Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής



του Π. Κονδυλη

Η διάγνωση των κινητήριων δυνάμεων της σημερινής πλανητικής πολιτικής, όπως επιχειρείται σ’ αυτό το βιβλίο, κατατείνει στη διαγραφή ορισμένων μελλοντικών προοπτικών, των οποίων την πραγμάτωση απεύχομαι προσωπικά, αλλά τις οποίες ως αναλυτής οφείλω να διατυπώσω με σαφήνεια. Μπροστά μας ανοίγεται μια εποχή πλανητικών και περιφερειακών συγκρούσεων, πού θα καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν δεν ματαιώσουν, την παγίωση μιας διεθνούς τάξης, καθώς οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές τους αιτίες θα συντήκονται όλο και περισσότερο με τις μακροπρόθεσμες οικολογικές και πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις και ανεξέλεγκτους παροξυσμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέλος των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, οι οποίες κυριάρχησαν και στον 20ό, δεν θα συνεπιφέρει τον κατευνασμό των αντιθέσεων, παρά απλώς τη μετατόπισή τους σ’ ένα πεδίο στοιχειακό, υπαρξιακό και βιολογικό, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται απροκάλυπτα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα. Ό, τι σήμερα προσφέρεται ως νέα πυξίδα προσανατολισμού της πολιτικής δράσης και ως πανάκεια — προ παντός ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — κατά πάσα πιθανότητα θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης, όπου η πάλη των ερμηνειών θα






συνδέεται με ακόμα πιο χειροπιαστές μορφές πάλης. Στη διελκυστίνδα ανάμεσα σ’ έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μια υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων αναπόδραστα οργανωμένη πάνω σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν διαλύεται, όπως περίμεναν πολλοί, μέσα σε υπερεθνικά μορφώματα, παρά αναλαμβάνει έναν νέο ιστορικό ρόλο, λίγο ή πολύ διαφορετικό από εκείνον πού έπαιξαν στο απώτερο παρελθόν το αστικό έθνος και στο πιο πρόσφατο οι αποκρυσταλλώσεις του κομμουνιστικού εθνικισμού. Πρωταρχικό του μέλημα είναι η εξασφάλιση μιας θέσης μέσα σε μια πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία — όμως το μέλημα αυτό θα συναιρείται όλο και περισσότερο σ’ ένα αίτημα στοιχειώδους επιβίωσης στον βαθμό πού θα στενεύουν τα περιθώρια κινήσεων μέσα στους κόλπους της παγκόσμιας κοινωνίας. Η εξ αντικειμένου νέα αυτή λειτουργία του εθνικισμού παραμένει καθοριστική ανεξάρτητα από τις συνήθως αυτάρεσκες μυθολογίες μέσω των οποίων κατανοεί ο ίδιος τον εαυτό του, αντλώντας από το πραγματικό ή φανταστικό, κοντινό ή μακρινό παρελθόν.

Βεβαίως, οι μυθολογίες, ακόμα και οι πιο αυθαίρετες, είναι δυνατό να επιδράσουν θετικά στην εθνική ζωή κινητοποιώντας και συσπειρώνοντας δυνάμεις. Όμως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι μια αντικειμενική εθνική ζωτικότητα, μια πλησμονή χειροπιαστής ισχύος, η οποία επιτρέπει σ’ ένα έθνος να κινείται, θα λέγαμε, στο ύψος των ψευδαισθήσεών του. Όπου αντίθετα το έθνος συρρικνώνεται και φθίνει, εκεί η διάσταση ανάμεσα σε εθνική μυθολογία και εθνική πραγματικότητα έχει, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, μοιραίες συνέπειες. Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού ˙ γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας. Ακόμα και όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στον κυρίως χώρο της εξωτερικής πολιτικής, κυριαρχεί το στιγμιαίο, το κυμαινόμενο και το κοντινό, όχι η προσεκτική και τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οι οποίες ίσως μια μέρα βαρύνουν πάνω στις τύχες των Ελλήνων τουλάχιστον τόσο, όσο και τα διαδραματιζόμενα αυτή την ώρα στα όμορα κράτη. Έτσι, ενώ ξαφνικά (σε μια χώρα όπου οι εθνικά ζωτικές αλβανολογικές, σλαβολογικές και τουρκολογικές σπουδές εκπροσωπούνται εμβρυωδώς μόνον) ο τόπος γέμισε από εμβριθείς και εμπαθείς βαλκανολόγους, δεν γίνεται καμμία σοβαρή και διαρκής συζήτηση για το φλέγον όσο ποτέ άλλοτε ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για το ποιές δυνάμεις για ποιούς λόγους την προωθούν και ποιές γιατί ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν, για τις συναφείς ελληνικές απόψεις και προτάσεις (υπάρχουν;) και για τη θέση του ελληνικού έθνους μέσα σ’ αυτές τις εξαιρετικά αντιφατικές διαδικασίες — όχι για τη θέση μιας φανταστικής Ελλάδας μέσα σε μιαν εξ ίσου φανταστική Ευρώπη, αλλά μιας επαρχιακής και παρασιτικής Ελλάδας με τεράστιες, κι ίσως ανυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογής σε μιαν έντονα δύστροπη απέναντι της και βαθύτατα διχασμένη ως προς τη δική της την ταυτότητα και τις δικές της τις προοπτικές Ευρώπη. Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η απάντηση σ’ ένα τέτοιο ερώτημα θα απαιτούσε μιαν απογραφή του εθνικού δυναμικού με την ευρύτατη έννοια του όρου, και αυτή θα ήταν σήμερα ιδιαίτερα οδυνηρή, αν γινόταν χωρίς απολογητικές ανάγκες προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Επί πλέον θα γεννούσε δικαιολογημένη διάθεση απαισιοδοξίας, εφ’ όσον ο καθένας βλέπει, θεωρητικά τουλάχιστον, ότι όποιος θέλει να ασκήσει τελεσφόρα εθνική πολιτική, σε αναγκαστικά ευρύτατους πλέον χώρους, πρέπει, πέρα και πριν από την εύστοχη σύλληψη των γενικών καταστάσεων και τη διπλωματική ικανότητα, να διαθέτει ακμαία εθνική οντότητα αποτυπωμένη σ’ ένα πολυδιάστατο πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών, στρατιωτικών και ψυχολογικών παραγόντων. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αν η Ελλάδα συγκέντρωνε σε υψηλό βαθμό τους παράγοντες αυτούς σε μόνιμη βάση και προτού ακόμα ξεσπάσει η σημερινή βαλκανική κρίση, θα ασκούσε διαφορετική ακτινοβολία και θα είχε μεγαλύτερες δυνατότητες να επηρεάσει τις εξελίξεις. Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Παρακάτω θα μιλήσουμε για τους μικροπολιτικούς λόγους πού εμποδίζουν να τίθενται αμείλικτα και σ’ όλη τους την έκταση τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα: ποιες είναι οι γενικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής; πώς πρέπει να είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει στο πλαίσιο του ανθρωπίνως δυνατού οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες μεταλλαγές της συγκυρίας; Ας σημειώσουμε προκαταβολικά ότι η γενική απροθυμία άμεσης και μετωπικής αντιπαράθεσης με το κεφαλαιώδες τούτο ζήτημα αντανακλάται μεταξύ άλλων στον ηχηρό τρόπο, με τον οποίο η εθνική πολιτική ασκείται ως πολιτική διεκδικήσεως «εθνικών δικαίων». Τούτο δεν είναι καθ’ αυτό κακό, και σε διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις μάλιστα μπορεί να παρουσιάζει πλεονεκτήματα τακτικής, αν δεν γίνεται τόσο αδέξια και αψυχολόγητα (ως προς την ψυχολογία των μη Ελλήνων) όσο συνήθως γίνεται. Όμως εδώ θέλουμε ν’ αναφερθούμε σε κάτι άλλο. Η έμφαση πού αποδίδεται στην έννοια του «δικαίου» κατά κανόνα είναι ευθέως ανάλογη προς την εθνική ισχνότητα και τη διπλωματική επιπολαιότητα· υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν ˙ στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα ˙ αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Μιλώντας για τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους μιας ελληνικής εθνικής πολιτικής μέσα στη σημερινή πλανητική συγκυρία δεν είναι δυνατό να μην ανασκοπήσουμε την πορεία πού οδήγησε στη σημερινή κρίση ή απίσχνανση της ελληνικής εθνικής οντότητας. Για να μείνουμε με κάθε δυνατή συντομία στα ουσιώδη σημεία, θα πούμε ότι η πορεία αυτή περιλαμβάνει δύο μεγάλες φάσεις. Η πρώτη αναφέρεται στη συνεχή και αμετάκλητη γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Μια κεντρική ιδιομορφία της νεοελληνικής ιστορίας ήταν το ασύμπτωτο έθνους και κράτους, όχι επειδή το κράτος, το οποίο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ελληνικής εθνότητας, περιείχε σε αξιόλογο βαθμό και εθνότητες ξένες, όχι δηλ. επειδή το κράτος ήταν ευρύτερο από το έθνος, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. την ρωσική), αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο: το έθνος ήταν εξ αρχής κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος. Τούτο το χάσμα μεταξύ έθνους και κράτους έκλεισε, πάλι, μόνον εν μέρει με την επέκταση του κράτους, έτσι ώστε να συμπεριλάβει το σώμα του έθνους. Αυτό έγινε με την ένωση των Ιονίων Νήσων και προ παντός με τους Βαλκανικούς Πολέμους, έκτοτε όμως η πορεία αντιστράφηκε: το έθνος συνέπιπτε όλο και περισσότερο με το κράτος επειδή εξολοθρευόταν ή εκτοπιζόταν σε όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από το κράτος, δηλ. επειδή συρρικνωνόταν γεωπολιτικά. Η γεωγραφική σύμπτωση έθνους και κράτους, όπως σε μεγάλο βαθμό υφίσταται σήμερα, πραγματοποιήθηκε όταν, μετά τον ελληνισμό της Μικρής Ασίας, αφανίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Η προσωρινά τελευταία πράξη αυτής της τραγωδίας διαδραματίσθηκε στην Κύπρο, που, πολύ πριν από το ολέθριο πραξικόπημα του 1974, η ελληνική διπλωματία έδειξε πόσο είναι ανίκανη να κάνει μακρόπνοη και τελεσφόρα εθνική πολιτική εμπνεόμενη όχι από συναισθηματισμούς και ρητορείες περί «εθνικών δικαίων», αλλά από την γνώση και την φρόνιμη στάθμιση των διεθνών παραγόντων.

Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ιδιαίτερα τι πλεονεκτήματα έχει ένα έθνος επεκτεινόμενο πέρα από τα όρια του κράτους του. Όχι μόνον ο κύριος κορμός του έθνους, πού ζει μέσα στο κράτος, δέχεται συνεχώς ζείδωρες μεταγγίσεις αίματος απ’ έξω, αλλά και το ίδιο το εθνικό κράτος, έχοντας το μάτι στυλωμένο στους ομοεθνείς του εξωτερικού, έχει μιαν αίσθηση ευρύτερης ιστορικής ευθύνης και αποστολής. Όποιος θα κατανοήσει χωρίς προκαταλήψεις τι οφείλει ο σημερινός τουρκικός δυναμισμός στην αίσθηση αυτή, θα καταλάβει εύκολα για ποιο πράγμα μιλάμε, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες ελληνικές εμπειρίες φαίνονται να έχουν εξανεμισθεί από καιρό. Πράγματι, ένα καθοριστικό γνώρισμα της σημερινής ελληνικής εθνικής ζωής, δηλ. της εθνικής ζωής μετά τη γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού, είναι η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σ’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από τις ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής πού δίνονται για το κυπριακό — ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη»: γιατί προς αυτήν ωθεί μια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση.

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν. Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαρειά σκιά ˙ οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιές μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ˙ βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής ˙ η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Μολονότι ο νεοελληνικός αψίκορος πατριωτισμός αποτελεί, λόγω των μονίμων υπεραναπληρωτικών του λειτουργιών, ενδημικό φαινόμενο, ωστόσο οι πολεμικές του αιχμές αλλάζουν κατά εποχές στόχο, και κάποτε στρέφονται εναντίον των χθεσινών ακόμη, πραγματικών ή φανταστικών φίλων και συμμάχων του. Μέσα στη σημερινή συγκυρία της πλανητικής πολιτικής, όπου ο εθνικισμός αναλαμβάνει νέες λειτουργίες και αντλεί απ’ αυτές νέα ζωτικότητα, δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται η έκλειψη του ελληνικού. Επίσης εύλογη θα ήταν η υπόθεση, ότι οι διεθνείς διακυμάνσεις ενδεχομένως θα πρόσθεταν στους παλαιότερους και γειτονικότερους αντιπάλους του νέους, πιο απόμακρους και συνάμα πιο ακαταμάχητους, εναντίον των οποίων θα έτρεφε τα ίδια αισθήματα ανήμπορης λύσσας πως π.χ. εναντίον των «Αμερικανών και του ΝΑΤΟ» στη δεκαετία του 1970. Ιδιαίτερα βαρύνουσες θα ήσαν οι συνέπειες, αν αυτή τη φορά σε τέτοιους αντιπάλους μεταβάλλονταν μερικοί από τους σημαντικότερους εταίρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίοι θα έκαναν (όπως είναι πιθανότατο ότι θα κάνουν) δύο πράγματα: αφ’ ενός θα αγνοούσαν ό,τι οι Έλληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα ˙ και αφ’ έτερου θα αρνούνταν να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος πού επιτρέπουν οι δυνατότητές της. Μία έξαρση του ελληνικού εθνικισμού απ’ αφορμή σοβαρές αντιδικίες με τους κοινοτικούς εταίρους θα σήμαινε, τουλάχιστον de facto, ότι θα κατέρρεε το σημερινό ελληνικό όνειρο ενός παρασιτικού καταναλωτισμού μέσα στους κόλπους και με τα έξοδα μιας ενωμένης Ευρώπης. Το φαύλο παιγνίδι της δανεικής ευημερίας με αντιπαροχή τη βαθμιαία εθνική εκποίηση θα μπορούσε ίσως να παραταθεί για πολύ μέσα στο θερμοκήπιο μιας Ευρώπης συνασπισμένης από τους φόβους του Ψυχρού Πολέμου και οικονομικά εύρωστης χάρη στην αμερικανική πολιτικοστρατιωτική στήριξη. Όμως, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου συνεπέφερε και το τέλος τέτοιων θερμοκηπίων, οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις καλούνται να πληρώσουν τώρα οι ίδιες τα έξοδα για τις περιφερειακές και παγκόσμιες υποχρεώσεις ή επιθυμίες τους, και αρχίζει μία περίοδος, όπου καθένας μετρά ως την τελευταία πεντάρα τα (πολιτικά και οικονομικά) έσοδα και έξοδα, προετοιμαζόμενος για τους διαγραφόμενους νέους και οξείς ανταγωνισμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ελλάδα θα έπρεπε να διαθέτει μοναδικά και αναντικατάστατα γεωπολιτικά ή στρατηγικά πλεονεκτήματα προκειμένου ν’ ανταλλάξει μ’ αυτά τον παρασιτικό καταναλωτισμό της — όμως δεν τα διαθέτει, κι αυτό σημαίνει ότι ακόμα και η εξακολούθηση της εθνικής εκποίησης στους ισχυρότερους Ευρωπαίους και άλλους εταίρους όχι μόνο την εν μέρει δωρεάν διατροφή δεν μπορεί να εξασφαλίσει, αλλά ούτε καν μπορεί να εγγυηθεί τουλάχιστον την πολιτικοστρατιωτική προστασία της ελληνικής εθνικής υπόστασης. Η αναζήτηση προστάτη είναι μάταιη, όχι γιατί οι υπερήφανοι Έλληνες δεν ζητούν και δεν θέλουν την προστασία, αλλά γιατί κανείς δεν την προσφέρει αναμφίλεκτα και τελεσίδικα. Αυτή είναι η σημερινή κατάσταση του ελληνικού έθνους, μετά από επτά περίπου δεκαετίες γεωπολιτικής και κοινωνικοπολιτικής συρρίκνωσης.

Έτσι τίθεται και πάλι, από άλλους δρόμους και με άλλες συντεταγμένες, το κλασσικό πρόβλημα της εθνικής επιβίωσης, το οποίο πολλοί πίστεψαν ότι θα λύσουν άνετα και πρόσχαρα με την «ευρωπαϊκή ενοποίηση». Άλλοι πάλι πρεσβεύουν ότι κάθε διατύπωση τέτοιων προβλημάτων και γενικά οποιαδήποτε επικέντρωση της πολιτικής σκέψης στο έθνος σημαίνει απορριπτέο αταβισμό. Όποιος δεν θέλει να συγχέει τις ευχές του με την πραγματικότητα οφείλει να διαπιστώσει ότι, όσο κι αν αυτό φαίνεται λυπηρό για τις προοπτικές της παγκόσμιας κοινωνίας, το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και συνεπώς η επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοκοινωνικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων διόλου δεν έχουν πρακτικά ξεπερασθεί ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο βιβλίο αυτό εξηγήσαμε γιατί είναι εσφαλμένη η αντίληψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου ή της ηθικής μπορούν από μόνες τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές ενότητες. Όπως δείχνει, σε όποιον την παρακολουθεί προσεκτικά, η συμπεριφορά των μεγάλων ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών Δυνάμεων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτές διόλου δεν θεωρούν ότι η συγχώνευση των οικονομιών θα καταργήσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Τα μικρότερα έθνη, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, οφείλουν να συναγάγουν τα συμπεράσματά τους από τις παρατηρήσεις αυτές. Η συγχώνευση της πολιτικής με την οικονομία δεν σημαίνει κατάργηση της πολιτικής, και μάλιστα της εθνικής πολιτικής, παρά προκαλεί μιαν ολοένα και στενότερη σύνδεση ανάμεσα σε οικονομική και σε εθνική επιτυχία ή αποτυχία. Αυτό είναι οφθαλμοφανές στον στενότερο στρατιωτικό τομέα, εξ ίσου πρόδηλο θα γίνει όμως και ως προς ολόκληρο το εθνικό-οικονομικό φάσμα στον βαθμό πού ενεργειακοί, πληθυσμιακοί, οικολογικοί και συναφείς παράγοντες αποκτήσουν στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής προνομιακή σημασία για την επιβίωση των επί μέρους εθνών σε μία τέτοια περίπτωση, μόνον όποιος κάνει έγκαιρη και επίμονη προεργασία θα διασωθεί μακροπρόθεσμα — και το μικρό έθνος χρειάζεται ίσως μεγαλύτερη προβλεπτικότητα από τα μεγάλα.

Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η μαζικοδημοκρατική απάλειψη των προγραμματικών αστικοφιλελεύθερων διαχωρισμών ανάμεσα σε κυβερνητική, οικονομική, πολιτική, πολιτισμική ή ηθική σφαίρα κτλ. έκαμε το πρόβλημα της οικονομίας και συνάμα εκείνο της εθνικής επιβίωσης πολύ συνθετότερο απ’ όσο ήταν στην εποχή του εθνικισμού του 19ου αιώνα. Η σφαιρικότητα του σύγχρονου οικονομικού προβλήματος απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, ήτοι απαιτεί τη σύλληψή του ως προβλήματος εθνικής επιβίωσης. Με δεδομένο τον μαζικοδημοκρατικό πλουραλισμό και την αποδυνάμωση των παραδοσιακών ιδεολογικών συνεκτικών δεσμών, ο αποδοτικός κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η εναρμόνιση των επί μέρους προσπαθειών, έτσι ώστε ο κοινωνικός παρασιτισμός εκ των άνω ή εκ των κάτω να περιορίζεται κατά το δυνατόν, αποτελούν όρο κοινωνικής συνοχής ουσιωδέστερο απ’ ό,τι σε προγενέστερες κοινωνίες. Το σημερινό ελληνικό έθνος θα όφειλε να δει την οικονομική του εκλογίκευση ακριβώς ως πάλη κατά του παρασιτισμού, ως αντικατάσταση μιας κοινωνικής συμβίωσης, όπου ο ένας «κλάδος» ζει απομυζώντας άμεσα ή έμμεσα (δηλ. μέσω της κυβερνητικής διαχείρισης των δημοσίων πόρων) κάποιον άλλον, ενώ όλοι μαζί ζουν υποθηκεύοντας το εθνικό μέλλον, από μία κοινωνική συνοχή με την παραπάνω λειτουργική έννοια. Αυτό συνεπάγεται τόσο πολλά, τόσες πολλές και ριζικές αλλαγές σε τόσο διαφορετικά επίπεδα, ώστε είναι περισσότερο από αμφίβολο αν μπορεί σήμερα να πραγματοποιηθεί σε καθοριστικό βαθμό. Αλλά εδώ συζητάμε μόνο ποιες είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής, δηλ. μιας πολιτικής με σκοπό την εθνική επιβίωση, χωρίς και να ισχυριζόμαστε ότι η τέτοια εθνική πολιτική είναι πλέον εφικτή. Η ορθή θεραπεία δεν αρχίζει πάντοτε εγκαίρως.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση. Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση ˙ οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον ˙ η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας». Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν ˙ μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους. Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων. Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας. Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά ˙ είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό ˙ αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων. Πλείστοι όσοι «αριστεροί» διανοούμενοι πέρασαν τη ζωή τους κανοναρχώντας ότι η οικονομία είναι η «βάση» και τα υπόλοιπα το «εποικοδόμημα», χωρίς ωστόσο ποτέ τους να πληροφορηθούν τι σημαίνει εθνικό εισόδημα ή ισοζύγιο πληρωμών και χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα της χώρας τους ξεκινώντας (και) από τέτοια μεγέθη. Γι’ άλλους πάλι, οι οποίοι κηρύσσουν .την υπεροχή ή και την παντοδυναμία τού «πολιτισμού» η τού «πνεύματος», η αφ’ υψηλού θεώρηση ή η άγνοια οικονομικών, γεωπολιτικών ή στρατιωτικών παραγόντων μπορεί και ν’ αποτελεί περίπου τίτλο τιμής. Βεβαίως, μία παλαιά και δόκιμη κοινωνιολογική διάκριση μας λέει ότι διανοούμενος και επιστήμονας είναι δύο διαφορετικά πράγματα, εφ’ όσον κύριο μέλημα του δεύτερου είναι η συναγωγή πορισμάτων από τη μεθοδευμένη συλλογή και ταξινόμηση εμπειρικού υλικού, ενώ ο πρώτος ενδιαφέρεται περισσότερο να εμφανισθεί ως ταγός της κοινωνίας μέσω της διακήρυξης διαφόρων ηθικών, αισθητικών και άλλων ιδεωδών. Απ’ αυτή την άποψη δεν θα έπρεπε να περιμένει κανείς από Έλληνες διανοουμένους να προσφέρουν ό,τι εξ ορισμού δεν μπορούν να δώσουν. Το μειονέκτημα της Ελλάδας σε σχέση με άλλες χώρες είναι η έλλειψη μιας πολιτικής επιστήμης συγκροτημένης πάνω σε πραγματιστική βάση και ασκούμενης από επιστήμονες, η οποία ν’ αντιζυγιάζει μέσα στον δημόσιο διάλογο τα φληναφήματα, τα ευχολόγια και τις αμπελοφιλοσοφίες.

