, repr. New York 1975), xv-xviii, pp. 290-313.

23. Dagron, G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 51-53; Berger, A., Untersuchungen zu den Patria Konstantinupoleos (ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 8, Bonn 1988), pp. 87-148.

24. Dagron, G. - Paramelle, J., "Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)", Travaux et Mémoires 7 (1979), p. 492.

25. Dagron, G. - Paramelle, J., "Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)", Travaux et Mémoires 7 (1979), pp. 508-509.

26. Janin, R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 21964), pp. 439-440.

27. Dagron, G. - Paramelle, J., "Un text patriographique. Le 'récit merveilleux, très beau et profitable sur la colonne du Xérolophos' (Vindob. Suppl. Gr. 172, fol. 43v-63v)", Travaux et Mémoires 7 (1979), pp. 491-504; Dagron G., Constantinople imaginaire (Paris 1984), pp. 74-77.



Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως
Συγγραφή : Μαρίνης Βασίλειος (4/3/2008)
Μετάφραση : Πέτρακα Ελένη
Για παραπομπή: Μαρίνης Βασίλειος , «Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως»,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL:

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Σεπτεμβριανά του 1955

1. Εισαγωγή

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βελτιώνονται αισθητά και μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα τα δύο μέρη συνεργάζονται πολιτικά και στρατιωτικά. Σύμμαχοι μπροστά στον «από βορρά κίνδυνο» οι δύο χώρες εντάσσονται από το 1947 στο δόγμα Τρούμαν, συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο Μάρσαλ και εντάσσονται το 1949 στο Συμβούλιο της Ευρώπης και το 1952 στο ΝΑΤΟ. Το γενικότερο αυτό κλίμα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης επηρέασε θετικά και την αντιμέτωπιση της ρωμαίικης μειονότητας.1

Από την άλλη, το νέο κοινωνικοπολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται στην Τουρκία μετά το τέλος του πολέμου, αλλά και μετά την άνοδο στην εξουσία του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΚ), δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για τη μειονότητα. Το φιλελεύθερο κλίμα που επικρατεί οδηγεί σε μια νέα άνθηση της μειονότητας,2 η οποία θα έχει απτά αποτελέσματα στην εκπαιδευτική, κοινοτική και πολιτισμική οργάνωση της κοινότητας των Ρωμιών.3

2. Το Κυπριακό και η αρχή μιας ιστορίας ομηρίας

Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 οι ευνοϊκές αυτές συνθήκες που επέτρεψαν μια σχετική ανάκαμψη της μειονότητας αλλάζουν. Η προσπάθεια της Ελλάδας να φέρει το ζήτημα της Κύπρου στον ΟΗΕ ωθεί την Τουρκία, που μέχρι τότε είχε επιδείξει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη Κύπρο, να εμπλακεί στο ζήτημα. Σημαντικό παράγοντα σε αυτή την αιφνίδια στροφή της τουρκικής πολιτικής αποτελεί η ενθάρρυνση της Βρετανίας, η οποία θεωρεί ότι μια πιθανή εμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό θα την ευνοούσε. Η Βρετανία προσπαθεί να αναγάγει την ελληνοβρετανική διένεξη σε τριμερές ζήτημα και προκαλεί την εμπλοκή της Τουρκίας.4

Με την έναρξη της κυπριακής κρίσης η Άγκυρα φέρνει στο προσκήνιο το μειονοτικό ζήτημα. Ουσιαστικά η Τουρκία, προσπαθώντας να αξιοποιήσει την ευαισθησία της ελληνικής κοινής γνώμης στα θέματα που αφορούν τη ρωμαίικη κοινότητα στην Πόλη, χρησιμοποιεί την κοινότητα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ένα «διαπραγματευτικό ατού» ή καλύτερα ως μέσο πίεσης κατά της Ελλάδας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Άγκυρας, η πίεση στη μειονότητα και το Πατριαρχείο θα καθιστούσε την ελληνική κυβέρνηση πιο ευάλωτη και υποχωρητική. Έτσι εγκαινιάζεται μια περίοδος, που θα διαρκέσει και στις επόμενες δεκαετίες, κατά την οποία η μειονότητα θα παραμείνει όμηρος της διαμάχης για την Κύπρο.


Ταυτόχρονα, η οικονομική άνθηση που παρατηρείται στην Τουρκία μεταξύ 1950-1953 υποχωρεί από το 1954 και μετά. Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης πέφτει από το 13% στο 4% και το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο το 1955 φτάνει στο σημείο να είναι οκτώ φορές μεγαλύτερο από εκείνο του 1950. Έτσι, παρά τη συντριπτική νίκη του ΔΚ στις εκλογές του 1954, στα αμέσως επόμενα χρόνια το κόμμα αρχίζει να χάνει τους υποστηρικτές του λόγω της επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να υιοθετήσει μια όλο και περισσότερη αυταρχική πολιτική, η οποία δημιουργεί αντιδράσεις τόσο εκτός, όσο και εντός του ΔΚ.5 Η κυβέρνηση Μεντερές, εγκλωβισμένη σε οικονομική και πολιτική κρίση, προσπαθεί να στρέψει την προσοχή της τουρκικής κοινής γνώμης στα «εθνικά θέματα», δηλαδή στο Κυπριακό.

Στις 30 Ιουνίου 1955 η κυβέρνηση του Άντονι Ίντεν προσκαλεί την Ελλάδα και την Τουρκία να συμμετάσχουν σε μια συνδιάσκεψη για τα «θέματα ασφαλείας στην ανατολική Μεσόγειο». Η τουρκική κυβέρνηση πρέπει να πείσει τη διεθνή κοινή γνώμη ότι η καθυστερημένη συμμετοχή της στο Κυπριακό δε σημαίνει αδιαφορία. Χρειάζεται να δείξει στον κόσμο ότι η τουρκική κοινή γνώμη παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και αγωνιά για τους Κύπριους ομογενείς της. Έτσι, η κυβέρνηση του Μεντερές θα καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε το Κυπριακό να αναχθεί σε «εθνική υπόθεση».

