Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Νικόλαος Γαλάτης (1792 - 1819) και η δολοφονία του από τους Φιλικούς


Ο Νικόλαος Γαλάτης (1792 - 1819) ήταν ένα από τα ιδρυτικά και πλέον δραστήρια μέλη της Φιλικής Εταιρείας, εντούτοις δολοφονήθηκε από άλλα μέλη της για λόγους που μένουν αδιευκρίνιστοι. Κάποιοι ιστορικοί αναφέρουν ότι τα υπόλοιπα μέλη ήθελαν να τον απομακρύνουν γιατί επεδίωκε να αναλάβει την ηγεσία της οργάνωσης και μάλιστα σε κάποια φάση το είχε καταφέρει, άλλοι αναφέρουν ως κίνητρο τον αλαζονικό χαρακτήρα του και τις υποτιθέμενες ή πραγματικές οικονομικές ατασθαλίες του (με το ταμείο της Φιλικής εταιρείας), και άλλοι την απειλή που φέρεται να ξεστόμισε (ότι σε περίπτωση που οι άλλοι δεν τον αποδέχονταν ως αρχηγό ή δεν ενέδιδαν στις απόψεις του θα τους κατέδιδε στις τουρκικές αρχές). Η τελευταία εκδοχή τον παρουσιάζει ως κίνδυνο για την οργάνωση και πιθανό προδότη.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Ιθάκη και καταγόταν από αρχοντική οικογένεια των Επτανήσων, η οποία εμφανίστηκε πρώτη φορά τον 14ο αιώνα και η οποία συγγένευε πιθανώς με την οικογένεια Καποδίστρια. Ο ίδιος συστηνόταν ως κόμις και ως εξάδελφος του Καποδίστρια. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, ήταν εύπορος και ίσως διπλωμάτης στο επάγγελμα.
Ο Νικόλαος Γαλάτης φοίτησε στη σχολή των Κυδωνιών και εργάστηκε για μερικούς μήνες ως γραφέας, λόγω των Γαλλικών και Ιταλικών που γνώριζε, στην υπηρεσία του Αλή Πασά. Ηταν πιθανόν μέλος της Φιλόμουσου Εταιρείας και ίσως είχε κοινούς φίλους με τον Ρήγα Φεραίο αλλά δεν μπορεί να γνώριζε τον ίδιο αφού ήταν 6 ετών όταν τον πρόδωσαν και τον σκότωσαν. Τον Φεβρουάριο του 1816 ο Γαλάτης συνελήφθη από τους Άγγλους και ανακρίθηκε -σύμφωνα με μια εκδοχή λόγω της επίδειξης πλούτου που δεν συμβάδιζε με την τότε οικονομική του κατάσταση, κάτι που μάλλον δεν ευσταθεί αφού ήταν εύπορος. Αφέθηκε λίγες μέρες αργότερα ελεύθερος και για άγνωστους λόγους, κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη.

Η μύηση και η δραστηριότητα

Από εκεί, το 1816, πήγε στην Οδησσό και στην Πετρούπολη όπου και μυήθηκε από τον Σκουφά στη Φιλική Εταιρεία, η οποία τότε βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο. Ο κωδική υπογραφή του ήταν ΑΔ.[1]
Ο Γαλάτης συνδύαζε θετικές και αρνητικές ικανότητες[2] όπως μεγάλη μόρφωση, πατριωτισμό, θέληση αλλά και τυχοδιωκτισμό, πιθανόν και αλαζονεία ή ίσως και επιπολαιότητα[3]. Παρ' όλα αυτά όμως η προσφορά του στην Φιλική Εταιρεία ήταν πολύ σημαντική αφού αυτός ήταν που άρχισε να την επεκτείνει και της προσδίδει κύρος. Πριν την μύηση του η Φιλική Εταιρεία ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη από άποψη αριθμού μελών. Η απόλυτα αρνητική στάση πολλών ιστορικών απέναντί του, πιθανόν να οφείλεται στη γενική συμπεριφορά του ή σε όσα του καταμαρτυρούσαν οι εχθροί του. Οπως και να έχει, φέρεται ως γεγονός ότι οι Φιλικοί αποφάσισαν να προτείνουν την ηγεσία της οργάνωσης στον Καποδίστρια, παρότι ο Τσακάλωφ γνώριζε ότι ο Καποδίστριας ήταν συντηρητικός και προτιμούσε τις αργές διεργασίες της Φιλομουσου Εταιρείας που είχε ιδρύσει ο ίδιος και όχι την βίαιη επανάσταση. Εντούτοις οι πρώτοι Φιλικοί σκέφτηκαν να κάνουν μια απόπειρα να τον προσεγγίσουν μέσω του Γαλάτη ο οποίος δήλωνε ότι ήταν και εξάδελφός του. (Πρέπει να αναφερθεί και η εκδοχή ότι ίσως ο πραγματικός αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας ήταν εξαρχής ο Ιωάννης Καποδίστριας με τη σύμφωνη γνώμη του Τσάρου Αλεξάνδρου που ήθελε να κατευθύνει τον ελληνικό επαναστατικό αγώνα κατά τα συμφέροντα της Ρωσίας. Αν αυτή η εκδοχή αληθεύει, τότε κάποια μέλη της το γνώριζαν αλλά έκαναν διάφορες κινήσεις για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια και για να μπορεί ο Καποδίστριας επισήμως να αρνείται κάθε ανάμιξη[4])
Όπως και να είχε, ο Γαλάτης αμέσως μετά την κατήχησή του πήρε την εντολή να αναχωρήσει για την Μόσχα, όπου μύησε αρκετούς τους Πεντεδέκα, Ριζάρη, Πατζιμάδη και Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Φιράρη. Οι μυήσεις ήταν πολύ σημαντικές για την εταιρεία αφού μέχρι τότε μέσα σε δύο χρόνια είχαν γίνει μόνο τρεις μυήσεις. Ο Γαλάτης δηλαδή κυριολεκτικά ζωντάνεψε την Φιλική Εταιρεία και της άνοιξε δρόμους, αλλά και προσέθεσε μέλη με υπολογίσιμη επιρροή και σημαντικά εισοδήματα που ήταν απαραίτητα για την επανάσταση[5]

