i-know.gr

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Μυθοπλαστία όλες οι θρησκείες της οικουμένης



Του Κυριάκου Σιμόπουλου
 Ολες οι θρησκείες θεμελιώνονται σε κοσμογονικούς μύθους πού αποτελούν απάντηση στα ερωτήματα: Πώς δημιουργήθηκε το Σύμπαν; Γιατί έχει αυτή και όχι άλλη μορφή; Οι απαντήσεις ταυτίζονται συχνά με μερικές παραλλαγές πού οφείλονται στη φαντασία των μυθογράφων, πού συνήθως επιδιώκουν την ενδυνάμωση των εξουσιών με την ευθυγράμμιση γήινων αρχόντων και «θεϊκών δυνάμεων»!
Πριν από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι, αγνοώντας ολότελα, εξαιτίας της απουσίας των επιστημών, τη λειτουργία του φυσικού περιβάλλοντος, τρομοκρατημένοι από τους κινδύνους πού αντιμετώπιζαν — θύελλες, καταιγίδες, κεραυνοί, τρικυμίες, θερμοκρασία τρομακτική, ψύχος θανάσιμο — και απορώντας για τα φυσικά φαινόμενα στο στερέωμα — ήλιος, σελήνη, άστρα, γαλαξίας, φως και σκότος — απέδιδαν σε «θεότητες» τη δημιουργία και τη λειτουργία του Σύμπαντος! Εμφανίσθηκαν τότε οι κοσμογονικοί μύθοι. Πρόκειται για φαντασιώσεις πού κυριαρχούσαν πριν από την εμφάνιση και ανάπτυξη της επιστήμης και της υψηλής τεχνολογίας.

Επιβάλλεται, επομένως, ερευνά για την καταγωγή και εμφάνιση των θρησκειών πού θεμελιώνονται με μύθους και «θαύματα», χωρίς καμιά επιβεβαίωση από την ιστορία και την επιστήμη. Επιβάλλεται απομυθοποίηση των θρησκευτικών φαντασιώσεων για εξυγίανση των κοινωνιών της οικουμένης. Αναγκαία ή επιστημονική έρευνα σε όλους τους μύθους πού συγκροτούν τα θεολογικά κείμενα.
Στην προϊστορική περίοδο ο άνθρωπος αναρωτιόταν για τις σχέσεις του με τον περίγυρο και τα φυσικά φαινόμενα, αντικρύζοντάς τα ως μυστηριώδη και υπερφυσικά. Ή «θρησκευτικότητα» αποτελούσε ένα παγκόσμιο φαινόμενο κατά την προϊστορική εποχή εξαιτίας του πρωτογονισμού και της αμάθειας. Ήταν ή πρώτη μυθολογική προσπάθεια ερμηνείας της ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος.
Υπάρχουν δύο μορφές εξηγήσεων για τη δημιουργία του Σύμπαντος. Οι μυθολογίες και οι τερατολογίες των θρησκειών. Ή σωστή απάντηση δίδεται από την επιστήμη. ‘Από τις επιστημονικές έρευνες προκύπτει ότι ο άνθρωπος αποτελεί στοιχείο του φυσικού κόσμου από τον όποιο προήλθε. Στην προϊστορική εποχή θεωρούσαν την παρουσία του ανθρώπου δημιούργημα των θεών. Μερικές θρησκείες ταύτιζαν τα άστρα με τους θεούς. Σε πολλές θεολογικές μυθολογίες οι θεοί κυβερνούσαν τα ουράνια φαινόμενα. Σύμφωνα με όλους τους θρησκευτικούς μύθους, ο ουρανός είναι το… βασίλειο των θεών, το εσωτερικό της γης ή κατοικία του διαβόλου και τα «καμίνια» του “Αδη! Ή χρησιμοποίηση των θρησκειών και στις πέντε ηπείρους από τις εξουσίες αποβλέπει στην τυφλή υποταγή των μαζών. Ή χριστιανική Αγία Τριάς προσαρμόζεται σε μια εξουσιαστική αναλογία. Πατήρ το κράτος, υιός ο λαός, πνεύμα ή κοινωνία!
Στις θρησκευτικές μυθολογίες υπάρχουν αφηγήσεις για θεούς, μάχες θεοτήτων, ερωτικούς δεσμούς και για «γενναίους ήρωες». Μύθοι τα έπη του Όμηρου — Ίλιάς, “Οδύσσεια — και του Ησιόδου — Θεογονία — πού προβάλλουν το «μεγαλείο» των θεών! Ή «Θεογονία» αποτελεί φανταστική αναγωγή στις θρησκευτικές τερατολογίες. Προβάλλει θεοποιημένες τις δυνάμεις του Σύμπαντος κατατάσσοντας τους θεούς σε τέσσαρες γενεές. Ή πρώτη με τη σύζευξη του Ουρανού και της Γαίας, ή δεύτερη με την κατάκτηση της εξουσίας ύστερα από τον ευνουχισμό του Ουρανού, ή τρίτη υπό την κυριαρχία του Διός πού «νίκησε» τους τιτάνες. Ή τέταρτη με τους απογόνους του «νεφεληγερέτη». Οι δύο πρώτοι μύθοι προέρχονται από την Ασία. Ό Ομηρος και ο Ησίοδος δημιούργησαν τη «γενεαλογία» των θεών, έδωσαν στους θεούς επωνυμίες, καθόρισαν τις μορφές και τις εξουσίες τους παραπλανώντας τον λαό όπως οι άλλες θρησκείες.
Γράφει ο Ηρόδοτος για τον Ησίοδο και τον Ομηρο: «Δημιούργησαν, με τα ποιήματα τους, την θεογονία για τους Ελληνες, έδωσαν στους θεούς τις γνωστές ονομασίες, μοίρασαν τιμές και αρμοδιότητες σε καθένα και διαμόρφωσαν την εξωτερική τους όψη». (Ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι καί τοϊσι θεοϊσί τάς επωνυμίας όντες καί τιμάς τε καί τέχνας διελόντες καί εΐδεα αυτών ιτημήναντες (Ηρόδοτος, Μονσαι, Β, 53).