3. Η εθνικιστική καμπάνια

Όταν το Κυπριακό έρχεται στο προσκήνιο της τουρκικής κοινής γνώμης, και ειδικά από το 1955 και μετά, ξεκινάει μια εθνικιστική καμπάνια που στόχο έχει το Πατριαρχείο και τη ρωμαίικη μειονότητα.6 Ο τουρκικός Τύπος θα παίξει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός κλίματος στο οποίο η μειονότητα ταυτίζεται με τον «εσωτερικό εχθρό».7 Μέσω του Τύπου ζητείται από το Πατριαρχείο να περιορίσει τις πολιτικές δραστηριότητες του Μακαρίου και να τιμωρήσει τους ιεράρχες που είχαν αναμειχθεί στο Κυπριακό, ενώ εμφανίζονται και καταγγελίες κατά του Πατριαρχείου, το οποίο δήθεν χρηματοδοτούσε την ΕΟΚΑ, και ζητείται η απομάκρυνσή του από την Τουρκία. Ο σύλλογος «Η Κύπρος είναι τουρκική», ο Τύπος και οι φοιτητικοί σύλλογοι απαιτούσαν από το Πατριαρχείο, από το μειονοτικό Τύπο και γενικά από τη μειονότητα να βεβαιώσουν ότι τάσσονται με την Τουρκία στο Κυπριακό. Την περίοδο αυτή εμφανίζονται άρθρα που συγκρίνουν την κατάσταση των αντίστοιχων μειονοτήτων της Δυτικής Θράκης και της Κωνσταντινούπολης και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, ενώ οι Τούρκοι/Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης καταπιέζονται συστηματικά, οι Ρωμιοί της Πόλης ευημερούν. Το καλοκαίρι του 1955, και όσο πλησιάζει η τριμερής συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, ο τουρκικός Τύπος, οι φοιτητικές και άλλες πολιτικές οργανώσεις κλιμακώνουν την επίθεσή τους κατά της μειονότητας. Κρίσιμο ρόλο σε αυτή την καμπάνια παραπληροφόρησης διαδραμάτισε η κυκλοφορία της φήμης ότι οι Ελληνοκύπριοι σχεδίαζαν τη σφαγή των Τουρκοκυπρίων στις 28 Αυγούστου 1955.8

Από τα τέλη του Αυγούστου εθνικιστικά και αντιμειονοτικά μικροεπεισόδια λαμβάνουν χώρα σε καθημερινή βάση. Επιπλήττονται Ρωμιοί που μιλούν ελληνικά στα μαζικά μέσα μεταφοράς, προσωπικές αντιδικίες επενδύονται με εθνική χροιά και φτάνουν στα αστυνομικά τμήματα με την καταγγελία της «εξύβρισης του τουρκισμού» από τους Ρωμιούς.9 Στις 29 Αυγούστου ξεκινάει η τριμερής συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, γεγονός που εντείνει την περιρρέουσα νευρικότητα.10 Παρά λοιπόν την εκ των υστέρων παρουσίαση από τις Αρχές των γεγονότων ως «απρόβλεπτων» επεισοδίων, στις αρχές Σεπτεμβρίου είχε ήδη δημιουργηθεί ένα εκρηκτικό κλίμα.11

Σημαντικό ρόλο έπαιξε στην προπαρασκευή αλλά και την εκτέλεση των «Σεπτεμβριανών» ο σύλλογος «Η Κύπρος είναι τουρκική» (Kıbrıs Türktür Cemiyeti – KTC). Το KTC ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1954 με την παρότρυνση των φοιτητικών συλλόγων, με σκοπό την υπεράσπιση της τουρκικής κοινότητας της Κύπρου και την κινητοποίηση του τουρκικού λαού στο Κυπριακό.12 Ο σύλλογος από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του απολαμβάνει τη στήριξη της κυβέρνησης. Ο Χικμέτ Μπιλ, πρόεδρος του συλλόγου και δημοσιογράφος στην εφημερίδα Hürriyet,13 προερχόταν από το στενό κύκλο του Μεντερές. Ο σύλλογος χρηματοδοτούνταν σε μεγάλο βαθμό από την κυβέρνηση.14 Πολλές τοπικές οργανώσεις του KTC είχαν ιδρυθεί και στελεχωθεί από τα μέλη του ΔΚ. Η ταχεία εξάπλωση του KTC στην Πόλη, αλλά και σε όλη τη χώρα, οφειλόταν στο δίκτυο οργάνωσης του ΔΚ. Ο σύλλογος συνεργαζόταν στενά με τις φοιτητικές οργανώσεις και με εργατικά σωματεία. Αυτές οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τελούσαν υπό τον αυστηρό έλεγχο και την καθοδήγηση του κράτους και οι ηγεσίες τους είχαν εθνικιστικό προσανατολισμό.15

4. Τα γεγονότα

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 η εφημερίδα İstanbul Ekspres16 γνωστοποίησε με δύο έκτακτες εκδόσεις της την επίθεση κατά τις απογευματινές ώρες στο σπίτι που είχε γεννηθεί ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη.17 Αργά το απόγευμα ξεκινάει μια διαδήλωση στην πλατεία Ταξίμ, η οποία σε λίγο εξελίσσεται σε λεηλασία των καταστημάτων των μη μουσουλμάνων στην οδό Ιστικλάλ στο Πέρα. Μέσα σε λίγη ώρα μεγάλες ομάδες διαδηλωτών επιτίθενται σε καταστήματα, κατοικίες, εκκλησίες, σχολεία και νεκροταφεία σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Κωνσταντινούπολης όπου υπήρχαν κοινότητες Ρωμιών.18 Υπολογίζεται ότι στα επεισόδια συμμετείχαν περίπου 100.000 άνθρωποι.

Oι βιαιοπραγίες εκδηλώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα και «ομοιόμορφα», κάτι που δείχνει ότι υπήρχε προσχεδιασμένη στρατηγική. Υπάρχουν ενδείξεις ότι την εκτέλεση των λεηλασιών διεύθυναν άτομα-καθοδηγητές, οι οποίοι ήταν εφοδιασμένοι με καταλόγους των «στόχων». Υπάρχουν επίσης πολλές μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι είχαν μεταφερθεί διαδηλωτές από τα προάστια της Πόλης, αλλά και από την επαρχία. Πολλά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι εκπρόσωποι τοπικών οργανώσεων του ΔΚ ήταν μεταξύ των υποκινητών. Οι τοπικές οργανώσεις του ΔΚ αλλά και εργατικά σωματεία υπήρξαν αποφασιστικοί παράγοντες στην εκτέλεση των βιαιοπραγιών και στη μεταφορά και τροφοδότηση των ταραχοποιών με λοστούς, ρόπαλα, βενζίνη κτλ. Πολλοί μελετητές αποδίδουν το γεγονός ότι ο αριθμός των τραυματισμένων και νεκρών ήταν περιορισμένος –σε σχέση με τις διαστάσεις των γεγονότων– στο ότι οι δράστες είχαν οδηγίες να αποφύγουν σωματικές βλάβες.19 Οι δυνάμεις ασφαλείας αλλά και οι πυροσβέστες στην πλειονότητά τους δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις των θυμάτων να επέμβουν και να τους προστατεύσουν. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες που αναφέρουν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας παρείχαν βοήθεια στους ταραχοποιούς και συμμετείχαν στα επεισόδια.20

Μετά τα επεισόδια κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Άγκυρα. Στην Κωνσταντινούπολη ιδρύονται τρία ειδικά στρατιωτικά δικαστήρια.21 Στις δίκες αυτές η συμμετοχή των μελών του ΔΚ, μελών της κυβέρνησης και της μυστικής αστυνομίας αγνοήθηκε. Αν και κατηγορήθηκε το KTC, αθωώθηκαν στο τέλος και τα μέλη του.22