Η κοινωνιολογική δυσμορφία των επίλεκτων ομάδων, αλλά και του ευρύτερου συνόλου της σημερινής ελληνικής κοινωνίας, δεν εμποδίζει απλώς την εφαρμογή μιας τελεσφόρας εθνικής πολιτικής πού καθ’ αυτήν (θα μπορούσε να) έχει σχεδιασθεί στο χαρτί. Εμποδίζει την ίδια τη σύλληψη και την υποτύπωσή της. Πράγματι, οι βασικές απόψεις πού διαγράφονται πάνω στο θέμα αυτό ούτε συνεκτικές και λεπτομερείς είναι (μάλλον θα έπρεπε να γίνει λόγος για χαλαρές και εν μέρει αλληλοσυμπλεκόμενες τάσεις) ούτε άμοιρες μονομέρειας και ανεδαφικότητας. Ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική εμφανίζεται σήμερα ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας, με τελικό του σκοπό την οργανική της ένταξη σε μιαν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά ενοποιημένη Ευρώπη, με τη βοήθεια της οποίας η Ελλάδα, και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε και την ακεραιότητα της θα διασφάλιζε — κοντολογίς θα έλυνε το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας. Πολύ φοβούμαι ότι στην προοπτική αυτή κατά κύριο λόγο αντανακλώνται όχι πραγματικές δυνατότητες παρά ευσεβείς πόθοι ανάμικτοι με μυθολογικές κατασκευές. Όπως δηλ. η ακάματη ελληνική μυθολογική φαντασία πριν από λίγο ακόμη απέδιδε όλα τα δεινά στα ζοφερά σχέδια και τεχνάσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι τώρα αναμένει όλα τα αγαθά από το αντίθετο μυθολόγημα, εκείνο της γενναιόδωρης κι αλληλέγγυας «Ευρώπης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη  μεταμφίεση του όψιμου  επιχώριου  ευδαιμονισμού,  ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά ˙ τόσο η ένταση των πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται ˙ η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δι­κές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν.

Αλλά έστω κι αν δεχθούμε την αντίθετη περίπτωση, ότι δηλ. η «Ευρώπη» ενοποιεί, κοντά στην οικονομική, και την πολιτικοστρατιωτική της βούληση, και πάλι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η βούληση αυτή θα συμπέσει σε κρίσιμα σημεία με την ελληνική βούληση — αν μέχρι τότε υπάρχει ελληνική εθνική βούληση. Πάντως οι τελευταίοι μήνες του 1992 έδειξαν, και οι ερχόμενοι θα δείξουν ευκρινέστερα ακόμη, ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας διόλου δεν συμμερίζονται τις επιθυμίες και επιδιώξεις της όσον αφορά, στις σχέσεις της με τους άμεσους γείτονές της (μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς τη θεωρούν ως φαντασιόπληκτο θορυβοποιό) και ότι προτίθενται να ρυθμίσουν τη στάση τους απέναντι στα συναφή προβλήματα με γνώμονα τις δικές τους απόψεις και τα δικά τους συμφέροντα. Όποιος απέναντι στην πραγματικότητα αυτή άρχιζε και πάλι τους ηθικολογικούς οδυρμούς και διαρρήγνυε τα ιμάτιά του ζητώντας το «δίκαιο», θα απεδείκνυε απλώς ότι βρίσκεται ακόμη στο νηπιακό στάδιο της πολιτικής ηλικίας. Θα ήταν πολύ αξιοπρεπέστερο — και γονιμότερο — αν το ελληνικό έθνος έσφιγγε τα δόντια και αντλούσε ένα πικρό, αλλά ζωτικό διπλό συμπέρασμα: ότι η σημερινή Ελλάδα αποτελεί στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας μία παρακατιανή επαρχία, η οποία, κατά μέγα μέρος από δική της υπαιτιότητα, είναι όχι μόνον ανίσχυρη, αλλά και ανυπόληπτη, και ότι γι’ αυτόν τον λόγο σε κάθε μεγάλη κρίση θα βρεθεί εξ ίσου μόνη όσο λ.χ. και το 1974. Βεβαίως, μία τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε άλλο παρά πρέπει να οδηγήσει σε μία — διόλου νηφάλια — διάθεση αποκοπής από κάθε συμμαχία και κάθε είδους ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς. Αλλά, αν θυμηθούμε τα όσα είπαμε πριν σχετικά με τις προϋποθέσεις της ενεργοποίησης των συμμαχιών και τα μεταφέρουμε στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, θα δούμε ότι μόνο μία ισχυρή (και στην ανάγκη αυτάρκης) Ελλάδα θα προσδώσει πολιτικό βάρος στην ευρωπαϊκή ένταξη, όντας σεβαστή στους εταίρους της ˙ όπως δείχνει καθημερινά η εμπειρία, η ένταξη από μόνη της ούτε αποτελεί οικονομική ή πολιτική πανάκεια ούτε ισχυροποιεί αυτόματα την Ελλάδα μέσα στην ιδιαίτερη γεωπολιτική της περιφέρεια. Ίσως να φαίνεται παράδοξο, αλλά στο πλαίσιο μιας τελεσφόρας και μακρόπνοης εθνικής πολιτικής ο εξευρωπαϊσμός, και ο εκσυγχρονισμός γενικότερα, πρέπει να προχωρήσουν ακριβώς για να μπορεί μία κραταιωμένη Ελλάδα να μην είναι εξάρτημα η μπαίγνιο της «Ευρώπης», για να είναι σε θέση, αν χρειασθεί, να τραβήξει τον δρόμο πού θα της υπαγορεύσουν τα δικά της συμφέροντα, όταν αυτά συγκρουσθούν με εκείνα των Ευρωπαίων εταίρων της.

Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική. Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.

Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα, αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατά βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι περιττές, και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές δεοντολογίες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία. Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθη­καν παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου» και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και σε οικουμενιστικές ηθικολογίες. Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ό,τι αφορά στη σύλληψη πολιτικών καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος. Γιατί και τα καινούργια τους θεολογούμενα απέχουν, το ίδιο όπως και τα παλιά, παρασάγγες από τις κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης πλανητικής ιστορίας και από τον χαρακτήρα της πολιτικής. Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία. Για να το πούμε ειλικρινά και απερίφραστα: θα ήταν κάτι σαν εθνική αυτοχειρία, αν σήμερα η Ελλάδα γνοιαζόταν πρωταρχικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μουσουλμάνων της Βοσνίας, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων και το δικαίωμά τους ν’ αυτοδιατεθούν και να σχηματίσουν ένα δεύτερο μουσουλμανικό κράτος στα Βαλκάνια. Φαίνεται πάντως ότι το ένστικτο της εθνικής αυτοσυντήρησης λειτουργεί βουβά μεν, αλλά αλάνθαστα και στους παρ’ ημίν ζηλωτές του ειρηνισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κανείς τους δεν διαδήλωσε υπέρ των μουσουλμάνων Βοσνίων, όπως λ.χ. θα διαδήλωνε υπέρ των Κούρδων της Τουρκίας ˙ επίσης κανείς δεν φάνηκε να ενοχλείται ιδιαίτερα όταν πριν από μερικά χρόνια η τουρκική μειονότητα της Βουλγαρίας διωκόταν συστηματικά. Τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις δεν υπαγορεύονται βέβαια από κακοπιστία ή συνειδητό υπολογισμό ˙ μάλλον εκφράζουν υποσυνείδητους αυτοματισμούς, οι οποίοι με τη σειρά τους καθιστούν πρόδηλη την έμπρακτη αδυναμία να στηριχθεί μία ρεαλιστική εθνική πολιτική σε αμιγείς οικουμενικές αρχές.

Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι μία τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια ˙ το που, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό ˙ πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της. Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.

ΠΗΓΗ: Το κείμενο αποτελεί επίμετρο στο βιβλίο «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο» (1992). Ηλεκτρονική πηγή (υπόδειξη: Σ. Δρίβας)

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Μόδα, φιλοσοφία και life style

Θεοφάνης Τάσης.


Η δυνατότητα να ντυνόμαστε όπως μας αρέσει, να υιοθετούμε συμπεριφορές, να υποδυόμαστε ρόλους, εν ολίγοις να επιλέγουμε ελεύθερα την εικόνα μας αποτελεί ένα από τα όψιμα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας, το οποίο ήταν άγνωστο τόσο στη Δύση πριν από τον 20ό αιώνα όσο και στο σύνολο των υπόλοιπων πολιτισμών στην Ιστορία. Η συντριπτική πλειονότητα των κοινωνιών που γνωρίζουμε καθόριζαν αυστηρά τους ρόλους των τάξεων, των γενεών, των φύλων και, σε συνάφεια με αυτούς, τους τρόπους ένδυσης και συμπεριφοράς, δηλαδή την εικόνα, επιτρέποντας ελάχιστες και αυστηρά καθορισμένες εξαιρέσεις, κυρίως στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών, όπως αν μιλάμε, λ.χ., για τη Δύση κατά τη λατρεία του Διόνυσου ή αργότερα στα αναγεννησιακά καρναβάλια.