Οι θεοί και οι θεές ήταν όλοι ανθρωπόμορφοι. Οι θρησκείες αποτελούν ανθρώπινη εφεύρεση, μια ανακούφιση μπροστά στην άγνοια, μια απόπειρα εξήγησης του αγνώστου.
Η ΜΑΓΕΙΑ προηγήθηκε της θρησκείας ευνοώντας την ανάπτυξη της μοναρχικής εξουσίας. Τη μαγεία αντικατέστησε ή θρησκεία, ο άνθρωπος όμως βυθίσθηκε σε νέα παραφροσύνη πιστεύοντας στους θρησκευτικούς μύθους, προσδοκώντας βοήθεια κατά τη διάρκεια της ζωής και μεταθανάτια απόλαυση!
Οι μύθοι θεμελιώνουν, με παραχάραξη της ιστορίας, τη διαστροφή της πραγματικότητας και αλλοιώνουν τα επιστημονικά δεδομένα. Προβάλλονται παντού υπερφυσικά και εξανθρώπινα όντα. “Ολες οι θρησκείες ταυτίζονται με τη μυθολογία. Σε έναν ινδικό θρησκευτικό μύθο αναφέρεται ότι ή σελήνη βρισκόταν στη … Γη και απομακρύνθηκε επειδή ένας «ήρωας» επιθυμούσε να την αιχμαλωτίσει και να την προσφέρει στον γιο τον για παιγνίδι! Οργίστηκε ο «ήρωας» και εξαπέλυσε εναντίον της έναν όγκο από περιττώματα με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί ή σελήνη στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα!
Κατά τους θρησκευτικούς μύθους των Μαορί της Νέας Ζηλανδίας, ο Μαόνι, ψαρεύοντας με αγκίστρια έφερε στην επιφάνεια τα νησιά τον Ωκεανού πού ως τότε βρίσκονταν αθέατα στα βάθη της θάλασσας! Στην ελληνική μυθολογία ο Προμηθεύς χάρισε στους ανθρώπους το πυρ πού ο Δίας διατηρούσε ως «θεϊκή ιδιοκτησία». Άλλα δεν κατόρθωσε ο Προμηθεύς να εμποδίσει την Πανδώρα να ανοίξει το δοχείο όπου ο Δίας είχε κλείσει όλες τις δυστυχίες της ανθρωπότητας!
Σε όλους αυτούς τους μύθους αποδίδουν σήμερα τον χωρισμό της Γης από το στερέωμα, την απομάκρυνση της σελήνης, την παρουσία των νησιών του Ειρηνικού, τη χρησιμοποίηση του πυρός από τους ανθρώπους αλλά και την τραγωδία πού προκαλούν οι ασθένειες και ο θάνατος. Αυτά τα παραδείγματα επισημαίνονται στους κοσμογονικούς μύθους των Αιγυπτίων, των Ελλήνων, των Βαβυλωνίων και των Ιουδαίων.
Ή αρχαία ελληνική θρησκεία καταγράφεται στα μυθολογικών πηγών λογοτεχνικά έργα της εποχής — ποίηση, τραγωδίες, φιλοσοφία κ.λπ. Στα ονόματα των θεών υποκρύπτονται φυσικά φαινόμενα, έντονες εικόνες του περιβάλλοντος. Πρόκειται για συνέχεια των θρησκευτικών πηγών της Παλαιολιθικής και Νεολιθικής εποχής και της εποχής του Χαλκού. Προηγείται ή ινδοευρωπαϊκή περίοδος. Στην Ελλάδα κατοικούσαν άνθρωποι από την παλαιολιθική εποχή, από την έβδομη χιλιετία π.Χ. Κατά την εποχή τον Χαλκού — τρίτη χιλιετία π.Χ. — η ελληνική πολιτιστική πρόοδος προερχόταν από την Ανατολή – Ινδία, Μεσοποταμία, Αίγυπτος — και συνοδευόταν από τη μεταλλοτεχνία. Τα σπήλαια ήταν ή πρώτη κατοικία των ανθρώπων. Αργότερα έγιναν τόποι ταφής αλλά και κατοικία… θεών!
Τα αγάλματα και οι τοιχογραφίες, έργα καλλιτεχνών, οργάνων της εξουσίας, αποτελούσαν επίδειξη βασιλικής μεγαλοπρέπειας και καθαγιασμό της μοναρχίας. Ή θρησκευτική λατρεία συνδέεται με την ανακτορική πρωτοκαθεδρία. Ή θρησκεία είναι δημιούργημα του ανθρώπου με δύο κίνητρα. Την επιθυμία για γνώση των αιτίων των φυσικών φαινομένων και την ανησυχία για το μέλλον. Οι άνθρωποι κατέχονται από τρόμο για το αύριο αγνοώντας τα αίτια λειτουργίας του φυσικού περιβάλλοντος.
Επομένως οι «θεοί» επινοήθηκαν, εξαιτίας του φόβου και της ανησυχίας των ανθρώπων. Επιθυμούσαν επίσης οι άνθρωποι να γνωρίσουν τα αίτια των φυσικών φαινομένων. Και αυτό τους ανάγκαζε, επειδή ή επιστήμη ήταν ανύπαρκτη, να αποδίδουν σε θεούς τη δημιουργία του Σύμπαντος αναγνωρίζοντας τους παντοδύναμους και μοναδική ελπίδα σωτηρίας!
Ή θρησκεία αποτελεί εφεύρημα του ανθρώπου, έργο των κοινωνιών. Οι θεοί είναι προσωποποίηση των φυσικών δυνάμεων και αργότερα των κοινωνικών. Ολες οι θρησκείες αποτελούσαν αντανάκλαση των φανταστικών ανθρώπινων αποριών για το φυσικό περιβάλλον, γήινο και ουράνιο. Οι εξωτερικές δυνάμεις του Σύμπαντος αποτελούσαν τα κίνητρα ανθρώπινων φαντασιοπληξιών. Στην αρχαιότητα κάθε έθνος και κάθε φυλή είχαν τη δική τους θρησκεία πού καθοριζόταν από το περιβάλλον και τα προβλήματα της ζωής.
Οι γήινες και εξωπλανητικές δυνάμεις υπήρξαν ή αιτία των υπερφυσικών φαντασιώσεων και θεοποιήσεων. Αδύναμοι οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν την καταστροφική ισχύ των περιβαλλοντολογικών φαινομένων υπέθεταν ότι υποκρύπτουν μυστικές, αθέατες και πανίσχυρες «θεϊκές» δυνάμεις. Ή απουσία των γνώσεων, ή επιστημονική άγνοια, ή αμάθεια, δημιουργούσαν την εντύπωση ότι τις δυνάμεις της φύσης αλλά και τη ζωή των ανθρώπων και του ζωικού κόσμου υποκινούσαν αθέατες, υπερκοσμικές και πανίσχυρες θεότητες! Ή γνώση της αλήθειας και ή επιστημονική έρευνα εμφανίσθηκαν υστέρα από πολλές χιλιετίες. Σ’ αύτη την περίοδο κυριαρχούσαν ο τρόμος και ή φαντασία πού κατέληγαν στους μύθους για θεότητες. Τα φυσικά φαινόμενα καλλιεργούσαν τις προλήψεις και ο πρωτογονισμός τη μυθοπλαστία για υπερκοσμικές δυνάμεις. Οι θρησκείες αποτελούσαν θρύλους και παραδόσεις της προϊστορικής εποχής.
Για τη θεμελίωση του μύθου περί θεού – δημιουργού, εγκατεστημένου στον ουρανό, θα ανεγερθούν και μνημεία και θα καθιερωθούν λατρείες για τις θεότητες με στρατιές κληρικών σε όλες τις ηπείρους. Στους «πιστούς» επικρατεί δέος για τις υπερφυσικές παντοδύναμες ουράνιες θεότητες και αγωνία για τη μεταθανάτια μοίρα τους. Καλλιεργούνται έτσι ο φανατισμός και η μοιρολατρία, ή αίσθηση της δουλείας και της προσωπικής αδυναμίας αλλά και οι κάθε λογής προλήψεις. Θρησκόληπτο το άτομο στον αρχαίο κόσμο συνειδητοποιούσε την εξάρτηση από το Υπερπέραν και φρόντιζε να εκδηλώσει με προσκυνήματα, λατρείες και αφιερώματα, την αφοσίωση του στην «παντοδύναμη» θεότητα! Τα θρησκευτικά βιβλία βασίζονταν στον πρωτογονισμό, στην αμάθεια, στην απουσία της έρευνας και της επιστήμης, στην έλλειψη γνώσεων για το φυσικό περιβάλλον, στην κοινωνική βαναυσότητα και στο πνευματικό σκότος.
Ή θρησκεία, εξαιτίας της άγνοιας, τον τρόμου, των διαστρεβλώσεων και της αγωνίας, οδηγούσε στον παραλογισμό, στην πίστη, σε τερατώδεις μυθοπλασίες, στον σκοταδισμό και στο πνευματικό κενό.
