Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ του Ίων Δραγούμη από τις δημοσιεύσεις του στον Νουμά (1907)



Μ Ε Λ Ε Τ Α I
ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ΙΔΑΣ) 2 ΣΕΠΤΕΜΕΡΙΟΥ 1878 — 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
10 άρθρα του στο «Νουμά»


Δημοσιεύτηκε στον αριθ. 274 (16 του Δεκέβρη 1907) του «Νουμά», με υπογραφή: ΙΔΑΣ και με ημερομηνία 26 του Νοέμβρη 1907.  O Παίρνει το Γλωσσικό ζήτημα από τη δική του την άποψη, την εθνικιστική, και πλαταίνοντας τα σύνορά του το αποδείχνει για την κυριώτερη δημιουργική δύναμη μιας καινούριας Ελλάδας.

ΟΙ Έλληνες οι καλλίτεροι, οι πιο ζουμεροί, οι πιο ζωντανοί, είναι όλοι τους δημοτικιστές, ή είναι έτοιμοι να δεχτούνε τη δημοτική. Τι πάει να πει αυτό; Μήπως το ζήτημα το γλωσσικό δεν είναι μόνο γλωσσικό;

Με το να πληθαίνουν κάθε ώρα οι δημοτικιστές, μήπως σημαίνει, πως σιγά-σιγά αλλάζει το μυαλό των Ελλήνων, κι αρχίζει και νοιώθει πράματα που δεν τα ένοιωθε πριν;

Τι γίνεται;

Οι Έλληνες μέρα με την ημέρα γίνονται πραγματικώτεροι, πιο σύμφωνοι με τον εαυτό τους, τον αληθινό, τον τωρινό. Ξεπετιούνται και ξελευτερώνουνται από μερικές βαρειές σκλαβιές, από σιδερένιες φορεσιές που τους κάθισε ο φιλελληνισμός των ξένων, η αρχαιομανία των γραμματισμένων, κι ο βυζαντινισμός των Φαναριωτών ― λαϊκών και παπάδων.

Οι Φιλέλληνες και οι γραμματισμένοι μας είπαν πως είμαστε Περικλήδες, Θεμιστοκλήδες, Σωκράτηδες, Αριστοτέληδες και Σοφοκλήδες. Μας μασκάρεψαν με κράνη και περικεφαλαίες, με δόρατα, σάνταλα, χιτώνες, θώρακες ― όλα χάρτινα και ξύλινα, χρυσωμένα με χρυσόχαρτα κολλημένα. ― Από την άλλη μεριά, η παράδοση κ' οι Φαναριώτες, ενεργούσαν. Αυτοί πάλι έλεγαν: «Θα πάρουμε την Πόλη», «ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς κ' η κόκκινη, μηλιά», «η Αγιά Σοφιά», το βυζαντινό κράτος ― η Μεγάλη Ιδέα.

Οι Φιλέλληνες κ' οι γραμματισμένοι Ρωμιοί έπλασαν και την αντίληψη της μικρής Ελλάδας, εκείνην που έχουν οι Ελλαδικοί σήμερα, τοποθέτησαν την τωρινή Ελλάδα επάνω στην κλασική Ελλάδα, και είπαν: «Τα σύνορά της θα είναι και σύνορά σας, για να είναι η εικόνα σας πανομοιότυπη». Η βυζαντινή παράδοση πάλι, έφτειασε τη φαντασία μιας πολύ μεγάλης Ελλάδας, με κέντρο την Πόλη, ― ξαναδημιούργησε κι ανάστησε τη βυζαντινή αυτοκρατορία στα κεφάλια των Ελλήνων.

Όλ' αυτά πέφτουνε τώρα, γκρεμίζουνται. Με την ελεεινότητα του Ελληνικού κράτους, που μας έκανε κορόιδο, χάσαμε την πίστη μας σ' αυτά που μας έλεγαν οι Φιλέλληνες, οι Γραμματισμένοι και οι Φαναριώτες, και μαζί χάσαμε σκεδόν και την πίστη στον εαυτό μας, στη δύναμη της φυλής μας. Αυτό το τελευταίο είναι κακό μεγάλο, μα είναι η φυσική αντίδραση. Πρέπει να περάσει.

Και τώρα καθένας αγάλι αγάλι ξυπνά και λέει:

«Όσα μας είπαν είναι λοιπόν ψευτιές, θέλουμε μεις αλήθεια. Οι Φιλέλληνες, οι Δασκαλογραμματισμένοι, και οι Φαναριώτες είπανε ψέματα στους γονιούς μας, και επειδή είταν απλοϊκοί άνθρωποι, τους επίστεψαν. Μα εμείς πια δε θέλουμε να γελιούμαστε. Πού είναι η αλήθεια; Δεν ήμαστε Περικλήδες, Σοφοκλήδες και Σωκράτηδες, κάτω οι χάρτινες περικεφαλαίες και τα ξύλινα δόρατα. Αυτά είναι ψευτιές. Δε θα πάρουμε την Πόλη. Πέθανε ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Μεις είμαστε μικροί, ανάξιοι, τιποτένιοι (υπερβολή). Έλα, ας πιάσουμε να δούμε τι έχουμε και δεν έχουμε. Η αρχαία γλώσσα δεν υπάρχει, είναι ψέμα. Το σκολειό που μας μαθαίνει πως υπάρχει, λέει ψέματα. Έπειτα το σχολειό όλο θεωρίες μας
διδάσκει, ενώ μεις θέλουμε πραγματικότητες, θετικά, πραχτικά πράματα. Να κάνουμε πρέπει σκολειά πραχτικά, εμπορικά, επαγγελματικά, που δε θα μας μαθαίνουν άχρηστες γνώσες. Ούτε καιρό γι' αυτές έχουμε ούτε όρεξη. Ο κόπος μας ας πάει αλλού. Γλώσσα θα μεταχειριζόμαστε αυτή που έχουμε και μιλούμε. Αυτή μας σώνει, άλλη δε χρειαζόμαστε. Ό,τι κι αν θέλουμε να πούμε, μ' αυτή θα το λέμε. Όποιος λέει πως μας χρειάζεται άλλη γλώσσα, καλλίτερη, λέει ψέματα. Το κράτος δε θα προκόψει με τα σκολειά και ταρχαία γράμματα. Με το να λέμε και να ξαναλέμε πως ο Περικλής είταν παπούλης μας, και πως είτανε μεγάλος άνθρωπος, δεν πάει να πει πως κ' εμείς είμαστε ή γινήκαμε μεγάλοι. Το κράτος θέλει στρατό και στόλο. Τάλλα όλα είναι κουρουφέξαλα. Ναι, η Μεγάλη Ιδέα είναι φαντασία, και γι' αυτό έπεσε στην υπόληψή μας, αλλά βέβαια μένει η πραγματικότητα ότι πολλά ελληνικά χώματα είναι σκλαβωμένα στον Τούρκο και πρέπει να ξεσκλαβωθούν και να ενωθούν με τη μικρή Ελλάδα. Γιατί ούτε η κλασική Ελλάδα με τα κλασικά της σύνορα (που τα φύλαγε, σαν κέρβερος, ο στενόμυαλος Δημοστένης), είναι κανένα πρότυπο για τη σημερινή Ελλάδα, ούτε πάλε η απέραντη βυζαντινή αυτοκρατορία, με τα αναρίθμητα έθνη της, μπορεί να γίνει παράδειγμα για μια τωρινήν Ελλάδα. Η δική μας η τωρινή Ελλάδα θέλει σύνορα εκεί που τελειώνει η Ελληνική φυλή. Για να φτειαστεί η Ελλάδα αυτή, χρειάζεται να δουλέψουμε. Η ελευτεριά δεν πέφτει από τον ουρανό σαν το μ ά ν α. Τι, περιμένουμε; Από τ ώ ρ α πρέπει ναρχίσουμε να δουλεύουμε, δούλοι κ' ελεύτεροι, για να ενωθεί η φυλή μας σ' έ ν α κράτος. Μα και οι νόμοι και τα συστήματα, που μας φόρτωσαν εμάς τους Ελλαδίτες, οι πρώτοι και κατοπινοί μας νομοθέτες ― νομοθέτες θεότυφλοι, ― είναι στραβά κι ανάποδα. Σύντριψαν την αυτοδιοίκηση, που ύπαρχε χιλιάδες χρόνια, και μας έντυσαν με ρούχα που δε μας έρχονται. Για, ας ανοίξουμε τα μάτια μας να δούμε. Όταν ήρθαν και μας πλάκωσαν οι βαυαρέζικοι κι άλλοι νόμοι, τι είχαμε; Είχαμε, κοινότητες και τοπική αυτοδιοίκηση. Ας δοκιμάσουμε, τώρα που ανοίξαμε τα μάτια μας, να ξαναφτειάσουμε κείνο, που έτσι αστόχαστα κλωτσοπατήσαμε τότε. Ας αφήσουμε να ξαναφυτρώσουν μονάχες τους οι κοινότητες….»

Κ' έτσι και σ' όλα τάλλα. Η γλωσσική αλλαγή φέρνει κι άλλα κρυφά κουσούρια ― χρυσά κι ατίμητα κουσούρια ― σ' όποιον την παθαίνει. Η δημοτική γλώσσα είναι μιαν αρρώστια ― χρυσή και αξιαγάπητη αρρώστια που δεν έρχεται μονάχη, παρά φέρνει μαζί της χίλια μύρια καλά, σέρνει σωρούς κι αρμαθιές τις ιδέες, τις αντίληψες, τα φώτα, τις σκέψες, τα αισθήματα, ― καινούρια, δροσερά, ανοιξιάτικα, και τι όμορφα! Τέτοια είναι, που μόνο να τα συγκρίνεις με τους σωρούς και τους μεγαλόπρεπους όγκους της αρχαιοπρέπειας των περασμένων γενεών, αμέσως διαγνώνεις πως τούτα είναι ψ ό φ ι α, ενώ τα σημερινά είναι ζ ω ν τ α ν ά. Και αν θέλει ρώτημα, τι είναι καλλίτερο απ' τα δυο, η ζωή γιά η ν έ κ ρ α, ας βρεθεί κανείς να πει πως καλλίτερα έχει τη νέκρα, την αρχαιόπρεπη, κι ας έρθει εδώ μπροστά μου να το μολογήσει ― να τον ονομάσω ευτύς κ' ήσυχα ― ήσυχα «Ψ ο φ ί μ ι! ».

Να πώς το γλωσσικό ζήτημα δεν είναι ξερά ξερά γλωσσικό ζήτημα, παρά είναι κοινωνικό ζήτημα.

Πιστεύω πως οι άνθρωποι που θα πρωτοστατήσουν στο έθνος μας, σε τούτης τη γενιά ― δηλαδή στη γενιά που φύτρωσε ύστερα από το 1897, ― θα είναι όλοι ή δημοτικιστές δηλωμένοι, ή έτοιμοι για να δεχτούν τη ζωντανή, τη δημοτική γλώσσα.