Τα γεγονότα είχαν και ένα σαφέστατο «κοινωνικοταξικό» χαρακτήρα. Πολλοί παρατηρητές έχουν υπογραμμίσει ότι οι δράστες των επεισοδίων προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα «ένα πλήθος από τον συρφετό των κατώτατων τάξεων»:23 «Επεκράτουν τύποι ύποπτοι, ρυπαροί, κακοντυμένοι, ανυπόδητοι, πολλαί φυσιογνωμίαι ξέναι προς τον κανονικόν πληθυσμόν του Πέραν, της πλέον συγχρονισμένης συνοικίας της Ισταμπούλ. Αλήται, Λαζοί, χωρικοί με "γεμενιά" ή τσαρούχια από λάστιχα αυτοκινήτου, Κούρδοι με σαρίκια κ.λπ., όλοι αυτοί είχον προστεθή εις το σύνηθες πλήθος των διαδηλωτών, τους φοιτητάς, τα παιδιά, τους μικροαστούς και τους εργάτας».24 Ο «κοινωνικός» χαρακτήρας των γεγονότων χρησιμοποιήθηκε από τους κυβερνητικούς κύκλους προκειμένου να διασκεδάσουν κάθε υποψία για δική τους υπαιτιότητα. Ωστόσο η «αντιπλουτοκρατική» διάσταση των γεγονότων, ειδικά σε περιοχές όπως το Πέρα, υπήρξε ως ένα βαθμό αντικειμενικό γεγονός.25

Βέβαια τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Παρά το στερεότυπο που συστηματικά καλλιεργεί ο τουρκικός εθνικισμός, αλλά και η ελληνική φιλολογία περί «χαμένων πατρίδων», οι Ρωμιοί δεν ήταν αποκλειστικά αστοί του Πέρα.26 Για αυτό το λόγο τα Σεπτεμβριανά δεν αποτελούν απλώς μια «ταξική σύγκρουση» μεταξύ του «γκιαβούρ» Πέρα/Κωνσταντινούπολης και της μουσουλμανικής/τουρκικής επαρχίας.27 Οι δημοσιογραφικές πληροφορίες της εποχής αγνόησαν σε μεγάλο βαθμό τα γεγονότα που έλαβαν μέρος στα προάστια που ζούσαν Ρωμιοί των πτωχότερων λαϊκών τάξεων.28

Η κυβέρνηση Μεντερές απέδωσε τα γεγονότα σε κομουνιστική σκευωρία. Στις 7 Σεπτεμβρίου η αστυνομία συνέλαβε 48 άτομα γνωστά στις αρχές ως κομουνιστές.29 Η θεωρία όμως περί κομουνιστικής σκευωρίας –ιδιαίτερα κοινότοπη στη διάρκεια της Ψυχροπολεμικής περιόδου– ήταν ελάχιστα πειστική, ακόμα και σε ξένους παρατηρητές. Τα γεγονότα είχαν καθαρά εθνικιστικό χαρακτήρα και η εμπλοκή του αντικομουνιστικού εθνικόφρονα χώρου σε αυτά ήταν οφθαλμοφανής.30 Έτσι, στα τέλη Δεκεμβρίου αφέθηκαν ελεύθεροι οι «κομουνιστές» χωρίς καμία εξήγηση.31

5. Αποτελέσματα

Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα επεισόδια ως πρόσχημα για να εντείνει τους περιορισμούς έναντι της όποιας αντιπολίτευσης και του Τύπου. Έτσι η κυβέρνηση απόκτησε την ευχέρεια να ακολουθήσει μια τακτική απόκρυψης στοιχείων που θα την ενοχοποιούσαν και επέβαλε το στρατιωτικό νόμο και την απαγόρευση του ελεύθερου λόγου σε μια προσπάθεια να αποποιηθεί των δικών της ευθυνών και να τις μεταθέσει σε άλλους.

Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960 τα επεισόδια αποτέλεσαν αντικείμενο ξεχωριστής δίκης, μεταξύ των δικών της κυβέρνησης Μεντερές στο νησί Πλατή (Yassıada). Τελικά για τα Σεπτεμβριανά καταδικάστηκαν ο Μπαγιάρ, ο Μεντερές και ο υπουργός Εξωτερικών Ζορλού.32

Όσον αφορά τη δημογραφία των Ρωμιών, η σχέση των Σεπτεμβριανών με τη δημογραφική συρρίκνωση της κοινότητας, παρά την αντίθετη άποψη, δεν ήταν σημαντική. Δημογραφικά στοιχεία δείχνουν ότι οι Ρωμιοί δεν εγκαταλείπουν σε μαζικό επίπεδο την Κωνσταντινούπολη μετά τα Σεπτεμβριανά.33 Δεν έχουμε ακόμα δηλαδή το φαινόμενο της μαζικής εξόδου που θα έχουμε από τις απελάσεις του 1964 και μετά. Αυτό ωστόσο που παρατηρούμε μετά τα Σεπτεμβριανά είναι μια εσωτερική μετακίνηση του πληθυσμού από απομακρυσμένες συνοικίες34 προς το κέντρο, για λόγους ασφάλειας, κάτι που προκάλεσε την ερήμωση πολλών κοινοτήτων. Ουσιώδη ρόλο στην περιορισμένη μετανάστευση έπαιξε η στάση του Πατριαρχείου, του ελληνόφωνου Τύπου αλλά και του προξενείου, που προσπάθησαν να εμποδίσουν τη μετανάστευση των Ρωμιών.35

Για μεγάλο μέρος των Ρωμιών τα γεγονότα αυτά ήταν η οριστική απόδειξη ότι δε θα γίνονταν αποδεκτοί ως ισότιμοι Τούρκοι πολίτες και ότι ανεξάρτητα από την κυβέρνηση θα ήταν για πάντα έκθετοι σε διακρίσεις.

6. Ερμηνείες

Επικρατεί πια σχεδόν ομοφωνία στο ότι τα γεγονότα ξεκίνησαν με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και οργανώθηκαν σε συνεργασία με τη μυστική αστυνομία, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και ο κομματικός μηχανισμός του ΔΚ, εργατικά σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι και η KTC.