Ό θεός ή οι θεοί εμφανίζονταν στα αρχαία θρησκευτικά κείμενα ως δημιουργοί του Σύμπαντος, ως ρυθμίζοντες και κατευθύνοντες τα πάντα, τη φύση και τη ζωή. Πρόκειται για τερατολογίες επειδή τα πάντα είναι επιτεύγματα του ανθρώπου και τα φαινόμενα του περιβάλλοντος φυσικές εξελίξεις. Ή απεραντοσύνη, το χάος του στερεώματος, τα φαινόμενα τον ουρανού, προκαλούσαν δέος και καλλιεργούσαν τον μύθο του θεού – δημιουργού, αθέατου αλλά παντοδύναμου! Άλλα και με την εμφάνιση της επιστήμης, οι μύθοι περί θεών παρέμειναν στη συνείδηση των ανθρώπων πού ενστερνίζονταν τις φαντασιώσεις περί υπερφυσικών δυνάμεων πού προωθούσαν και ευλογούσαν τις τοπικές εξουσίες!
ΓΙΑ ΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ των θρησκειών έπαιξε ρόλο ή απαιδευσία, ή άγνοια και ή απουσία της επιστήμης αλλά και ο τρόμος των ανθρώπων για το φυσικό περιβάλλον. Χωρίς την επιστημονική γνώση κυριαρχούσε ο φόβος, ή απελπισία και ή προσδοκία για κάποια… «ουράνια» προστασία και σωτηρία. Ή γνώση της αλήθειας, ύστερα από χιλιετίες, γύρω από τα φυσικά φαινόμενα του Σύμπαντος, εμπλουτίζει το άτομο με την κατανόηση για το ολέθριο και το ακίνδυνο, για το ωραίο και το αποτρόπαιο, για τους ρυθμούς λειτουργίας των φυσικών φαινομένων και γελοιοποιεί τις θεολογικές μυθολογίες, τις φαντασιώσεις και τις τερατολογίες.
Ή διανόηση ελευθερώνει τον άνθρωπο και απομακρύνει τον δουλικό τρόμο μπροστά στο άγνωστο του περιβάλλοντος. Ή μελέτη και τα επιστημονικά συμπεράσματα διαπαιδαγωγούν το άτομο και το καθιστούν ελεύθερο, σκεπτόμενο και θαρραλέο. Ή θρησκευτική μυθολογία συμπορευόταν με την εξουσία πού διεκδικούσε την ταύτιση του δεσποτισμού με το υπερφυσικό, με τις «θεϊκές υπερδυνάμεις»!
Ή παραδοχή της θρησκευτικής μυθολογίας αποτελεί μια μορφή νόσου πού οδηγεί το ανθρώπινο γένος στη δυστυχία επειδή εξελίσσεται σε κοινωνικό φαινόμενο που υποβοηθεί τις αυταρχικές, τυραννικές και διεφθαρμένες εξουσίες και παραμερίζει την πρόοδο και το δημιουργικό πνεύμα των λαών, την ειρήνη και την αλληλεγγύη. Οι θρησκείες δεν καταδίκασαν τη δουλεία, πού συνεχίσθηκε επί χιλιετίες και δεν υπερασπίσθηκαν τη δικαιοσύνη και την αρετή. Υιοθετούσαν και την ανισότητα και δουλεία του γυναικείου φύλου. Δεν υπάρχουν θρησκείες πού ταυτίζονται με την αλήθεια. Εμφανίσθηκαν σε εποχή πρωτογονισμού αλλά επιβιώνουν οι μυθολογικές παραδόσεις, οι απανθρωπίες και οι αγριότητες των εξουσιών και ή δειλία και σιωπή διανοουμένων και επιστημόνων της οικουμένης. Οι θεοί, όπως αποκαλύπτει η Π. Διαθήκη και το βαβυλωνιακό θρησκευτικό έπος, δημιουργούν τον άνθρωπο για να υπηρετεί ως σκλάβος!
Στη θρησκευτική μυθολογία περιλαμβάνεται και ή φαντασίωση περί «επιβίωσης» της ψυχής του ανθρώπου μετά θάνατον. Ακόμη και «ανάσταση» νεκρών! Σ’ αυτόν τον μύθο ανήκει η Κόλαση και ο Παράδεισος. Ή επιστήμη όμως έχει διαπιστώσει ότι ή ψυχή του ανθρώπου, το πνεύμα του, εξαφανίζεται όταν σβήσει ή ζωή!
Ό λόγος περί θεών αποτελούσε απασχόληση των ποιητών. Ό Ομηρος και ο Ησίοδος καταγράφουν τη θρησκευτική μυθολογία της αρχαϊκής εποχής. Οι λυρικοί ποιητές προσδίδουν καλλιτεχνικό χαρακτήρα στις περιγραφές, με αποχρώσεις και παραλλαγές. Ή αρχαία ελληνική ποίηση καταγράφει μυθολογικά στοιχεία, υπερφυσικά και φαντασιώδη. Προκαλεί φρίκη ο ισχυρισμός του Αριστοτέλη ότι «ή ποίηση είναι πιο φιλοσοφημένη και σπουδαιότερη από την ιστορία». (Διό καί φιλοσοφώτερον καί σπονδαιότερον πυίησις ιστορίας εστίν (Αριστοτέλης, Ποιητική, κεφ. 9, 145Ά).
Ή αρχαία ελληνική θρησκεία καταγράφεται στα μυθολογικών πηγών λογοτεχνικά έργα της εποχής — ποίηση, τραγωδίες, φιλοσοφία κ.λπ. Στά ονόματα των θεών υποκρύπτονται φυσικά φαινόμενα, έντονες εικόνες του περιβάλλοντος. Πρόκειται για συνέχεια των θρησκευτικών πηγών της Παλαιολοθικής και Νεολιθικής εποχής και της εποχής του Χαλκού. Προηγείται ή ινδοευρωπαϊκή περίοδος. Στην Ελλάδα κατοικούσαν άνθρωποι από την παλαιολιθική εποχή, από την έβδομη χιλιετία π.Χ. Κατά την εποχή τον Χαλκού — τρίτη χιλιετία π.Χ. — η ελληνική πολιτιστική πρόοδος προερχόταν από την Ανατολή – Ινδία, Μεσοποταμία, Αίγυπτος — και συνοδευόταν από τη μεταλλοτεχνία. Τα σπήλαια ήταν η πρώτη κατοικία των ανθρώπων. Αργότερα έγιναν τόποι ταφής αλλά και κατοικία… θεών!
Τα αγάλματα και οι τοιχογραφίες, έργα καλλιτεχνών, οργάνων της εξουσίας. Ή ποικιλία των κοσμογονικών μυθολογιών οφείλεται και στη φαντασία των διανοουμένων — συγγραφέων και ποιητών — και καλλιτεχνών πού από το χάος και την ανυπαρξία «δημιουργούν» τους θεούς. Ό Πλάτων γράφει: «Τίποτα δεν γνωρίζομε για τους θεούς, ούτε για τους ίδιους ούτε για τα ονόματα τους πού κάποτε οι ίδιοι επενόησαν για τον εαυτό τους» (.Οτι περί θεών ουδέν ίσμεν, ούτε περί αυτών ούτε περί των ονομάτων, άττα ποτέ εαυτούς καλούσιν . Πλάτων, Κρατύλος, 400ά).
Οι Στωικοί υποστηρίζουν ότι ο κόσμος, η ανθρωπότητα αποτελεί μια ενότητα, πού σημαίνει ειρηνική συμβίωση και αλληλεγγύη των λαών.
Συγγραφεϊς ψυχολόγοι εκφράζουν τη γνώμη ότι οί θρησκείες αποτελούν φαινόμενο της προεπιστημονικής εποχής. (Daniel Batson: Moon Madness: Creed or Creed?. “London 1963 σ. 218″). Ό Αγγλος συγγραφέας Bryan Wilson φρονεί ότι οι θρησκείες δεν προσαρμόζονται στην εποχή μας. Πρόκειται για «αναχρονισμό στην ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας».(The Return of the Sacred. London 1979) Και προσθέτει ότι άνθρωποι της εποχής μας, εξαιτίας της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου, δεν ενδιαφέρονται για τις θρησκείες.
Ποιες είναι οι συνέπειες των θρησκειών; Ποιο το αντίκρισμα των θρησκειών στους λαούς; Οι θρησκείες εκφράζουν, υποστηρίζουν και νομιμοποιούν τα συχνά βάρβαρα και απάνθρωπα κοινωνικά συστήματα της εποχής μας.
Δημιουργός των «θεών» είναι ο άνθρωπος, κατά την περίοδο του πρωτογονισμού και της αμάθειας, στην προϊστορική περίοδο. Ή επιστήμη, ή λογική, ή ορθή σκέψη καταλήγουν σήμερα στο συμπέρασμα ότι ο «θεός» αποτελεί εύρημα των μυθογράφων και των επιπόλαιων διανοουμένων πού οδήγησαν την ανθρωπότητα στη δυστυχία, στην αχρειότητα και στον σκοταδισμό. Οι θρησκείες δεν έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και να οδηγήσουν στη βελτίωση του βίου των λαών. Υπήρξαν πάντοτε όργανα των εξουσιών ή συμπορεύονταν με τους αχρείους αυτοκράτορες, μονάρχες και τυράννους.
Μερικοί ερευνητές επισημαίνουν ψευδοθρησκείες και «γνήσια θρησκεύματα». Στην πραγματικότητα, όλες ανεξαιρέτως οι θρησκείες της υφηλίου είναι μυθοπλαστίες. Καμιά θρησκεία δεν διακατέχει αποδεικτικά ιστορικά στοιχεία για ύπαρξη θεών, δημιουργών του Σύμπαντος. Τα θρησκευτικά κείμενα και των πέντε ηπείρων αποτελούν μύθους και φαντασιώσεις σε πεζό και ποιητικό λόγο, απαραίτητα και δραστικά βοηθήματα των εξουσιών.