Μ Ε Λ Ε Τ Α I

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ΙΔΑΣ) 2 ΣΕΠΤΕΜΕΡΙΟΥ 1878 — 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920
10 άρθρα του στο «Νουμά»

ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ Δ. Π. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟ
ΕΚΔΟΣΗ "ΤΥΠΟΥ„ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 3, ΑΘΗΝΑΙ

ΤΟΥ βιβλίου αυτού τυπώθηκαν εκατό αντίτυπα σε χαρτί χειροποίητο ολλανδικό, αριθμημένα στο πιεστήριο.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων : Κυριάκου Σιμόπουλου



Η λεηλασία και καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων
Κυριάκου Σιμόπουλου

...μικρό απόσπασμα από το βιβλίο

«Το τραγικότερο θύμα των πολέμων και των κάθε λογής επιδρομών υπήρξαν τα κλασσικά μνημεία και έργα τέχνης και κυρίως η Ακρόπολη. Στον τρίτο αιώνα μ.χ., κατά την εισβολή των Γότθων και Ερούλων (το 267) στην Ελλάδα, αφανίσθηκαν πολλά αρχαία κτίρια και καλλιτεχνήματα. Οι Ερούλοι, γερμανικό φύλο, κατά τη διάβαση του Αιγαίου, κατέστρεψαν το Ηραίο της Σάμου. Λεηλάτησαν την Αθήνα, την Κόρινθο και την Ολυμπία. (Renate Tolle, Die antike Stadt Samos, Mainz 1969, 6. Από αυτή την επιδρομή άρχισε ο αφανισμός των μνημείων της Ολυμπίας. Για να αντιμετωπισθούν οι εισβολείς υψώθηκε τείχος μεταξύ του ναού του Διός και της νότιας στοάς. Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη άλλων μνημείων.) Το 395 οι Βησιγότθοι του Αλάριχου κατέστρεψαν το τείχος του ιερού της Ελευσίνας. Το 473 θα αφανισθούν πολλά μνημεία κατά την εισβολή των Οστρογότθων στη Μακεδονία. Οι βάρβαροι, ωστόσο, δεν κατόρθωσαν να καταλάβουν την Ακρόπολη Αθηνών. Οι αρχιτεκτονικοί θησαυροί της θα παραμείνουν ανέπαφοι σχεδόν ως την πτώση του Βυζαντίου. Το 1458, πέντε χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, η φραγκοκρατούμενη Ακρόπολη πολιορκείται επί μια διετία από δυνάμεις του Ομάρ Πασά. Και κατά τον Γερμανό ιστορικό Γρηγορόβιο «υπέστη άπαντα τα δεινά της υπό των βαρβάρων κατακτήσεως επειδή η καρτερική άμυνα εξήγειρε την μανίαν των γενιτσάρων».

Ο Παρθενών, το θαυμαστότερο αρχαίο μνημείο, θα παραμείνει ακέραιο επί 21 περίπου αιώνες. Αλλά στις 26 Σεπτεμβρίου 1687, κατά την πολιορκία των οχυρωμένων στην Ακρόπολη Τούρκων από τους μισθοφόρους των Βενετών – με αρχιστράτηγο τον Μοροζίνι – βλήμα πυροβόλου διατρυπά τη στέγη του ναού όπου είχαν εναποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Ο ναός καταρρέει.


Μηχανικοί του στρατού είχαν διανοίξει υπονόμους για την ανατίναξη του βράχου και την ισοπέδωση των τειχών και των μνημείων. Τη λύση όμως έδωσε το κανόνι. Προηγουμένως είχε ανατιναχθεί ένα τμήμα των Προπυλαίων όπου επίσης υπήρχε αποθήκη πυρίτιδος. Δεν ήταν τυχαία η καταστροφή του Παρθενώνος. Ένας Τούρκος λιποτάκτης έδωσε στον Μοροζίνι την πληροφορία ότι ο ναός ήταν κατάμεστος από εκρηκτικές ύλες. Προτίμησαν οι Οθωμανοί αυτόν τον χώρο για τα πυρομαχικά γιατί, όπως γράφει ο μισθοφόρος Γερμανός αξιωματικός Sobjevolski, πίστευαν ότι οι Ευρωπαίοι πολιορκητές θα απέφευγαν «από σεβασμό» να πλήξουν το αρχαίο μνημείο. Ακριβώς γι’ αυτό οι Τούρκοι αξιωματούχοι είχαν καταφύγει στον ναό για προστασία και ασφάλεια.

Αμέσως μετά την έκρηξη κατέρρευσαν, μαζί με τη στέγη, έξι κίονες της νότιας πλευράς, οχτώ της βόρειας ενώ στην ανατολική απέμεινε μόνο ένας. Κατέπεσαν επίσης τα τρία πέμπτα των αναγλύφων της ζωφόρου. Οι κίονες παρέσυραν τα επιστύλια, τις μετόπες και τα τρίγλυφα. Ξέσπασε και πυρκαγιά που κράτησε 24 ώρες και ολοκλήρωσε την καταστροφή.

Σύμφωνα με έκθεση της Αρχαιολογικής Εταιρίας (21 Μαΐου 1842) η βόμβα «ανήψε την πυρίτιδα και τρομερά έκρηξις εκλόνισε το αρχαίον οικοδόμημα μέχρι των θεμελίων αυτού και αμφότεραι οι πλευραί του, τοίχοι και στήλαι, κατέπεσαν και τα πλείστα των αναγλύφων της τε ζωφόρου και των μετοπών και αετωμάτων κατεκρημνίσθησαν και ετάφησαν υπό σωρόν ερειπίων». (Πρακτικά της ΣΤ’ γενικής συνεδριάσεως της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, τη 12η Μαΐου 1846, σ. 146 κ.ε. Η αυτόπτης της καταστροφής Anna Akerhjem, συνοδός της συζύγου του otto Kunigsmark, διοικητή της πολιορκίας, έγραφε στο ημερολόγιό της «Ο κόσμος δεν θα ξαναδημιουργήσει τέτοιο αριστούργημα» (Diary and Letters)).

O Μοροζίνι είχε αποφασίσει, μετά τη «νίκη» του, να συνεχίσει τις προσπάθειες για την ανατίναξη της Ακρόπολης με υπόγειες στοές ώστε να αχρηστευθεί εντελώς το φρούριο. Αλλά δεν είχε χρόνο – έπρεπε να κινηθεί το στράτευμα κατά του Ευρίπου – και έλειπαν τα αναγκαία τεχνικά μέσα.

Νέες συμφορές θα υποστούν τα αθηναϊκά μνημεία κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Στις δύο πολιορκίες της Ακρόπολης – η πρώτη το 1822 από τους Έλληνες, η δεύτερη το 1826 από τους Τούρκους – οι εμπόλεμοι συναγωνίζονται, με τους βομβαρδισμούς, στον αφανισμό των σεπτών λειψάνων της αρχαιότητας.

Μετά την επανάσταση των Αθηναίων οι Τούρκοι κατέφυγαν στην Ακρόπολη όπου δέχονταν καταιγισμό βομβών. Κανόνια από το λόφο του Φιλοπάππου, τον Άρειο Πάγο, το Θησείο και την Πύλη του Ανδριανού εξαπέλυαν κατά του φρουρίου χιλιάδες «τόπια» γκρεμίζοντας ή τραυματίζοντας τα μνημεία. Ο πόλεμος δεν αφήνει περιθώρια για πολιτιστικούς συναισθηματισμούς. Ο κίνδυνος ζωής, η ανάγκη, το μίσος, η οργή, η αυτοπροστασία εξαγριώνουν, τυφλώνουν, αποθηριώνουν. Τα μνημεία που κατακρημνίζονται, τα έργα τέχνης που θρυμματίζονται δεν προκαλούν ηθικές αναστολές. Η καταστροφή του αντιπάλου με όλα τα μέσα, η σωτηρία των μαχητών που απειλούνται με θάνατο κυριαρχούν σε κάθε πολεμική σύγκρουση.

Η επαναστατική κυβέρνηση έστειλε στην Αθήνα (Μάρτιος 1822) ομάδα ξένων εθελοντών με επικεφαλής τον Γάλλο συνταγματάρχη του πυροβολικού Olivier Voutier για τον συντονισμό του βομβαρδισμού. Ο υπουργός του Πολέμου Ιω. Κωλέττης, σε έγγραφό του προς τον διοικητή της αποστολής, τον καλεί με υποκρισία, ελαφρότητα και αναίδεια να φροντίσει ώστε οι μπάλες των κανονιών να μη βλάψουν τα μνημεία «και κυρίως τον Παρθενώνα»! Και προσθέτει: «Συνιστούμε στην αγάπη σας προς το ωραίον τα αριστουργήματα των προγόνων μας». Ωσάν να ήταν δυνατόν η χάλαζα των βομβών που έπεφτε νυχθημερόν σε ένα τόσο μικρό εμβαδόν κατάμεστο από αρχαιότητες να στοχεύει αποκλειστικά και με ακρίβεια τις κεφαλές των Τούρκων. Ανέξοδη επίδειξη ψευδοαρχαιολατρίας ενός εξαχρειωμένου πολιτικού – πρώην έμπιστου του Αλή πασά.

Και ιδού το αποτέλεσμα. Η πυροβολαρχία του Voutier κατέστρεφε τα μνημεία χωρίς να βλάπτει τους Τούρκους. Οι απώλειες τους κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ήταν μια γριά Αράπισσα σκλάβα. Ποιος αναλογιζόταν τον Παρθενώνα σε ώρα εξοντωτικού πολέμου; Οι Αθηναίοι που έβλεπαν τη φθορά των αρχαιοτήτων από τα ελληνικά κανόνια έλεγαν στον Γάλλο αξιωματικό: «Στην ανάγκη θα θυσιάσουμε τα μνημεία των προγόνων για να πετύχουμε την ελευθερία που θα αναστήσει τους Καλλικράτες μας».

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι γκρέμιζαν τους κίονες των ναών και κυλούσαν τους σπονδύλους από το τείχος πάνω στα ελληνικά οχυρώματα. Οι Έλληνες έσκαβαν λαγούμια, τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν σεισμικές εκρήξεις. Οι Τούρκοι θρυμμάτιζαν τα μάρμαρα των αρχαίων ναών, αφαιρούσαν τους γόμφους, τον συνδετικό μόλυβδο, και τον έλιωναν για την κατασκευή βλημάτων. Οι Έλληνες πολιορκητές κατέστρεφαν τα αρχαία υδραγωγεία για τον ίδιο σκοπό.

Πονούσαν οι Έλληνες αγωνιστές για την κατερείπωση των μνημείων από τους βομβαρδισμούς. Αποτελούν όμως γελοίο και χονδροειδές μυθολογήματα τα περί προσφοράς στους πολιορκημένους Τούρκους 4000 οκάδων μολυβιού για να παρασκευάσουν βόλια και να μη γκρεμίζουν και κατασυντρίβουν τους κίονες! Αυτό το ψεύδος αναφέρεται συχνά σε εθνικούς πανηγυρικούς και σε σχολικά βιβλία. (Και ο Κωλέτης, ο «λάτρης» των αρχαιοτήτων; Στις 4 Απριλίου 1822 εκφράζει με επιστολή στον Voutier την ευαρέσκειά του για την ολέθρια δράση του πυροβολικού. «Παρά τις βόμβες με τις οποίες τους κεραυνοβολείτε – τους αρχαίους ναούς, όχι τους Τούρκους! – οι εχθροί δεν δέχονται να συνθηκολογήσουν. Ελπίζουμε ωστόσο..»

Το 1822 οι Επαναστάτες που πολιορκούσαν την Ακρόπολη έβλεπαν με σπαραγμό τα τόπια των ελληνικών κανονιών να αφανίζουν τα μάρμαρα των μνημείων. Το 1826, πολιορκημένοι οι ίδιοι, έπασχαν αντικρύζοντας τις φθορές που προκαλούσε στα λείψανα των αρχαίων ναών το τουρκικό πυροβολικό. Αλλά και οι μπάλες των ελληνικών κανονιών από το φρούριο κατεδάφιζαν τα γύρω αθηναϊκά μνημεία, αρχαία και βυζαντινά. Διαβάζουμε στο ημερολόγιο του αυτόπτη αγωνιστή της φρουράς Νικ. Καρώρη: «21 Ιουλίου 1826. Με θλίψιν μας παρατηρούμεν να κτυπούν διάφοροι βόμβαι εις τον Παρθενώνα, εις το Πανδρόσιον και λοιπάς αρχαιότητας του φρουρίου και να βλάπτουν οπωσδήποτε αυτάς. Ομοίως και το μνημείον του Φιλοπάππου εις το Μουσείον κατακτυπιέται και αυτό από σφαίρας κανονίου από το φρούριον.. 22 Οκτωβρίου 1826. Εδούλευε κατά το σύνηθες το μικρόν εχθρικόν κανόνι, σκοπεύει δε πάντοτε το εδικόν μας κανονοστάσιον έμπροσθεν του μεγάλου Ναού, και αι σφαίραι κτυπούν αι περισσότεραι και συντρίβουν τα μάρμαρα του κτιρίου.. 23 Νοεμβρίου. Το δειλινόν ο εχθρός έρριψεν ολίγες κανονιές με το μικρόν του κανόνι κατά της ντάπιας του Ναού αι δε σφαίραι κτυπούν όλαι κατά δυστυχίαν εις τας στήλας του Ναού».