Στις αρχές του 20ού αιώνα οι γυναίκες κόβουν τα μαλλιά τους κοντά και αρχίζουν να φορούν παντελόνια. Ηθοποιοί όπως η Greta Garbo και η Μarlene Dietrich προτείνουν μια διφορούμενη ανδρόγυνη σεξουαλικότητα, παίζοντας επιδέξια με τις παραδοσιακές εικόνες των φύλων. Παράλληλα με την εμφάνιση της Coco Chanel που εισάγει το στυλ chic-pauvre, (το κομψό-φτωχό) οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις διεκδικούν το δικαίωμα στην κομψότητα, η οποία δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο των αριστοκρατών. Την ίδια εποχή στα music hall του Ηarlem εισέρχονται οι πρώτοι λευκοί θαμώνες, ενώ οι Αφροαμερικανοί ισιώνουν τα μαλλιά τους. Βρισκόμαστε, βεβαίως, μακριά ακόμη από την αλλαγή του χρώματος της επιδερμίδας του Μichael Jackson.

Εν ολίγοις, στις αρχές του 20ού αιώνα η αυξανόμενη διεκδίκηση της χειραφέτησης του υποκειμένου στις κοινωνικές του σχέσεις και πρακτικές εντός των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών το έφερε αντιμέτωπο με μια καινούργια ελευθερία, δηλαδή με νεοαποκτηθείσες εναλλακτικές ως προς την εικόνα του, αλλά και ως προς την ταυτότητά του. Αυτή την ανάγκη ήρθε να καλύψει η μόδα (fashion) και αργότερα, μετά την ήττα των διαφόρων ολοκληρωτισμών, οι οποίοι επέβαλλαν μαζικώς μια εικόνα και μια ταυτότητα στα πλαίσια μιας κοσμοθεωρίας, το life style.
Κατασκευή Τρόπων
Εκλαμβάνω τη μόδα ως κατασκευή τρόπων διαμόρφωσης της εικόνας που προσφέρονται προς μαζική κατανάλωση, ενώ το life style ως πρόταση μιας ταυτότητας, φευγαλέας, ρευστής και αναλώσιμης δίχως κόπο. Αμφότερα υποκαθιστούν την αυτόνομη διαμόρφωση του βίου από το υποκείμενο, όπως την υποκαθιστούσαν στις προνεωτερικές και παραδοσιακές κοινωνίες οι προκαθορισμένες από την παράδοση ταυτότητες. Μιλώντας λοιπόν για τη μόδα και το life style σήμερα, αυτό για το οποίο μιλάμε είναι το πρόβλημα της ελευθερίας στη νεωτερικότητα ως πρόβλημα επιλογής εναλλακτικών εικόνων και δυνατοτήτων διαμόρφωσης της ταυτότητας.

Αν και αυτή η ελευθερία αποτελεί ένα κατεξοχήν γνώρισμα της εποχής μας, μπορούμε ωστόσο να ανιχνεύσουμε τη σπερματική μορφή της ήδη στη δημοκρατική αρχαία Αθήνα. Με την εμφάνιση του Σωκράτη και την επακόλουθη ανθρωποκεντρική στροφή της φιλοσοφίας, το ζητούμενο είναι μέσω του φιλοσοφείν να οδηγηθεί κανείς στο αγαθό και την αρετή. Έτσι η φιλοσοφία γίνεται μια δραστηριότητα συνειδητής διαμόρφωσης του βίου μέσω του αυτοστοχασμού. Ο Σωκράτης, και πολύ περισσότερο οι ριζοσπάστες επίγονοί του, οι Κυνικοί, πρότειναν διαφορετικούς τρόπους ζωής εντός της πόλης. Το ίδιο έκαναν ο Πλάτων ιδρύοντας τηνΑκαδημία, εκτός των τειχών της πόλης, ο Αριστοτέλης με τηνΠεριπατητική Σχολή και οι Επικούρειοι. Όλοι τους πρότειναν καινοφανείς, αδιανόητους έως τότε τρόπους να σχετίζεται κανείς με τον εαυτό του και τους άλλους. Τρόποι που ενσαρκώνονταν στην εικόνα τους: οι Κυνικοί, σε αντίθεση με τους κομψούς μαθητές της Ακαδημίας, προκαλώντας με την ατημέλητη εμφάνισή τους, φωνασκώντας, ενίοτε ακόμη και αυνανιζόμενοι δημόσια, οι Επικούρειοι αποσυρόμενοι από τον δημόσιο βίο. Όλοι τους πρότειναν πρακτικές διαμόρφωσης όχι απλώς της εικόνας, αλλά του βίου, εφικτές λόγω της νεοαποκτηθείσας ελευθερίας εντός της δημοκρατικής πόλης. Στους πρώτους μ.Χ. αιώνες αυτή η αντίληψη της φιλοσοφίας ως τρόπος του βίου ενσωματώθηκε στον Χριστιανισμό. Εδώ όμως η επιμέλεια του εαυτού, προυπόθεση για τη διαμόρφωση του βίου, μετασχηματίζεται σε ασκητική, ενώ οι πρακτικές της, όπως λ.χ. η διαιτητική και ο αυτοστοχασμός, καθώς αλλοιώνονται σε νηστεία και εξομολόγηση γίνονται, όπως έχει δείξει ο Foucault, μέθοδοι επιτήρησης και ελέγχου των υποκειμένων στα πλαίσια μιας ιεραρχικής δομής, της Εκκλησίας.  
Ερωτήματα που συνιστούν πρωταρχικά και αναγκαία συστατικά μιας εργασίας εαυτού
Στους αιώνες που ακολούθησαν η φιλοσοφία μετασχηματίστηκε σε μια αμιγώς θεωρητική δραστηριότητα, απεμπολώντας κάθε βλέψη διαμόρφωσης του υποκειμένου και της καθημερινότητάς του. Στη δε χειραφετητική παράδοση, αν και τέθηκε το ζήτημα του μετασχηματισμού της κοινωνίας μέσω της επανάστασης, το υποκείμενο παρέμενε στην καλύτερη περίπτωση ύποπτο. Όμως στον 20ό αιώνα η αυξανόμενη ελευθερία του υποκειμένου ως προς την εικόνα του επέφερε ακολούθως την εκ νέου ανάδυση του ζητήματος της διαμόρφωσης του βίου. Για όσους δεν επέλεξαν τη λύση που προσέφερε το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, δηλαδή τη μόδα και το life style ως κατανάλωση εικόνων και ταυτοτήτων, τέθηκαν ερωτήματα όπως:

Είναι δυνατόν να διαμορφώσω όχι απλώς την εικόνα μου, αλλά τη ζωή μου και, αν ναι, με ποιον τρόπο; Πώς καθορίζεται η δυνατότητα διαμόρφωσης από τις υπάρχουσες δομές εξουσίας;

Τα παραπάνω ερωτήματα συνιστούν πρωταρχικά και αναγκαία συστατικά μιας εργασίας εαυτού, δηλαδή μιας δραστηριότητας συνειδητής διαμόρφωσης τρόπων του βίου μέσω της ελεύθερης επιλογής συνηθειών και πρακτικών.

Αυτή η εργασία εαυτού αποτελεί με τη σειρά της μια θεμελιακή προϋπόθεση για την αυτοδιακυβέρνηση του υποκειμένου. Με τον όρο αυτοδιακυβέρνηση του υποκειμένου εννοώ τη ζωντανή καθημερινή εκδίπλωση της αυτονομίας μέσω της δημιουργίας και της καλλιέργειας τεχνολογιών του εαυτού, οι οποίες συντελούν στη διαμόρφωση του βίου. Έτσι φτάνουμε σ΄ αυτό που ονομάζω πολιτικές του βίου, τη δημιουργία μορφών διακυβέρνησης του εαυτού, της επικοινωνίας με τον άλλο, δηλαδή πρακτικών του έρωτα, της φιλίας, της συνεργασίας, της οικογένειας και γενικότερα τη δημιουργία μορφών συμμετοχής στη δημοκρατική άσκηση της δημόσιας εξουσίας με στόχο την εκδίπλωση της φαντασίας για την ελεύθερη διάπλαση του ατομικού βίου και της κοινωνικής συμβίωσης. Κεντρικό χαρακτηριστικό αυτών των πολιτικών, των οποίων οι επιμέρους μορφές και σφαίρες είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους και προϋποθέτουν η μία την άλλη, είναι η αμφισβήτηση των καπιταλιστικών θεσμών και αξιών, η διερώτηση των προτεινόμενων κοινωνικών συμπεριφορών, η διαύγαση και η κριτική στάση έναντι των σχέσεων εξουσίας.

Συνοψίζοντας, το θέμα της επιλογής της εικόνας μάς οδήγησε στο ζήτημα της διαμόρφωσης του βίου, το οποίο όμως είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένο με την αναμόρφωση των υπαρχουσών δομών εξουσίας. Αυτό είναι το σημείο όπου συναντάται σήμερα μια ριζική φιλοσοφία με όσους ζουν ψυχές έχοντες κυμάτων εν αγκάλαις
antifono.gr

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Καλή χρονιά με μια καταπληκτική συνέντευξη του Θεοφάνη Τάση στο Αντίφωνο

Καλή χρονιά με μια καταπληκτική συνέντευξη του Θεοφάνη Τάση (λέκτωρ φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου) στο Αντίφωνο
Αξίζει να αφιερώσετε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας για να την δείτε και ίσως λίγο παραπάνω για να την κατανοήσετε...

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Το δικαίωμα της αντιστάσεως στην Τραγωδία



Μια συζήτηση

Γεώργιος Γιατρομανωλάκης
επίκ. καθηγητής της κλασικής φιλολογίας 
στο πανεπιστήμιο Αθηνών

Σε ένα κλασικό βιβλίο για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (που λίγοι το συμβουλεύονται πιά στις μέρες μας) στην Γέννηση της Τραγωδίας του Φ. Νίτσε διαβάζουμε (σε μετάφραση του Κ. Μεραναίου) ότι «η πιό πονεμένη μορφή της ελληνικής σκηνής, ο δύστυχος Οιδίποδας, επινοήθηκε απ' τον Σοφοκλή ως ο ευγενικός και γενναιόψυχος άνθρωπος, ο καταδικασμένος, παρά τη σοφία του, στην πλάνη και την αθλιότητα [...] ο μύθος ψιθυρίζει στο αυτί μας πως η σοφία, κι ακριβώς η διονυσιακή σοφία, είναι μία παρα φύση βδελυγμία· πως εκείνος, που με τη γνώση του, γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, θα πρέπει, περιμένοντας, να δοκιμάσει πάνω στο ίδιο το κεφάλι του τα αποτελέσματα της αποσύνθεσης της φύσης, η αιχμή της σοφίας γυρίζει πάλι εναντίον του σοφού· η σοφία είναι έγκλημα κατά της φύσης (69 - 71).