Οι Έλληνες της αρχαιότητος εμπλούτισαν τη θρησκευτική μυθολογία τους – ακόμη και την τέχνη και τη γλώσσα — με υλικό και στοιχεία από την Ανατολή. Πολλοί φιλόσοφοι, ανάμεσα τους ο Αριστοτέλης, ο Πυθαγόρας και ο Δημόκριτος, ταξίδεψαν στην Ασία και συγκέντρωσαν μυθολογικό υλικό, δόγματα και σύμβολα από τα βάθη της ηπείρου. Ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα συγκέντρωσε υλικό από την Ασία και την Αφρική — Περσία, Αίγυπτο κ.ά.
Ή ερευνά των θρησκειών πρέπει να πραγματοποιείται από τη σκοπιά της επιστήμης και της ιστορίας που καταγράφουν την αλήθεια υστέρα από μελέτη διαχρονική. Ή επιστημονική κριτική αποκαλύπτει τη θρησκευτική μυθοπλαστία πού, διαμέσου των χιλιετιών, εντάσσεται στη συνείδηση και στο πνεύμα της ανθρωπότητας. Υπάρχει μία θεαματική σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και τις θρησκείες. Ή επιστήμη που υπερασπίζεται την πραγματικότητα και η ιστορία την αλήθεια, αποκαλύπτουν τον μύθο των θρησκειών. Άλλα οι θρησκείες επιζούν και μάλιστα δυναμικές. Ή επιστήμη επισημαίνει την κοσμογονική αλήθεια και τις μυθοπλαστίες.
Ή επιστημονική έρευνα για τις θρησκείες αποβλέπει στην επισήμανση της γνώσης, της λογικής και της αλήθειας διαμέσου των χιλιετιών. Αλήθεια που φέρει εις φως την πραγματική εξέλιξη του Σύμπαντος και της ανθρωπότητος, τα «μυστήρια», τα «θαύματα» και τις ψενδολογίες. Μύθος και θρησκεία συμβαδίζουν, η πίστη ταυτίζεται με τις φαντασιώσεις, με τη λατρεία του υπερφυσικού πού προβάλλει η άγνοια. Ή ιστορία, ή ακριβής δηλαδή καταγραφή της αλήθειας, είναι άγνωστη. Κυριαρχεί παντού η μυθολογία του φανταστικού, του ψεύδους και της απάτης. Πρόκειται για μύθους, αλλά οι σύγχρονες κοινωνίες, εξαιτίας της διαφθοράς των εξουσιών και μεγάλων τμημάτων διανοουμένων και καλλιτεχνών, τους αποδέχονται! Τον πολυθεϊσμό διαδέχθηκε ο μονοθεϊσμός πριν από δυόμιση χιλιετίες. Αντικείμενα λατρείας ο ήλιος, ή σελήνη, τα ύδατα, το πυρ, τα βουνά. Ό ήλιος εμφανιζόταν πάνω σε άρμα!
ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ συμπορεύονταν με τις εξουσίες. Αυτοκράτορες, μονάρχες, τύραννοι εμφανίζονταν ως υιοί θεών και συχνά αποθεώνονταν. Ή πίστη των λαών σε θεότητες δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για ψυχολογική προσαρμογή στις πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές αχρειότητες. Οι «άρχοντες» αποτελούσαν το ενδιάμεσο μεταξύ θεών και ανθρώπων. Οι μυθοπλασίες των θρησκειών καλλιεργούσαν την εξάρτηση μεταξύ «θεών» και λαών. Οι πιστοί προσδοκούσαν την έννοια των «θεών», οι «θεοί» τις θυσίες και τις προσφορές των ανθρώπων!
Ή εγκόσμια εξουσία ταυτιζόταν, κατά την αρχαιότητα, με τη θεϊκή. Οι δυνάστες εμφανίζονταν ως εκπρόσωποι ή ομοιώματα των θεών. Κατά τους Ρωμαίους αυτοκράτορες θρησκεία ανήκει στην επίγεια κυριαρχία βασιλέων και άλλων εξουσιαστών — cuius regio, eius religio! Ή πολιτική εξουσία ευθυγραμμίζεται με τη θρησκευτική. Στον χώρο του χριστιανισμού οι αντιθέσεις και συγκρούσεις ανάμεσα στη δυτική και ανατολική εξουσία, οδήγησε στη διάσπαση, στο σχίσμα του θρησκεύματος, σε Ορθοδοξία και Καθολικισμό, με συνέπεια πολυαίμακτες συγκρούσεις — σταυροφορίες κ.λπ. — με τη συνεργασία Εκκλησιών και αυτοκρατόρων.
Πολλοί προχωρούσαν, με συμφεροντολογικά κίνητρα, σε άλλα θρησκεύματα. Κυρίως οι παράγοντες της εξουσίας, οι μεγιστάνες του πλούτου, οι φεουδάρχες κ.ά. Οι θρησκευτικοί προσανατολισμοί καθορίζονταν από τα πολιτικοοικονομικά συμφέροντα. Συχνά, η προσχώρηση σε άλλα θρησκεύματα, γινόταν με την άσκηση βίας και εξολοθρευτικών απειλών, με συνέπεια απεθνικοποιήσεις, υποδουλώσεις και ηθικούς ευτελισμούς. Το θεοκρατικό ισλαμικό καθεστώς κατόρθωσε να εντάξει πληθυσμούς ολόκληρων περιοχών στον μουσουλμανισμό με την απειλή ομαδικών σφαγών. Ή θρησκευτική ένταξη αποτελούσε το σημαντικότερο κίνητρο για τη στερέωση των κατακτητικών φιλοδοξιών. Ή θρησκεία αποτελούσε για τους κατακτητές τον σπουδαιότερο σύμμαχο και την αυθεντική εγγύηση ισχύος και λαϊκής υποταγής.
Θρησκεία και εξουσία ήταν αλληλένδετες, σύμμαχοι και συνεργάτες με αμοιβαίες προσφορές, συμβιβασμούς και διασαλπίσεις κοινών επιδιώξεων. Ή πολιτική εξουσία — αυτοκράτορες και μονάρχες — θεωρείται στον χριστιανικό κόσμο θεϊκή προσφορά! «Πάσα ψυχή έξουσίαις ύπερεχούσαις ύποτασσέσθω ου γαρ εστίν εξουσία ει μη υπό Θεοϋ’ αί δε ούσαι έξουσίαι υπό Θεού τεταγμέναι είσίν. Ωστε ο αντιτασσόμενος τη εξουσία τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν».(Επιστολή Παύλου προς Ρωμαίους, ιγ’ 1-2) «Τον Θεόν φοβείσθε, τον βασιλέα τιμάτε» (Επιστολή Πέτρου Α, β’17).
Οι διασυνδέσεις πολιτικής και θρησκείας οδηγούσαν στον έλεγχο των μαζών από την εξουσία. Ό κλήρος εξαγίαζε τους μονάρχες και οι κυβερνώντες επιδίωκαν την θρησκοληψία των λαών για ψυχολογικό και εν συνεχεία πολιτικό έλεγχο και εκμετάλλευση, για εκφοβισμό και εξαπάτηση των μαζών. Κληρικοί του ιταλικού και του γερμανικού Καθολικισμού συμπορεύονταν με τον φασισμό του Μουσολίνι και του Χίτλερ, εξυμνώντας τους με πρωτοβουλία του Βατικανού και των καρδιναλίων. Οι κατακτητικές εξουσίες χρησιμοποίησαν τη θρησκεία ως μέσο υποταγής των λαών ταυτίζοντας την με τη δική τους κυριαρχία!
Εξουσίες και θρησκείες συμπορεύονται. Για τις μοναρχίες ή θρησκεία αποτελεί παράγοντα ισχύος. Στις μουσουλμανικές χώρες, ακόμη και σήμερα, οι εξουσίες χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως πολιτικό σύμμαχο και υποκινητή του φανατισμού και της βίας. Οι πάπες φιλοδοξούσαν την πολιτικοκοινωνική εξουσία του δυτικού κόσμου. Ήταν ο μεταχριστιανικός «καισαροπαπισμός». Οι πάπες ευθυγραμμίζονταν με τις αυθαιρεσίες των αυτοκρατόρων. Στη Γαλλία αναπτύχθηκε ένας διπλός προτεσταντισμός. Ό αστικός προτεσταντισμός πού περιλάμβανε τους μεγιστάνες του πλούτου — βιομηχάνους, τραπεζίτες κ.λπ. — και ο λαϊκός προτεσταντισμός. Ό πρώτος υπήρξε σύμμαχος των οικονομικών εξουσιών και της μοναρχίας. Στις πρωτόγονες κοινωνίες κυριαρχούσε ή θρησκευτική μυθολογία χωρίς καμιά ιστορική θεμελίωση. Υπάρχει και ή σύγχρονη θρησκευτική μυθολογία, ευτελισμός της ιστορικής αλήθειας και της επιστήμης.