Στην προσπάθεια ερμηνείας των γεγονότων επικρατούν συχνά ουσιοκρατικές αντιλήψεις που αποδίδουν καθοριστικό ρόλο σε παράγοντες όπως η «ψυχή» ή η «ψυχοσύνθεση» του τουρκικού λαού. Υιοθετώντας μια ουσιοκρατική ή και οριενταλιστική οπτική τα Σεπτεμβριανά αποδίδονται, από σύγχρονες με τα γεγονότα μαρτυρίες, αλλά και από ένα τμήμα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, στην εσωτερίκευση του ισλάμ στην τουρκική εθνική ταυτότητα ή στο πολιτισμικό χάσμα μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων.36 Με αφορμή τα Σεπτεμβριανά, πολλά από τα παλαιότερα στερεότυπα σχετικά με την Τουρκία επανεμφανίζονται. Στους δυτικούς διπλωματικούς κύκλους αμέσως εκφράζονται φόβοι ότι η Τουρκία, παρά τον εκσυγχρονισμό της και τη συμμετοχή της στη δυτική συμμαχία, στην πραγματικότητα δε διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες που κατατάσσονται στην «Ανατολή». Αρχίζουν λοιπόν να εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσο η Τουρκία έχει πραγματικά εκκοσμικευτεί και εκσυγχρονιστεί. Τα επεισόδια στρέφονται εναντίον των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων αλλά και των ξένων, και άρα κυρίως εναντίον του διεθνούς εμπορίου, οπότε γενικά ερμηνεύονται ως «αντιδυτικά». Έτσι, για πολλούς παρατηρητές τα Σεπτεμβριανά εκφράζουν τη βαρβαρότητα και μια διάθεση καταστροφής που θεωρείται ότι προσιδιάζουν στο Ισλάμ και στην «Ανατολή». Τα σχόλια δυτικών παρατηρητών είναι ξεκάθαρα: τα Σεπτεμβριανά παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στην «Ανατολή» και όχι στη «Δύση».37

Τελευταία υπάρχει και μια προσπάθεια να αποσυνδεθούν τα Σεπτεμβριανά από το πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και του Κυπριακού και να υπογραμμισθούν οι ενδογενείς παράγοντες που οδηγούν στα επεισόδια. Η σημαντικότερη εκπρόσωπος αυτής της θέσης είναι η Γκιουβέν, σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια σαφής «συνέχεια» στις πολιτικές τουρκοποίησης από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τα Σεπτεμβριανά αλλά και μετέπειτα: «Οι προσπάθειες της δευτερογενούς βιβλιογραφίας να εξηγήσει τη διοργάνωση των “επεισοδίων του Σεπτεμβρίου” κυρίως με βάση το Κυπριακό πρέπει να αξιολογηθούν ως ανεπαρκείς. Πολλώ μάλλον που η πολιτική συγκυρία του Κυπριακού ήταν μια ευκαιρία για να συνεχιστεί ο διωγμός κατά των μη Μουσουλμάνων που είχε αρχίσει στη δεκαετία του ’20.»38 Αν και σαφώς δεν παρουσιάζει τα ελαττώματα της προηγούμενης ουσιοκρατικής ερμηνείας και βοηθάει να εντάξουμε τα επεισόδια αυτά στην «παράδοση» του τουρκικού εθνικισμού,39 η θέση αυτή ενέχει τον κίνδυνο απώλειας της ιστορικότητας των γεγονότων. Χαράσσοντας μια ευθεία γραμμή συνέχειας από τους Νεότουρκους μέχρι το ΔΚ, συσκοτίζει τελικά την κάθε ιδιαίτερη ιστορική συγκυρία που αποτελεί μια συμπύκνωση πολλαπλών και διάφορων αντιθέσεων ανάγοντάς τη σε μια πολιτική στρατηγική ή μια ατζέντα που έχει διαμορφωθεί πριν από 50 τουλάχιστον χρόνια.40

Οφείλουμε λοιπόν να τονίσουμε ότι όλες οι οξύνσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα αντιμειονοτικά μέτρα στην Τουρκία στην περίοδο 1954-1974 συνδέονται με το Κυπριακό. Για παράδειγμα, υπήρχε άμεση σχέση του Κυπριακού με τις απελάσεις του 1964. Αυτό οδηγεί την τουρκική κυβέρνηση από τη δεκαετία του ’50 να χρησιμοποιεί τη ρωμαίικη μειονότητα ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.41 Οι αντιμειονοτικές συμπεριφορές σίγουρα εκφράζονται στο πλαίσιο της «παράδοσης» του τουρκικού εθνικισμού και επικαιροποιούν παλαιές στρατηγικές, αλλά μετά το 1954 κυρίως χρησιμοποιούνται εκβιαστικά κατά της Ελλάδας στο πλαίσιο αντιπαράθεσης για το Κυπριακό.

1. Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου είχε άμεσα αποτελέσματα για τη μειονότητα. Ακόμα και η εκλογή του δραστήριου Πατριάρχη Αθηναγόρα πραγματοποιήθηκε με την άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, που προσπαθούσαν να αναβαθμίσουν το ρόλο του Οικουμενικού Πατιαρχείου εις βάρος του Πατριαρχείου της Μόσχας. Ο ίδιος ο Αθηναγόρας σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στη New York Herald Tribune το 1965 θα ομολογήσει ότι η εκλογή του αποτελούσε το θρησκευτικό σκέλος του δόγματος Τρούμαν. Βλ. Macar, E., Cumhuriyet Döneminde İstanbul Rum Patrikhanesi (Istanbul 2003), σελ. 183-192.

2. Καθοριστική για την εξέλιξη αυτή ήταν η κατάργηση το 1949 του συστήματος του tek mütevelli (ένας διαχειριστής), καταστρατηγώντας έτσι τα περιθώρια αυτοδιαχείρισης των κοινοτήτων. Το tek mütevelli είχε επιβληθεί το 1938 και σύμφωνα με αυτό τη διεύθυνση των μειονοτικών βακουφιών αναλάμβαναν ειδικοί επίτροποι που τους διόριζε η ίδια η Γενική Διεύθυνση Βακουφιών.

3. Απτό παράδειγμα αυτής της ανάκαμψης είναι τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στη μειονοτική εκπαίδευση. Ενώ το 1945-1946 φοιτούν μόλις 3.172 μαθητές στα μειονοτικά σχολεία, ο αριθμός αυτός έχει διπλασιαστεί και έχει φτάσει τους 6.495 μαθητές το 1954-1955. Για την άνθηση αυτή βλ.  Σταματόπουλος, Κ., Η τελευταία αναλαμπή. Η κωνσταντινουπολίτικη ρωμηοσύνη στα χρόνια 1948-1955 (Αθήνα 1996).

4. Βρυώνης, Σ., Ο μηχανισμός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 (Αθήνα 2007), σελ. 85-91. Για τις τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό αυτή την περίοδο βλ. Armaoğlu, F.H., Kıbrıs Meselesi 1954-1959 Türk Hükümeti ve Kamuoyunun Davranışları (Ankara 1963). Επίσης, Torun, Ş., Türkiye İngiltere ve Yunanistan Arasında Kıbrıs’ın Politik Durumu (Istanbul 1956).

5. Zürcher, E.J., Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας (Αθήνα 2004), σελ. 301-304. Βλ. επίσης Bozarslan, H., Ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας (Αθήνα 2004), σελ. 73-76.

6. Για την καμπάνια αυτή βλ. Benlisoy, F., “6-7 Eylül Olayları Öncesinde Basında Rumlar”, Toplumsal Tarih 81 (2000), σελ. 28-38.

7. Ειδικά μετά τον πόλεμο ο τουρκικός Tύπος εκσυγχρονίζεται τεχνολογικά και αναβαθμίζεται και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα· για πρώτη φορά οι πωλήσεις δημοφιλών εφημερίδων φτάνουν τις 70-80 χιλιάδες. Βλ. Gevgilili, A.,“Türkiye Basını”, Cumhuriyet Dönemi Türkiye Ansiklopedisi (Istanbul 1983), σελ. 220-222.