Απέναντι σε αυτή «τη δόξα της παθητικότητας», όπως χαρακτηρίζεται η περίπτωση που ανήμπορου (ή αρνούμενου) να αντιδράσει Οιδίποδος, ο Φ. Νίτσε τοποθετεί και συγκρίνει «το φωτοστέφανο ενεργητικότητας» που περιβάλλει τον αισχυλικό Προμηθέα. «Εκείνο» γράφει 71 κε.. «που ο στοχαστής Αισχύλος ήθελε να μας πεί εδώ, που όμως ωσάν ποιητής μας άφησε μόνο να το προαισθανθούμε με το σύμβολο, ο νέος Γκαίτε μας το αποκάλυψε σ' αυτά τα τολμηρά λόγια του Προμηθέα του:

Κάθομαι εδώ και πλάθω τους ανθρώπους σύμφωνα με τη μορφή μου. Μία ράτσα που μου μοιάζει, για να πονάει και να κλαίει, για να χαίρεται και να απολαμβάνει, και για να μή σε σέβεται, όπως κι εγώ!

Ο άνθρωπος, ανυψούμενος ίσαμε τον Τιτάνα, κατακτά για τον εαυτό του τον πολιτισμό του κι αναγκάζει τους Θεούς να συμμαχήσουν μαζί του, γιατί χάρη στη σοφία, που είναι δική του, κρατάει στα χέρια του την ύπαρξη των Θεών και τα όρια της εξουσίας τους. Το θαυμαστότερο όμως που υπάρχει στο ποίημα αυτό του Προμηθέα, που (στη θεμελιώδη του σκέψη) είναι ο αληθινός ύμνος της ασέβειας, είναι ακριβώς το βαθύ αισχύλειο συναίσθημα της δικαιοσύνης. Απο τη μια η απροσμέτρητη οδύνη του τολμηρού «ερημίτη» κι απ' την άλλη, η θεία αθλιότητα, το προαίσθημα του «λυκαυγούς».

Διάλεξα να αρχίσω το θέμα μου με αυτές τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και προκλητικές συνάμα απόψεις του Νίτσε σχετικά με την ενεργητική συμπεριφορά του Προμηθέα επειδή πιστεύω οτι σε αυτή την τραγωδία του Αισχύλου (όπως φυσικά και στη σοφόκλεια Αντιγόνη) μπορούμε να δούμε δραματοποιημένη μια δραστηριότητα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πράξη αντιστάσεως και ανταρσίας απέναντι στην εξουσία (για να μείνουμε σε αυτήν τουλάχιστον τη διάσταση). Μολονότι, όπως ελπίζω θα δείξω, η έννοια της αντιστάσεως (όπου περιλαμβάνεται και το συναφές δικαίωμα) δέν ευρίσκεται στην αρχαία Τραγωδία, εδώ στον Προμηθέα (όπως και στην Αντιγόνη) έχουμε την πλήρη ανάπτυξη ενός μοντέλου συμπεριφοράς του τραγικού ήρωα που ορθώνεται απέναντι σε μια Τάξη πραγμάτων στον βαθμό της αντίστασης ή ακόμη και της ανταρσίας.

Ο τιτανικός Προμηθέας βρίσκεται αντίθετος σε μια Εξουσία, παραμένει ανένδοτος στις αρχές του και αντιστέκεται με όλες του τις δυνάμεις απέναντι σε άδικη και σκληρή (όπως περιγράφεται) μορφή εξουσίας, προκειμένου να υπερασπισθεί ένα αίτημα καθολικής σημασίας και σπουδαιότητας. Δρά με πλήρη συνείδηση και προκαλεί υβριστικά το αντίπαλον κράτος καταδικάζεται για αυτή του την αυθάδεια και ανευλάβεια, υφίσταται τα φοβερότερα μαρτύρια και οδηγείται (τουλάχιστον στη φάση αυτή της τριλογίας) στη σωματική εξόντωση, στο πάθος κατα την αριστοτελική έννοια του όρου.

Όμως υπάρχουν κάποιες διαφορές ανάμεσα στα δύο δράματα. Η δράση του Προμηθέα και η όποια αντίστασή του κινείται στις σφαίρες των Ουρανών.
Το επίπεδο συγκρούσεως βρίσκεται μάλλον στη σφαίρα του κοσμολογικού και λιγότερο του πολιτειακού συστήματος (χωρίς ωστόσο να ελλείπουν οι αντίστοιχοι συμβολισμοί και υπαινιγμοί. Ο λόγος της τιτανικής ανταρσίας είναι η τιμή που δείχνει ο Τιτάνας στους ανθρώπους, η φιλανθρωπία του. Αντίθετη η Αντιγόνη δρά μέσα στα όρια της Πόλεως και ο λόγος για τον οποίο έρχεται σε σύγκρουση με τις εξουσιαστικές δυνάμεις της γής έχουν σχέση με τον Ουρανό ή και με τους θεϊκούς νόμους. Επιπλέον η πράξη της αντιδράσεως ή αντιστάσεως στον Προμηθέα Δεσμώτη έχει συντελεσθεί εκτός του δράματος και απλώς παρακολουθούμε τον κολασμό του Αντάρτη Θεού. Στην Αντιγόνη η αντίσταση εκδηλώνεται εντός του δράματος και επομένως μπορούμε να παρακολουθήσουμε και τη συλλογιστική της, όπως αυτή εκφράζεται εν θερμώ. Έτσι τα δύο αυτά δράματα μοιάζουν να συμπληρώνει το ένα το άλλο και μας παρέχουν τις καλύτερες (άν όχι τις μοναδικές) ιστορίες δραματοποιημένης αντιστάσεως.

Ωστόσο, προτού δούμε από πιο κοντά αυτό το μοναδικό είδος συμπεριφοράς του Προμηθέα και της Αντιγόνης, θα επιθυμούσα να σταθούμε λίγο και να θυμηθούμε ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες της τραγωδίας (μέσω φυσικά του Αριστοτέλη). Έτσι, πιστεύω, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε βαθύτερα και πληρέστερα το θέμα μας και ίσως καταλάβουμε γιατί η έννοια της αντιστάσεως και το δικαίωμα αντιστάσεως, όπως το εννοούμε σήμερα, δέν φαίνεται να απασχολεί πολύ τους τραγικούς, αντίθετα απο ό,τι συμβαίνει στη σημερινή λογοτεχνία. Αλλά και γενικότερα εξετάζοντας την ΑΕ Λογοτεχνία (το έπος λχ ή τη λυρική ποίηση) βρίσκουμε πως η έννοια της αντίστασης (όπως γίνεται αντιληπτή μέσα στα πλαίσια του δημόσιου δικαίου) δέν απασχολεί πολύ τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε (μιλώντας πάλι γενικά) οτι η έννοια της κρατικής εξουσίας αντιμετωπίζεται στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, όπως τούτο φαίνεται στο έπος, στη λυρική ποίηση και στο δράμα, αδιάφορα. Δέν αναφερόμαστε φυσικά στην αντίθεση των Ελλήνων απέναντι στα βαρβαρικά καθεστώτα, βλ. λχ τους Πέρσες ή στις πολιτειακές επαναστάσεις και στις συνακόλουθες ανατροπές των πολιτικών συστημάτων. Η πολιτειακή εξουσία, όπως λχ περιγράφεται στην τραγωδία, δέν κρίνεται απο τη μορφή της. Δέν ενδιαφέρει δηλαδή το πολιτειακό σύστημα μέσα στο οποίον συντελείται η τραγική πράξις, μολονότι η Τραγωδία είναι γέννημα της Δημοκρατίας.
Η εξουσία κρίνεται (όταν κρίνεται) απο τον τρόπο με τον οποίον ασκείται και ειδικότερα απο το βαθμό καταχρήσεώς της. Ποτέ δέν τίθεται θέμα αλλαγής του καθεστώτος.

*

Ας δούμε πρώτα κάποιες θεμελιώδεις αρχές της Τραγωδίας. Και ας ξεκινήσουμε ορίζοντας την Τραγωδία με ένα δικό μας τρόπο, απλούστερο και διαφορετικό απο τον γνωστό αριστοτελικό ορισμό: μπορούμε λοιπόν να πούμε οτι η τραγωδία αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα λόγου και λογικής, ένα απο τα ανώτατα είδη της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Έχει καθορισμένη μορφή, κοινή θεματική, γνωστό (λίγο - πολύ) περιεχόμενο και σαφείς στόχους: Κάθε φορά ο τραγικός ποιητής διαχειρίζεται με τρόπο δραματικό (σκηνικό) ένα γνωστό υλικό (μυθολογικού χαρακτήρος) για να δείξει μέσα απο τη δραματική πορεία των πραγμάτων τους εντελώς συγκεκριμένους σκοπούς του. Οι σκοποί αυτοί δέν είναι παρά παιδευτικοί και ψυχαγωγικοί (με την ευρύτερη σημασία του όρου). Το τέλος της τραγωδίας, η ηδονή της τραγωδίας, προκύπτει μόνο μέσα απο την ανέλιξη του συγκεκριμένου μύθου και έγκειται στο εξής (κατα παράφραση του αριστοτελικού ορισμού): Να φανερωθεί ΠΩΣ μέσα απο το φρικτό και το βέβηλο, ΠΩΣ μέσα απο το ακάθαρτο και το φοβερό είναι δυνατόν να προκύψει μια νέα, αγαθή κεκαθαρμένη κατάσταση και τάξη. ΠΩΣ ο άνθρωπος μπορεί να μάθει απο τα παθήματα και τα λάθη του. ΠΩΣ άγεται στο φώς, στη γνώση και στην αλήθεια μέσα απο μια σκοτεινή περίοδο δράσης.

Μελετώντας τα όσα λέει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του σχετικά με την εσωτερική δομή της τραγωδίας, σχετικά δηλ. με τα στοιχεία που απαρτίζουν το ποιόν της, παρατηρούμε οτι εκείνο που τονίζεται συνεχώς είναι η προτεραιότητα του μύθου, η πράξις ή σύστασις πραγμάτων. Ό,τι βαραίνει στην τραγική πράξη δέν είναι ο ήρωας, το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά ολόκληρο το σύστημα μέσα στο οποίο ζεί και ενεργεί ο ήρωας. Τον τραγικό ποιητή ενδιαφέρει το πλέγμα και ο ρούς των συμβάντων, όχι οι πράκτορες αυτών των ενεργειών.
Οι ήρωες, οι δρώντες χρειάζονται μόνο για να φέρουν σε πέρας και να διεκπεραιώσουν μια κατάσταση.

