Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

H διαρκής πόζα του Νεοέλληνα ή αλλιώς η κοινωνία της αμετροέπειας

Κάτι από το παλιό site... δυστυχώς συνεχίζει να είναι επίκαιρο...
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αποφασίσαμε να αντιμετωπίζουμε το τοπίο με όρους καρτποστάλ, αφήσαμε και τις μέρες μας να μετριούνται με τη λογική των σήριαλ. Ντυθήκαμε όλοι τη στολή του χρήματος και κουβαλάμε ένα μυστήριο σωρό από πληροφορίες σχετικά με το κλείσιμο της Σοφοκλέους.

Σαφώς παρασυρμένοι απ’ τις επιταγές του τηλεοπτικού και περιοδικού lifestyle, μετατρέψαμε την κάθε μέρα μας ακριβώς σε αυτό, σε στιλ και πόζα, με άλλα λόγια σε «κάτι σαν ζωή». Η εντολή ήταν διατυπωμένη με διάφορους τρόπους, αλλά είχε πάντα το ίδιο περιεχόμενο. Γίνε όμορφος, γίνε νέος, γέννα λεφτά -αν είναι δυνατόν με εφέ κι εξυπνακισμούς- και γέλα αλαζονικά πάνω από το καινούριο σου τζιπ.

Από τις σελίδες με τους επιχειρηματίες της χρονιάς μέχρι τα κεντρικά δελτία ειδήσεων, η απόσταση που έχεις να διανύσεις αν θες να είσαι κάποιος, είναι το όριο της επωνυμίας. Το δίδαγμα είναι απλό. Φτάνει να έχεις τους κατάλληλους γνωστούς, το πρώτο τραπέζι στα μπουζούκια και το πιο ισχυρό αντηλιακό και θα είσαι πετυχημένος. Η κοινωνία της αμετροέπειας και της εκδίκησης ξέρει αυτό τουλάχιστον. Αποθεώνει τους δυνατούς, τους killers και δεν την ενδιαφέρει με τι καρδιά αφήνεται ο καθένας στα σεντόνια του τη νύχτα. Τα περιοδικά και οι οθόνες αναγνωρίζουν μόνο το παγωμένο χαμόγελο και τη δήλωση ότι νιώθεις υπέροχα. Άρα, μένει να παίξεις το ρολάκι σου κι όλα θα πάνε καλά. Φτάνει να δείχνεις όρθιος, στητός κι ακλόνητος, κι ας καταρρέει ο πρώην εαυτός σου στο παρασκήνιο.

Όμως, η συνεχής προσπάθεια να προσποιούμαστε τη μορφή της επιτυχίας, όπως ήταν αναμενόμενο, μας τράβηξε μακριά από συναισθηματικές αντιδράσεις, αυθεντικά ξεσπάσματα και προσωπικές αντιλήψεις της πραγματικότητας. Οι οθόνες, που καθρέφτιζαν τα ανίκητα είδωλα που πουλούσαμε για εαυτούς μας, κέρδισαν. Έτσι μείναμε με τον αντικατοπτρισμό.


Τώρα, νέες μόδες απλώνουν τα νύχια τους στα παιδιά αυτών που πρόσφατα μετακόμισαν βόρεια της Αγίας Παρασκευής. Παρόμοιο αλλόκοτο μαλλί, τρύπες στο σώμα κι ίδια αφασική αντιμετώπιση του πόνου ή της αγάπης. Δεν είναι περίεργο, αφού τα παιδιά αυτά μεγάλωσαν σε πολύχρωμες αίθουσες και τσιμεντένιους τοίχους, παρέα με το τελευταίο ηλεκτρονικό παιχνίδι. Τελείως στερημένα, δηλαδή, από την παρέα, τη συγκίνηση και τη σύγκρουση με τους άλλους. Μαθημένα να βλέπουν στο δάσος μόνο ενοχλητικά μαμούνια και λάσπες, αναπόφευκτα έχασαν την όψη του ορίζοντα, την απεραντοσύνη του ουρανού και τον ερωτισμό του χώματος. Σ’ ένα πλαστικό περιβάλλον και με μια διεκπαιρεωτική - διαχειριστική λογική των σχέσεων με τους γονείς τους, ήταν φυσικό να αντικαταστήσουν τη φαντασία με τα χαώδη όσο κι εύχρηστα menu.