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΕΙ ή ανθρωπότητα από τη μυθολογία των θρησκειών και να προσανατολίζεται πάντοτε στην αληθινή παγκόσμια ιστορία χωρίς παραχαράξεις, ψευδολογίες, απάτες και αχρειότητες πού παραπλανούν και διαφθείρουν τους πολίτες του πλανήτη. Στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ή εξουσία υποτασσόταν στις θρησκείες. Ό αφανισμός των αρχαίων δυναστειών προκάλεσε και την εξαφάνιση των θρησκειών. Κατά τη βυζαντινή περίοδο το κράτος ήταν θρησκευτικό και τα δόγματα της θρησκείας αποτελούσαν κρατική πολιτική.
Ή φεουδαρχική οργάνωση της Εκκλησίας οδήγησε, διαμέσου της θρησκείας, στην ιεροποίηση των κάθε λογής δυναστειών. Ή προτεσταντική μεταρρύθμιση του ΙΣΤ αιώνα αντιστοιχούσε στη μεταλλαγή της φεουδαρχικής κοινωνίας σε καπιταλιστική. Στον Μεσαίωνα ή θρησκεία κυριαρχούσε στον κοινωνικό και πολιτικό βίο παρά τις συγκρούσεις μεταξύ Εκκλησίας και δυναστών και κυρίως μεταξύ πάπων και αυτοκρατόρων. Αργότερα, ο Λούθηρος και ο Καλβίνος, θα διακηρύξουν την υπεροχή της θρησκείας και την υποταγή των εξουσιών στη χριστιανική πίστη. Θα ακολουθήσει ή ευτέλεια διανοουμένων πού υποστήριζαν την υποταγή της θρησκείας στην πολιτική.
Στον Μεσαίωνα επικρατούσε ή άποψη ότι δεν πρέπει να θεραπεύονται οι ασθένειες επειδή οφείλονται στη θέληση τον θεού, στην τιμωρία των … αμαρτωλών! Στη Γενεύη, ο Καλβίνος πυρπόλησε 14 άτομα πού έπασχαν από πανούκλα. Ή Καθολική Εκκλησία αντιμετώπιζε με σιωπή την ιατρική. Από τις αρχές του ΙΒ αιώνα απαγορευόταν στους κληρικούς παρέμβαση για ιατρική βοήθεια. (Claude Allegre: Dieu face a la science. Paris 1997 σ. 150) Στον ΙΘ αιώνα η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε τους εμβολιασμούς για αντιμετώπιση των επιδημιών. Ισχυριζόταν ότι ο θεός συγχωρεί και σώζει όποιον θέλει! «Ό Θεός δημιούργησε τη φύση με τις επιδημίες, ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη θεϊκή δημιουργία»! Το 1832 ή επιδημία της χολέρας χαρακτηριζόταν από τον πάπα «θεϊκή τιμωρία»! Ό άνθρωπος πρέπει να υποφέρει για να πληρώνει τις αμαρτίες του. Κάθε θρησκεία ήταν εχθρός των άλλων θρησκειών. Επομένως δεν υπήρχε «αληθινή» θρησκεία. Οι χριστιανοί της ρωμαϊκής εποχής ονομάζονταν «άθεοι» επειδή δεν προσκυνούσαν τους ρωμαϊκούς θεούς.
Σε όλα τα θρησκευτικά συστήματα, στον ινδουισμό, στον ιουδαϊσμό, στον χριστιανισμό, στον ισλαμισμό, οι γυναίκες απωθούνται στο περιθώριο. Ή τελετουργική άσκηση ανήκει αποκλειστικά στους άνδρες. Υποτίμηση των γυναικών, περιφρόνηση από όλες τις θρησκείες, ανισότητα, καταπίεση, εξάρτηση. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου ο Απόλλων διακηρύσσει ότι ή γυναίκα αποτελεί αντικείμενο και όχι ανθρώπινη ύπαρξη. Τρέφει απλώς το σπέρμα όπως το χώμα των χωραφιών τους σπόρους της καλλιέργειας. Ό άντρας σπέρνει, αυτός… γεννάει! Ή έγκυος δεν είναι μητέρα. Το μητρικό αίμα δεν κυλάει στις φλέβες του βρέφους! Και κατά τον Αριστοτέλη ο ρόλος του θηλυκού είναι παθητικός. Ή ενεργητική λειτουργία ανήκει στους άρρενες!
Στην αρχή τον κόσμου δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα. Ολα τα πλάσματα ζούσαν στη γη. Ό άνθρωπος, κατά τη μυθολογία, μπορούσε να μεταμορφωθεί σε ζώο αν επιθυμούσε και το ζώο μπορούσε να γίνει ανθρώπινη ύπαρξη! Δεν υπήρχε διαφορά. Τα πλάσματα ήταν άλλοτε ζώα και άλλοτε άνθρωποι. Ολος ο κόσμος μιλούσε μια μόνο γλώσσα. Αυτή ήταν, κατά τη μυθολογία, ή δημιουργία τον κόσμου. Ή επιστήμη έχει αποκαλύψει όλα τα «μυστήρια» του Σύμπαντος, από τον Γαλαξία ως τους πλανήτες και τα φυσικά φαινόμενα της Γης. Το μεταφυσικό και υπερφυσικό αποτελούν μυθοπλαστία. Χρειάζεται πάντοτε ανθρωπολογική έρευνα.
Ο ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ των ευρωπαϊκών λαών δεν έσβησε τις ειδωλολατρικές παραδόσεις. Από τη νεολιθική εποχή υπήρχε θρησκευτική λατρεία των υδάτων, των φυτών και των λίθων. Ό αρχαίος μύθος των ηρώων πού εξόντωναν δράκοντες εντάχθηκε στον μύθο τον αγίου Γεωργίου. Έξεικονίζεται έφιππος να θανατώνει με λόγχη ένα τερατώδες ερπετό. Ή παρθενογένεση πού αναφέρεται στις αρχαίες θρησκείες υιοθετήθηκε από τη χριστιανική μυθολογία για τη μητέρα του Ιησού. Το ίδιο και ή ανάσταση. Πάμπολλα μυθολογικά περιστατικά των αρχαίων θρησκειών έχουν ενταχθεί στον χριστιανισμό.
Οι καλικάντζαροι, αποκρουστικά και δύσμορφα όντα, πού εμφανίζονται από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια, τέρατα πού εκτινάσσονται από τη γη, αποτελούν προέκταση των Κενταύρων της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Από το αρχαϊκό βάδισμα πάνω στη φωτιά επιβιώνουν τα σύγχρονα Αναστενάρια. Τα Καρναβάλια αποτελούν επανάληψη των διονυσιακών τελετών της αρχαιότητος και των αθηναϊκών «Ανθεστηρίων». Μερικά θέματα πού καταγράφονται στα ομηρικά έπη ανανεώνονται στη βαλκανική λαϊκή παράδοση. Σε θρησκευτική μυθολογία της ρουμανικής Τρανσυλβανίας αναφέρεται ότι ο θεός κατεβαίνει από τον ουρανό με μια σκάλα από … κερί, με πολυτελή ενδυμασία στολισμένη με άστρα!
Ή ουτοπία στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας οδηγεί στη φθορά. Στην κοινωνία κυριαρχεί η ιστορική μυθολογία πού συνεχίζεται από την αρχαιότητα εξαιτίας της διαφθοράς των εξουσιών της υφηλίου. Στον χώρο του πολιτισμού, στον κύκλο των διανοουμένων, συνεχίζεται ή εξάρτηση, ή ευτέλεια και ή ψευδολογία των ΜΜΕ, υποδουλωμένων στους οικονομικούς «άρχοντες» και τις πολιτικές εξουσίες. Ή μυθολογία επεκτείνεται και στη λογοτεχνία και κυρίως στον χώρο των μυθιστορημάτων πορνογραφίας και φαντασιώσεων.
Κατά το Νίτσε, ο «πιστός» δεν είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή έχει προσδεθεί σε ένα θεό. Αν το «θεϊκό» είναι συνώνυμο της ελευθερίας, ο άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει αυτή την Ιδιότητα και πρέπει αυτός να είναι θεός! Και ό Σάρτρ σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις τον Νίτσε, γράφει: «Το να είσαι άνθρωπος σημαίνει πως πρέπει να επιδιώκεις να γίνεις θεός. Αν κάποιος προτιμά την ανθρώπινη ιδιότητα πρόκειται για βαθιά επιθυμία πού αποβλέπει στη θεοποίηση του!
Στην εποχή μας, μερικοί διανοούμενοι και επιστήμονες μεταθέτουν τη θεολογία και τη μεταφυσική στην ανθρωπολογία. Αυτό επιβάλλει ή λογική και ή αρετή. Ό άνθρωπος σκέπτεται και φροντίζει να αποκτήσει τα αναγκαία προσόντα και το ήθος. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι ή θρησκευτική μυθολογία δεν ανήκει στην ανθρώπινη φύση της οντολογίας. Ή θρησκεία δεν θεμελιώνει ούτε καθορίζει την μοίρα του άνθρωπου.