Όμως για να μπορέσουν τα όντα αυτά να ανταποκριθούν στον ρόλο τους πρέπει να
διαθέτουν ορισμένες ιδιότητες, τις οποίες ο Αριστοτέλης περιγράφει επ' ακριβώς. Ο ήρωας δέν πρέπει να είναι ούτε επιεικής ούτε μοχθηρός αλλά ο μεταξύ [..] τούτων λοιπός. Όλοι τους είναι επιφανείς με αναγνωρίσιμο κοινωνικόν όγκον και μέγεθος. Κυρίως όμως διαθέτουν ήθος δηλ. χαρακτήρα ιδιαιτέρας ποιότητας και διάνοια δηλ. αυξημένες ικανότητες διαλεκτικού και λογικού τύπου. Και το ήθος και η διάνοια του ήρωα έχουν σχέση με την ποιότητα των ενεργειών του. Ειδικότερα: τόσο το ήθος όσο και η διάνοια καθορίζουν και κινητοποιούν την προαίρεσιν του ήρωα, θέτουν δηλαδή σε ενέργεια τη βουλευτικήν όρεξιν των εφ' ημίν, που είναι η θέληση, η έλλογη απόφαση του ήρωα να δράσει. Συνεπώς, για να χαρακτηρισθεί κάποιος ήρωας τραγικός οφείλει να παίρνει αποφάσεις και να δρά στηριζόμενος στο ήθος και στη διάνοιά του.

Είναι φυσικόν λοιπόν οτι ακριβώς εδώ, σε αυτή τη βουλευτική όρεξη του ήρωα να αποφασίσει και να πράξει, έγκειται η έννοια του τραγικού.
Κάθε απόφαση και συνεπώς κάθε δράση του ήρωα (που ως απο τη φύση του έχει πεπερασμένες γνωστικές δυνατότητες) κινδυνεύει να τον οδηγήσει εις αμαρτίαν τινά σε ένα σφάλμα λογικής εκτιμήσεως, στον κίνδυνο της καταστροφής. Ο τραγικός ήρωας έχει τοποθετηθεί μέσα στο τεχνητό και αδήριτο περιβάλλον του τραγικού μύθου με ένα σκοπό: να δοκιμασθεί (χάριν των θεατών) η ορθότητα των πράξεών του και να φανερωθούν (και μάλιστα επάνω στο σώμα του) οι ολέθριες συνέπειες της εσφαλμένης αποφάσεώς του. Η τραγωδία ως θέατρο και θέαμα είναι μίμησις πράξεως του βίου, τεχνική κατασκευή πραγμάτων (σύστασις πραγμάτων). Είναι, για να το πούμε αλλιώς, μια in vitro εργαστηριακή κατάσταση, όπου ο ποιητής δημιουργεί «ρόλους» μέσα σε ένα τεχνητό περιβάλλον που προσομοιάζει στον βίο με σκοπό το θέαμα και το μάθημα.

*

Το ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε ύστερα απο αυτά είναι: πόσο συχνά ο τραγικός ήρωας παίρνει την απόφαση, πόσο συχνά έχει την προαίρεσιν να δράσει προβάλλοντας κάποια μορφή αντιστάσεως.
Πόσο συχνά έχουμε τη δυνατότητα να δούμε μέσα στην Τραγωδία τους ήρωες να προβαίνουν σε πράξεις «αντιστασιακού» χαρακτήρος. Πού και πώς προσβάλλεται και γνωστοποιείται αυτό το «Δικαίωμα Αντιστάσεως»;

Ας δούμε κατ' αρχάς και ΤΙ επιβάλλεται να πράττουν οι τραγικοί ήρωες.
Άν πάρουν ως παράδειγμα τον Οιδίποδα Τύραννο την τραγωδία - πρότυπο για τον Αριστοτέλη, ο ήρωας, ο Οιδίπους, σε όλη την πορεία του δράματος και ΣΥΜΦΩΝΑ με την ανέλιξη των πραγμάτων αναζητεί τη γνώση, αναζητεί να αποκαλύψει τα κρυφά και τα άρρητα στην προσπάθειά του να θεραπεύσει το κακό της Πόλεως. Αυτή η ανεξέλεγκτη τάση προς γνώση, θα αποδειχθεί τελικά η αμαρτία, το λογικό σφάλμα του ήρωα και αυτό θα φέρει την καταστρεπτική λύση: το φώς που τυφλώνει (κυριολεκτικώς). Όμως εδώ περατώνεται τελικά το σχέδιο του τραγικού, εδώ επέρχεται η κάθαρσις (οτιδήποτε σημαίνει αυτό), αποκαθίσταται η τάξη πραγμάτων και επανέρχεται η ισορροπία.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο δράσεως του τραγικού ήρωα: άλλοτε κινημένος απο τον προσωπικό δαίμονα - ήθος, άλλοτε απο τη Μοίρα, άλλοτε απο Ανάγκη και προπατορικό Χρέος ο ήρως τείνει να αποκαταστήσει μια διαταραγμένη τάξη πραγμάτων, να λύσει την ύβριν και να θεραπεύσει το κακό. Όμως ακριβώς αυτή η διαδικασία θα τελειωθεί μέσα απο την αυτοκαταστροφή του ήρωα ή την καταστροφή των οικείων προσώπων του, δεδομένου μάλιστα οτι οι επιτυχημένες τραγωδίες είναι εκείνες που γίνονται εν ταις φιλίαις, ανάμεσα στα μέλη ενός οίκου.
Η αποκατάσταση της διαταραγμένης ισορροπίας και η συνακόλουθη επίπονη διαδικασία της καθάρσεως συντελείται πρώτα μέσα στα όρια της οικογένειας και στη συνέχεια εκτείνεται στα όρια της πόλεως. Για τούτο δέν θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε το πολιτικό μήνυμα της τραγωδίας αν δέν κατανοήσουμε τη σχέση οίκου πόλεως που εξιστορεί.

Μέσα λοιπόν σε αυτά τα προκαθορισμένα όρια δράσεως ο ήρωας το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει το καλύτερο κατα την κρίση του (κατα την προαίρεσίν του), ασχέτως άν αυτό τον οδηγήσει στην καταστροφή. Κάποτε αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο αλλά δέν φαίνεται ικανός ή διατεθειμένος να αντιδράσει, πολύ περισσότερο, να αντισταθεί στο πεπρωμένο και να αιτιολογήσει ένα τέτοιο δικαίωμά του. Όσες φορές ο ασταθής ψυχολογικά Ορέστης εκφράζει αμφιβολίες για τον ρόλο του, τίθενται σε εφαρμογή διάφορες διαδικασίες εξαναγκασμού (θρησκευτικού ή οικογενειακού τύπου) και η πράξη περατώνεται. Ο ρόλος του είναι (σύμφωνα με την έκφραση του Ε. R. Dodds) υπερκαθορισμένος και κατα κάποιο τρόπο η πορεία του μοιάζει να κινείται στα όρια του μοιραίου.

Θα μπορούσαμε λχ να θυμηθούμε εδώ το γνωστό σονέττο του Κ. Βάρναλης «Ορέστης».

Υπο αυτή την έννοια ο ήρωας ούτε έχει ούτε εκφράζει κάποιο δικαίωμα αντιστάσεως απέναντι στην προκαθορισμένη εντολή (απο όπου και άν προέρχεται).
Το μόνο του δικαίωμα που διαθέτει είναι να συνταχθεί αργά και επίπονα αλλά λογικά και συνειδητά προς το σκοτεινό και το άλογο, να αποδεχθεί ως υπεύθυνο όν, το αδιανόητο που η ίδια η ζωή εκφράζει και επιβάλλει.
Μέσα απο την ανέλιξη του τραγικού μύθου ο ήρωας αναγκάζεται τελικά να αποδεχθεί σε λογικό επίπεδο το αναπόφευκτο και εδώ, πιστεύω, έγκειται η διαφορά του τραγικού ήθους απο το μοιραίο ή απο τη μοιρολατρία: οτι ο ήρωας λογικοποιεί το άλογο, κατανοεί σταδιακά ο ίδιος το υπερλογικό ή το εξωφρενικό πληρώνοντας με το σώμα του. Ο Γκαίτε λέει οτι η σύγκρουση επάνω στην οποία είναι θεμελιωμένο το τραγικό δέν έχει περιθώρια συμβιβασμού.
Η Τραγωδία ασχολείται με προβλήματα που δέν έχουν λύσεις. Λύσε (λέει) το πρόβλημα και η τραγωδία θα χαθεί. Γιατί; Επειδή στις ιδανικές τραγωδίες (Ορέστεια, Οιδίπους Τύραννος, Ιππόλυτος, Βάκχες) αλλά και γενικά σε όλες τις Τραγωδίες, όπως έχει δείξει καλά ο D.
Page η σύγκρουση δέν εντοπίζεται ανάμεσα στο Άδικο και στο Δίκαιο.
Η σύγκρουση αφορά δύο ισοδύναμες και εξίσου «δίκαιες» καταστάσεις.
Όπως λέει ο Ορέστης στις Χοηφόρους 461) Άρης Άρει ξυμβαλεί, Δίκα Δίκα. Οι συγκρούσεις στην Τραγωδία γίνονται, όπως τούτο φαίνεται καλά στην Αντιγόνη ανάμεσα σε δύο αντίμαχες καταστάσεις Δικαίου.

Όμως αυτός ο παραλογισμός και η τραυματική διαδικασία που βιώνει ο δρών ήρωας και εμείς μαζί του ΔΕΝ είναι όπως πιστεύουμε, χωρίς λογική εξήγηση. Ούτε αποτελεί τούτο το παράδοξο το τέλος της τραγωδίας. Ο ήρωας φυσικά και δέν μπορεί να μεταβάλλει τα πράγματα.
Όμως μπορεί να κερδίσει αυτή τη γνώση του αμετατρέπτου. Μπορεί πολύ απλά να μάθει μέσα απο το πάθημά του (πάθος - μάθος). Ο άνθρωπος ευρίσκεται σε αδυναμία να διαφύγει, όμως έχει τη δυνατότητα (και τη δόξα) να μάθει και να μελετήσει αυτή την αδυναμία. Η τραγωδία ούτε αρνείται ούτε απορρίπτει το άλογο και το αναπόφευκτο, που παρατηρείται συνεχώς στον βίο. Ούτε έχει ως μέλημά της να καταδικάσει το αδιέξοδο του βίου. Ο απώτερος σκοπός της, το τέλος της είναι να μας μυήσει στο αναπότρεπτο, να μας διδάξει το υπερλογικό, να μας εξοικειώσει με αυτές τις παράλογες και αφόρητες καταστάσεις.