Η συνάντηση με τον Καποδίστρια

Τα γεγονότα είναι αρκετά συγκεχυμένα ως προς τη σειρά τους, επειδή κανένας από τους ιστορικούς της εποχής δεν ήταν φαίνεται διατεθειμένος να δείξει πόσο ενεργός και σημαντικός ήταν ο ρόλος του Γαλάτη. Με επιμονή δική του ή και με τη σύμφωνη γνώμη των άλλων Φιλικών, έστειλε επιστολή στον Καποδίστρια ζητώντας συνάντηση μαζί του.[6] Σύμφωνα με τον ίδιο τον Καποδίστρια, που δεν μιλά πουθενά για την επιστολή προς τον ίδιο τον Τσάρο, η επιστολή του Γαλάτη προς τον ίδιο τον ξένισε. Συμβουλεύθηκε -όπως γράφει- αμέσως τον τσάρο. Είπε στον μονάρχη ότι θα πρόκειται μάλλον για ανοησίες και καλό θα ήταν να μη συναντηθεί με το Γαλάτη, αλλά ο τσάρος (πάντα σύμφωνα με τον Καποδίστρια) του συνέστησε απεναντίας όχι μόνον να συναντηθεί, αλλά και να μάθει από τον νεαρό Έλληνα όσα περισσότερα μπορούσε. Όταν ο Γαλάτης έφθασε στη Μόσχα «εμπνέει σέβας ενταυτώ και έκπληξιν είς όλους»,[7] καθώς μάλιστα έδειχνε την πρόσκληση του Καποδίστρα. Ο Καποδίστριας στα Απομνημονεύματά του απαξιώνει τον Γαλάτη και λέει ότι μετά τη συνάντησή του ενημέρωσε τον Τσάρο για τις ανοησίες που άκουσε από τα χείλη του νεαρού. Ο Τσάρος όμως του είπε να ξανασυναντηθεί για να μάθει ακόμα περισσότερα. Αυτόν τον σύγχυσε πολύ, αλλά έτυχε ο ίδιος να ασθενήσει και επίσης έτυχε τότε (;) ο Γαλάτης να συληφθεί εν τω μεταξύ από την αστυνομία (αρχηγός της οποίας ήταν τότε ο ελληνικής καταγωγής Ιωάννης Γοργόλης ή Γοργόλιν). Οπως το θέτει δηλαδή στα Απομνημονεύματά του, η αστυνομία συνέλαβε τον Έλληνα Φιλικό ανάμεσα στα δύο ραντεβού του με τον ίδιο.
Όπως εκτιμούν οι περισσότεροι ιστορικοί πάντως αυτό που ονομάζεται από πολλους Αυτοβιογραφία ή Απομνημονεύματα του Καποδίστρια είναι ουσιαστικά υπόμνημα που επιδιώκει να ξεκαθαρίσει τη στάση του ίδιου έναντι του νέου τσάρου της Ρωσίας (είχε πλέον πεθάνει ο Αλέξανδρος). Κατά συνέπεια όσα αναφέρονται σε αυτό (περιλαμβανομένης της αναφοράς στο Γαλάτη και τα της Φιλικής) πρέπει να τα διαβάζει κανείς στο πλαίσιο ενός ουσιαστικά απολογητικού σημειώματος και όχι ως ακριβή ιστορική αναφορά. Ο Καποδίστριας αναφέρει σε αυτό το υπόμνημα ή Απομνημονεύματα ότι στη συνέχεια συνέστησε στον Τσάρο Αλέξανδρο να απελαθεί ο Γαλάτης το συντομότερο δυνατόν ώστε να μη γίνει ντόρος επειδή θα πληροφορούνταν τα πάντα[8] οι Οθωμανοί μέσω των πρεσβειών τους και θα έβρισκαν το μπελά τους πολλοί και αθώοι Έλληνες. Όντως ο Γαλάτης διώχθηκε από τη χώρα και στάλθηκε στη Μολδαβία, όμως ο Καποδίστριας (ή ίσως ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος) φέρεται να του έδωσε ένα σημαντικό ποσό. Αυτό αν ευσταθεί (και οι περισσότεροι δέχονται ότι ευσταθεί) δείχνει ότι ο μελλοντικός κυβερνήτης της Ελλάδας χρηματοδοτούσε τον Γαλάτη και τη Φιλική όχι εν αγνοία του τότε τσάρου.
Στο σημείο αυτό ίσως είναι σκόπιμο να παρεμβληθεί και η εκδοχή ότι ο Γαλάτης υπήρξε ή θέλησε να γίνει πιθανόν ο ίδιος πράκτορας των Ρώσων και ίσως ήθελε να υποκαταστήσει στο ρόλο αυτό -και στο μελλοντικό ρόλο του ηγέτη της Ελλάδας- τον Καποδίστρια[9] H θεωρία αυτή ερμηνεύει την επιμονή του τσάρου να έρθει ο Καποδίστριας σε συνενόηση με το Γαλάτη, όπως και τα χρηματικά ποσά που του δόθηκαν για τις ανάγκες του. Επίσης ερμηνεύει το "θράσος" που χρεώνουν πολύ στη συμπεριφορά του Γαλάτη-αισθανόταν ότι είχε τις "πλάτες" του τσάρου και όχι απλώς του Καποδίστρια.

Η ρήξη με τους άλλους Φιλικούς

Στη συνέχεια ο Γαλάτης στη Μολδαβία μύησε τον Θεόδωρο Νέγρη, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο κ.α. Από την Μολδαβία εξορίστηκε, κατόπιν εντολής του Σκαρλάτου Καλλιμάχη στο Βουκουρέστι και στη συνέχεια βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Του καταμαρτυρούσαν απαράδεκτη συμπεριφορά (π.χ. μαστίγωσε την πομπή ενός γάμου, που όμως δεν ξέρουμε αν αληθεύει ως γεγονός ούτε τα αίτια για τα οποία αυτό συνέβη) και οικονομικές ατασθαλίες.Εδώ πρέπει να σημειωθεί η εκτίμηση κάποιων ότι ο βίος του ήταν αρκετά προκλητικός, σε σημείο που να αφήνει σοβαρές υπόνοιες για χρηματικές ατασθαλίες από το ταμείο των Φιλικών[10][11].