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι γκρέμιζαν το 1822 από την Ακρόπολη σπονδύλους κιόνων του Παρθενώνος στα ελληνικά οχυρώματα. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι πολιορκημένοι Έλληνες το 1826. Χρησιμοποιούσαν τα μάρμαρα ως βόμβες. Η ιδέα ήταν του Γάλλου τυχοδιώκτη Φαβιέρου που θεωρείται «μέγας φιλέλλην». Γράφει ο Καρώρης στο ημερολόγιο του (10 Δεκεμβρίου 1826): «Συνέλαβε την ιδέαν να κατασκευάση εις είδος βόμβας εν ολόκληρον κομμάτι στήλης του Παρθενώνος τρυπώντας το αρκετά εις την μέση και γεμίζοντάς το από βαρούτην και γρανάτες, να το ρίψη από τα τείχη του φρουρίου κάτω εις τα πλησίον οσπίτια όπου στέκουν οι Τούρκοι, δια να τους προκαλέση ανέλπιστον τρόμον». (Ο Ελβετός εθελοντής Em. Hahn που βρισκόταν στην Ακρόπολη κατά την πολιορκία του 1826-1827 γράφει στο χρονικό του πως σε μια μόνο μέρα έπεσαν στο κάστρο 530 βόμβες. «Καταστράφηκαν πολλά από τα θαυμαστά έργα της κλασσικής αρχαιότητας»)

Ο Φαβιέρος παραγέμισε με εκρηκτικά τρεις σπονδύλους. Και επειδή σχεδίαζε να εγκαταλείψει την Ακρόπολη μαζί με το τμήμα των ξένων εθελοντών, «εστοχάσθη», για να διασχίσει ακίνδυνα τις εχθρικές γραμμές, «να ρίψη πρώτον τα τρία κομμάτια της στήλης τα οποία εγέμισε με βαρούτην και βόμβας.. Αυτάς έμελλε να τας ρίψη από την ανατολικήν δεξιάν γωνίαν του φρουρίου, δια να κυλήσουν εις τα πλησιάζοντα οσπίτια της πόλεως και την εκκλησίαν της αγίας Παρασκευής και με το σκάσιμόν των να προξενήσουν τρόμον εις τους Τούρκους, και τότε να λάβη την ευκαιρίαν να περάση το σώμα».

Ένας από τους σπονδύλους θα ριχτεί από τα τείχη στις 31 Ιανουαρίου 1827. Και ένας άλλος στις 4 Φεβρουαρίου. «Η πέτρα έπεσεν εις τα οσπίτια της πόλεως κατά την αγίαν Παρασκευήν και εξερράγη ως βόμβα. Εις τους Τούρκους έδωκε τρόμον». Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της καταστροφής των κιόνων. Να προκαλέσει στιγμιαίο πανικό στους εχθρούς!..

Στις καταστροφές των μνημείων κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αναφέρεται και ο Τύπος του Αγώνα. «Το αδιάκοπον πυρ του εχθρού κατά της Ακροπόλεως αφανίζει καθ’ εκάστην και ό,τι ακόμη εφείσατο ο πανδαμάτωρ χρόνος και η πολυχρόνιος βαρβαρότης, των αρχαίων λαμπρών και μεγαλοπρεπών λειψάνων της προπατορικής μεγαλουργίας. Τα Προπύλαια, ο Παρθενών, ο ναός του Ποσειδώνος και του Ερεχθέως κατασυντρίβονται αδιακόπως και τα μεγαλοπρεπή λείψανα του εκτός της Ακροπόλεως θεάτρου είναι κίνδυνος μη αφανισθώσι δι’ υπονόμου εχθρικού. Τι δε πάσχουσιν αι κατά την πόλιν σεβάσμιαι αρχαιότητες παρά των βαρβάρων χειρών, ημπορεί έκαστος να συμπεράνη».

Οι τουρκικοί βομβαρδισμοί των αρχαίων μνημείων στην Ακρόπολη είχαν προκαλέσει συγκίνηση και οργή στην ευρωπαϊκή Κοινή Γνώμη. (Το ανομολογεί ο ίδιος ο Τούρκος αρχιστράτηγος Κιουταχής σε αναφορά του προς την Πύλη: «Τούτο το φρούριον (η Ακρόπολη), επειδή είναι τόπος παλαιότατος, και παλαιόθεν εβγήκαν εξ αυτού του τόπου πολλοί περιβόητοι φιλόσοφοι και τα οποία έχει έργα τέχνης προκαλούν θαυμασμόν εις τους πεπαιδευμένους Ευρωπαίους δια τούτο όλοι οι Ευρωπαίοι και τα λοιπά έθνη των απίστων θεωρούσι το φρούριον τούτο ως ίδιαν αυτών οικίαν· και επειδή το νομίζουσιν ως προσκυνητήριον τόσον οι Ευρωπαίοι, καθώς και τα λοιπά έθνη των απίστων, των ονομαζομένων χριστιανών, το υπερασπίζουσι» (Διον. Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών κατά των υπέρ ελευθερίας Αγώνα, Εν Αθήναις 1853, σ. 159-160)). Και οι κυβερνήσεις των Δυνάμεων καλούν διαμέσου των πρεσβευτών τους στην Κωνσταντινούπολη την Πύλη να λάβει μέτρα προστασίας των αθηναϊκών αρχαιοτήτων. Ήταν μια ακόμα υποκριτική και δημαγωγική πρωτοβουλία. Θα τους μιμηθεί, με την ίδια πανουργία, ο βεζύρης της βούλλας προστάζοντας τον Κιουταχή που πολιορκούσε την Ακρόπολη να λάβει μέτρα σωτηρίας των καλλιτεχνικών θησαυρών! (Τη διαταγή απέδωσε ο Αυστριακός πρόξενος Gropius). Ποια μέτρα; Κάθε μέρα εκατοντάδες εκρήξεις ανάμεσα στα μνημεία σκόρπιζαν τον όλεθρο. Γκρέμιζαν, θρυμμάτιζαν, ακρωτηρίαζαν, τραυμάτιζαν τα μάρμαρα. Κανείς, ωστόσο, δεν ζητούσε τη διακοπή των βομβαρδισμών και τη λύση της πολιορκίας. Χυδαίο το φιρμάνι του βεζύρη, γράφει ο Thomas Gordon. «Για να προστατευθούν τα μνημεία έπρεπε να διαταχθεί από τον σουλτάνο η διακοπή των βομβαρδισμών».

Η Πύλη επιθυμούσε απλώς να ικανοποιήσει τα φαρισαϊκά διαβήματα των φίλων και προστατών της. Και το επιχειρούσε με τους ίδιους θεατρινισμούς. Ο σερασκέρης, φυσικά, θα αγνοήσει τη «διαταγή» και θα επιταχύνει τις προπαρασκευές για ανατίναξη της Ακρόπολης με διαμπερή υπόνομο. Όλες οι ως τότε απόπειρες με τη διάνοιξη λαγουμιών και τη συσσώρευση χιλιάδων οκάδων εκρηκτικών υλών είχαν αποβεί άκαρπες. (Σε μια υπόνομο που ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο του 1826 οι Τούρκοι τοποθέτησαν 2.800 οκάδες μπαρούτη. «Ήσαν δε τόσον βέβαιοι». Γράφει ο Σουρμελής, «εις την επιτυχίαν της υπονόμου, ώστε ήσαν της γνώμης οι πάντες ότι το ήμισυ του φρουρίου θέλει κατακυλισθή εις την έκρηξιν· διό και πολλοί από την πόλιν εξήλθον, μήπως καταπλακωθώσιν από τας πέτρας»). Οι εκρήξεις εκτονώνονταν από τα «αντιλαγούμια», πηγάδια βαθειά, που άνοιγαν οι Έλληνες αγωνιστές κοντά στις τουρκικές υπονόμους. («Ο ημέτερος προνοητικός υπονομοποιός», γράφει ο Σουρμελής, «προλαμβάνει και διατάττει να σκαρώσι περί την εχθρικής υπόνομον λάκκοι πολλοί και βαθείς, 12 τον αριθμόν και το βάθος των οργυιών εννέα». Και το αποτέλεσμα: Έβαλαν φωτιά οι Τούρκοι στο λαγούμι, «η πυρίτις εξεκάη άπασα αι δε φλόγες, αναπηδήσασαι έξω των 12 λάκκων, κατελάμπρυναν τον ορίζοντα.. Σημειούσθω ότι εις την έκρηξιν της υπονόμου εσείσθη η Ακρόπολις».

Τον Οκτώβριο του 1826 ο Κιουταχής ενημερώνει τον βεζύρη για το σχέδιο των τεχνικών του να ανατινάξουν την Ακρόπολη: «Τινές ειδήμονες με επληροφόρησαν ότι αν είχα εδώ τους μεταλλουργούς τους όντας εις Σκόπιαν, ηθέλαμεν τρυπήσει πέραν και πέραν (διαμπάξ) το φρούριον των Αθηνών δι΄υπονόμου. Διό και έστειλα επίτηδες πεζόν να φέρω δέκα απ’ αυτούς. Αυτοί δε υπεσχέθησαν να φθάσουν εις Αθήνας εις διάστημα 18 ημερών».

Ανοίγουν υπονόμους οι Τούρκοι για να «αναποδογυρίσουν» την Ακρόπολη, ανοίγουν και οι πολιορκημένοι λαγούμια για να «ξεθυμάνουν» οι εκρήξεις. Οι ανατινάξεις, ωστόσο, προκαλούν επικίνδυνες δονήσεις στον βράχο. Γράφει ο Σορμελής για την πυροδότηση ελληνικής υπονόμου: «Ο σεισμός διεδόθη εις τα πέριξ, ώστε εσείσθη ολίγον η Ακρόπολις».

Από τον πόλεμο των λαγουμιών ξεθεμελιώνονται και βυζαντινές εκκλησίες της περιοχής. Τον Αύγουστο του 1826 οι Έλληνες ανοίγουν υπόνομο κάτω από την εκκλησία τους Αγίου Γεωργίου του Αλεξανδρινού, προχωρημένη θέση της αμυντικής περιμέτρου. Κι’ όταν οι Τούρκοι εξορμούν για να καταλάβουν τον ναό και να ζυγώσουν στο κάστρο πυροδοτούνται τα εκρηκτικά. «Αφού επυροβόλησαν (οι Τούρκοι) ικανώς εναντίον των αποκλειομένων», αφηγείται ο Σουρμελής, «.. μετ’ αλαλαγμού επιπίπτουσι· ημείς δε... αφού επλησίασαν εις τον ναόν, οι εν αυτώ ημέτεροι, προσποιούμενοι δειλίαν, έφυγον ευθύς. Αφού δε εισήλθον εις τον ναόν οι εχθροί και ίσταντο πολλοί έξωθεν, βάλλομεν πυρ εις την υπόνομον και εν τω άμα αναστρέφεται ο ναός, συνθαπτομένων πάντων εν αυτώ». Και ο Μακρυγιάννης: «Και πήγαν εις τον αγέρα η εκκλησία και οι Τούρκοι όλοι».