Ή αντίληψη ότι ο «θεός» είναι παντοδύναμος, εμποδίζει την οντολογική προσέγγιση της θρησκείας. Εντάσσεται ο άνθρωπος στη μεταφυσική αντίληψη. Ή δύναμη συνδέεται αποκλειστικά με τα φυσικά φαινόμενα. Ή άσκηση της ελευθερίας αποκλείει την εξάρτηση και την υποδούλωση. Εκείνο πού είναι αναγκαίο για τους ανθρώπους είναι ή ελευθερία και ή υπευθυνότητα του ατόμου. Οι θρησκευτικές δυνάμεις της οικουμένης αντιδρούν στην ιδεολογία της ελευθερίας. Για την αλληλεγγύη των εθνών απαιτείται παγκόσμια ηθική για όλους τους ανθρώπους, χωρίς επιρροή των θρησκειών. Απαιτείται οικουμενισμός της αλήθειας και της αρετής.
Κατά τους τελευταίους δύο αιώνες ή ανάπτυξη της επιστήμης απεκάλυψε τη θρησκευτική μυθολογία και τα θεολογικά ψεύδη. Ό κλήρος όμως όλων των θρησκειών καταφρονεί τις επιστημονικές αποκαλύψεις και εμμένει στην πίστη για τα «θεϊκά θαύματα» που καταγράφουν οι αρχαίοι φαντασιόπληκτοι. Καταφρονεί την επιστήμη στον χώρο της αστρονομίας, της γεωλογίας, της βιολογίας, της ψυχολογίας, των κοινωνιών και της παιδείας. Τα μυθώδη «θαύματα» ταυτίζονται με την αλήθεια και καταγράφονται ως ιστορικά γεγονότα! Οι σεισμοί στην Ινδία ερμηνεύονταν από τον Μαχάτμα Γκάντι ως καταστροφικές ενέργειες των θεών, ως τιμωρία για την «αμαρτωλή» συμπεριφορά του λαου! Οταν η Εταιρεία Προστασίας του Ζωικού Κόσμου ζήτησε τη συνηγορία και υποστήριξη του Βατικανού, ο πάπας απεφάνθη ότι ή κακομεταχείριση των ζώων δεν αποτελεί αδικία επειδή τα ζώα δεν έχουν ψυχή!
Ή αγιοποίηση του σώματος αποτελούσε, κατά την αρχαιότητα, μια γενικής παραδοχής αντίληψη. Σ’ αυτή την ψευδαίσθηση οφείλεται και ή μουμιοποίηση των σωμάτων στην Αίγυπτο. Αυτό συνέβαινε και στην Κίνα όπου απαγορευόταν σε Δυτικούς Ιατρούς να προχωρήσουν σε θεραπευτικές εγχειρήσεις.
Ως τον ΙΗ αιώνα επικρατούσε στην Ευρώπη ή αντίληψη ότι ή παραφροσύνη οφειλόταν στην κατοχή της ανθρώπινης ψυχής από τους διαβόλους! Ακόμη και ή ασθένεια αποδιδόταν σε παρέμβαση των δαιμόνων! Στις Ην. Πολιτείες απαγορεύεται με νόμο ή μετάγγιση αίματος από νέγρους! Χαρακτηρίζεται επικίνδυνο! Στη Γερμανία του ναζισμού θεωρούσαν επικίνδυνη τη μετάγγιση αίματος από Εβραίους!
Οι μονάρχες χαρακτηρίζονται σε όλες τις ηπείρους ως ανώτατα και μάλιστα θεϊκά όντα. Οι λευκοί άνθρωποι υπερτερούν των εγχρώμων και κυρίως των νέγρων! Στην Ιαπωνία, το κίτρινο αποτελούσε το υπέροχο χρώμα. Στην Αϊτή έστησαν άγαλμα και του Σατανά. Ό Χριστός μαύρος και ο διάβολος λευκός! Ή αναγνώριση της κυριαρχίας αυτοκρατόρων, μοναρχών κ.λπ. αλλά και της ανωτερότητος των λευκών, οφείλονται στην «υπεροχή» τους, στην άσκηση δηλαδή εξουσίας στους λαούς και στην ανθρωπότητα. Οταν κατέκτησαν οι Αραβες ρωμαϊκές περιοχές, το μεγαλύτερο τμήμα των λαών εγκατέλειψε τον χριστιανισμό και εγκολπώθηκε τον Ισλαμισμό. Ό διαχωρισμός Ευρώπης σε Καθολικούς και Προτεστάντες οφείλεται στην πολιτική των κυβερνήσεων κατά τον ΙΣΤ αιώνα. Ή εξουσία κυριαρχούσε στη θρησκευτική πίστη. Στον ΙΕ, ΙΣΤ καί ΙΖ αιώνα επικρατούσε στην Ευρώπη ή μαγεία. Χιλιάδες μάγοι και μάγισσες ρίχνονταν στην πυρά!
Κατά τον Πλάτωνα ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι μετά θάνατον θα συμβίωνε στον άλλο κόσμο «με τους θεούς και τους ήρωες» περιτριγυριζόμενος από πνεύματα. Ισχυριζόταν ακόμη ότι ο «μεταθανάτιος κόσμος» πρέπει να ενισχύεται από την κρατική εξουσία, όχι επειδή είναι υπαρκτός αλλά ως όργανο των πολέμων! Οι στρατιώτες θα επιδιώκουν τον θάνατο στις μάχες με την προσδοκία ευδαιμονίας στον κόσμο των νεκρών!
ΟΙ ΘΕΟΙ ΟΛΩΝ των θρησκειών είναι προϊόντα και ευρήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Στην αρχαιότητα δεν υπήρχε αθεϊσμός εξαιτίας της αγωνίας και του τρόμου πού προκαλούσε ή άγνοια σχετικά με τη λειτουργία των φυσικών φαινομένου. Αμφισβητήσεις για τις «θεότητες του ουρανού» παρατηρούνται μόνο σε διανοούμενους υψηλού επιπέδου, φιλοσόφους κ.ά. Στο Ποινικό Δίκαιο των Αθηναίων υπήρχε ο όρος «ασέβεια», ή έλλειψη δηλαδή πίστης και αφοσίωσης στο Δωδεκάθεο!
Στον Δ αιώνα π.Χ. μερικοί διανοούμενοι κατηγορούνται για άρνηση της παρουσίας των θεών και για βλασφημία. Οι φιλόσοφοι Καρνεάδης και Πρωταγόρας είχαν κατηγορηθεί για ασέβεια επειδή ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη θεών. Ή θεωρητική, ωστόσο., άρνηση της ύπαρξης θεών, δεν αντιμετωπιζόταν με εχθρότητα και διωγμούς, επειδή οι φιλόσοφοι συμμετείχαν, παρά τις προσωπικές διαφωνίες, στις τελετές για τη λατρεία του Δωδεκαθέου. Στη Ρώμη, όμως, όσοι αμφισβητούσαν την καθιερωμένη θρησκευτική λατρεία αντιμετώπιζαν διωγμούς. Οταν, κατά τη ρωμαιοκρατία, σύρονταν στο δικαστήριο χριστιανοί και δέχονταν συμμετοχή σε εκδηλώσεις λατρείας και θυσιών για «αυτοκράτορες – θεούς» και για τις ειδωλολατρικές θεότητες, οι δικαστές έσπευδαν να τους αθωώσουν!
Μερικοί Αθηναίοι φιλόσοφοι κατονομάζονταν «άθεοι», ως επώνυμο. Ανάμεσα στους φιλοσόφους που αμφισβητούσαν τη λατρεία «θεοτήτων» περιλαμβάνονται ο Ξενοφάνης, ο Αναξαγόρας, ο Πρωταγόρας, ο Πρόδικος, ο Κριτίας, ο Αντισθένης, ο Θεόφραστος, ο Στίλπων, ο Επίκουρος, ο Βίων και ο Ευμενής. Αναφερόταν επίσης ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ως φιλόσοφοι με επιφυλάξεις στη λατρεία των θεών του ελληνισμού. Οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές οδηγούσαν στη μεταμόρφωση των θρησκευτικών αντιλήψεων. Ή ποίηση και η τέχνη συνέβαλαν στην αλλαγή των παλαιών θεολογικών ιδεών. Παρατηρείται άσκηση κριτικής στις παραδοσιακές λαϊκές αντιλήψεις για τις θεότητες. Παράδειγμα τα σχόλια τον Ευριπίδη στις τραγωδίες του.
Στους προκλασσικούς χρόνους ασκούσε κριτική για τους θεούς ο φιλόσοφος και ποιητής Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (ΣΤ αϊ π.Χ.). Ήταν ένας από τους πιο τολμηρούς διανοουμένους της αρχαιότητος, πρόδρομος των ελληνικών επιστημονικών διαλογισμών και ερευνών. Κατηγορεί τον Ομηρο και τον Ησίοδο για την επιπόλαιη μυθολογική ποιητική περιγραφή των φανταστικών θεοτήτων. Και οι δύο απέδιδαν στους θεούς πολλές αχρειότητες ανάμεσα τους, όπως κλοπή, μοιχεία και απάτη. Οι άνθρωποι, γράφει ο Ξενοφάνης, πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν με τα δικά τους χαρακτηριστικά. «Αν τα βόδια, τα άλογα και οι λέοντες μπορούσαν να ζωγραφίσουν, θα αποτύπωναν τους θεούς με τη δική τους μορφή». «Οι νέγροι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι μαύροι, οι Θράκες ότι έχουν γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά». Κατηγορεί τη λαϊκή πίστη για τον ανθρωπομορφισμό των θεών. Απορρίπτει τη λαϊκή άποψη ότι οι θεοί καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον των ανθρώπων.