Στην Κωνσταντινούπολη τέθηκαν ζητήματα επιλογών και ηγεσίας και φέρεται ο Γαλάτης να εκνευρίστηκε που δεν του εμπιστεύθηκαν το γενικό συντονισμό παρά τον έδωσαν στον Σέκκερη, έναν νεομυημένο.Γι αυτό το λόγο ή ίσως και επειδή είχε συγκεντρώσει μεγάλα ποσά για την εταιρεία και είχε στρατολογήσει δεκάδες μέλη, θεώρησε τον εαυτό του ιδιαίτερα αδικημένο. Φέρεται να απείλησε ότι θα τους καταδώσει όλους στον Χαλέτ εφέντη. Κατ' άλλους η φράση περί Χαλέτ εφέντη κατασκευάσθηκε εκ των υστέρων για να καλυφθεί ο πραγματικός λόγος της δολοφονίας. Πάντως ο Φιλήμων αναφέρει ότι ο Γαλάτης έξαλλος κατευθύνθηκε στο σπίτι του Χαλέτ Εφέντη αλλά τον συνέτισε ένας Ιθακήσιος πλοίαρχος που έτυχε να τον συναντήσει. Τον μετέπεισε και μετανιωμένος ο Γαλάτης επέστρεψε στο χώρο συζητήσεων των άλλων Φιλικών και ανάλαφρα τους είπε τι είχε πάει να κάνει. Είπε (σύμφωνα με τον Φιλήμονα) "δεν μου εμπιστευθήκατε τα Γράμματα των Προσηλύτων ως καλόν σύντροφον". Θορυβήθηκαν πολλοί όλοι τους, καθώς κατέφθασαν εκεί και άλλοι Ιθακήσιοι στους οποίους ο πλοίαρχος είχε πει τρομαγμένος τι πήγαινε να κάνει ο Γαλάτης. Τότε φέρεται να αποφασίστηκε και η καταδίκη του σε θάνατο.[12]

Η εκτέλεση του Γαλάτη

Κατά τον Φιλήμονα: «Τίποτε δεν εφαίνετο ικανόν να πείση τον μακρυσμόν του από την Κωνσταντινούπολιν, μεχρισού γράμματά τινά των Πελοποννησίων, παρουσιασθέντα μεθοδικώς και προς τούτον, καθώς και μύριαι άλλαι υποσχέσεις των Αρχηγών της Εταιρείας, εμψυχώνουσι τους πλεονεκτικούς σκοπούς του».[13]Με τα πολλά τέλος τον πείθουν να φύγει με σπετσιώτικο καράβι το Σεπτέβρη του 1818, μαζί με τον Τσακάλωφ και τον Παναγιώτης Δημητρόπουλος (Μανιάτης). Τον πήγαιναν στην Μάνη για ν΄ασφαλιστούν παραδίδοντάς τον είτε στον Μαυρομιχάλη είτε στον Μούρτζινο να τον κρατήσοτν σε φύλαξη μ΄έξοδα της Εταιρείας ως το ξέσπασμα της επανάστασης.[14]«Εις εναντίαν όμως επίφοβον περίστασιν να θανατωθεί αφεύτως».[15] . Στα παράλια της Ερμιόνης ο Δημητρόπουλος πυροβόλησε δύο φορές τον Γαλάτη, ο οποίος μάλιστα στον πρώτο πυροβολισμό προσπάθησε να μαχαιρώσει τον Δημητρόπουλο με το σπαθί του δεχόμενος αμέσως και δεύτερη σφαίρα. Καθώς πέθαινε απευθυνόμενος στο δολοφόνο του είπε: «Αχ. Μ' εφάγατε. Τι σας έκαμα;».
Σύμφωνα με πολλές πηγές, οι οποίες όμως μπορεί να αναπαράγουν όλες την ίδια, πιθανόν τον Τσακάλωφ, ο Γαλάτης έζησε άλλα 10-15 λεπτά και ο Δημητρόπουλος άρχισε να κλαίει και να του λέει "δεν ήθελα να το κάνω αυτό, αλλά δεν υπήρχεν άλλος τρόπος δια να γλιτώσομεν από την ανοικονόμητόν σου κακίαν".
Ο φόνος έγινε πιθανόν στις 9 Ιανουαρίου του 1819 αν και ο Τρικούπης τοποθετεί τα γεγονότα καλοκαίρι του ίδιου έτους και άλλοι τα μεταθέτουν στο Νοέμβριο[16]
Συνεχίζοντας ο Τρικούπης αναφέρεται γενικά στους ανταγωνισμούς και τις εσωτερικές συγκρούσεις στην Φιλική Εταρεία: "Τόσον δε ο ζήλος της Εταιρίας κατέτρωγε τους μύστας αυτής, ώστε επλήγωσέ τις αυτών καιρίως εν Κωνσταντινουπόλει τον Αναγνώστην Δηληγιάννην ως αποδοκιμάζοντα τα της Εταιρείας."

  • Χαρακτηριστικό είναι πως και τα δυό μοναδικά θύματα της Εταιρείας, ο Γαλάτης και ο Καμαρηνός, είχαν έρθει σ΄επαφή με τον Καποδίστρια.[17]


Η συνέχεια

Οσον αφορά την οικογένεια του 27χρονου Γαλάτη, είχε έναν αδελφό, τον Κωνσντανίνο (δάσκαλο) και έναν ιερέα, τον Ευστάθιο Γαλάτη, αρχιμανδρίτη, που ήταν χωλός. Ο Ευστάθιος αναζήτησε με πάθος να μάθει τα αίτια του φόνου και επειδή δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις που πήρε, προσέλαβε κάποιον Φωκά Σφαέλλο και τον πλήρωσε για να σκοτώσει τον Αναγνωστόπουλο και τον Δικαίο (τον Παπαφλέσσα) στο Γαλάτσι ή Γαλάζιο της Ρουμανίας που ήταν κέντρο αποφάσεων της Φιλικής -τους οποίους θεώρησε υπαίτιους του φόνου του αδελφού του κατά τον Φιλήμονα. Οι Φιλικοί το πληροφορούνται όμως, στήνουν ενέδρα στον Σφαέλλο και τον τραυματίζουν προτού αυτός μπει στο Γαλάτσι. Οταν αυτός αναρρώνει μετανιώνει (αναφέρει ο Φιλήμων) και στην συνέχεια εμπλέκεται στον αγώνα και πέφτει μαχόμενος στο Δραγατσάνι -πάντα κατά τον Φιλήμονα.
Ο Ευστάθιος Γαλάτης όμως κατεβαίνει πλέον ο ιδιος στην Πελοπόννησο για να βρει τους υπαίτιους. Τότε με πληροφορίες από την Κωνσταντινούπολη συνεργάτες της Φιλικής Εταιρείας ή ίσως των ελληνικών πελοποννησιακών αρχών του στήνουν και εκείνου ενέδρα -στην Κόρινθο. Ήταν αποφασισμένο κατά τον Φιλήμονα να τον σκοτώσουν κι εκείνον. Τον έσωσε το γεγονός ότι εγγυήθηκε για λογαριασμό του ο Ρένδης (ίσως πρόκειται για το Θεοχάρη Ρένδη ή Ρέντη που μετά έγινε γερουσιαστής). Αυτός ήταν εύπορος Κονίνθιος και δεσμεύθηκε ότι θα καθησύχαζε τον Γαλάτη φροντίζοντας στο εξής αυτός να μη δημιουργήσει άλλα προβλήματα στη Φιλική Εταιρεία -του ξεκαθάρισε ότι θα είχε τη μοίρα του αδελφού του. Πιθανόν να ένιωθε και ο ίδιος αδύναμος να τα βάλει με τόσο πολλούς αφού συν τοις άλλοις χώλαινε από το ένα του πόδι και ήταν εξάλλου και ιερέας.
Ο αδελφός του Κωνσταντίνος Γαλάτης έγινε δήμαρχος Αθηναίων που πέθανε στις 24 Μαρτίου του 1857, στο μέσον της θητείας του.
Απόγονοι της οικογένειας Γαλάτη ζουν στη Ρουμανία και στην Αθήνα.