Αλλά δεν επιχειρεί μόνο ο Κιουταχής να ανατινάξει την Ακρόπολη. Και οι αρχηγοί των πολιορκημένων αντιμετωπίζουν, σε περίπτωση εξόδουμ την καταστροφή του φρουρίου για να μη χρησιμοποιηθεί από τους Τούρκους. Κατά τη συνέλευση των διοικητών – 10 Μαρτίου 1827 – έγινε δεκτή, όπως γράφει ο αυτόπτης Καρώρης στο ημερολόγιό του, πρόταση του υπονομοποιού Κώστα Λαγουμιτζή «να κατασκευασθούν τρεις υπόνομοι, μία εις την τάμπιαν του νερού, μία εις τον πύργον και μία εις τον μεγάλον προδέκτην εις τα μαγαζιά (αποθήκες), αι οποίαι να είναι έτοιμοι, εάν κάμη χρείαν να παραιτήσωμεν το φρούριον, να το βλάψωμεν κατ’ αυτόν τον τρόπον με αυτάς, ώστε να μη ωφεληθή πολύ ο εχθρός μετά την κυρίευσίν του. Η συνέλευσις απεδέχθη την πρότασιν και απαφασίσθη να βιασθή το δούλεμα της βαρούτης, να γίνεται περισσοτέρα και τα αθηναϊκά σώματα να δώσουν κατ’ αναλογίαν τους αναγκαίους ανθρώπους εις το να αρχίση την εργασίαν των υπονόμων ο Κώστας καθώς αυτός γνωρίζει.

Αν δεν γινόταν συνθήκη για την έξοδο της φρουράς και πραγματοποιόταν το σχέδιο των αρχηγών θα ανατινάσσονταν από τους τρεις υπονόμους όλα τα μνημεία. Είναι αλήθεια ότι οι πολιορκημένοι αγωνιστές είχαν πλήρη συνείδηση της ολοκληρωτικής καταστροφής που απειλούσε τα λείψανα του προγονικού πολιτισμού. Έδειξαν ηρωισμό και αυταπάρνηση μ’ όλο που αποδεκατίζονταν από τους βομβαρδισμούς, τις στερήσεις και τις κακουχίες. Απέρριψαν τη «διαταγή» του Άγγλου «αρχιστράτηγου» Τσωρτς για συνθηκολόγηση και ασφαλή έξοδο – «σας διατάττω να ακολουθήσετε την ρηθείσαν συνθήκην» [30 Απριλίου 1827] – και απάντησαν αυθημερόν: «Είμεθα Έλληνες αποφασισμένοι ν’ αποθάνωμεν ή να ζήσωμεν ελεύθεροι. Ο Κιουταχής αν θέλη τα άρματά μας, ας έλθη, αν είναι άξιος, να τα πάρη με την δύναμιν».

Τελικά δέχτηκαν τη συνθήκη της εξόδου «δια να σώσωμεν, ει δυνατόν, τα σωζόμενα ενταύθα λείψανα των θαυμαζομένων αρχαιοτήτων, έργα των αειμνήστων πατέρων μας.. Όθεν, ας είναι πεπεισμένη η Διοίκησις, ότι χάριν των πολυποθήτων και πολυτιμήτων λειψάνων της αρχαιότητος και χάριν της ελληνικής δόξης και τιμής θέλομεν ανθέξει μέχρις εσχάτης δυνάμεως εναντίον παντός αντιπολεμούντος δεινού».

Και αν χαθεί κάθε ελπίδα; Αν το έθνος δεν μπορέσει να βοηθήσει τους πολιορκημένους; «Τότε θέλει δοθή το πυρ εις το Φρούριον και ας συναπολεσθώσι μεθ’ ημών και αυτά τα πολύτιμα της αρχαιότητος έργα». (Επιστολή των οπλαρχηγών προς τη Διοίκηση). Την άποψη αυτή είχε διατυπώσει λίγους μήνες πριν ο Μακρυγιάννης σε συνομιλία του με τον Γκούρα στην Ακρόπολη: «Και όταν έρθουν οι Τούρκοι και δεν μπορούμεν ν’ ανθέξωμεν βάνομεν φωτιά, και τον Σερπετζέ (το «παρατείχισμα» από το θέατρο του Διονύσου ως το θέατρο του Ηρώδη) στέλνομεν εις τον αγέρα και τους Τούρκους που θάναι εκεί. Και μ’ αυτόν τον τρόπον πηγαίνομεν πολεμώντας ως μέσα εις τον ναόν (στον Παρθενώνα) κι’ εκεί κάνομεν γενικόν λαγούμι και πάμε στον αγέρα κι’ εμείς και οι Τούρκοι και ο ναός». Και ο Μακρυγιάννης ήταν ο πιο συνειδητός λάτρης και πρόμαχος των αρχαιολογικών θησαυρών.

Ο πόλεμος και οι συνέπειές του, ο κίνδυνος ζωής και οι σκοπιμότητες είναι οι χειρότεροι εχθροί του πολιτιστικού πλούτου. Το είχε επισημάνει ο Κικέρων: «Οι νόμοι σιωπούν σε ώρα πολέμου». Και όχι μόνο οι νόμοι του κράτους. Σιγούν και οι ηθικοί νόμοι, γραπτοί και άγραφοι.»

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Pablo Picasso - Documentary



Ο Πάμπλο Ντιέγκο Χοσέ Φρανσίσκο ντε Πάουλα Χουάν Νεμοπουσένο Μαρία ντε λος Ρεμέντιος Σιπριάνο ντε λα Σαντίσιμα Τρινιντάντ Ρουίς αϊ Πικάσο ή απλά Πάμπλο Πικάσο (25 Οκτωβρίου, 1881 - 8 Απριλίου, 1973) ήταν και είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ου αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης.

Βιογραφία

Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ υ Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεζ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.

Γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του « επιστήμη και συμπόνοια» όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του , έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε « ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα ». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ.,του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.
Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1889 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, έιχε παχύνει, έιχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο ( από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).
Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.

Έργο

Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:
Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.
Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.
Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.
Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.
Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του '20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.

Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ' όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας "Je suis aussi un poète", δηλαδή "είμαι κι εγώ ένας ποιητής". Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d' Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.
Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκουέρνικα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.
Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του. Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγο του Ζακλίν στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.
Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby).
κείμενο από wikipedia

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΠΑΖΑΡΙ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2012


ΠΑΖΑΡΙ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2012

25 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 2012

Ένα 20ήμερο γεμάτο βιβλία στη HELEXPO (Πύλη Χ.Α.Ν.Θ.)

  


Μετά από 17 χρόνια λειτουργίας στην Αθήνα (πλατεία Κλαυθμώνος) το ΠΑΖΑΡΙ  ΒΙΒΛΙΟΥ για 20 ημέρες διοργανώνεται για πρώτη φορά και στην Θεσσαλονίκη.

Από Πέμπτη 25 Οκτωβρίου έως και Τρίτη 13 Νοεμβρίου στην ΗΕLEXPO(πύλη Χ.Α.Ν.Θ.)
καθημερινά Σάββατα και Κυριακές από τις 10:00 το πρωί μέχρι τις 22:00 το βράδυ.

Σ’ ένα τεράστιο, καλαίσθητο και λειτουργικό περίπτερο ενιαίο για όλους τους εκδότες,
500.000 βιβλία 150 εκδοτών με εκπτώσεις που ξεκινούν από 70%.

Οι τιμές των βιβλίων αρχίζουν από 0,50 λεπτά.

 Για 20 ημέρες μια μοναδική ευκαιρία να επιλέξει κανείς βιβλία όλων των κατηγοριών για όλες τις ηλικίες στο μεγαλύτερο και πιο οργανωμένο παζάρι βιβλίου.

ΤΟ 70% ΤΩΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΧΕΙ ΤΙΜΗ ΠΩΛΗΣΗΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ 3 ΕΥΡΩ.
ΤΟ 90%  ΤΩΝ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ 5 ΕΥΡΩ.

Μια μοναδική ευκαιρία για όλους τους κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας να βρουν βιβλία σε ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ χαμηλές τιμές.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Το Παζάρι Βιβλίου Θεσσαλονίκης από 25 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 2012, θα λειτουργεί καθημερινά από τις 10:00 το πρωί μέχρι τις 22:00 το βράδυ.


ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ:
Την εκδήλωση διοργανώνουν Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΚΔΟΤΩΝ ΒΙΒΛΙΟΥ (Σ.ΕΚ.Β.)και ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΚΔΟΤΩΝ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (Σ.ΕΚ.Β.Ε.).

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Κωνσταντίνος Καβάφης «Ἀς Φρόντιζαν»


Κωνσταντίνος Καβάφης «Ἀς Φρόντιζαν»

Κατήντησα σχεδόν ἀνέστιος καί πένης.
Αὐτή ἡ μοιραία πόλις, ἡ Αντιόχεια
όλα τά χρήματα μου τά ‘φαγε:
αυτή ἡ μοιραία μέ τόν δαπανηρό της βίο.

Ἀλλά εἶμαι νέος καί μέ ὑγείαν ἀρίστην.
Κάτοχος τῆς ἑλληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Ἀριστοτέλη, Πλάτωνα∙
τί ρήτορας, τί ποιητάς, τί ὅ,τι κι ἄν πεῖς).
Ἀπό στρατιωτικά ἔχω μιάν ἰδέα,
κ’ ἔχω φιλίες μέ ἀρχηγούς τῶν μισθοφόρων.
Εἶμαι μπασμένος καμπόσο καί στά διοικητικά.
Στην Ἀλεξάνδρεια ἔμεινα ἕξι μήνες, πέρσι∙
κάπως γνωρίζω (κ’ εἶναι τοῦτο χρήσιμον) τά ἐκεῖ:
τοῦ Κακεργέτη βλέψεις καί παληανθρωπιές, καί τά λοιπά.

Ὅθεν φρονῶ πώς εἶμαι στά γεμάτα
ἐνδεδειγμένος γιά νά ὑπηρετήσω αὐτήν τήν χώρα,
τήν προσφιλῆ πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ὅ,τι δουλειά μέ βάλουν θά πασχίσω
νά εἶμαι στήν χώρα ὠφέλιμος. Αὐτή εἶν’ ἡ πρόθεσίς μου.
Ἄν πάλι μ’ ἐμποδίσουνε μέ τά συστήματά τους –
τούς ξέρουμε τούς προκομένους: νά τά λέμε τώρα;
ἄν μ’ ἐμποδίσουνε, τί φταίω ἐγώ.

Θ’ ἀπευθυνθῶ πρός τόν Ζαβίνα πρῶτα,
κι ἄν ὁ μωρός αὐτός δέν μ’ ἐκτιμήσει,
θά πάγω στόν ἀντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι ἄν ὁ ἠλίθιος κι αὐτός δέν μέ προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στόν ‘Υρκανό.

Θά μέ θελήσει πάντως ἕνας ἀπ’ τους τρεῖς.

Κ’ εἶν’ ἡ συνείδησίς μου ἥσυχη
γιά τό ἀψήφιστο τῆς ἐκλογῆς.
Βλάπτουν κ’ οἱ τρεῖς τους τήν Συρία τό ἴδιο.

Ἀλλά, κατεστραμμένος ἄνθρωπος, τί φταίω ἐγώ.
Ζητῶ ὁ ταλαίπωρος να μπαλωθῶ.
Ἀς φρόντιζαν οἱ κραταιοί θεοί
να δημιουργούσαν ἕναν τέταρτο καλό.
Μετά χαρᾶς θά πήγαινα μ’ αὐτόν.