Αυτό λοιπόν είναι το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρά ο ήρωας και, επομένως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ερμηνεύσουμε και τις περιπτώσεις εκείνες κατα τις οποίες παίρνει την Απόφαση να αρνηθεί κάτι ή, σπανιότερα, να προβάλλει κάποια μορφή αντιστάσεως απέναντι σε μια εξουσιαστική απαίτηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η όποια άρνηση, αντίθεση ή αντίσταση αποτελεί μέρος του μύθου, της πλοκής όχι ιδιωτική απόφαση του 'Ηρωα. 'Η τουλάχιστον, ποτέ δέν εμφανίζεται τούτη η Απόφαση ως ιδιωτική. Η εξέλιξη του μύθου ορίζει οτι ο ήρωας οφείλει να προβεί σε τούτες τις ενέργειες. Η συγκεκριμένη πράξη αρνήσεως ή αντιστάσεως πρέπει να ερμηνευθεί μέσα στη λογική ενός υπερκαθορισμένου σκοπού τον οποίο όμως οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε για να αποκτήσει τελικά το νόημά του.

Στις περιπτώσεις αυτές, όπως λχ στον Οιδίποδα Τύραννο ή στην Αντιγόνη ο ήρωας καλείται εκ των πραγμάτων να προκρίνει ως τρόπο δράσεως την άρνηση ή την αντίσταση απέναντι σε μιαν εντολή ή διαταγή. Και αυτή του η απόφαση (ή προαίρεσίς του) να αρνηθεί την εντολή ή την όποια εξουσία θα τον οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα, όπως και η απόφασή του να ακολουθήσει μιαν εντολή. Άν ο Οιδίπους αντί να επιζητεί απεγνωσμένα την αποκάλυψη, εμφανιζόταν να αρνείται να εκτελέσει τις εντολές του Μαντείου, η πορεία των πραγμάτων, ο μύθος θα έπαιρνε μια τέτοια τροπή ώστε το αποτέλεσμα να είναι το ίδιο. Το όλο ζήτημα είναι θέμα οραματικού χειρισμού. Ο ήρωας άγεται στο ίδιο σημείο καταστροφής είτε επιλέξει να ακολουθήσει μιαν εντολή, είτε αρνηθεί να συμμορφωθεί προς κάποια εντολή. Απλώς στις περιπτώσεις όπου προβάλλεται κάποια άρνηση οι επιπτώσεις δηλ. ο κολασμός και η τιμωρία του ήρωα κατανοείται καλύτερα. Μας είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε γιατί ένας ήρωας τιμωρείται επειδή αρνείται να πράξει κάτι ή να συμμορφωθεί προς κάποιες εντολές, παρά γιατί τιμωρείται και υποφέρει επειδή επιλέγει να εκτελέσει κάποια εντολή.

Πιστεύω λοιπόν οτι θα πρέπει να δούμε τις συγκεκριμένες πράξεις τους προμηθέα και της Αντιγόνης (όπως τις έχουμε ήδη περιγράψει) κάτω απο αυτό το ερμηνευτικό πρίσμα (αναγκαστικά ορισμένες πλευρές του έχουν απλοποιηθεί) τον στον Προμηθέα Δεσμώτη και την Αντιγόνη.

Προμηθέας

Ο Προμηθέας Δεσμώτης αποτελεί ένα μέρος μιας χαμένης Τριλογίας.
Τα δύο άλλα μέρη ήταν Προμηθέας Πυρφόρος και Προμηθέας Λυόμενος. Πέρα απο το γεγονός της γνησιότητας του Προμηθέα Δεσμώτη, δέν γνωρίζουμε επίσης την ακριβή σειρά των τριών τραγωδιών.
Κατ' άλλους η σειρά ήταν Πυρφόρος - Δεσμώτης - Λυόμενος -, κατ' άλλους Δεσμώτης - Λυόμενος - Πυρφόρος, οπότε αναλόγως έχουμε και διαφορετική ερμηνεία.

Υπόθεση

Το Κράτος και η Βία κατα διαταγή του Δία φέρνουν και αλυσοδένουν τον Τιτάνα Προμηθέα στους βράχους του Καυκάσου. Τους συνοδεύει και ο 'Ηφαιστος.
Ο λόγος; Έχει προδώσει το μυστικό της φωτιάς στους ανθρώπους. Με την έξοδό τους απο τη σκηνή, εισέρχεται ο Χορός των Ωκεανίδων, που ζητά να μάθει απο τον Δεσμώτη τους λόγους για τους οποίους τιμωρείται.
Ο Προμηθέας εκθέτει το ιστορικό, καταφέρεται με τολμηρή γλώσσα εναντίον του Δία και προφητεύει γι' αυτόν καταστροφή. Ο Ωκεανός συμβουλεύει τον Προμηθέα να μην προκαλεί. Στη συνέχεια έρχεται η Ιώ, μια άλλη τιμωρημένη. Ο Προμηθέας της προφητεύει όσα πρόκειται να συμβούν και αναγγέλλει τη μελλοντική λύση των δεινών της. Τελευταίος έρχεται ο Ερμής για να πληροφορηθεί απο τον Τιτάνα το νόημα των προφητειών του για τον Δία. Ο Προμηθέας αρνείται να αποκαλύψει το φοβερό μυστικό του και ακολουθεί ο χαλασμός του Κόσμου και η κάθοδος του Προμηθέα μέσα στα έγκατα της γής.

Έχουμε ήδη αναφέρει οτι η αμαρτία για την οποία βασανίζεται ο Προμηθέας έχει συμβεί εκτός του δράματος. Έτσι εντός του δράματος παρακολουθούμε το αποτέλεσμα της Ανταρσίας τις συνέπειες του εγκλήματος, όμως την ίδια στιγμή μας δίδεται η ευκαιρία να δούμε εκ νέου το ήθος και τη διάνοια του ήρωα, που επιβεβαιώνουν την προαίρεσίν του την εμμονή του στην αμαρτία (που δέν την αρνείται) και δικαιολογούν την τελική του Πτώση. Οι εναρκτήριοι στίχοι του δράματος είναι αποκαλυπτικοί. Προγραμματίζουν το δράμα, και δίνουν καθολικά το νόημα της τραγωδίας. Το ίδιο γίνεται με τη στιχομυθία ανάμεσα στον Χορό και στον Προμηθέα.

Κράτος (6 κε)

Ετούτον τον άνομο (λεωργόν) Σε ψηλούς βράχους απόκρημνους με ατσάλινα Και ασύντριφτα δεσμά να αλυσοδένεις, Το άνθος του χάρισε κλέβοντας στους θνητούς, τη φλόγα της πάντεχνης φωτιάς και πρέπει να τιμωρηθή για ένα τέτοιο κρίμα απο τους Θεούς, για να μάθη να στέργη του Διός την εξουσία και τον φιλάνθρωπον τρόπο του να αφήσει (τοιάσδε τοι αμαρτίας σφε δεί Θεοίς δούναι δίκην, ως άν διδαχθή την Διός τυραννίδα στέργειν, φιλάνθρωπον δέ παύσασθαι τρόπου.

Προμηθέας (105)

Ελαφρά λοιπόν πρέπει Την αφεύγατη μοίρα μου να υπομένω, γιατί ξέρω Την αδυσώπητη δύναμη της ανάγκης. Μά μήτε να κλείσω το στόμα μπορώ στα πάθη μου. Για να προσφέρω στους θνητούς Δώρα, ο δύσμοιρος σε συμφορές έχω ζευχτή. Κλέβοντας μές σε νάρθηκα το σπέρμα της φωτιάς Που 'ναι της κάθε τέχνης δάσκαλος Και πόρεψη για τους θνητούς μεγάλη. Για τέτοιο αμάρτημα τώρα πληρώνω Αλυσοκαρφωμένος.

Χορός (259)

Δέ βλέπεις οτι αμάρτησες; Για μένα θλίψη να το λέω, για σένα πόνος.

Προμηθέας (265)

Όμως εγώ τα ήξερα όλα θέλοντας, θέλοντας αμάρτησα και δέν το αρνιέμαι.
Και βρήκα πόνους βοηθώντας τους θνητούς (Εύ δέ ταύτα πάντ' ηπιστάμην.
Εκών εκών ήμαρτον, ούκ αρνήσομαι· θνητοίς αρήγων αυτός ηυρόμην πόνους.

Απέναντι στον ανένδοτο και υβριστικό Τιτάνα, που διακαιολογεί την ανταρσία του ως μέρος ενός παγκόσμιου σχεδίου, τοποθετείται η τυραννική φύση του Δία (τραχύς μόναρχος ουδέ υπεύθυνος κρατεί (324) «Σκληρά ο Δίας με νόμους κυβερνά, Πάνω απο τους πρίν Θεούς κραδαίνοντας, Της υπεροψίας του την αιχμή (αμέγαρτα γάρ τάδε/ Ζεύς ιδίοις νόμοις κρατύνων υπερήφανον Θεοίς/ τοις πάρος ενδείκνυσιν αχμήν) (403) 'Ωσπου με το τέλος του δράματος έρχεται η νέα απείθεια η νέα θα λέγαμε αντίσταση του Προμηθέα. Αρνείται να αποκαλύψει τα μέλλοντα να συμβούν στον Δία.

Ας ακούσουμε τον Προμηθέα

Μάταια με ενοχλείς, σά να μιλάς σε κύμα. Μή σου περνά απ το νού σου πως θα φοβηθώ Του Δία τη γνώμη εγώ ποτέ κι όχι σάν άντρας. Στον πολυμίσητο εχθρό με γυναικείες Ικεσίες, για να με λύση, θα προσπέσω. Απ' τα δεσμά μου.

Ερμής

Τίποτε δέ σε λυγάει απο τα παρακάλια, ούτε Σε μαλακώνει Πατάς πάνω σε αδύναμη άρνηση (ασθενεί σοφίσματι) Γιατί η αυθάδεια κατάμονη και δίχως νού Πέφτει πιό κάτω κι απο το τίποτε Άκου τί βαρυχειμωνιά και θύελλα συμφοράς Σε περιμένει, αν δέν πεισθής στα λόγια μου (...).

Έτσι με αυτή την αγεφύρωτη αντιπαλότητα των δύο, όπου η κάθε μια έχει τη δική της ηθική έρχεται το αναπόφευκτο τέλος, το πάθος και η φυσική εξόντωση του Προμηθέα αλλά όχι η λύση (τουλάχιστον σε αυτό το σημείο της Τριλογίας).