8. Ο Χικμέτ Μπιλ, μέλος του συλλόγου «Η Κύπρος είναι τουρκική», στην ερώτηση δημοσιογράφου για το τι πρέπει να γίνει αν όντως συμβεί μια επίθεση κατά των Τουρκοκυπρίων δίνει την εξής απάντηση στις 20 Αυγούστου: «Πολύ λακωνική πρέπει να είναι η απάντησίς μας εις μιαν τοιαύτην ερώτησιν. Η απάντησις αύτη θα είναι η εξής: Εις την Ισταμπούλ υπάρχουν πολλοί Ρωμιοί». Παρατίθεται στο Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 221-222.

9. Benlisoy, F., “6-7 Eylül Olayları Öncesinde Basında Rumlar”, Toplumsal Tarih 81 (2000), σελ. 34-37.

10. Όπως είναι γνωστό, η συνδιάσκεψη έληξε στις 7 Σεπτεμβρίου χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η Τουρκία ωστόσο βγήκε κερδισμένη, καθώς πέτυχε την αναγνώρισή της στο διεθνές πεδίο ως μία από τις ενδιαφερόμενες για το Κυπριακό πλευρές. Armaoğlu, F.H., Kıbrıs Meselesi 1954-1959 Türk Hükümeti ve Kamuoyunun Davranışları (Ankara 1963), σελ. 141-155. Βλ. επίσης Fırat, M.M., “Türkiye’nin Kıbrıs Politikaları (1945-1960)”, Toplumsal Tarih 81 (2000), σελ. 22-27.

11. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χρηστίδης καταλογίζει στους ιθύνοντες της κοινότητας «έλλειψη προβλεπτικότητας», αφού υπήρχαν πολλά συμπτώματα που έδειχναν ότι η κατάσταση έβγαινε εκτός ελέγχου: «Είναι δύσκολο να δεχθή τις ότι οι εντεταλμένοι να επαγρυπνούν επί της τύχης του ελληνισμού της Ισταμπούλ έδειξαν την απαιτουμένην ευαισθησίαν και οξυδέρκειαν έγκαιρον. Τα συμπτώματα των βυσσοδομουμένων εκτρόπων είχον εκδηλωθή κατά τρόπον επιβάλλοντα συναγερμόν και διαβήματα έντονα όχι μόνον προς την τουρκικήν αλλά και προς τας άλλας συμμάχους κυβερνήσεις. Ουδέν όμως τούτων εγένετο. Ο αρμόδιοι θέλοντες να δείξουν ψυχραιμίαν, έδειξαν απλώς απρονοησίαν και άφησαν να επέλθη το μοιραίον». Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 244. Ο Akgönül επίσης υπογραμμίζει την αδράνεια του Πατριαρχείου. Βλ. Akgönül, S., Türkiye Rumları Ulus-Devlet Çağından Küreselleşme Çağına Bir Azınlığın Yok Oluş Süreci (Istanbul 2007), σελ. 193-194.

12. Στην εθνική επιτροπή του συλλόγου παίρνουν μέρος διακεκριμένοι δημοσιογράφοι όπως ο Χικμέτ Μπιλ, ο Αχμέτ Εμίν Γιάλμαν και ο Ορχάν Μπιργκίτ.

13. Η εφημερίδα Hürriyet, που αρχίζει να εκδίδεται το 1948 από το Σεντάτ Σιμαβί, στη δεκαετία του ’50 παίζει κεντρικό ρόλο στην αναγωγή του Κυπριακού σε «εθνικό ζήτημα» για την τουρκική κοινή γνώμη. Τα εθνικιστικά-λαϊκιστικά της άρθρα θα συνεισφέρουν πολύ στη δημιουργία του ανθελληνικού κλίματος που θα επικρατήσει αμέσως πριν από τα «Σεπτεμβριανά».

14. Βρυώνης, Σ., Ο μηχανισμός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 (Αθήνα 2007), σελ. 92-95, 105-108· Dosdoğru, H., 6/7 Eylül Olayları (Istanbul 1993), σελ. 21-22.

15. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 110-118.

16. Ο εκδότης της εφημερίδας Μιτχάτ Περίν διατηρούσε στενές σχέσεις με το ΔΚ και συνεργαζόταν με τη μυστική αστυνομία. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 140-141.

17. Τη νύχτα της 5ης Σεπτεμβρίου εξερράγη μια βόμβα στον κήπο του τουρκικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη, που θεωρείται το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ. Η βομβιστική αυτή επίθεση που θεωρήθηκε ότι αποτέλεσε την αφορμή για τα έκτροπα φαίνεται ότι είχε σχεδιαστεί από την τουρκική μυστική υπηρεσία. Ο Οκτάυ Ενγκίν, μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και φοιτητής νομικής στη Θεσσαλονίκη ήταν ο πρωταγωνιστής της επίθεσης. Αν και υπήρχαν πολλά στοιχεία που αποδείκνυαν το ρόλο του Ενγκίν και τη διαπλοκή των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, καθώς και των προξενικών αρχών, η δίκη διακόπηκε τον Ιούνιο του 1956 έπειτα από πιέσεις της τουρκικής κυβέρνησης. Ο Ενγκίν διέφυγε το Σεπτέμβριο του 1956 με τη βοήθεια των προξενικών αρχών στην Τουρκία. Έπειτα από διάφορες θέσεις στην τουρκική μυστική αστυνομία έγινε και νομάρχης της πόλης Nevşehir. Βλ. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 137-140.

18. Επιθέσεις έγιναν και στη Σμύρνη, στο ελληνικό προξενείο, στο ελληνικό περίπτερο στη διεθνή έκθεση που γινόταν εκείνες τις μέρες και στις κατοικίες έξι Ελλήνων αξιωματικών του ΝΑΤΟ. Βλ. Kılıçdere, A., “İzmir’de 6/7 Eylül Olayları”, Toplumsal Tarih 8 (1998), σελ. 34-41. Βλ. επίσης Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 49-53.

19. Ο αριθμός των νεκρών είναι αμφισβητούμενος. Σύμφωνα με την έκθεση του Helsinki Watch, ήταν 15. Βλ. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 72-76. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές όμως, ο αριθμός τους δεν ξεπερνά τους 2. Βλ. Akgönül, S.,Türkiye Rumları Ulus-Devlet Çağından Küreselleşme Çağına Bir Azınlığın Yok Oluş Süreci (Istanbul 2007), σελ. 209· Alexandris, Α., The Greek Minority in Istanbul and Greek-Turkish Relations 1918-1974 (Athens 1983), σελ. 257· Macar, E., Cumhuriyet Döneminde İstanbul Rum Patrikhanesi (Istanbul 2003), σελ. 197.