[1930]

Αντιόχεια: Η Αντιόχεια ήταν η πρωτεύουσα του αρχαίου κράτους της Συρίας και ιδρύθηκε από το στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου Σέλευκο Ά το Νικάτορα στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. προς τιμήν του πατέρα του Αντίοχου. Η Αντιόχεια σήμερα ανήκει στην Τουρκία.
Κακεργέτης: Προσωνύμιο του Πτολεμαίου Η΄ Ευεργέτη Β΄ (182-116 π.Χ.) της Αιγύπτου. Ο
Κακεργέτης (ή αλλιώς ο Φύσκων) ήταν ο όγδοος Φαραώ της δυναστείας των Πτολεμαίων (15ος και τελευταίος ήταν ο Καισαρίωνας, ο γιος της Κλεοπάτρας της Ζ΄). Πήρε την εξουσία μετά το θάνατο του αδερφού του Πτολεμαίου Στ΄, ενώ, παράλληλα, παντρεύτηκε τη χήρα του Πτολεμαίου Στ΄, και αδερφή τους, Κλεοπάτρα Β΄ και δολοφόνησε τον ανιψιό του. Στη συνέχεια παντρεύτηκε και τη μια από τις δύο κόρες της Κλεοπάτρας Β’ την Κλεοπάτρα Γ΄, που ήταν παράλληλα και ανιψιά του. Όταν η Κλεοπάτρα Β΄ το 131 π.Χ. ξεκίνησε επανάσταση εναντίον του συζύγου και αδερφού της, εκείνος σκότωσε το γιό τους Πτολεμαίο Μεμφίτη, που ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών, τον τεμάχισε και της έστειλε τα κομμάτια του σα δώρο γενεθλίων. Η Κλεοπάτρα Β΄ παρόλα αυτά το 124 π.Χ. επέστρεψε στον Πτολεμαίο Η΄ κι έμεινε κοντά του μέχρι το θάνατό του το 116 π.Χ.
Οι διεκδικητές του θρόνου της Συρίας:
Ζαβίνας: Ο Αλέξανδρος Β΄ Ζαβίνας (Ζαβίνας σημαίνει αυτός που αγοράστηκε) υποστηρίχτηκε από τον Πτολεμαίο Η΄ τον Κακεργέτη, ως δήθεν γιος του Αλέξανδρου Α΄ Βάλα (ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών από το 150 έως το 146 π.Χ.), για να διεκδικήσει την εξουσία της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών εις βάρος του Δημητρίου Β΄ του Νικάτορα. Η διαμάχη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στην Κλεοπάτρα Β΄ και το σύζυγο –και αδερφό- της Πτολεμαίο Η΄ είχε αντίκτυπο και στη Συρία, καθώς ο Δημήτριος ο Νικάτωρ πήρε το μέρος της Κλεοπάτρας αφού είχε παντρευτεί την κόρη της την Κλεοπάτρα τη Θεά (που βασίλευε στη Συρία κατά τη διάρκεια των εμφύλιων διαμαχών), ενώ ο Ζαβίνας είχε την υποστήριξη του Πτολεμαίου Η΄ (του Κακεργέτη). Ο Ζαβίνας κατόρθωσε να κυβερνήσει κάποιες περιοχές της Συρίας από το 128 π.Χ. μέχρι το 123 π.Χ. οπότε και εκτελέστηκε. Ο Ζαβίνας μάλιστα ηττήθηκε από τον Αντίοχο Η΄ το Γρυπό, το γιο του Δημητρίου Β΄ του Νικάτορα.
Γρυπός: Ο Αντίοχος Η΄ ο Γρυπός (αυτός δηλαδή που έχει γαμψή μύτη) υπήρξε ηγεμόνας της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών από το 125 π.Χ. έως το 96 π.Χ. ήταν γιος του Δημήτριου Β΄ του Νικάτορα και της Κλεοπάτρας της Θεάς, την οποία ανάγκασε να πιει το δηλητηριασμένο κρασί που πήγε να του προσφέρει για να τον σκοτώσει. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κλεοπάτρα η Θεά υπήρξε κατά σειρά σύζυγος των: Αλέξανδρου Α΄ Βάλα, Δημητρίου Β΄ Νικάτορος και Αντίοχου Ζ΄ Σιδήτη. Υπήρξε βασίλισσα της Συρίας για μια τριακονταετία και στα τελευταία της χρόνια δολοφόνησε το γιο της Σέλευκο και αποπειράθηκε να δηλητηριάσει και τον γιο της Αντίοχο Η΄, ο οποίος και την ανάγκασε να πάρει η ίδια το δηλητήριο που προόριζε για εκείνον.
Υρκανός: Ο Ιωάννης Υρκανός Α΄ (135-104 π.Χ.) υπήρξε θρησκευτικός και πολιτικός επικεφαλής των Ιουδαίων, αν και ηττήθηκε από τον Αντίοζο Ζ΄ το Σιδήτη, συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Α΄ Ζαβίνα και κατόρθωσε να πάρει τον έλεγχο αρκετών περιοχών της Συρίας.

Το ποίημα «Ας Φρόντιζαν» είναι ένα από τα καλύτερα πολιτικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, στο οποίο αναδεικνύει με μοναδικό τρόπο πώς η διαφθορά των ηγετών περνά στους πολίτες, οδηγώντας τους σε μια γενική αδιαφορία απέναντι στην κατάσταση που επικρατεί στην πατρίδα τους. Ο νεαρός από την Αντιόχεια ζει στο έπακρο τις απολαύσεις που έχει να του προσφέρει η πόλη του και τώρα αναζητά μια ευκαιρία να μπαλωθεί, να ενταχθεί κάπου στον κρατικό μηχανισμό ώστε να εξασφαλίζει χρήματα προφανώς για να συνεχίσει τις διασκεδάσεις του.
Η παρακμή που έχει επέλθει στην Αυτοκρατορία των Σελευκιδών αντικατοπτρίζεται τόσο στους ηγέτες της όσο και στους πολίτες της. Όπως οι ηγέτες της Συρίας ενδιαφέρονται μόνο για το πώς θα κατακτήσουν την εξουσία, έτσι και οι πολίτες ασχολούνται μόνο με το πώς θα βολευτούν οι ίδιοι, αδιαφορώντας για την πατρίδα τους. Ο Καβάφης έχει επιλέξει, κατά την προσφιλή του συνήθεια, μια περίοδο παρακμής, η σημασία της οποίας όμως δεν περιορίζεται στο βασίλειο της Συρίας. Η ίδια κατάσταση αδιαφορίας των πολιτών και ασυδοσίας των ηγετών, έχει εμφανιστεί και συνεχίζει να εμφανίζεται διαχρονικά σε διάφορες κοινωνίες. Όπου οι πολίτες αφήνουν τους ηγέτες τους να κινούνται χωρίς έλεγχο, επέρχεται διαφθορά και παρακμή, κι αντίστοιχα όπου οι ηγέτες είναι διεφθαρμένοι και αδιάφοροι για το κοινό καλό, οι πολίτες υιοθετούν μια αντίστοιχη συμπεριφορά κι ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον.
Ο ήρωας του ποιήματος είναι έτοιμος να εργαστεί για το καλό της πατρίδας του –και παράλληλα για το δικό του όφελος- στις υπηρεσίες όποιου τον δεχτεί. Ο νεαρός είναι πρόθυμος να απευθυνθεί και στους τρεις διεκδικητές του θρόνου της Συρίας, έχοντας τη συνείδησή του ήσυχη, μιας και οι τρεις τους βλάπτουν εξίσου την πατρίδα του. Ο νεαρός μάλιστα δηλώνει αθώος για το αψήφιστο της επιλογής του καθώς αν υπήρχε ένας τέταρτος υποψήφιος που ήταν καλός για την πατρίδα, θα πήγαινε οπωσδήποτε μ’ αυτόν. Ας φρόντιζαν λοιπόν οι θεοί να είχαν δημιουργήσει έναν τέταρτο καλό κι εκείνος δε θα αναγκαζότανε να δουλέψει για έναν από τους διεφθαρμένους διεκδικητές της εξουσίας.
Ο ποιητής φροντίζει βέβαια να παρουσιάσει από την αρχή την αμφίβολη ηθική ακεραιότητα του νεαρού, καθώς και το ελαφρό του χαρακτήρα του, καθώς θέλει να δείξει με ιδιαίτερη έμφαση το είδος των πολιτών που δημιουργούνται στις εποχές όπου η διαφθορά και η παρακμή κυριαρχούν.

Πηγή

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Θουκυδίδης: Επιτάφιος Περικλή


Aρχαίο κείμενο και  μετάφραση του 

[35] Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι. χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ' ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γὰρ τοῦδε ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
[36]   ῎Αρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοὶαἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι' ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦνἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢεἴ τι αὐτοὶ  οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ῞Ελληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμωςἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐβουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τεἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ' αὐτὰ καὶ μεθ' οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλαἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷπαρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶτὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν. 