Όταν οι γονείς τα τάιζαν βιντεοπαιχνίδια και cheeseburger για να προλάβουν να βγάλουν μερικά ακόμη ευρώ (για χάρη των παιδιών τους, φυσικά), αυτά ανακάλυπταν πως ο μόνος τρόπος να κρίνεις, είναι να αποτιμήσεις την χρηστικότητα - αποτελεσματικότητα του αντικειμένου. Τα παιδιά που θα μεγαλώσουν δεν θα είναι αδιάφορα ή ανίκανα να νοιώσουν συμπάθεια, απλώς θα έχουν ποτιστεί με τη νοοτροπία της ερημιάς, της βίλας και της φιλανθρωπίας. Φυσικά, για αγάπη ούτε λόγος, από γονείς που προτιμούν να περνούν τις βραδιές τους βλέποντας κουτσομπολιά για αγνώστους, παρά να περπατήσουν με τα βλαστάρια τους σε ένα από τα τελευταία πεζοδρόμια της πρώην πόλης τους, αφού στην ιδέα της αληθινής κι επώδυνης επαφής, κυριολεκτικά, τρέμουν.

Τα αποτελέσματα αυτής της -όντως υπερβολικής- κινδυνολογίας από μέρους μου θα πάνε να βρουν τους σημερινούς ενήλικους που εκπαιδεύονται με εντατικούς ρυθμούς από την τηλεόραση και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε μια ολοένα εντεινόμενη παγωμάρα. Ηττοπάθεια, συντηρητισμός, ανασφάλεια, προσποίηση κι ευκαιρίες καριέρας περιγράφουν το κλίμα που μία των ημερών απειλεί να μας καλωσορίσει στη χώρα της αφασίας.
Έτσι βρεθήκαμε να περπατάμε σήμερα όλοι στους δρόμους της καταξίωσης, με παντιέρα τα πορτοφόλια, την αλαζονεία και τον οίκτο και συγκριτικό πλεονέκτημα την έλλειψη ντροπής ή ταπεινότητας. Όλα -αυτοκίνητα, σπίτια, τεράστιες τηλεοράσεις, ραντισμένα γαρίφαλα διπλής χρήσης, καφετέριες πάνω στη θάλασσα- τα αγκαλιάζει το τσιμέντο κι η ερημιά κι όλα τα ξεπερνάμε με την ίδια πόζα, που αποτελεί πλέον και επίσημα το νέο μας πρόσωπο. Αυτή η διαρκής πόζα αναλαμβάνει προς στιγμή, για χάρη όλων μας, να αποδεικνύει την υποτιθέμενη συλλογική ευτυχία.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η διαφθορά της εξουσίας και λαϊκισμός



Η διεφθαρμένη εξουσία αποσαθρώνει την κοινωνία και εξαχρειώνει τον πολίτη που θεωρεί με την σειρά του, την αρετή, το ήθος, την υπευθυνότητα ανώφελες και γελοίες ιδιότητες, μειονεκτήματα σοβαρά για την περιπόθητη "επιτυχία". Ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι χρειάζεται αρετή και για τους άρχοντες και για τους αρχόμενους ("φανερόν τοίνυν ότι ανάγκη μετέχειν αμφοτέρους αρετής" Πολιτικά, 1260α )

Σε άλλο σημείο προσθέτει ότι χρηστός πολίτης στο άριστο πολίτευμα είναι ("ο δυνάμενος και προαιρούμενος άρχεσθαι και άρχειν προς τον βίον  και την αρετήν", εκείνος που δέχεται και μπορεί να κυβερνά ή να κυβερνάται αποβλέποντας πάντα τον έντιιμο βίο.

Στην άμεση συμμετοχική αθηναϊκή δημοκρατία ο κατηγορούμενος πολίτης αγωνιζόταν στην απολογία του να αποδείξει την αφοσίωση του στην κοινότητα και την αρετή του. Έλεγε πως ήταν πολίτης αγαθός και γενναίος, πατριώτης και χρηστός, πως είχε καλές σχέσεις με τους συμπολίτες του,πως ήταν καλός οικογενειάρχης, πως εκπλήρωνε σχολαστικά τις φορολογικές υποχρεώσεις του, πως είχε να επιδείξει φιλανθρωπικό έργο και πως δαπανούσε τα χρήματα για το κοινό συμφέρον,