20. Για μια σειρά μαρτυριών των θυμάτων των επεισοδίων βλ. Αγγελετόπουλος, Γ., «Ο ελληνικός τύπος και τα γεγονότα της 6/7 Σεπτεμβρίου 1955», στο Δρίνης, Γ., Σεπτεμβριανά 1955. Η «νύχτα των κρυστάλλων» του ελληνισμού της Πόλης (Αθήνα 1989), ιδ. σελ. 55-189. Το 2005 εκδόθηκε το αρχείο του αντιναύαρχου Φαχρί Τσόκερ που αμέσως μετά τα γεγονότα υπήρξε δικαστής στο στρατιωτικό δικαστήριο στην περιοχή του Πέρα. Το αρχείο περιέχει μια σειρά εγγράφων και πολλές φωτογραφίες που φωτίζουν την εξέλιξη των επεισοδίων. Βλ. Karaca, Z. (ed.), 6-7 Eylül Olayları Fotoğraflar-Belgeler Fahri Çoker Arşivi (Κωνσταντινούπολη 2005).

21. Στη Σμύρνη και στην Άγκυρα επίσης συγκαλούνται ειδικά δικαστήρια. Την προεδρία των δικαστηρίων αυτών είχαν στρατηγοί, ενώ οι δικαστές και οι εισαγγελείς ανήκαν σε κατώτερη στρατιωτική βαθμίδα. Βλ. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 97-104.

22. Για τα έκτακτα μέτρα που πάρθηκαν μετά τα επεισόδια βλ. Topuz, H., “6/7 Eylül Olayları ve Aknoz Paşa’nın Yasakları”, Toplumsal Tarih 81 (2000), σελ. 39-41.

23. Έκφραση του προξένου των ΗΠΑ στην εφημερίδα İstanbul Ekspres. Παρατίθεται από το Βρυώνη, Σ., Ο μηχανισμός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 (Αθήνα 2007), σελ. 159-160.

24. Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 83-84. «Μέγα μέρος εξ αυτών αποτελείται από “χαμάληδες”, έχοντας ως ισόβιον επάγγελμα να μεταφέρουν εις την ράχην των αντί ελαχίστης αμοιβής το βάρος μισού φορτίου ενός καμιονίου. Επίσης έχουν μεταφερθή εις το κέντρον της πόλεως διά φορτηγών αυτοκινήτων λιμενεργάται, βαρκάρηδες, χωρικοί». Allgemeine Zeitung, 15.9.1955. Παρατίθεται από το Χρηστίδη, Χ., ό.π., σελ. 90.

25. Η συμμετοχή εργατών από διάφορους κλάδους στα γεγονότα ήταν μαζική. Από τους 977 κρατουμένους στο στρατόπεδο Σελίμιγιε μετά τα γεγονότα οι 607, δηλαδή κοντά στα δύο τρίτα, ήταν εργάτες. Αν λάβει κανείς υπόψη του τον αριθμό των οργανωμένων σε σωματεία εργατών μεταξύ των κρατουμένων, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αμέσως μετά τα επεισόδια απαγορεύθηκε η λειτουργία 34 σωματείων. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 123.

26. Ακόμα και σε πολύ σημαντικές πρόσφατες επιστημονικές μελέτες για τη μειονότητα των Ρωμιών συναντάμε την αναπαραγωγή του συγκεκριμένου στερεότυπου. Έτσι, όταν προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση στο γιατί οι Ρωμιοί συνεχίζουν να υποστηρίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα μετά τα Σεπτεμβριανά, ο Akgönül υπογραμμίζει ότι η φιλελεύθερη οικονομική πολιτική του Δημοκρατικού Κόμματος έβρισκε σύμφωνους τους Ρωμιούς που, σύμφωνα πάντα με το συγγραφέα, στη «συντριπτική πλειονότητά» τους απασχολούνταν με το «εμπόριο». Akgönül, S., Türkiye Rumları Ulus-Devlet Çağından Küreselleşme Çağına Bir Azınlığın Yok Oluş Süreci (Istanbul 2007), σελ. 212.

27. Για την επικαιροποίηση αυτής της εικόνας σύγκρουσης μεταξύ του «κοσμοπολιτισμού» των μειονοτήτων και του «επαρχιωτικού» εθνικισμού σε μια τελείως διαφορετική συγκυρία και με μια επίσης διαφορετική ερμηνεία βλ. Ανδριανοπούλου, Κ. – Μπενλίσοϊ, Φ., «Οι μεταμορφώσεις μιας πόλης ή τα ευπώλητα της Πόλης», Ενθέματα 397 (2006), σελ. 28-29.

28. Στις σχετικά απομακρυσμένες από το κέντρο περιοχές της Πόλης οι επιθέσεις είχαν περισσότερο τη μορφή εισβολών σε κατοικίες, τραυματισμών, αλλά και βιασμών. Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 117-120. Σύμφωνα με ελληνικές πηγές, 200 γυναίκες βιάστηκαν στη διάρκεια των επεισοδίων. Βλ. Alexandris, A., The Greek Minority of Istanbul and Greek-Turkish relations 1918-1974 (Athens 1983), σελ. 257-258.

29. Ανάμεσα στους συλληφθέντες μεταξύ άλλων ήταν και οι Αζίζ Νεσίν, Κεμάλ Ταχίρ, Ρατίπ Ταχίρ, Χουλουσί Ντόσντογρου, Μουγιέτ Μποράταβ, Νιχάτ Σαργκίν, Ασίμ Μπεζιρτζί, Χασάν Ιζετίν Ντινάμο και Ιλχάν Μπερκτάϊ. Για το θέμα αυτό βλ. Nesin, A., Salkım Salkım Asılacak Adamlar (Istanbul 1996), και Dosdoğru, H., 6/7 Eylül Olayları (Istanbul 1993), σελ. 21-22.

30. Ο Χρηστίδης στην προσπάθειά του να απορρίψει το σενάριο της κομουνιστικής σκευωρίας θέτει και το κατεξοχήν ψυχροπολεμικό «επιχείρημα» ότι, αν τα γεγονότα ήταν όντως αποτέλεσμα κομουνιστικής πρωτοβουλίας, θα έπρεπε να ήταν πολύ πιο αιματηρά! «Υποτιθεμένου ότι θα υφίστατο εν Τουρκία κομμουνιστικός μηχανισμός ικανός ου μόνον να σχεδιάζη, αλλά και να οργανώση και εκτελέση τοιαύτης εκτάσεως εγχείρημα, είναι αυτονόητον ότι δεν θα εφείδετο ποσώς της ζωής των Ελλήνων. Απεναντίας! Εάν απέβλεπεν εις την δυσφήμησιν του τουρκικού κρατικού γοήτρου, μία κομμουνιστική οργάνωσις θα είχε κάθε συμφέρον να προκαλέση αιματηράς σκηνάς. Τοιούτον τι δεν συνέβη. Οι οργανωταί των εκτρόπων εφρόντισαν να μην παρασχεθή η ευκαιρία να καταγγελθή η τουρκική κυβέρνησις ως ανεχθείσα σφαγάς πολιτών της. Η προσοχή των εις το ν’ αποφευχθή κάθε αιματοχυσία μαρτυρεί ακριβώς μίαν φροντίδα “αστικής” νομιμοφροσύνης εντελώς ξένην προς ενδεχομένας κομμουνιστικάς επιδιώξεις», Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 164.