[37] Ξρώμεθα γὰρ πολιτείᾳ οὐ ζηλούσῃ τοὺςτῶν πέλας νόμους, παράδειγμα δὲ μᾶλλοναὐτοὶ ὄντες τισὶν  μιμούμενοι ἑτέρους. καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ' ἐςπλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται·μέτεστι δὲ κατὰ μὲν τοὺς νόμους πρὸς τὰ ἴδια διάφορα πᾶσι τὸ ἴσον, κατὰ δὲ τὴνἀξίωσιν, ὡς ἕκαστος ἔν τῳ εὐδοκιμεῖ, οὐκἀπὸ μέρους τὸ πλέον ἐς τὰ κοινὰ ἢ ἀπ'ἀρετῆς προτιμᾶται, οὐδ' αὖ κατὰ πενίαν,ἔχων γέ τι ἀγαθὸν δρᾶσαι τὴν πόλιν,ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυται. ἐλευθέρωςδὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐςτὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ' ἡμέρανἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι' ὀργῆς τὸνπέλας, εἰ καθ' ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψειἀχθηδόνας προστιθέμενοι. ἀνεπαχθῶς δὲτὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέοςμάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐνἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶμάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ' ὠφελίᾳ τῶνἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντεςαἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν.
[38] Καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἀγῶσι μέν γε καὶ θυσίαις διετησίοις νομίζοντες,ἰδίαις δὲ κατασκευαῖς εὐπρεπέσιν, ὧν καθ'ἡμέραν ἡ τέρψις τὸ λυπηρὸν ἐκπλήσσει.ἐπεσέρχεται δὲ διὰ μέγεθος τῆς πόλεως ἐκ πάσης γῆς τὰ πάντα, καὶ ξυμβαίνει ἡμῖν μηδὲν οἰκειοτέρᾳ τῇ ἀπολαύσει τὰ αὐτοῦ ἀγαθὰ γιγνόμενα καρποῦσθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
[39] Διαφέρομεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πολεμικῶνμελέταις τῶν ἐναντίων τοῖσδε. τήν τε γὰρπόλιν κοινὴν παρέχομεν, καὶ οὐκ ἔστιν ὅτεξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα  μαθήματοςἢ θεάματος,  μὴ κρυφθὲν ἄν τις τῶνπολεμίων ἰδὼν ὠφεληθείη, πιστεύοντες οὐταῖς παρασκευαῖς τὸ πλέον καὶ ἀπάταις ἢτῷ ἀφ' ἡμῶν αὐτῶν ἐς τὰ ἔργα εὐψύχῳ· καὶ ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μὲν ἐπιπόνῳ ἀσκήσειεὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται,ἡμεῖς δὲ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδὲνἧσσον ἐπὶ τοὺς ἰσοπαλεῖς κινδύνουςχωροῦμεν. τεκμήριον δέ· οὔτε γὰρΛακεδαιμόνιοι καθ' ἑαυτούς, μεθ' ἁπάντωνδὲ ἐς τὴν γῆν ἡμῶν στρατεύουσι, τήν τε τῶνπέλας αὐτοὶ ἐπελθόντες οὐ χαλεπῶς ἐν τῇ ἀλλοτρίᾳ τοὺς περὶ τῶν οἰκείωνἀμυνομένους μαχόμενοι τὰ πλείωκρατοῦμεν. ἁθρόᾳ τε τῇ δυνάμει ἡμῶνοὐδείς πω πολέμιος ἐνέτυχε διὰ τὴν τοῦναυτικοῦ τε ἅμα ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἐν τῇγῇ ἐπὶ πολλὰ ἡμῶν αὐτῶν ἐπίπεμψιν· ἢν δέπου μορίῳ τινὶ προσμείξωσι, κρατήσαντέςτέ τινας ἡμῶν πάντας αὐχοῦσιν ἀπεῶσθαικαὶ νικηθέντες ὑφ' ἁπάντων ἡσσῆσθαι.καίτοι εἰ ῥᾳθυμίᾳ μᾶλλον  πόνων μελέτῃκαὶ μὴ μετὰ νόμων τὸ πλέον  τρόπωνἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν,περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τε μέλλουσινἀλγεινοῖς μὴ προκάμνειν, καὶ ἐς αὐτὰ ἐλθοῦσι μὴ ἀτολμοτέρους τῶν αἰεὶμοχθούντων φαίνεσθαι, καὶ ἔν τε τούτοιςτὴν πόλιν ἀξίαν εἶναι θαυμάζεσθαι καὶ ἔτιἐν ἄλλοις.
[40] Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶφιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας· πλούτῳ τεἔργου μᾶλλον καιρῷ ἢ λόγου κόμπῳχρώμεθα, καὶ τὸ πένεσθαι οὐχ ὁμολογεῖντινὶ αἰσχρόν, ἀλλὰ μὴ διαφεύγειν ἔργῳαἴσχιον. ἔνι τε τοῖς αὐτοῖς οἰκείων ἅμα καὶπολιτικῶν ἐπιμέλεια, καὶ ἑτέροις πρὸς ἔργατετραμμένοις τὰ πολιτικὰ μὴ ἐνδεῶςγνῶναι· μόνοι γὰρ τόν τε μηδὲν τῶνδεμετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ' ἀχρεῖοννομίζομεν, καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα, οὐ τοὺςλόγους τοῖς ἔργοις βλάβην ἡγούμενοι, ἀλλὰμὴ προδιδαχθῆναι μᾶλλον λόγῳ πρότερον ἢ ἐπὶ ἃ δεῖ ἔργῳ ἐλθεῖν. διαφερόντως γὰρ δὴκαὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶμάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομενἐκλογίζεσθαι·  τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲνθράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει. κράτιστοιδ' ἂν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τά τεδεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντεςκαὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτρεπόμενοι ἐκ τῶνκινδύνων. καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἐνηντιώμεθατοῖς πολλοῖς· οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰδρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. βεβαιότεροςδὲ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι'εὐνοίας  δέδωκε σῴζειν·  δὲ ἀντοφείλωνἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ' ἐςὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. καὶ μόνοιοὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἢ τῆςἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν.
[41] Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιντῆς ῾Ελλάδος παίδευσιν εἶναι καὶ καθ'ἕκαστον δοκεῖν ἄν μοι τὸν αὐτὸν ἄνδρα παρ'ἡμῶν ἐπὶ πλεῖστ' ἂν εἴδη καὶ μετὰ χαρίτωνμάλιστ' ἂν εὐτραπέλως τὸ σῶμα αὔταρκεςπαρέχεσθαι. καὶ ὡς οὐ λόγων ἐν τῷ παρόντικόμπος τάδε μᾶλλον ἢ ἔργων ἐστὶνἀλήθεια, αὐτὴ ἡ δύναμις τῆς πόλεως, ἣνἀπὸ τῶνδε τῶν τρόπων ἐκτησάμεθα,σημαίνει. μόνη γὰρ τῶν νῦν ἀκοῆς κρείσσωνἐς πεῖραν ἔρχεται, καὶ μόνη οὔτε τῷπολεμίῳ ἐπελθόντι ἀγανάκτησιν ἔχει ὑφ'οἵων κακοπαθεῖ οὔτε τῷ ὑπηκόῳκατάμεμψιν ὡς οὐχ ὑπ' ἀξίων ἄρχεται. μετὰμεγάλων δὲ σημείων καὶ οὐ δή τοιἀμάρτυρόν γε τὴν δύναμιν παρασχόμενοιτοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔπειταθαυμασθησόμεθα, καὶ οὐδὲν προσδεόμενοιοὔτε ῾Ομήρου ἐπαινέτου οὔτε ὅστις ἔπεσιμὲν τὸ αὐτίκα τέρψει, τῶν δ' ἔργων τὴνὑπόνοιαν ἡ ἀλήθεια βλάψει, ἀλλὰ πᾶσανμὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳτόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι,πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶνἀίδια ξυγκατοικίσαντες. περὶ τοιαύτης οὖνπόλεως οἵδε τε γενναίως δικαιοῦντες μὴ ἀφαιρεθῆναι αὐτὴν μαχόμενοι ἐτελεύτησαν,καὶ τῶν λειπομένων πάντα τινὰ εἰκὸςἐθέλειν ὑπὲρ αὐτῆς κάμνειν.
[42] Δι'  δὴ καὶ ἐμήκυνα τὰ περὶ τῆςπόλεως, διδασκαλίαν τε ποιούμενος μὴ περὶ ἴσου ἡμῖν εἶναι τὸν ἀγῶνα καὶ οἷς τῶνδεμηδὲν ὑπάρχει ὁμοίως, καὶ τὴν εὐλογίανἅμα ἐφ' οἷς νῦν λέγω φανερὰν σημείοιςκαθιστάς. καὶ εἴρηται αὐτῆς τὰ μέγιστα· ἃγὰρ τὴν πόλιν ὕμνησα, αἱ τῶνδε καὶ τῶντοιῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν, καὶ οὐκ ἂνπολλοῖς τῶν ῾Ελλήνων ἰσόρροπος ὥσπερτῶνδε  λόγος τῶν ἔργων φανείη. δοκεῖ δέμοι δηλοῦν ἀνδρὸς ἀρετὴν πρώτη τεμηνύουσα καὶ τελευταία βεβαιοῦσα  νῦντῶνδε καταστροφή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλλαχείροσι δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρτῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι·ἀγαθῷ γὰρ κακὸν ἀφανίσαντες κοινῶςμᾶλλον ὠφέλησαν ἢ ἐκ τῶν ἰδίων ἔβλαψαν.τῶνδε δὲ οὔτε πλούτου τις τὴν ἔτιἀπόλαυσιν προτιμήσας ἐμαλακίσθη οὔτεπενίας ἐλπίδι, ὡς κἂν ἔτι διαφυγὼν αὐτὴνπλουτήσειεν, ἀναβολὴν τοῦ δεινοῦ ἐποιήσατο· τὴν δὲ τῶν ἐναντίων τιμωρίανποθεινοτέραν αὐτῶν λαβόντες καὶ κινδύνωνἅμα τόνδε κάλλιστον νομίσαντεςἐβουλήθησαν μετ' αὐτοῦ τοὺς μὲντιμωρεῖσθαι, τῶν δὲ ἐφίεσθαι, ἐλπίδι μὲν τὸ ἀφανὲς τοῦ κατορθώσειν ἐπιτρέψαντες,ἔργῳ δὲ περὶ τοῦ ἤδη ὁρωμένου σφίσιναὐτοῖς ἀξιοῦντες πεποιθέναι, καὶ ἐν αὐτῷτῷ ἀμύνεσθαι καὶ παθεῖν μᾶλλονἡγησάμενοι  [τὸ] ἐνδόντες σῴζεσθαι, τὸμὲν αἰσχρὸν τοῦ λόγου ἔφυγον, τὸ δ' ἔργοντῷ σώματι ὑπέμειναν καὶ δι' ἐλαχίστουκαιροῦ τύχης ἅμα ἀκμῇ τῆς δόξης μᾶλλον ἢτοῦ δέους ἀπηλλάγησαν.
[43] Καὶ οἵδε μὲν προσηκόντως τῇ πόλει τοιοίδε ἐγένοντο· τοὺς δὲ λοιποὺς χρὴ ἀσφαλεστέραν μὲν εὔχεσθαι, ἀτολμοτέραν δὲ μηδὲν ἀξιοῦν τὴν ἐς τοὺς πολεμίους διάνοιαν ἔχειν, σκοποῦντας μὴ λόγῳ μόνῳ τὴν ὠφελίαν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐδὲν χεῖρον αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας μηκύνοι, λέγων ὅσα ἐν τῷ τοὺς πολεμίους ἀμύνεσθαι ἀγαθὰ ἔνεστιν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ' ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, καὶ ὅταν ὑμῖν μεγάλη δόξῃ εἶναι, ἐνθυμουμένους ὅτι τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες τὰ δέοντα καὶ ἐν τοῖς ἔργοις αἰσχυνόμενοι ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο, καὶ ὁπότε καὶ πείρᾳ του σφαλεῖεν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πόλιν γε τῆς σφετέρας ἀρετῆς ἀξιοῦντες στερίσκειν, κάλλιστον δὲ ἔρανον αὐτῇ προϊέμενοι. κοινῇ γὰρ τὰ σώματα διδόντες ἰδίᾳ τὸν ἀγήρων ἔπαινον ἐλάμβανον καὶ τὸν τάφον ἐπισημότατον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖνται μᾶλλον, ἀλλ' ἐν ᾧ ἡ δόξα αὐτῶν παρὰ τῷ ἐντυχόντι αἰεὶ καὶ λόγου καὶ ἔργου καιρῷ αἰείμνηστος καταλείπεται. ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος, καὶ οὐ στηλῶν μόνον ἐν τῇ οἰκείᾳ σημαίνει ἐπιγραφή, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προσηκούσῃ ἄγραφος μνήμη παρ' ἑκάστῳ τῆς γνώμης μᾶλλον ἢ τοῦ ἔργου ἐνδιαιτᾶται. οὓς νῦν ὑμεῖς ζηλώσαντες καὶ τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ' ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον κρίναντες μὴ περιορᾶσθε τοὺς πολεμικοὺς κινδύνους. οὐ γὰρ οἱ κακοπραγοῦντες δικαιότερον ἀφειδοῖεν ἂν τοῦ βίου, οἷς ἐλπὶς οὐκ ἔστιν ἀγαθοῦ, ἀλλ' οἷς ἡ ἐναντία μεταβολὴ ἐν τῷ ζῆν ἔτι κινδυνεύεται καὶ ἐν οἷς μάλιστα μεγάλα τὰ διαφέροντα, ἤν τι πταίσωσιν. ἀλγεινοτέρα γὰρ ἀνδρί γε φρόνημα ἔχοντι ἡ μετὰ τοῦ [ἐν τῷ] μαλακισθῆναι κάκωσις ἢ ὁ μετὰ ῥώμης καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἅμα γιγνόμενος ἀναίσθητος θάνατος. 
[44] Δι' ὅπερ καὶ τοὺς τῶνδε νῦν τοκέας, ὅσοι πάρεστε, οὐκ ὀλοφύρομαι μᾶλλον ἢπαραμυθήσομαι. ἐν πολυτρόποις γὰρ ξυμφοραῖς ἐπίστανται τραφέντες· τὸ δ' εὐτυχές, ο῏ ἂν τῆς εὐπρεπεστάτης λάχωσιν,ὥσπερ οἵδε μὲν νῦν, τελευτῆς, ὑμεῖς δὲλύπης, καὶ οἷς ἐνευδαιμονῆσαί τε  βίοςὁμοίως καὶ ἐντελευτῆσαι ξυνεμετρήθη. χαλεπὸν μὲν οὖν οἶδα πείθειν ὄν, ὧν καὶπολλάκις ἕξετε ὑπομνήματα ἐν ἄλλων εὐτυχίαις, αἷς ποτὲ καὶ αὐτοὶ ἠγάλλεσθε· καὶλύπη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πειρασάμενοςἀγαθῶν στερίσκηται, ἀλλ' οὗ ἂν ἐθὰς γενόμενος ἀφαιρεθῇ. καρτερεῖν δὲ χρὴ καὶἄλλων παίδων ἐλπίδι, οἷς ἔτι ἡλικία τέκνωσιν ποιεῖσθαι· ἰδίᾳ τε γὰρ τῶν οὐκὄντων λήθη οἱ ἐπιγιγνόμενοί τισιν ἔσονται, καὶ τῇ πόλει διχόθεν, ἔκ τε τοῦ μὴἐρημοῦσθαι καὶ ἀσφαλείᾳ, ξυνοίσει· οὐ γὰρ οἷόν τε ἴσον τι  δίκαιον βουλεύεσθαι ο῏ ἂν μὴ καὶ παῖδας ἐκ τοῦ ὁμοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν. ὅσοι δ' αὖπαρηβήκατε, τόν τε πλέονα κέρδος ὃν ηὐτυχεῖτε βίον ἡγεῖσθε καὶ τόνδε βραχὺνἔσεσθαι, καὶ τῇ τῶνδε εὐκλείᾳ κουφίζεσθε. τὸ γὰρ φιλότιμον ἀγήρων μόνον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀχρείῳ τῆς ἡλικίας τὸ κερδαίνειν, ὥσπερ τινές φασι, μᾶλλον τέρπει, ἀλλὰ τὸτιμᾶσθαι.   
[45]  παισὶ δ' αὖ ὅσοι τῶνδε πάρεστε ἢἀδελφοῖς ὁρῶ μέγαν τὸν ἀγῶνα (τὸν γὰρ οὐκ ὄντα ἅπας εἴωθεν ἐπαινεῖν), καὶ μόλιςἂν καθ' ὑπερβολὴν ἀρετῆς οὐχ ὁμοῖοι, ἀλλ'ὀλίγῳ χείρους κριθεῖτε. φθόνος γὰρ τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον, τὸ δὲ μὴ ἐμποδὼνἀνανταγωνίστῳ εὐνοίᾳ τετίμηται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυναικείας τι ἀρετῆς, ὅσαι νῦν ἐν χηρείᾳ ἔσονται, μνησθῆναι, βραχείᾳπαραινέσει ἅπαν σημανῶ. τῆς τε γὰρὑπαρχούσης φύσεως μὴ χείροσι γενέσθαιὑμῖν μεγάλη  δόξα καὶ ἧς ἂν ἐπ' ἐλάχιστονἀρετῆς πέρι  ψόγου ἐν τοῖς ἄρσεσι κλέος ᾖ.
[46] Εἴρηται καὶ ἐμοὶ λόγῳ κατὰ τὸν νόμονὅσα εἶχον πρόσφορα, καὶ ἔργῳ οἱθαπτόμενοι τὰ μὲν ἤδη κεκόσμηνται, τὰ δὲαὐτῶν τοὺς παῖδας τὸ ἀπὸ τοῦδε δημοσίᾳ ἡπόλις μέχρι ἥβης θρέψει, ὠφέλιμον στέφανον τοῖσδέ τε καὶ τοῖς λειπομένοις τῶν τοιῶνδε ἀγώνων προτιθεῖσα· ἆθλα γὰρ οἷς κεῖται ἀρετῆς μέγιστα, τοῖς δὲ καὶἄνδρες ἄριστοι πολιτεύουσιν. νῦν δὲἀπολοφυράμενοι ὃν προσήκει ἑκάστῳἄπιτε.'
 [47] Τοιόσδε μὲν  τάφος ἐγένετο ἐν τῷχειμῶνι τούτῳ·