Κατά την ελληνιστική εποχή και τη ρωμαιοκρατία παρατηρούνται πολιτικοθρησκευτικές αλλαγές. Από την Ανατολή εισβάλλουν στην Ελλάδα πολλές θρησκείες και εντάσσονται στις τοπικές παραδόσεις. Πρόκειται για δυσαρέσκεια σχετικά με τους παλαιούς θεούς και επιθυμία αλλαγής του πολυθεϊσμού χωρίς να επηρεάζεται η λαϊκή πίστη. Στην πολιτική σκέψη και τους κοινωνικούς αγώνες του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη οι θεοί παραμερίζονται. Κυρίαρχος παράγων του λαϊκού βίου είναι, η πολιτική συμπεριφορά των εξουσιών. Κατά την ελληνιστική εποχή παρατηρείται περιορισμός της λαϊκής θρησκευτικής πίστης. Αυτό οφείλεται στη διαφθορά των χρησμών των μαντείων. Ενα από τα τραγικά περιστατικά είναι ο «ιερός πόλεμος» (356-346 π.Χ.), όταν οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς και χρησιμοποίησαν τους θησαυρούς του μαντείου για εξαγορές κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων.
ΟΙ ΣΤΩΙΚΟΙ θα επισημάνουν ότι η θεολογία αποτελεί μια μυθολογική ανθρώπινη επινόηση. Ήταν μία αφελής ερμηνεία των φυσικών φαινομένων. Οι Έπικούριοι δίδασκαν ότι οι θεοί αποτελούν προσωπικά ευρήματα ατόμων. Πολεμική κατά της «λαϊκής πίστης» ασκούσαν οι Κυνικοί φιλόσοφοι στον Α αιώνα π.Χ. Δεν αποδεχόταν ο Διογένης ο Κυνικός τη λαϊκή λατρεία του Δωδεκαθέου. Οι θεοί δεν προσφέρουν τίποτα. Ό Κυνικός φιλόσοφος Βίων ο Βορνσθενίτης (Γ αι. π.Χ.) αρνείται την ύπαρξη θεών. Ενας άλλος Κυνικός φιλόσοφος, ο Μένιππος από τα Γάδαρα (Β. Παλαιστίνη), απορρίπτει τη λαϊκή προσήλωση στις θεότητες. Αναφέρεται στις παλαιές επικρίσεις για τη θρησκευτική μυθολογία και υπενθυμίζει τις φιλοσοφικές κατακραυγές για τη λαϊκή θρησκοληψία.
Στη Ρώμη ο Βάρρων και ο Σενέκας ευθυγραμμίζονταν με τον Μένιππο αλλά και με τον Λουκιανό, για τις τολμηρές του επικρίσεις. Ό φιλόσοφος Ευήμερος (Γ αϊ. π.Χ.) μάχεται εναντίον της αρχαίας ελληνικής προσήλωσης στους μυθικούς θεούς. Διακηρύσσει την ανυπαρξία των θεοτήτων. Επαναστατική και ή διακήρυξη του Εκαταίου από τα Αβδηρα πού θεωρούσε θεούς μόνο τους ανθρώπους με αξία, διανοητικό εμπλουτισμό και αρετή. Υπήρχαν και αχρειότητες κατά τη ρωμαιοκρατία. Ό Κικέρων, όταν πέθανε ή κόρη του Τullia (45 π.Χ.), επιχειρούσε με διασυνδέσεις και διακηρύξεις να την κατατάξει μεταξύ των… θεών! Αξίωσε μάλιστα και ανέγερση ναού για την λατρεία της!
Ό Αγγλος ποιητής Μίλτων (ΙΖ αϊ.) ταυτίζει τον Σατανά με τους αγγέλους. Και θεωρεί τους αγγέλους διαβόλους. Ό συγγραφέας C. Voss (ΙΖ αι.), φρονεί ότι η αρχαία ειδωλολατρεία αποτελεί έργο τον διαβόλου και ότι ο παγανισμός ταυτίζεται με τη λατρεία του Σατανά. Ό Θωμάς Άκουϊνος, στη μελέτη τον για την ειδωλολατρεία, αναφέρεται στη «δαιμονολατρεία» πού κυριαρχούσε στην αρχική περίοδο τον χριστιανισμού. O Dante αποκαλεί τον θεό των χριστιανών «Μεγάλο Αία». Περιγράφοντας τη χριστιανική Κόλαση εντάσσει και τον Χάροντα του Αδη της αρχαιοελληνικής θρησκείας, Ό Ρωμαίος ποιητής Statius, στο έργο τον «Θηβαΐς», γράφει ότι ο Ζευς και ή Έρινύς Τισιφόνη υπήρξαν στην πραγματικότητα … διάβολοι, όπως και οι άλλοι αρχαίοι θεοί!
Υπάρχουν όμως και αντιθεϊστικές εκδηλώσεις στην Αφρική. Ιδού μια «προσευχή» απελπισίας μιας αφρικανικής φυλής: «Θεοί, είσαστε άχρηστοι, δεν κάνετε τίποτα άλλο από το να μας βασανίζετε. Μ’ όλο πού σας προσφέρουμε θυσίες δεν μας προσέχετε, δεν ακούτε τις δεήσεις μας. Λείπουν από όλους μας τα πάντα και συγκεντρώνετε το μίσος μας».
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ αριθμός των θρησκειών στην οικουμένη (Ιδού ο αριθμός των πιστών των σημερινών θρησκειών της υφηλίου: Χριστιανοί, 1870.000.000 (Καθολικοί 1.042.000.000, Προτεστάντες 505.000.000, Όρθόδοξοι, 174.000.000), Μουσουλμάνοι 1.060.000.000, Ινδουιστές 751.000.000, Κινεζικές θρησκείες 360.000.000, Βουδιστές 341.000.000, Εβραίοι 14.000.000) καλλιεργεί τις αντιθέσεις, τα μίση και τις βαρβαρότητες. Επιβάλλεται ή δημιουργία και καθιέρωση μιας κοινής, πανανθρώπινης «θρησκείας», μιας παγκόσμιας κοινοτικής ανθρωπιστικής ιδεολογίας που θα προκαλέσει την ενότητα όλων των εθνών της υφηλίου. Ή «πραγματική θρησκεία» μια σύγχρονη ιδεολογία, θα συμφιλιώσει λαούς και ανθρώπους ώστε ή ανθρωπότητα και των πέντε ηπείρων να εξελιχθεί σε μια παγκόσμια οικογένεια. Πρέπει να κυριαρχεί ή λογική, η επιστημονική αλήθεια και η αξιοποίηση όλων των δραστηριοτήτων για την ευδαιμονία των εθνών. Επιβάλλεται η γνώση από όλους της αλήθειας και η αξιοποίηση της στον καθημερινό βίο. Ή γνώση και ή εφαρμογή της αλήθειας θα διασφαλίσει την ευτυχία του ανθρώπινου γένους και την καταπολέμηση της αδικίας, των αχρειοτήτων και της διαφθοράς.
Οι θρησκείες της οικουμένης, θεμελιωμένες στους πασίγνωστους μύθους, προβάλλονται με τα λεγόμενα «θαύματα», τις μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις και τις εντυπωσιακές τελετές. Ή νέα «θρησκεία» — ιδεολογία μιας υφηλίου θεμελιωμένης στην αλήθεια και την αρετή— θα εξαφανίσει, σε παγκόσμια κλίμακα, τις αντιθέσεις, τα μίση, τις πολεμικές αναμετρήσεις και τις συμφορές.
Μοναδικός στόχος για το παρόν και το μέλλον πρέπει να είναι η ευτυχία της ανθρωπότητος με την καθιέρωση, σε παγκόσμια κλίμακα, της λογικής, της αλληλεγγύης, της διεθνούς γαλήνης, της προστασίας της ζωής και της γενίκευσης των ηθικών και ενάρετων κοινωνιών του πλανήτη. Επιβάλλεται η θεμελίωση μιας νέας κοινωνίας όπου θα κυριαρχούν ή επιστημονική αλήθεια, το ήθος, η πρόοδος και κυρίως ή αλληλοβοήθεια των λαών.
Σ αυτή τη νέα «θρησκεία», την κοινωνική, πολιτική οικονομική και πολιτιστική παγκόσμια ιδεολογία, πρέπει, να κυριαρχούν η διεθνής ειρήνη, η ελευθερία, η αδελφοσύνη όλων των εθνών της οικουμένης, η αλληλεγγύη των πολιτών, η ευημερία των λαών και των πέντε ηπείρων, η ισότητα, η ηθική και η εξαφάνιση των όπλων καταστροφής. Κι’ ακόμη ή καταπολέμηση της πενίας, των ασθενειών και επιδημιών και η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Πηγή http://iknowgr.blogspot.com