Παραπομπές

1 Το Α σήμαινε ότι κάποιος κατείχε τον ανώτερο βαθμό πριν από την Ανώατη Αρχή ή ηγέτη, τον αόρατο στην προκειμένη περίπτωση ηγέτη. Ως ΑΒ υπέγραφε ο Τσακάλωφ, ως ΑΓ ο Σκουφάς και πιθανόν ως ΑΔ ο Ξάνθος, αλλά για διάφορους λόγους πήρε τα αρχικά του ο Γαλάτης
2 όλοι συμφωνούν ότι συνέβαλε τα μέγιστα με τη δραστηριότητά του και ότι ήταν φλογερός πατριώτης. Στο "Δοκίμιον Ιστορικόν περί της φιλικής εταιρίας" ο Ιωάννης Φιλήμων τον περιγράφει ως τολμηρό και πειστικό, άτομο που έπειθε ότι μπορούσε να καταφέρει όχι μόνον τα δύσκολα αλλά και τα φύσει ακατόρθωτα, ότι ο ενθουσιασμός και η τόλμη του παρέσυρε τον εύπιστο (κατά τη γνώμη του Φιλήμονα) Σκουφά, ότι ήταν ως προσωπικότητα ικανή να ριψοκινδυνεύσει τα πάντα, ακόμα και την ίδια την ύπαρξη της εταιρίας και γενικά ο Γαλάτης φαίνεται οπλισμένος για μεγάλα καλά και εξίσου μεγάλα κακά
3 Στα απομνημονεύματά του ο Καποδίστριας, αναφερόμενος στη συνάντησή του με τον Γαλάτη (ο οποιος τον επισκέφθηκε στην Οδησσό με στόχο να τον μυήσει στην Φιλική Εταιρεία, αναφέρει: "Παρουσιάσθηκε με τη στολή της Ιονίου εθνοφυλακής και ετιτλοφορείτο κόμις! Η εμφάνισις, οι πρώτοι του λόγοι αι οι τρόποι του μοι έκαναν κατ' αρχάς να νομίσω ότι οτι ο νέος ούτος ήτο τυχοδιωκτης" και δύο σελίδες πιο κάτω, "άφηνε ευκόλως τους πάντας να διεισδύσουν εις τους σκοπούς της μυστικής εταιρείας ης ήτο όργανον"
4 Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλημονα όταν ο Γαλάτης πιεζε τον Καποδίστρια εκείνος του είπε "είσαι νέος και ξεπηδάς εκεί όπου δεν πρέπει". Επίσης ο Φιλήμων δέχτηκε διάφορες πιέσεις σύμφωνα με τον Λιθοξόου κατά τη συγγραφή του έργου του, μια από αυτές από πλευράς της οικογένειας του Καποδίστρια "να μην αποκαλύψει στοιχεία που θα έθιγαν τον Καποδίστρια ή την ανάμιξη της Ρωσίας"
5 Ελευθέριου Μωραιτίνη Πατριαρχέα «Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός»
6 Λάσκαρης, Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, σ.62
7 Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, σ. 183
8 ο νεαρός Γαλάτης φαίνεται πως στις καταθέσεις του ανέφερε τον σκοπό του, δηλαδή να επαναστατήσει η Ελλάδα και να βρει άξιο και ισχυρό υπερασπιστή στο πρόσωπο του τσάρου και ότι αυτό ήταν προς το συμφέρον της Ρωσίας. Στην κατοχή του Γαλάτη βρέθηκαν πολλά και καυτά ντοκουμέντα και ο Έλληνας ρωτήθηκε σύμφωνα με τον Πατριαρχέα αν η ομάδα του σκοπεύει να δολοφονήσουν τον Τσάρο και ποιοι ήταν οι συνεργάτες του στη Μόσχα. Εκείνος αρνήθηκε τα πάντα αλλά ίσως κάποια στιγμή πιθανόν να ομολόγησε περισσότερα από όσα έπρεπε, γιατι φέρεται να λέει στους ανακριτές του "με όσα είπα πρόδωσα την εμπιστοσύνη των αδελφών μου και μου αξίζει ο θάνατος"
9 Πατριαρχέας
10 είναι και ο Φωτιάδης εναντίον του αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι "έπαιρνε εισφορές για την Εταιρεια αλλά τις τσέπωνε" εντούτοις στο δοκίμιό του "Νίκος Γαλάτης, ο Φιλικός, ο Ελευθέριος Μωραϊτίνης Πατριαρχέας τον υπερασπίζεται αναφέροντας ότι από κανένα σωζόμενο αρχείο της εταιρείας δεν προκύπτει κατάχρηση και ότι για μια συγκεκριμένη κατάχρηση που του καταμαρτυρούσαν, των 1.000 ρουβλίων της αρχικής συνδρομής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτο τον Φιραρή, φαίνεται ότι αυτά κατατέθηκαν στο κοινό ταμείο και ότι στον Γαλάτη έδωσαν στη συνέχεια άλλο ποσό για τις δαπάνες στις οποίες υποβαλόταν στις περιοδίες του ανά τα Βαλκάνια. Επισης ο Υψηλαντης τον αναφέρει σαν "ταλαίωρο ή φτωχό Γαλάτη" (pauvre στα γαλλικά) και ο Φιλήμων που τον βρίζει πιο ανοιχτά φέρεται (από τον Πατριαρχέα) να αντιγράφει τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Γαλάτη και ο οποίος είχε επίσης κατηγορηθεί για σπατάλες
11 Ο καθηγητής Δ.Ν. Καλογερόπουλος σημειώνει στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη ότι ο Γαλάτης ήταν προικισμένος και πατριώτης, αλλά όντως εκβίαζε τους πλούσιους Έλληνες και τους αποσπούσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον αγώνα ή για τις προσωπικές του ανάγκες και ο Θ. Νέγρης φέρεται να τον χαρακτήρισε (και για αυτό το λόγο) "μισογενές τέρας"
12 Ιωάννης Φιλήμων , ο.π. σ. 277
13 Ιωάννης Φιλήμων, ο.π. σ.228]
14 Δημήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, τόμ.Ι, σ.292, εκδ. Μέλισσα, 1971
15 Ιωάννης Φιλήμων, ο.π. σ. 223
16 Ο Σπυρίδωνας Τρικούπης γράφει σχετικά στην "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως" : "Ο δε Γαλάτης μετά τινα διατριβήν εν Βλαχία, όπου πρώτος εισήξε την Εταιρίαν, αφίχθη εις Κωνσταντινούπολη. Υποπτεύσαντές τον οι εκεί συνάδελφοί του ως επίβουλον ή ως προσπαθούντα να σφετερισθή την αρχήν, τον έπεισαν να απέλθη επί προετοιμασία δήθεν του αγώνος εις Πελοπόνησον εν συνοδεία τινών συνεταίρων, αλλά φθάσας παρά την Ερμιόνην (Καστρί) αντικρύ των Σπετσών, εδολοφονήθη παρ' αυτών υπερμεσούντος του έτους"
17 Δημήτριος Φωτιάδης, Επανάσταση του 21, τόμ. Ι σ.299 , εκδ. Μέλισσα , 1971
18 Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη

Πηγές

Δημήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, τόμ. Ι :«σελ. 262-267, 290-94 κ.α.», πρώτη έκδοση "ΜΕΛΙΣΣΑ", 1971


Μπορείτε να διαβάσετε σε δωρεάν e-book το βιβλίο του Ιωάννου Φιλήμωνος εδώ: «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας»
Μπορείτε να διαβάσετε στα γαλλικά τα : Απομνημονεύματα του Νικολάου Υψηλάντη

Πηγή

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

Η Νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Πίνακας άγνωστου ζωγράφου. Στο κέντρο διακρίνεται ο Δημήτριος Καλλέργης έφιππος, ενώ από ένα παράθυρο των ανακτόρων προβάλλουν ο Όθωνας ντυμένος με ελληνική στολή και η Αμαλία. Αθήνα, Συλλογή Λ. Ευταξία.
Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης  στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844. 

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα [i], η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii]  ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή, έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε «ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].


Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].


Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (Prokesch Osten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη, ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετο κακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή και απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό: «Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, [...] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[...] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

Αννίτα Ν. Πρασσά δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

Υποσημειώσεις
[i] Γεώργιος Κ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928, τ. Α’ 1821-1865. Αθήναι 1930, σ. 160 επ.

[ii] Ο.π., σ. 161.

[iii] John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα (ΜΙΕΤ), 1985, σ. 576-577.

[iv] Ο.π., σ. 162.

[v] Ο.π.

[vi] Αθηνά, 8.9.1843. Πρβλ. Γ. Φιλάρετος και Ε. Λυκούδης, Σύνταγμα της Ελλάδος μετά εισαγωγής και σχολίων κατ’ άρθρα υπό Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου (στο εξής: Εισαγωγή Γ. Φιλαρέτου), Αθήναι 1889, σ. 65.

[vii] Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 66.

[viii] Ο.π., σ. 68.

[ix] Για τον «εκβαυαρισμό» της Ελλάδας επί Όθωνος βλ. Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897), Αθήναι 1897, σ. 82 επ.

[x] Petropoulos, ο.π., σ. 580. Πρβλ. Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, Οθώνειος Περίοδος (1833-1862), Αθήναι, σ. 292-293.

[xi] Ασπρέας, ο.π., σ. 163.

[xii] Ιωάννης Χρ. Πούλος, «Η Επανάστασις της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επί τη βάσει των γαλλικών αρχείων». Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. ΙΑ’ (1956), σ. 244, Petropoulos. ο.π., σ. 581, Παύλος Πετρίδης, Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία 1828-1843, τ. Α’, τ.χ. 1, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής), σ. 232, ο ίδιος, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1821-1843), Θεσσαλονίκη (University Studio Press) 1990, σ. 237.

[xiii] Όπως έχει προαναφερθεί, σκοτώθηκε μόνο ο χωροφύλακας έξω από την κατοικία του Μακρυγιάννη.

[xiv] Μ. Δ. Στασινόπουλος, Το πρώτον σχέδιον καταστατικής μεταρρυθμίσεως της μοναρχίας του Όθωνος, Αθήναι 1968, σ. 75.

[xv] Δημοσιεύεται στο Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 70.


Πηγή http://iknowgr.blogspot.de/2012/09/3-1843.html

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Η γέφυρα Ρίου - Αντίρριου: Ντοκυμαντέρ του National Geographic Rio Antirio Bridge in Greece

Το National Geographic παρουσιάζει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την γέφυρα Ρίου- Αντίρριου. Πρόκειται για την μεγαλύτερη σε μήκος καλωδιωτή γέφυρα παγκοσμίως. Αν και αντιμετωπίζει φυσικές προκλήσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν ζημίες, όπως τα πολύ βαθιά νερά.

Το Σχέδιο Τρούμαν


Από την επιτυχημένη εκπομπή ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ της ΝΕΤ και του Χρίστου Βασιλόπουλου.«Η Ευρώπη και ειδικά η Ελλάδα, χρειάζεται ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ για να βγει από την κρίση».

Είναι μια από τις πολλές αναλύσεις που ακούγονται στις ημέρες μας για τα πιθανά σενάρια διάσωσης της οικονομίας μας.