Μετάφραση



35. «Οι  περισσότεροι απ όσους έχουν μιλήσει ως τώρα απ αυτό το βήμα επαινούν τον νομοθέτη που συμπλήρωσε τη συνηθισμένη τελετή μ' αυτό τον λόγο, με τη σκέψη ότι είναι ωραίο να εκφωνείται πάνω στον τάφο των νεκρών του πολέμου. Εγώ όμως θα ήμουν της γνώμης πως είναι αρκετό, για άντρες που αποδείχτηκαν γενναίοι με έργα, με έργα να τους αποδίδονται τιμές, σαν κι αυτές που βλέπετε να συνοδεύουν αυτή την ταφή, κι όχι να κρέμεται η αναγνώριση του ηρωισμού πολλών από έναν άντρα, που ο λόγος του μπορεί να είναι ωραίος, μπορεί και κατώτερος. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς μ επιτυχία, εκεί που με κόπο εξασφαλίζεται η εντύπωση ότι λέει την αλήθεια. Κι αυτό, γιατί ο ακροατής που ξέρει καλά τα γεγονότα και τ' ακούει μ' ευνοϊκή διάθεση, ίσως θα σχημάτιζε τη γνώμη ότι τα λεγόμενα είναι κάπως κατώτερα, σε σύγκριση μ' αυτά που και θέλει ν’ ακούει και τα ξέρει καλά' όμως, αυτός που δεν τα γνώρισε, θα σχημάτιζε τη γνώμη πως πρόκειται για υπερβολές, επειδή νιώθει φθόνο, αν τυχόν ακούσει κάτι που ξεπερνά τη δική του δύναμη. Γιατί μόνο ως εκείνο το σημείο ανέχεται ο άνθρωπος ν’ ακούει επαίνους που λέγονται για άλλους, ως εκεί που κι ο καθείς πιστεύει ότι είναι ικανός να κατορθώσει κάτι απ όσα άκουσε' όμως, για καθετί που ξεπερνά τη δύναμη του, κυριεύεται απ' την πρώτη στιγμή από φθόνο, κι έτσι δεν δίνει πίστη. Αλλά, επειδή οι παλιότεροι δοκίμασαν στην πράξη το έθιμο χι έκριναν ότι έχει καλώς, έχω κι εγώ την υποχρέωση να συμμορφωθώ με τον νόμο και ν' ανταποκριθώ όσο γίνεται πιο πολύ στην επιθυμία και τις πεποιθήσεις του καθενός σας.

36. Θα μιλήσω πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, όπως η σημερινή, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί την χώρα αυτή, οι ίδιοι πάντα κατοικώντας από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας, χάρις στην ανδρεία τους μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας. Γιατί, μαζί με όσα κληρονόμησαν, αφού απέκτησαν όση εξουσία έχουμε με πολλούς κόπους τη κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς. Τους περισσότερους τομείς εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, αυξήσαμε και προετοιμάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε και για πόλεμο και για ειρήνη να είναι αυταρκέστατη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα αναφέρονται σε πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία έγινε η κάθε μια κατάκτηση, ή αφορούν τον τρόπο, με τον οποίο αποκρούσαμε πρόθυμα, είτε εμείς είτε οι πρόγονοί μας, κάποιον βάρβαρο ή Έλληνα επιτιθέμενο εχθρό, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυμώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν. Αλλά με ποιον τρόπο φθάσαμε στο σημείο αυτό της δύναμης που είμαστε σήμερα, και με ποια μορφή πολιτεύματος και με ποιες συνήθειες έγινε μεγάλη η δύναμή μας, όλα αυτά θα αναπτύξω πρώτα, και έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώμιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νομίζω ότι δεν είναι ανάρμοστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίσταση, και δεν είναι ανώφελο να τα ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αστοί και ξένοι.

 37. Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα έναντι δε των νόμων στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας, ανάλογα με την επίδοση σε κάποιο τομέα, προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα, και όχι από την πολιτική του παράταξη όσο από την αρετή του, ούτε εξαιτίας της φτώχειας, ενώ έχει την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται από το γεγονός ότι είναι άγνωστος. Ζούμε ελεύθερα, και ως πολίτες στον δημόσιο βίο και ως άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας, όταν κάνει σύμφωνα με την ευχαρίστησή του, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε σε όσους κάθε φορά έχουν τα αξιώματα και στους νόμους, και περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για ωφέλεια των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή.

38. Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πολλούς τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με γιορταστικούς αγώνες και θυσίες, που έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και με ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η ευχαρίστηση που καθημερινά απολαμβάνουμε από όλα αυτά, διώχνει την μελαγχολία. Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των κατοίκων της πόλης μας εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσμου, και συμβαίνει να απολαμβάνουμε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών με όση οικειότητα καταναλώνουμε τα δικά μας.

39. Υπερέχουμε δε από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική προετοιμασία κατά τα εξής: Την πόλη μας την παρέχουμε ανοιχτή, και ποτέ δεν αποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε μάθημα ή θέαμα, από το οποίο, αν δεν το κρατήσουμε μυστικό και το δει κανείς από τους εχθρούς μας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί, γιατί πιστεύουμε όχι τόσο στις προετοιμασίες και τα στρατηγήματα όσο στην έμφυτη γενναιότητά μας στα έργα. Στο ζήτημα δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ηλικία σε επίπονη άσκηση, με την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, εμείς ζούμε με όλες τις ανέσεις και όμως είμαστε εξ ίσου πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τους ίδιους μεγάλους κινδύνους. Και η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν με όλους τους συμμάχους τους κατά της χώρας μας και ποτέ μόνοι, εμείς εισβάλλουμε κατά των άλλων εντελώς μόνοι, και τις περισσότερες φορές νικάμε χωρίς δυσκολία τους αντιπάλους μας, αν και εκείνοι μάχονται για την πατρίδα τους, εμείς δε είμαστε σε ξένο έδαφος. Και κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα τις δυνάμεις μας ενωμένες, γιατί από τη μία φροντίζουμε ταυτόχρονα για το ναυτικό μας, και από την άλλη στέλνουμε τις δυνάμεις μας σε πολλά σημεία της γης. Αν δε κάπου με μέρος μόνο της δύναμής μας συμπλακούν οι εχθροί μας, τότε, αν νικήσουν, καυχώνται ότι μας νίκησαν όλους, αν νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν από όλους. Και βέβαια, αν εμείς αντιμετωπίζουμε με πολλή προθυμία τους κινδύνους, περισσότερο με μια αφροντισιά και άνεση παρά μετά από επίπονη άσκηση, και με ανδρεία που οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νόμων όσο στην φυσική μας ευψυχία, έχουμε το πλεονέκτημα ότι δεν κουραζόμαστε προκαταβολικά για δεινά, που ανήκουν ακόμα στο μέλλον, και, όταν φθάσουμε στα δεινά αυτά, ότι αποδεικνυόμαστε ότι δεν είμαστε λιγότερο τολμηροί από εκείνους που μοχθούν συνεχώς. Δεν είναι η πόλη μας άξια μόνο σε αυτά αλλά και σε πολλά ακόμη.

40. Γιατί αγαπούμε το ωραίο με απλότητα, και αγαπούμε τη σοφία χωρίς μαλθακότητα. Μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία έργων παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία. Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δε μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε. Σχετικά μ΄ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της αρετής διαφέρουμε από τους πολλούς. Γιατί εμείς αποκτάμε τους φίλους τους περισσότερο ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς. Σταθερότερος δε φίλος είναι αυτός που ευεργέτησε, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ευγνωμοσύνη του ευεργετημένου με τη συμπάθεια που του δείχνει. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι απρόθυμος, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλοσύνη σαν χρέος και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου. Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς δισταγμό, όχι τόσο από υπολογισμό του συμφέροντος, όσο από την πίστη μας στη ελευθερία.