Γιατί; Είναι πράγματι όλα τούτα τόσο παράλογα; Δέν υπάρχει το λογικό τέλος αυτής της διαμάχης. Κι άν υπάρχει ΠΟΙΟ είναι; Σε τί μπορεί να τείνει η αντίθεση, η αντίσταση και η καταστολή; Με άλλα λόγια ποιές προθέσεις του δημιουργού δραματοποιώντας αυτή τη σύγκρουση; Να σκόπευε να δώσει μια δραματική αναπαράσταση των θεολογικών μετασχηματισμών στις αρχές της βασιλείας του νέου τυράννου, τότε ο Προμηθέας Δεσμώτης θα έπρεπε να μοιραία να μήν ξεπερνά τα στενά όρια ενος θεολογικού δράματος, αλλά τούτο θα αντέβαινε στην ουσία της τραγωδίας, και τούτο γιατι, μολονότι η Θεολογία φωτίζει τα δράματά του, η Θεολογία αποτελεί δευτερεύοντα παράγοντα σε σχέση με τη θεατρική την τραγική λογική του δράματος. Σε τί επομένως αποσκοπεί αυτή η σύγκρουση. Στο να φορέσει ο Προμηθέας «το Φωτοστέφανο της δραστηριότητας» όπως πιστεύει ο Γκαίτε και να φανεί η αισχύλεια μορφή της δικαιοσύνης καθώς θα παρατηρούμε την τόλμη ενός «ερημίτη» και το λυκαυγές των Θεών;

Αγνοούμε την κατάληξη αυτής της Τριτολογίας, όμως, όπως μπορούμε να διακρίνουμε μέσα απο μίαν εξονυχιστική μελέτη του Προμηθέα Δεσμώτη υπάρχει διάχυτη η αίσθηση κάποιας αναπόφευκτης μεταβολής των πραγμάτων.
Αισθανόμαστε την έλευση κάποιας ισορροπίας και ηρεμίας ύστερα απο ετούτη την κοσμογονική σύγκρουση, όπως τούτο γίνεται λχ αντίστοιχα και με την Ορέστεια. Ούτε ο Δίας ούτε ο Προμηθέας βρίσκονται μέσα στα όρια του ανθρώπου, αλλά ως δραματικά πρόσωπα δέν μπορούν παρά να φέρουν σε πέρας την δραματική Πράξιν. Είναι, εκτός των άλλων πράκτορες μιας δραματικής καταστάσεως και δέν μπορεί παρά να υποστούν και οι δύο τις συνέπειες αυτής της αναπόφευκτης συγκρούσεως.
Με μια λογική με ένα κατανοήσιμο λογικό σκοπό που δικαιολογεί τη Σύγκρουση, δικαιώνει τη δράση και αντίδραση και ισορροπεί την Εξουσία με την Αντίσταση. Η φιλάνθρωπη απόφαση του αυθάδους Προμηθέα είναι τόσο δικαιολογημένη (ή αδικαιολόγητη) όσο και εμμονή του νεαρού και τυραννικού Δία προς μια κοσμική τάξη. Άρα το τέλος πρέπει να συν-τεθεί.
Ο Κίττο γράφει στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία, σχετικά με τον λογικό σκοπό της Προμηθείας. «Και οι δύο (Δίας - Προμηθέας) πρέπει τελικά να παραδεχθούν κάτι και να αφομοιώσουν κάτι προτού συνδιαλλαγούν στην κατοπινή τέλεια κοσμική τάξη του Δία. Ένα τέτοιο εξελικτικό θέμα εξηγεί την εξέχουσα θέση που έχει μέσα στον Προμηθέα Δεσμώτη η εξέλιξη του πολιτισμού και συμφωνεί πολύ καλά με την ίδια εξελικτική πορεία που φαίνεται να υπογραμμίζεται μέσα στην Ορέστεια.

Αντιγόνη

Η περίπτωση της Αντιγόνης είναι ίσως γνωστότερη και ελκυστικότερη.
Για τούτο και πολλοί (μετά τον Σοφοκλή) χρησιμοποιούν την περίπτωσή της ως ένα απόλυτο δείγμα, ως ένα απόλυτο σύμβολο «αντιστασιακού» πνεύματος. Ενός όντος φιλελεύθερου που αντιμάχεται έναν τύραννο, όπως θεωρείται οτι είναι ο Κρέων. Ωστόσο τα πράγματα δέν είναι ακριβώς έτσι και σιγά σιγά παύουν να ισχύουν όλες οι ιδεαλιστικές και κάποτε ρομαντικές ερμηνείες της τραγωδίας αυτής. Όπως επίσης έχει μεταβληθεί απο καιρό η παρεξηγημένη άποψη οτι ο πρωταγωνιστής και το κύριο τραγικό πρόσωπο στην τραγωδία αυτή είναι η Αντιγόνη. Πρωταγωνιστής και τραγικός ήρωας είναι ο Κρέων, γιατί είναι αυτός που μαθαίνει τελικά με τόσο βίαιο τρόπο. Η Αντιγόνη δέν έχει τίποτε να μάθει κατα τη διαδρομή της Τραγωδίας.

Έτσι και η σχετική άποψη της φιλελεύθερης Αντιγόνης και του τυραννικού Κρέοντα. Σε τούτη την τραγωδία, όπως έχουμε ήδη υπαινιχθεί, φαίνεται καθαρά οτι δέν έχουμε σύγκρουση του Δικαίου προς το Άδικο, αλλά σύγκρουση δύο ισοδυνάμων Δικαίων. Ο Κρέοντας έχει δίκαιο όταν θέλει να διατηρήσει την ευνομία στην Πόλη. Τα επιχειρήματά του είναι επιχειρήματα ενός πολιτικού που εκφράζει την έννοια του Κράτους και την ανάγκη να διατηρηθεί αυτή η έννοια της κοινωνικοπολιτικής οργανώσεως. Η Αντιγόνη υπερασπίζεται (πέρα απο τους Θείους νόμους) τη γενιά, τη φυλή, την οικογενειακή αλληλεγγύη στην κρατική υπόσταση.

Αντιγόνη

Όρισε άκλαυστος να μείνει, ριγμένος και άταφος γλυκιά τροφή στα όρνεα..
και όποιος πατήσει τη διαταγή θα λιθοβοληθεί στην πόλη δημόσια (εν πόλει). Έτσι είναι και θα δείξεις τώρα άν έχεις την τόλμη της γενιάς σου ή βγήκες δειλή (είτ' ευγενής πέφυκας είτ' εσθλών κακή (35).

Ισμήνη

Σκέψου το οικτρό μας τέλος άν παραβγούμε τη διαταγή και στη δύναμη του άρχοντα αντισταθούμε (σκόπει όσω κάκιστ' ολούμεθ', ει νόμου βία ψήφον τυράννων ή κράτη παρέξομεν (58).

Αντιγόνη

Φίλη μετ' αυτού κείσομαι, φίλου μέτα, όσια πανουργήσασ'.

Ισμήνη

Άνους μέν έρχη, τοις φίλοις δ' ορθώς φίλη (99)

Δεύτερο επεισόδιο

Ο Κρέων ερωτά την Αντιγόνη: Και δήτ ετόλμας τούσδ' υπερβαίνει νόμους;

Απάντηση

Δέν ήταν ο Δίας που προκήρυξε τούτα Ούτε τέτοιους νόμους ορίζει η Δίκη στον Άδη Ούτε οι διαταγές σου, νόμιζα, μπορούν Να έχουν μεγαλύτερο σθένος απο τους νόμους Των Θεών (άγραπτα κασφαλή Θεών).

Η επιχειρηματολογία απο εδώ και πέρα είναι γνωστή και τα πράγματα ακολουθούν την πορεία τους μέσα στο σύστημα της πράξεως, της μιμήσεως της πράξεως του βίου. Η Αντιγόνη αναφέρεται στην αγάπη. Ο Κρέων κάνει λόγο για μια κατάρα, Άτη, και επαναστάσεις θρόνων.
'Ωσπου (μέσα στην πορεία του μύθου) εμπλέκεται ο Αίμονας, ώστε τα πράγματα να γίνουν πιό δύσκολα για τον Κρέοντα, καθώς ακολουθεί μια νέα σκληρότερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση: Ο Αίμονας προσπαθεί να εκσυγχρονίσει την εξουσία: Να ορίσει το μέτριον το μέτρον.

Κείμενο

Όταν έρχεται το τέλος αυτής της συγκρούσεως, ο οίκος του Κρέοντα έχει τρείς νεκρούς. Την Αντιγόνη, τον Αίμονα, την Ευρυδίκη. Ο οίκος των Λαβδακιδών πέφτει συθέμελα, ενώ ακούγεται ο φρικτός ύμνος των Ερινύων.

Κρέων

Ω μυαλού συφοριασμένα σφάλματα Πείσματα θανατερά Ω φονιάδες και θύματα συγγενείς Ω φρίκη που έκανα Ω γιέ μου χάθηκες Απο δικό μου όχι δικό σφάλμα Έχω μαθών δείλαιος.

Εδώ τελειώνει το κείμενό μας. Αυτό που πρέπει να προσθέσω (προτού μαζέψω τα συμπεράσματά μου) είναι οτι η γνώση που ομολογεί ο Κρέοντας ύστερα απο την αντιμετώπιση του άγνωστου δέν είναι «βδελυγμία της φύσης» όπως θα έλεγε ο Νίτσε, μολονότι αποκαλύπτεται ο αποτρόπαιο, που υπάρχει κάτω απο το δίχτυ των Θεών. Ούτε και η σοφία του Οιδίποδα είναι βδελυγμία γιατί η γνώση αυτή, η σοφία δέν στράφηκε εναντίον της φύσεως. Και ο Κρέοντας και ο Οιδίποδας απλώς εγνώρισαν τον εαυτό τους μέσα απο ένα άλλο φώς, όμοιο με τον κολυμπητή στον Σολωμικό «Πόρφυρα», προτού τον κατασπαράξει το τέρας όπου «άστραψε φώς κι εγνώρισεν ο νιός τον εαυτό του».

Όσο για τα συμπεράσματά μας αυτό που έχω να επαναλάβω είναι τούτο: Οτι όπως φάνηκε απο τον Προμηθέα Δεσμώτη και την Αντιγόνη αλλά και μετά όσα ανέφερα σχετικά με τη λογική σύσταση της δραματικής πράξεως, οι ήρωες, όσες φορές προβάλλουν κάποια Αντίσταση στην εξουσία το κάνουν ως μέρος της όλης διαδικασίας και χωρίς να επικαλούνται προσωπικούς λόγους. Όλα ανάγονται σε γενικότερες καταστάσεις. Ο ήρωας τοποθετείται στο δοκιμαστήριο της τραγικής πράξεως, της τραγωδίας, όχι για να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, αλλά για να κατανοήσει τα πράγματα, πληρώνοντας με το αίμα του. Μέσα σε τούτο το ερμηνευτικό πλαίσιο πρέπει να δούμε και τις όποιες πράξεις Αντιστάσεως στην Τραγωδία, που δέν φαίνονται να είναι πάρα πολλές. Αντιθέτως μέσα σε κάθε Τραγωδία οτι φαίνεται συχνή είναι η αντιπαράθεση γνωμών, οι διαφορετικές απόψεις, η διαλεκτική συζήτηση, ο αγών που είναι και η ουσία της Δημοκρατίας.

Πηγή

http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=3&mid=1096&mnu=1&id=24165