31. Φαίνεται ότι και ένα μέρος του ελληνόφωνου Τύπου της Κωνσταντινούπολης συμμερίζεται για κάποιο διάστημα τη θεωρία περί κομουνιστικής σκευωρίας. Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικά η αφοσίωση του μειονοτικού Τύπου στην ελληνοτουρκική φιλία η οποία είχε επιτευχθεί στο ψυχροπολεμικό πλαίσιο. Έτσι ήταν κατά κάποιο τρόπο λογικό ο μειονοτικός Τύπος να υπογραμμίζει τον «από βορρά κίνδυνο» και να «επενδύει» στην κομουνιστική «απειλή» που μόνο αυτή θα μπορούσε να φέρει ξανά τις δύο χώρες κοντά. Για το θέμα αυτό βλ. Andrianopoulou, K.,“İstanbul Rum Basınının Tepkisi ve 6-7 Eylül Olayları”, Tarih ve Toplum 237 (2003), σελ. 24-32.

32. Οι δίκες στην Πλατή σκόπευαν να νομιμοποιήσουν το πραξικόπημα του 1960. Η δίκη σχετικά με τα Σεπτεμβριανά επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην ευθύνη υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών και αγνοήθηκε η εμπλοκή της μυστικής αστυνομίας, των σωματείων, του KTC, των φοιτητικών οργανώσεων κτλ. Βλ. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 149-152.

33. Akgönül, S., Türkiye Rumları Ulus-Devlet Çağından Küreselleşme Çağına Bir Azınlığın Yok Oluş Süreci (Istanbul 2007), σελ. 221-223.

34. Όπως Βαλατάς (Μπαλάτ), Τζιμπαλή, Εντιρνέκαπι, Αϊβάνσαράϊ, Bλάγκα, Σαμάτια (Ψαμαθιά), Χάσκιοϊ, Σκούταρι, Αϊναλίτσεσμε.

35. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 272-274. Βλ. επίσης, Andrianopoulou, K.,“İstanbul Rum Basınının Tepkisi ve 6-7 Eylül Olayları”, Tarih ve Toplum 237 (2003), σελ. 24-32· Türker, O., “6-7 Eylül Olaylarının İstanbul Rum Basınındaki Yankıları”, Tarih ve Toplum 177 (1998), σελ. 13-15. Σύμφωνα με την Γκιουβέν ένα χρόνο μετά τα επεισόδια 5.000 Ρωμιοί εγκαταλείπουν την πόλη. Πρόκειται κυρίως για άτομα από τις ανώτερες τάξεις, κατόχους ελληνικών διαβατηρίων. Βλ. Γκιουβέν, ό.π., σελ. 278. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του τουρκικού κράτους, το 1955 διέμεναν στην Τουρκία 80.000 ελληνόφωνοι. Ο αριθμός αυτός το 1960 είχε μειωθεί σε 65.000. Βλ. Alexandris, Α., The Greek Minority of Istanbul and Greek-Turkish Relations 1918-1974 (Athens 1983), σελ. 291.

36. «Εξίσου προς τον θρησκευτικόν φανατισμόν ριζωμένη εις την ψυχήν της μεγάλης μάζης των Τούρκων είναι η αντιπάθεια προς τους ξένους, τους οιουσδήποτε ξένους, διότι ούτοι εμφανίζονται από πλείστων απόψεων ικανώτεροι από τους Τούρκους». Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 249. «Ο θρησκευτικός φανατισμός αποτέλεσε τον πυρήνα της μανίας του πογκρόμ αλλά είναι επίσης σημαντικός και από την άποψη του ρόλου του ισλάμ στην τουρκική κοινωνία. Η δεκαετής πρωθυπουργία του Μεντερές συνέπεσε με το σταδιακό πολιτικό και δημοσιονομικό άνοιγμα του κράτους προς το ισλάμ, το οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε ποτέ εξαλειφθεί αλλά βρισκόταν βαθιά ριζωμένο στην ταυτότητα των σύγχρονων Τούρκων και στο εθνικό τους συναίσθημα». Βρυώνης, Σ., Ο μηχανισμός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, σελ. 471-472. «Η καταστροφική μανία […] αποδεικνύει ότι ο ερεθισμός δεν είχε συνάφεια προς το Κυπριακό ή τις πολιτικές εξελίξεις αναφορικά με τις σχέσεις της Τουρκίας προς την Ελλάδα, αλλά προς την ουσία των σχέσεων αυτών. […] η συλλογική επιθετικότητα […] φέρνει στην επιφάνεια κάτι το περισσότερο μύχιο και ίσως κάτι το πιο σφαιρικό: τα αξεπέραστα κατά πως φαίνονται πλέγματα της τουρκικής κοινωνίας κατέναντι του τρόπου ζωής, του πολιτισμικού συγκειμένου των Ελλήνων με αφετηρία την οικονομική υπεροχή και την ευημερία τους. […] η βεβαρημένη κληρονομικότητα που συνεπάγεται το πολιτισμικό χάσμα το οποίο μεταφέρεται από αιώνες με την επιβαλλόμενη και διατηρούμενη απόσταση στην κοινωνική συναλλαγή των δύο κοινωνιών που συμβιώνουν αλλά δεν επικοινωνούν». Βλ. Σαρρής, Ν., «Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου», στο Πενήντα Χρόνια από τα Σεπτεμβριανά, ΕΛΙΑ (Αθήνα 2005), σελ. 148.