41. Συνοψίζοντας θεωρώ ότι η όλη πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας και ότι, μου φαίνεται, ο καθένας από εμάς μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του αυτάρκη σε πάρα πολλές δραστηριότητες με χάρη και επιδεξιότητα. Και ότι αυτά είναι μάλλον η αλήθεια και όχι απλή κομπορρημοσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει η ίδια η δύναμη της πόλης, την οποία αποκτήσαμε με τους τρόπους αυτούς. Γιατί είναι η μόνη πόλη από τις σημερινές που όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της, και η μόνη, η οποία ούτε στον εχθρό που της επιτίθεται, δίνει αφορμή να αγανακτήσει με όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους συμμάχους της δίνει αφορμή για παράπονα, γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους. Αφού παρουσιάσαμε  τη δύναμή μας με μεγάλες αποδείξεις, και μαρτυρίες θα μας θαυμάζουν οι σύγχρονοί μας και οι επόμενοι, και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τον Όμηρο να μας επαινεί, ούτε κανέναν άλλο που με λόγια θα μας ευχαριστήσει προς στιγμήν, όμως την ιδέα που θα σχηματιστεί για τα έργα μας θα τη βλάψει η αλήθεια, αλλά εξαναγκάσαμε με την τόλμη μας ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά να γίνει προσιτή, ιδρύσαμε παντού αιώνια μνημεία και των συμφορών μας και των επιτυχιών μας. Για μια τέτοια πόλη και αυτοί εδώ λοιπόν πολεμώντας γενναία πέθαναν, για να μη τη στερηθούν, και είναι φυσικό ο καθένας από όσους απομένουν να θέλει να μοχθήσει γι’ αυτήν.

 42. Γι’ αυτόν μακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ’ ενός γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι εμείς δεν αγωνιζόμαστε για τον ίδιο σκοπό, που αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα σε ίσο βαθμό με μας, και αφ’ ετέρου γιατί με αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις το εγκώμιο των ανδρών, για τους οποίους μιλάω τώρα. Και έχουν ειπωθεί τα κυριότερα σημεία  αυτού του εγκωμίου. Γιατί οι αρετές αυτών και των ομοίων τους έκαναν στολίδια όσα ύμνησα για την πόλη, και άρα για λίγους από τους Έλληνες όπως ακριβώς γι’ αυτούς ο λόγος θα μπορούσε να φανεί ισάξιος με τα έργα τους. Έχω η γνώμη, ότι ο θάνατος αυτών εδώ των νεκρών παρέχει το μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, είτε είναι ο πρώτος που τη φανερώνει, είτε ο τελευταίος που την επισφραγίζει. Γιατί και εκείνοι ακόμη που υστερούν κατά τα άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν την ανδραγαθία, που επέδειξαν κατά τους πολέμους, μαχόμενοι υπέρ της πατρίδας. Γιατί εξαφάνισαν το κακό με το καλό, και με τον κοινό αγώνα για το γενικό συμφέρον ωφέλησαν περισσότερο απ’ όσο έβλαψαν με τυχόν σφάλματά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός μπροστά στον θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτίμησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα ότι μπορεί να την αποφύγει επί τέλους και να γίνει πλούσιος. Αντίθετα, πόθησαν την τιμωρία των εχθρών τους περισσότερο από όλα τα αγαθά, και συγχρόνως έκριναν αυτό τον κίνδυνο σαν τον πιο ωραίο από τους κινδύνους, και για αυτό αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, να εκδικηθούν τους εχθρούς τους, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών΄ την αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την εμπιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν μπροστά τους κατά την μάχη ήταν αποφασισμένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και μόνο. Και μέσα στη μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο να αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν υποχωρώντας, και γι’ αυτό απέφευγαν την αισχρή φήμη της δειλίας, και υπέβαλαν τα σώματά τους σε όλα τα δεινά της μάχης, σε μια κρίσιμη στιγμή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας μάλλον παρά του τρόμου, βρήκαν τον θάνατο.

43. Αυτοί εδώ λοιπόν, σαν γνήσια παιδιά της πόλης, αυτό το φρόνημα έδειξαν. Όσοι όμως μένετε, έχετε καθήκον να εύχεστε το φρόνημά σας απέναντι στους εχθρούς να σας βάλει σε μικρότερο κίνδυνο, αλλά να μη καταδεχτείτε να είναι λιγότερο τολμηρό, λογαριάζοντας όχι μόνο με τα λόγια τις ωφέλειες - κάτι που θα μπορούσε ν' αναπτύξει κάποιος διεξοδικότερα σε σας, που κι από μόνοι σας τις ξέρετε εξίσου καλά, απαριθμώντας πόσα καλά εξασφαλίζει η αντίσταση στον εχθρό-, καλύτερα όμως προσηλώνοντας καθημερινά το βλέμμα σας στα έργα, που δείχνουν τη δύναμη της πόλης μας, κι έτσι να την αγαπήσετε με πάθος. Κι όταν αντιληφτείτε το μεγαλείο της, βάλτε στο νου σας ότι τη δύναμη αυτή την απέκτησαν άντρες τολμηροί που είχαν συνείδηση του καθήκοντος και με φιλότιμο την ώρα του αγώνα' και που, κάθε φορά που αποτύχαιναν σε κάποιο εγχείρημά τους, δεν επέτρεπαν βέβαια στον εαυτό τους να στερήσει την πόλη απ' τη δική τους ανδρεία, αλλά πρόσφεραν σ' αύτή την πιο ωραία συνεισφορά' γιατί, δίνοντας όλοι μαζί τη ζωή τους, έπαιρναν ο καθείς τους ξεχωριστά τον αγέραστο έπαινο και τον πιο περίλαμπρο τάφο: όχι τόσο τον τάφο, στον οποίο κείτονται, αλλά εκείνον όπου η δόξα τους επιζεί, για να μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται, είτε για λόγο είτε για δράση. Γιατί τάφος των ενδόξων αντρών είναι η γη ολόκληρη, και τη μνήμη τους δεν τη διασώζει μόνο η επιγραφή μιας στήλης στην πατρίδα τους, αλλά και στα ξένα μέρη φωλιάζει στην Ψυχή του καθενός άγραφη η ανάμνηση όχι τόσο των ανδραγαθημάτων τους, όσο του φρονήματός τους. Εσείς λοιπόν να έχετε αυτούς εδώ πρότυπα και να θεωρήσετε θεμέλιο της ευτυχίας την ελευθερία και θεμέλιο της ελευθέριας τη δυνατή Ψυχή' κι έτσι μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους της μάχης. Γιατί δεν έχουν σοβαρότερο λόγο ν' αψηφούν το θάνατο οι απόκληροι της ζωής, που δεν έχουν να ελπίζουν καλύτερες μέρες, αλλά εκείνοι που, στη ζωή που τους απομένει, υπάρχει φόβος να μεταβληθεί ριζικά η καλή τύχη τους' αυτοί, αν κάπου σκοντάψουν, έχουν να χάσουν περισσότερα από κάθε άλλον. Γιατί, για έναν άντρα με υψηλό φρόνημα, είναι πιο πικρή η εξαθλίωση που φέρνει η δειλία παρά ο θάνατος που έρχεται χωρίς να τον νιώσει, σε στιγμή έξαρσης της δύναμής του και της κοινής ελπίδας.

  44. Γι' αυτό και τους γονείς αυτών που ενταφιάζoυμε τώρα, όσοι βρίσκεστε εδώ, δε τους κλαίω, πιο πολύ θα προσπαθήσω να ελαφρώσω τον πόνο τους. Γιατί το ξέρουν καλά πως η ζωή τους πέρασε μέσ' από κάθε λογής μεταπτώσεις της τύχης' κι ότι ευτυχισμένοι είναι, όπως οι σημερινοί νεκροί μας, εκείνοι που η μοίρα τους χάρισε τον πιο ένδοξο θάνατο, και, όπως εσείς, για το τιμημένο πένθος σας, κι εκείνοι που κανονίστηκε το τέλος της ζωής τους να συμπέσει με το τέλος της ευτυχίας τους. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να πείσω εσάς, αφού θα σας φέρνουν ζωντανή τη θύμηση αυτών που χάσατε οι ευτυχίες των άλλων γονιών που κι εσείς κάποτε τις χαρήκατε' και θλίβεται ο άνθρωπος όχι επειδή του λείπουν αγαθά που δεν τα δοκίμασε, αλλά για όσα, ενώ είχε συνηθίσει να τα’ απολαμβάνει, τα έχασε. Πρέπει όμως να δείχνετε εγκαρτέρηση, με την ελπίδα άλλων παιδιών, όσοι ακόμα είστε σε ηλικία ν’ αποχτήσετε παιδία' γιατί, για τα άτομα, τα παιδιά που θα τους έρθουν στον κόσμο από δω και πέρα θα κάνουν πόλους να ξεχάσουν εκείνους που χάθηκαν, ενώ, για την πόλη, θα είναι διπλό το όφελος: και δε θα ερημώσει και θα έχει ασφάλεια' γιατί δεν είναι δυνατό να έχει την ίδια αξία ή να είναι το ίδιο δίκαιη η γνώμη για τα δημόσια πράγματα όσων δεν μπαίνουν στον ίδιο κίνδυνο, ρίχνοντας σ’ αυτόν τα παιδιά τους. Κι όσους πάλι σας πήραν τα χρόνια, να θεωρήσετε κέρδος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας, που το περάσατε ευτυχισμένοι, και ότι το μέρος της που απομένει θα είναι σύντομο, κι ας κάνει ελαφρότερο το πένθος σας η δόξα αυτών εδώ. Γιατί το μόνο που δεν γερνά είναι ο πόθος για τιμές, και στην ηλικία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε, δεν είναι, όπως λεν μερικοί, το κέρδος που δίνει τη μεγαλύτερη τέρψη, αλλά οι τιμές.

 45. Τώρα, τα παιδιά των νεκρών μας, όσα βρίσκεστε εδώ ή τ' αδέρφια τους, βλέπω ότι έχετε μεγάλον αγώνα μπροστά σας (γιατί ο καθείς συνηθίζει να επαινεί αυτόν που δε βρίσκεται στη ζωή), και πολύ δύσκολα, ακόμη κι αν δείξετε μοναδικό ηρωισμό, θα σας κρίνουν κάπως κατώτερους - ποτέ το ίδιο ανδρείους! Γιατί οι ζωντανοί νιώθουν φθόνο για τον ανταγωνιστή τους' αντίθετα, όποιον δεν αντισκόφτει το δρόμο τους, τον τιμούν με αδιαφιλονίκητη εύνοια. Κι αν είμαι υποχρεωμένος ν' αναφέρω κάτι για την αρετή που ταιριάζει στη φύση της γυναίκας, θα δηλώσω, για όσες τώρα θα μείνουν χήρες, με μια σύντομη παραίνεση όλη μου τη σκέψη: δηλαδή, μεγάλη η δόξα σας, αν δεν φανείτε κατώτερες απ' τη γυναικεία φύση, όπως κι η δόξα εκείνης, που τ' όνομά της θ' ακουστεί λιγότερο, επαινετικά ή περιγελαστικά, ανάμεσα στους άντρες.

 46. Έχετε ακούσει κι από μένα, με την επιβαλλόμενη από το νόμο αγόρευσή μου, όσα είχα κατάλληλα, και με έργα αυτοί που θάβονται έχουν κιόλας πάρει τις τιμές τους΄ εξάλλου, από σήμερα τα παιδιά τους θα τ' αναθρέψει με δημόσια δαπάνη η πόλη ως την εφηβεία τους, προβάλλοντας ως βραβείο τέτοιων αγώνων και γι' αυτούς εδώ και για όσους επιζούν, ένα στεφάνι που πιάνει τόπο. Γιατί, όπου έχουν θεσμοθετηθεί τα πιο μεγάλα βραβεία ανδρείας, εκεί ζουν ως πολίτες άντρες με τη μεγαλύτερη αρετή. Και τώρα, αφού ο καθένας αποτέλειωσε το θρήνο για τον δικό του, να πάτε στο καλό.