• Ποιο είναι το Σχέδιο Μάρσαλ;
• Πότε εφαρμόστηκε;
• Ποιοι έδωσαν χρήματα και τι πήραν ως αντάλλαγμα;

Η εκπομπή φωτίζει όσα διαδραματίστηκαν την κρίσιμη περίοδο, μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε που η κατεστραμμένη από τους Ναζί, Ελλάδα, υπέγραφε συμφωνία με τους Αμερικανούς. Ήταν το περίφημο Δόγμα Τρούμαν, το οποίο υπήρξε ο προπομπός του σχεδίου Μάρσαλ.
Ήταν η εποχή που οι δύο νέες υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση, αναδύονταν στη διεθνή σκηνή και μοίραζαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής.
Η «Μηχανή του χρόνου» αναλύει το δραματικό παρασκήνιο της εποχής. Τότε που ο πρόεδρος Τρούμαν με μια πομπώδη ομιλία στο Κογκρέσο, το Μάρτιο του 1947, σηματοδότησε την αποφασιστική παρέμβαση των Αμερικανών στα εσωτερικά της Ελλάδας.
Έδωσε εκατομμύρια δολάρια, άλλα όχι λευκή επιταγή. Οι πρώτοι επίτροποι εγκαταστάθηκαν στα υπουργεία και έλεγχαν την διαχείριση της βοήθειας στους Έλληνες ...Δεν εμπιστεύονταν τον κρατικό μηχανισμό και θεωρούσαν το πολιτικό σύστημα διεφθαρμένο. Πολλά χρήματα πήγαν σε επισιτιστικά προγράμματα, και ακόμη περισσότερα σε εξοπλισμό του εθνικού στρατού στο μέτωπο του εμφυλίου πολέμου.
Η Μηχανή του Χρόνου εξιστορεί τις κατεστραμμένες υποδομές, την πείνα των Ελλήνων, την βοήθεια της οργάνωσης UNRRA (προπομπός της unicef), αλλά και τον παράνομο πλουτισμό των «ημετέρων» και των μαυραγοριτών, οι οποίοι πλούτισαν ακόμη και με τα χρήματα του σχεδίου Τρούμαν.

Ετυμολογία της Αγγλικής λέξης Ocean- Etymology of Ocean

Late 13c., from Old France occean "ocean" (12c., Mod.France. océan), from Latin. oceanus, from Greek. okeanos, the great river or sea surrounding the disk of the Earth (as opposed to the Mediterranean), of unknown origin. Personified as Oceanus, son of Uranus and Gaia and husband of Tethys. In early times, when the only known land masses were Eurasia and Africa, the ocean was an endless river that flowed around them. Until c.1650, commonly ocean sea, translating Latin mare oceanum. Application to individual bodies of water began 14c.; there are usually reckoned to be five of them, but this is arbitrary; also occasionally applied to smaller subdivisions, e.g. German Ocean "North Sea."

Online Etymology Dictionary

Απόσπασμα Αριστοτέλη από "Μετά τα Φυσικά"

Οι αντιδράσεις μας σε μια ομιλία είναι ανάλογες με τις συνήθειες μας, διότι έχουμε την απαίτηση να λέγονται τα πράγματα με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει. Ότι λέγεται με διαφορετικό τρόπο δεν μας φαίνεται σύμφωνο με τις αντιλήψεις μας, αλλά, επειδή ακριβώς είναι ασυνήθιστο, μας φαίνεται ακατανόητο και ξένο, δεδομένου ότι το συνηθισμένο είναι πιο κατανοητό. 

Το πόση δύναμη έχει η συνήθεια το φανερώνουν οι νομοί, οπού τα μυθικά και παιδαριώδη στοιχεία είναι πιο ισχυρά από τη γνώση μας γι'αυτους, πράγμα που οφείλεται στη συνήθεια. Έτσι, μερικοί δεν ακούνε καν τον ομιλητή αν δεν εκφράζεται με τρόπο μαθηματικό, άλλοι πάλι αν δεν δίνει παραδείγματα, άλλοι τέλος περιμένουν από αυτόν να επικαλείται ως μάρτυρες τους ποιητές. Μερικοί απαιτούν να λέγονται τα πάντα με ακρίβεια, άλλοι δυσανασχετούν με την ακριβολογία είτε επειδή δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τους συλλογισμούς είτε επειδή τους θεωρούν ανόητη φλυαρία και δικολαβισμούς.

 Διότι η ακρίβεια έχει ένα τέτοιο χαρακτήρα, ώστε, όπως ακριβώς στα συμβόλαια, έτσι και στις διαλέξεις είναι για μετρικούς σημάδι ταπεινής καταγωγής. Πρέπει λοιπόν, να έχει εκπαιδευτεί κάποιος για να γνωρίζει πως πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε ένα από αυτά τα είδη λογού, διότι είναι παράλογο να αναζητεί κάποιος τη γνώση και ταυτόχρονα τον τρόπο για την απόκτηση της, δεδομένους ότι ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι εύκολο να το αποκτήσει. 

Δεν Πρέπει, λοιπόν, να απαιτούμε για όλα τα θέματα μαθηματική ακρίβεια, αλλά μονό για τα πράγματα που δεν έχουν ύλη. Γι' αυτό η μαθηματική μέθοδος δεν είναι η μέθοδος της φυσικής επιστήμης, διότι ολόκληρη ίσως η φύση έχει ύλη. Πρέπει, λοιπόν, πρώτα απο'ολα να ερευνήσουμε τι είναι η φύση, διότι έτσι θα δούμε και τι πραγματεύεται η φυσική επιστήμη και αν η ερευνά των αιτιών και των αρχών είναι θέμα μιας επιστήμης ή περισσοτέρων."

Αριστοτέλης Μετά τα Φυσικά Α

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.
Δημήτριος Καλλέργης

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.
Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

Δημήτριος Καλλέργης
« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

Υποσημειώσεις

[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.



Πηγή

Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

http://argolikivivliothiki.gr

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843


Η Νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Πίνακας άγνωστου ζωγράφου. Στο κέντρο διακρίνεται ο Δημήτριος Καλλέργης έφιππος, ενώ από ένα παράθυρο των ανακτόρων προβάλλουν ο Όθωνας ντυμένος με ελληνική στολή και η Αμαλία. Αθήνα, Συλλογή Λ. Ευταξία.
Η απολυταρχική διακυβέρνηση του Όθωνα, η πτώχευση του ελληνικού Δημοσίου το 1843 και η εκβιαστική τακτική των ξένων δανειστών, συνέτειναν στην επιδείνωση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης  στη χώρα.

Η στρατιωτική εξέγερση υπό τον συνταγματάρχη Καλλέργη με την προτροπή του Μακρυγιάννη, την ενθάρρυνση των ξένων πρεσβειών και τη συμπόρευση των πολιτικών ηγετών, ανάγκασαν τον Όθωνα να δεχτεί τη συγκρότηση συντακτικής εθνοσυνέλευσης η οποία ψήφισε το Σύνταγμα του 1844. 

Τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας κατά της απολυταρχίας του Όθωνα. Ενώ αρχικά οι αρχηγοί της συ­νωμοσίας σκόπευαν να εξεγερθούν στις 25 Μαρτίου 1844, αναγκάστηκαν να κινηθούν νωρίτερα, φοβού­μενοι ότι το μυστικό τους είχε προδοθεί. Τα μέτρα των ανακτόρων επέσπευσαν κατά πολύ το κίνημα. Η απόφαση για τη σύσταση έκτακτου στρατοδικεί­ου, το οποίο το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου θα δίκα­ζε 83 επιφανή πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα με σκοπό την αποτροπή της λαϊκής εξέγερσης, οδήγησε τους επικεφαλής να δράσουν ακριβώς ε­κείνη την ημέρα. Κατά τον Ασπρέα [i], η κυβέρνηση φάνηκε διστακτική στη συγκεκριμένη περίσταση και έχασε πολύτιμο χρόνο, παρακολουθώντας τους αρχηγούς της συνωμοσίας και πιστεύοντας ότι η σύσταση του έκτακτου στρατοδικείου και ο διορισμός των δικαστών έφθανε για να αποθαρρύνει τους συνωμότες και να σταματήσει τις ενέργειές τους.

Αντίθετα, οι τελευταίοι αντέδρασαν πολύ μεθοδικά. Λίγο πριν από την έκρηξη της επανάστασης, μύησαν τον Σκαρβέλη, αρχηγό του πεζικού, και τον Σχινά, αρχηγό του πυροβολικού. «Υπό τας συνθήκας ταύτας η επανάσταση η αποσκοπήσασα και επιτυχούσα την ανατροπήν της απολύτου μοναρχίας, εξερράγη νύκτα της 2ας Σεπτεμβρίου υπό χαρακτήρα απολύτως στρατιωτικόν»[ii]. Ο βασιλιάς, μολονότι γνώριζε για τη συνωμοσία, είχε καθυστερήσει τις συλλήψεις. Είναι πολύ πιθανό ότι φοβόταν τη λαϊκή αντίδραση σε περίπτωση σύλληψης και δίκης επιφανών, που προέρχονταν και από τα τρία κόμ­ματα, θεωρούσε ότι κάθε προσπάθεια καταστολής της συνωμοσίας θα προξενούσε λαϊκή εξέγερση και τα γεγονότα που ακολούθησαν, δικαίωσαν βε­βαίως τους φόβους και τις ανησυχίες του.

Η ανώτατη στρατιωτική διεύθυνση των επαναστα­τικών δυνάμεων είχε ανατεθεί στον Δημήτριο Καλλέργη, ο οποίος λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 2ας Σεπτεμβρίου, αφού εξαπάτησε τους κατα­σκόπους της κυβέρνησης, συγκάλεσε το ιππικό σύ­νταγμα. Ανάμεσα στους αξιωματικούς, παρευρισκό­ταν και ο διοικητής της Σχολής Ευελπίδων, Σπυρομήλιος. Ο Καλλέργης εξέθεσε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόταν το έθνος, τό­νισε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσουν όλοι στο κί­νημα, για το οποίο ήταν ενημερωμένοι οι αξιωματικοί του στρατού, και ότι θα έπρεπε ή να πετύχουν ή να πεθάνουν. Με το σύνθημα «Ζήτω το Σύνταγμα»,[iii]  ενθουσίασε τους αξιωματικούς, υπαξιωματι­κούς και στρατιώτες, οι οποίοι αμέσως το ενστερνί­στηκαν. Ο Σκαρβέλης είχε παρατάξει το τάγμα των ακροβολιστών και περίμενε, ο δε Σχινάς περίμενε, ως επικεφαλής του πυροβολικού.

Το σύνθημα της εκκίνησης ήταν δυο πυροβολισμοί, μετά τους ο­ποίους όλα τα στρατιωτικά σώματα θα ξεκινούσαν α­πό διάφορα σημεία, κατά των ανακτόρων. Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, ο Καλλέργης έδωσε το σύνθη­μα και ξεκίνησε συνοδευόμενος από μουσική, τύμπανα και σάλπιγγες. «Δια των οδών της πρωτευ­ούσης δεν διήλαυνε σώμα στασιάσαντος στρατού, αλλά στρατός θριαμβευτικής πορείας. Οι στρατιώται εκραύγαζον «Ζήτω το Σύνταγμα» και οι πολίται έκπληκτοι απήντουν δια της αυτής ζητω­κραυγής. Αλλά και οι μεν και οι δε εγνώριζον μόνον την λέξιν, ολίγιστοι δε ίσως και το πολί­τευμα, το οποίον διηυθύνοντο να επιβάλουν βία εις το Στέμμα. Η μόνη υποληφβείσα συντεταγμέ­νη δύναμις εν τη πρωτευούση, ήτις παρέμεινε πι­στή εις το Στέμμα ήτο η της χωροφυλακής»[iv].

Ο Καλλέργης, στο μεταξύ, είχε διατάξει να ανοί­ξουν τη φυλακή του Μεντρεσέ και να απελευθερώ­σουν τους κρατούμενους, και παράλληλα είχε στείλει αποσπάσματα στρατιωτών για να καταλάβουν τα υπουργεία, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Τα­μείο, το Νομισματοκοπείο και ένα σώμα του ιππι­κού για να ελευθερώσει τον Μακρυγιάννη. Ο Μακρυγιάννης ήταν αποκλεισμένος στο σπίτι του, περικυκλωμένος από τη χωροφυλακή. Παρά τον κλοιό, ορισμένοι φίλοι του είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι του, προκειμένου να ενισχύσουν την άμυνά του. Οι χωροφύλακες τότε άρχισαν να πυροβολούν και οι έγκλειστοι ανταπέδωσαν. Κατά την ανταλλαγή των πυρών, σκοτώθηκε ένας ενωμοτάρχης, ο μόνος νεκρός κατά τη διάρκεια της ε­πανάστασης. Όταν όμως έφθασε ο στρατός, οι χω­ροφύλακες υποχώρησαν και ο Μακρυγιάννης μπό­ρεσε να βγει έξω με τους δικούς του. Στη πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα είχε συγκεντρωθεί πλήθος λαού, φωνάζοντας συνθήματα.

Μολονότι ο Όθων – αδυνατώντας να εκτιμήσει την κατάσταση- είχε δώσει εντολή στη φρουρά των α­νακτόρων να διαλύσει το στρατό που είχε περικυ­κλώσει τα ανάκτορα, δεν εισακούστηκε. Προσπά­θησε να επικοινωνήσει με το στρατό και το πυρο­βολικό μέσω του υπουργού των Στρατιωτικών, Βλα­χόπουλου, και του υπασπιστή του, Γαρδικιώτη Γρίβα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν ο Βλαχόπου­λος πλησίασε τον Καλλέργη και τους στρατιώτες, προσπαθώντας να τους πείσει να διαλυθούν, συνε­λήφθη και φυλακίσθηκε μαζί με τον Γαρδικιώτη Γρίβα, κατόπιν διαταγής του Καλλέργη.