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

Η Νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Πίνακας άγνωστου ζωγράφου. Στο κέντρο διακρίνεται ο Δημήτριος Καλλέργης έφιππος, ενώ από ένα παράθυρο των ανακτόρων προβάλλουν ο Όθωνας ντυμένος με ελληνική στολή και η Αμαλία. Αθήνα, Συλλογή Λ. Ευταξία.
Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης  στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844. 

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα [i], η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii]  ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή, έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε «ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].


Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].


Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (Prokesch Osten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη, ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετο κακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή και απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό: «Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, [...] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[...] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

Αννίτα Ν. Πρασσά δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

Υποσημειώσεις
[i] Γεώργιος Κ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928, τ. Α’ 1821-1865. Αθήναι 1930, σ. 160 επ.

[ii] Ο.π., σ. 161.

[iii] John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα (ΜΙΕΤ), 1985, σ. 576-577.

[iv] Ο.π., σ. 162.

[v] Ο.π.

[vi] Αθηνά, 8.9.1843. Πρβλ. Γ. Φιλάρετος και Ε. Λυκούδης, Σύνταγμα της Ελλάδος μετά εισαγωγής και σχολίων κατ’ άρθρα υπό Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου (στο εξής: Εισαγωγή Γ. Φιλαρέτου), Αθήναι 1889, σ. 65.

[vii] Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 66.

[viii] Ο.π., σ. 68.

[ix] Για τον «εκβαυαρισμό» της Ελλάδας επί Όθωνος βλ. Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897), Αθήναι 1897, σ. 82 επ.

[x] Petropoulos, ο.π., σ. 580. Πρβλ. Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, Οθώνειος Περίοδος (1833-1862), Αθήναι, σ. 292-293.

[xi] Ασπρέας, ο.π., σ. 163.

[xii] Ιωάννης Χρ. Πούλος, «Η Επανάστασις της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επί τη βάσει των γαλλικών αρχείων». Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. ΙΑ’ (1956), σ. 244, Petropoulos. ο.π., σ. 581, Παύλος Πετρίδης, Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία 1828-1843, τ. Α’, τ.χ. 1, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής), σ. 232, ο ίδιος, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1821-1843), Θεσσαλονίκη (University Studio Press) 1990, σ. 237.

[xiii] Όπως έχει προαναφερθεί, σκοτώθηκε μόνο ο χωροφύλακας έξω από την κατοικία του Μακρυγιάννη.

[xiv] Μ. Δ. Στασινόπουλος, Το πρώτον σχέδιον καταστατικής μεταρρυθμίσεως της μοναρχίας του Όθωνος, Αθήναι 1968, σ. 75.

[xv] Δημοσιεύεται στο Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 70.


Πηγή http://iknowgr.blogspot.de/2012/09/3-1843.html