37. Βλ. Moroni, I., “Soğuk Savaş ve sömürgecilik karşıtı hareket ışığında 6-7 Eylül olayları”, Tarih ve Toplum: Yeni Yaklaşımlar 4 (2006), σελ. 237-251. Ένα χαρακτηριστικό σημείο στο οποίο συμφωνούν ο δυτικός και ιδιαίτερα ο ελληνικός Τύπος είναι ότι διαφοροποιούν τον ιδρυτή του τουρκικού κράτους Ατατούρκ από τη συμπεριφορά των διαδόχων του. Πράγματι, ο Μουσταφά Κεμάλ θεωρείται ο άνθρωπος που προσπάθησε να καταστήσει τους Τούρκους κοινωνούς του «δυτικού πολιτισμού». Το συμπέρασμα που εξάγεται από τα επεισόδια είναι ότι μάλλον έχει αποτύχει. Διαβάζουμε λοιπόν στην Ακρόπολη της 10ης Σεπτεμβρίου 1955: «[Ο Μουσταφά Κεμάλ] έπλασεν το όνειρον να μεταβάλη τους βάρβαρους ομοεθνείς του εις πολιτισμένους ανθρώπους. […] Και διελαλήθη εις όλην την υφήλιον ότι οι Τούρκοι έπαυσαν να είναι οι βάρβαροι και ζωώδεις υπήκοοι των Σουλτάνων, ότι ημπορούν πλέον να γίνουν δεκτοί εις την οικογένειαν της πολιτισμένης ανθρωπότητος. Αλλοίμονον! Πόσον είχε απατηθεί οι πάντες και περισσότερο όλων ο μέγας αναμορφωτής! Διότι απεδείχθη, ότι υπό το ευρωπαϊκόν κάλυμμα διετηρήθη το ασιατικόν κρανίον και οι σημερινοί Τούρκοι είναι γνήσιοι απόγονοι των ασιατικών ορδών που προ αιώνων είν εκχυθεί από τα άγρια βάθη της Ασίας». Η Βραδυνή δημοσιεύει στο φύλλο της 13ης Σεπτεμβρίου μια γελοιογραφία στην οποία εικονίζεται το άγαλμα του Ατατούρκ να μουντζώνει τους λεηλατούντες, φωνάζοντάς τους: «Σικτίρ, μπουνταλάδες! Και πάσχισα τόσα χρόνια να σας βγάλω το φέσι [...]». Βλ. Αγγελετόπουλος, Γ., «Ο ελληνικός τύπος και τα γεγονότα της 6/7 Σεπτεμβρίου 1955», στο Δρίνης, Γ., Σεπτεμβριανά 1955. Η «νύχτα των κρυστάλλων» του ελληνισμού της Πόλης (Αθήνα 1989), σελ. 24-25. «Δύναται δε να λεχθή ότι […] η απελευθέρωσις των Τούρκων από την σκληροτάτην δι’ αυτούς εκπολιτιστικήν πειθαρχίαν εις την οποίαν τους υπέβαλεν ο κεμαλισμός ανταπεκρίνετο ακριβέστερον εις τας δημοκρατικάς αρχάς. Είναι αναμφισβήτητον ότι παρά τους αφορισμούς του Ατατούρκ και τας σκληράς προσπάθειάς του, η μεγάλη πλειοψηφία του τουρκικού λαού παρέμεινε φανατικώς, αντιδραστικώς, μισαλλόδοξως θρησκόληπτος. Ο κ. Μεντερές εχαλάρωσεν αισθητότατα την αντιθρησκευτικήν πολιτικήν του Ατατούρκ […] Όσο και αν τούτο δύναται να φανή παράδοξον εις τους ξένους, η φιλελεύθερος δημοκρατικότης οδηγεί την Τουρκίαν προς την οπισθοδρόμησιν και την αντιδραστικότητα». Χρηστίδης, Χ., Τα Σεπτεμβριανά (Αθήνα 2000), σελ. 248.

38. Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 267. «Και τα “Σεπτεμβριανά” του 1955 αποτελούν ένα μέτρο των καθεστωτικών παραμέτρων για την ολοκλήρωση του σχεδίου της εθνοτικής-δημογραφικής ομοιογενοποίησης της Μ. Ασίας που είχαν αρχίσει οι Νεότουρκοι». Γκιουβέν, Ν., ό.π., σελ. 263-264. «Η ύστερη οθωμανική παράδοση της εχθρότητας απέναντι στις μειονότητες παρέμεινε ζωντανή, και στην πραγματικότητα ισχυροποιήθηκε στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 θα αποδεικνυόταν μια ιδιαίτερα βίαιη προέκταση αυτής της πραγματικότητας». Βρυώνης, Σ., Ο μηχανισμός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 (Αθήνα 2007), σελ. 634.

39. Ο αντικοσμοπολιτισμός και η ταύτιση των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων με την «πέμπτη φάλαγγα» και με μια απειλή που αλλοίωνε τον εθνικό χαρακτήρα αποτελεί διαχρονική «αξία» του τουρκικού εθνικισμού. Από τη δεκαετία του ’50 όμως παρατηρούμε την ενδυνάμωση και διαφοροποίηση από την επίσημη μέχρι τότε εκδοχή του εθνικισμού, ενός λαϊκιστικού-συντηρητικού εθνικισμού που εντός του ψυχροπολεμικού πλαισίου ταυτίζει τις μειονότητες με την αριστερά –διανοούμενους– ελίτ και τις θεωρεί εχθρούς της εθνικής ψυχής. Βλ. Bora, T., “Ekalliyet Yılanları… Türk Milliyetçiliği ve Azınlıklar”, Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce 4 (Istanbul 2002), σελ. 911-918.

40. Έτσι ερμηνεύεται, για παράδειγμα, και η άποψη κάποιων μελετητών που θεωρούν τα «Σεπτεμβριανά» συνέχεια της πολιτικής δημιουργίας μιας τουρκικής/μουσουλμανικής αστικής τάξης. «Όπως και στην περίπτωση του φόρου περιουσίας, με τη βοήθεια των “Σεπτεμβριανών” έπρεπε να εξασθενίσει περαιτέρω ο ρόλος των Αρμένιων, των Ελλήνων και των Εβραίων στην οικονομική ζωή της Τουρκίας και να επισπευσθεί η μεταφορά μη μουσουλμανικής περιουσίας στα χέρια του μουσουλμανικού πληθυσμού». Γκιουβέν, Ν., Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες. Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) (Αθήνα 2006), σελ. 276. Μια τέτοια ερμηνεία όμως ενέχει τον κίνδυνο να ταυτίσει την οικονομική και κοινωνική ισχύ της μη μουσουλμανικής αστικής τάξης των αρχών της δεκαετίας του ’20 με αυτή της δεκαετίας του ’50. Όμως ήδη από τη δεκαετία του ’30, οι μη μουσουλμάνοι αστοί βρίσκονται στο περιθώριο. Ειδικά με το φόρο περιουσίας και το τέλος του Παγκόσμιου Πολέμου οι μη μουσουλμάνοι αστοί δεν κατέχουν πλέον προνομιακή θέση στους νευραλγικούς τομείς της τουρκικής οικονομίας και δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν την εξέλιξη της αστικής τάξης στην Τουρκία. Για το θέμα αυτό βλ.  Keyder, Ç., “Mısır Deneyiminin Işığında Türk Burjuvazisinin Kökeni”, στο Keyder, Ç. (ed.), Memalik-i Osmaniye’den Avrupa Birliği’ne (Istanbul 2003), σελ. 141-179. Από αυτή την άποψη η ύπαρξη μιας «μυστικής ατζέντας» τουρκοποίησης της οικονομίας με τα «Σεπτεμβριανά», αν μη τι άλλο φαντάζει υπερβολική.

41. Βλ. Ντεμίρ, Χ. – Ακάρ, Ρ., Οι τελευταίοι εξόριστοι της Κωνσταντινούπολης (Αθήνα 2004).

Συγγραφή : Μπενλίσοϊ Φώτης (14/3/2008)
Για παραπομπή: Μπενλίσοϊ Φώτης, «Σεπτεμβριανά του 1955», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL:

Ντοκυμαντέρ: Σεπτεμβριανά του 1955 (Νέοι Φάκελοι)