"Ανοσιώτατον και αγριώτατον" θεωρεί ο Αριστοτέλης τον "άνευ αρετής" άνθρωπο. Άλλα όταν οι άρχοντες είναι διεφθαρμένοι, όταν η πολιτική εξουσία είναι ανόσια και θηριώδης γιατί οι πολίτες θα συμπεριφέρονται με εντιμότητα; Όλοι τιμούν με λόγους την αρετή στην πράξη όμως την μυκτηρίζουν. Ο Πλούταρχος καταγράφει ένα επεισόδιο σε κάποιο θέατρο κατά την εορτή των Παναθήναιων. Οι θεατές, καλοκαθισμένο, περιγελούσαν κάποιο γέροντα που  αναζητούσε θέση στις κερκίδες. Τον καλούσαν για να του προσφέρουν τάχα την δική τους, αλλά μόλις ζύγωνε τον απέμπεμπαν χλευαστικά. Όταν έφτασε στην σειρά που κάθονταν οι απεσταλμένοι της Σπάρτης αμέσως σηκώθηκαν όλοι και του παραχωρούσαν πρόθυμα την θέση τους. Σείστηκε όλο το θέατρο από τα χειροκροτήματα - " αγασθείς δε ο όχλος εποί τω γεγονότι εκρότησε μετα πολλής επισημασίας". Και ένας Σπαρτιάτης σχολίασε απορημένος:"Μα το Θεό, οι Αθηναίοι γνωρίζουν το καλό αλλά δέν το κάνουν". 

Η κοινωνία εκφυλίζεται, οι πολίτες υποτάσσονται στη διεφθαρμένη εξουσία, θαυμάζουν και προσκυνούν τους ισχυρούς και επιδεικνύουν τον πλούτο και την δύναμη τους, λατρεύουν τα "είδωλα" που δημιουργούν τα ΜΜΕ, ανέχονται χωρίς αγανάκτιση τους διαφημιστικούς κολάφους. Και πολλές φορές περιφρονούν και λοιδορούν τους φτωχούς και αδύναμους, σαρκάζουν την δυστυχία.

Η κοινωνία κατολισθαίνει , το άτομο ξεπέφτει. Ονειδίζεται η πίστη σε ένα δράμα. Ο εγωισμός μυκτηρίζει την αλήθεια, την τιμή, το ήθος τους θεσμούς. Έτσι καταστρέφεται η ψυχική εκείνη άγρυπνη δύναμη που πάντοτε σημαίνει συναγερμό για αντίσταση κατά της βίας και της αδικίας, η συνείδηση του αυτοσεβασμού και του φιλότιμου, η πίστη στην συλλογικότητα, η ελπίδα για αξιότερη κοινωνία. Εκχυδαϊζονται τα πάντα, η αρετή, το πνεύμα, η πατρίδα. Η αχρειότητα της εξουσίας γελοιοποιεί τον άνθρωπο, τον ευτελίζει, έτσι που να αισθάνεται σιχασιά για τον εαυτό του.

Μέσα σε αυτή την καταράκωση της κοινωνίας ευδοκιμεί ο λαϊκισμός, ο εμπαιγμός των πολιτών από τους διεφθαρμένους κομματάρχες και τους μηχανισμούς τους , που μιλούν υποκριτικά για την αυθεντικότητα των 'λαϊκών αξιών' και το 'αλάνθαστο λαϊκό ένστικτο' στις αναίσχυντες δημαγωγίες τους.

Τον λαϊκισμό, στον οποίο καταφεύγουν οι ''πολιτικοί ηγέτες'' για διαβουκόληση της κοινωνίας, θυμίζει περιστατικό που καταγράφει ο Αθηναίος αγωνιστής του '21 Γεώργιος Ψύλλας.

Ένας Θεσσαλός προεστός, εντελώς αναλφάβητος, χρησιμοποιεί τον δάσκαλο του χωριούκαι ώς γραμματικό του. Επειδή όμως ο δάσκαλος δέν ήταν σε όλα υπάκουος , ο προεστός προτείνει στην γενική συνέλευση των κατοίκων την απόλυση του.
Γιατί; Ρωτάει ο δάσκαλος εμβρόντητος. 
Γιατί δεν ξέρεις γράμματα , λέει ο προεστός.
Και ποιός το λέει αυτό;
Εγώ απαντά ο προεστός. Γράψε την λέξη βόδι να δούμε άν ξέρεις.
Ο δάσκαλος έγραψε σε ένα χαρτί...βόδι
Τότε ο προεστός "ζωγράφισε" σε άλλο χαρτί ένα βόδι, το δείχνει στους χωριανούς- το ίδιο αναλφάβητους - και ρωτάει: Πέστε μου, ποιό χαρτί γράφει βόδι,; Το δικό σου ! απαντούν όλοι. Και έδιωξαν τον δάσκαλο ( Απομνημονεύματα του βίου μου, Γ. Ψύλλας, Αθήνα 1974 σελ 286 - 287 )