Αργά τη νύχτα, ο βασιλιάς εμφανίστηκε μα­ζί με το συνταγματάρχη Ες (Hess) σε ένα παράθυρο του πρώτου πατώματος που έ­βλεπε προς την πλατεία και ρώτησε τον Ε­πικεφαλής Καλλέργη τι ζητούσε. Ο τελευ­ταίος, πάντοτε έφιππος, του απάντησε: «Μεγαλει­ότατε, ευδοκήσατε να ικανοποιήσετε την αίτησιν του στρατού και του λαού, ομογνωμόνως ζητούντων Σύνταγμα» [v].

Ο Όθων απάντησε οργισμένος «Ας διαλυθώσι και θέλω μεριμνήση περί της αι­τήσεώς των», απάντηση που ήταν φυσικά αδύνατον να γίνει δεκτή και που συγχρόνως δείχνει τον τρό­πο με τον οποίο προσέγγιζε την κατάσταση. Οι συ­γκεντρωμένοι, βεβαίως, ήταν αποφασισμένοι να λάβουν την απάντηση μέσα στην ίδια νύχτα και οι διοικητές των στρατιωτικών δυνάμεων αρνήθηκαν να απομακρυνθούν. Ο Καλλέργης απάντησε: «Με­γαλειότατε, δεν θέλουν διαλυθή, έως ου η Υ.Μ. δεν αποφασίση μετά του Συμβουλίου της Επι­κρατείας». Τότε παρενέβη ο Ες, που προξένησε την οργή του Καλλέργη, ο οποίος τον κατηγόρησε «ως παραίτιον και συμμέτοχον της δεινής θέσεως εις την οποίαν είχον επιβούλως καταντήσει τον βασιλέα οι αυλικοί του και τον διέταξε να απέλθη από της θυρίδος»[vi].


Ο Ες και ο βασιλιάς, μέσα στο παλάτι και μπροστά στην ανένδοτη στάση των στρατιωτικών, αποφάσισαν να στείλουν το διαγγελέα του βασιλιά, Στάινστορφ, για να διατάζει τον Σχινά να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως συνέταξε το πυροβολικό στην πλατεία, στο πλευρό των επαναστατών υπό το σύνθημα «Ζήτω το Σύ­νταγμα». Έτσι, όλα τα σώματα της φρουράς συνε­νώθηκαν πλέον στο κίνημα. Το πλήθος του λαού που συνέρρεε προς την πλατεία αυξανόταν όλο και περισσότερο και εκφράζοντας τον ενθουσιασμό του. «Όλοι ήσαν ενησχολημένοι να εκφράσωσι τον ενθουσιασμόν των, ως αν είχαν ήδη το Σύνταγμα ανά χείρας. Αι κραυγαί υπέρ του Συντάγματος εσυγχέοντο μετά της στρατιωτικής μουσικής, ήτις δεν έπαυε παιανίζουσα και ούτως η συνάθροισις ενέφαινε μάλλον χαρακτήρα πανηγύρεως, παρά την τρομεράν των επαναστάσεων εικόνα» [vii].


Στις 3 η ώρα το πρωί, συγκλήθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να επικυρώσει και να νομι­μοποιήσει τις επαναστατικές πράξεις. Ο στρατός έθεσε υπό επιτήρηση τα σπίτια των υπουργών και κάλεσε τους συμβούλους της Επικρατείας να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου είχαν ήδη προσέλθει οι Μεταξάς, Ζωγράφος, Παλαμή­δης και Ψύλλας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρία­σης, η οποία άρχισε στις 3 το πρωί, ο στρατός φρουρούσε το κτίριο, ενώ μέσα στο κτίριο παρευρίσκο­νταν οι Μακρυγιάννης, Σπυρομήλιος και άλλοι α­ξιωματικοί, αποκλείοντας κάθε εισβολή από έξω και εμποδίζοντας πιθανή αποχώρηση συμβούλων. Στο τέλος της συνεδρίασης, συντάχθηκε προκήρυ­ξη η οποία αναγνώριζε το κίνημα, καθιστούσε το Συμβούλιο συνυπεύθυνο, καθησύχαζε τον λαό και το στρατό και τους ενέπνεε θάρρος. «Λαός και στρατός είχον ήδη ό,τι επεθύμουν, την νομιμότη­τα αντιπροσωπευομένην από εν νομοθετικόν σώ­μα, το οποίον εις την κατάστασιν ταύτην, την άνευ κυβερνήσεως, ανελάμβανε την διεύθυνσιν των πραγμάτων και εξησφάλιζε την κοινήν ησυχίαν»[viii].

Εκτός από την προκήρυξη, το Συμβούλιο συνέταξε και μια αναφορά προς το βασιλιά με την οποία ζητούσε την παραχώρηση του Συντάγματος. Επίσης, το Συμβούλιο ψήφισε ορισμένα διατάγμα­τα με τα οποία καθοριζόταν η σύγκληση της Εθνο­συνέλευσης σε διάστημα ενός μηνός, η σύνθεση του προσωρινού υπουργείου, η εξουσιοδότηση του υπουργείου να συγκαλέσει την Εθνοσυνέλευση, η παύση των μελών του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου, ο καθορισμός του όρκου του στρατού και των πολιτικών αρχών, καθώς και η απόλυση α­πό τις δημόσιες υπηρεσίες όλων των ξένων, εκτός από τους παλιούς φιλέλληνες [ix]. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από πρό­ταση του Κ. Ζωγράφου, εξέλεξε επιτροπή αποτε­λούμενη από τους Γ. Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομι­χάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Αν. Λόντοκαι το γραμματέα του Συμβουλίου, Κ. Προβελέγγιο, η ο­ποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο βασιλιά, ο οποίος με τη σειρά του θα επικύρωνε και θα υπέ­γραφε.

Η επιτροπή αυτή παρουσίασε τις αποφάσεις του Συμβουλίου στο βασιλιά, ο οποίος ζήτησε να συμβουλευθεί, πριν απαντήσει, τους πρεσβευτές, τους ξένους πρεσβευτές. Το αίτημα αυτό, όπως ή­ταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτό. Αντίθετα, επέ­μειναν στον Όθωνα να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν και να υπογράψει το διάταγμα για τη σύ­γκληση της Εθνικής Συνέλευσης, η οποία θα συνέτασσε το Σύνταγμα του ελληνικού κράτους.

Όταν δε αργότερα οι πρεσβευτές ζήτησαν να μπουν στα ανάκτορα και να επικοινωνήσουν με το βασιλιά (γεγονός που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο παρευρισκόμενο πλήθος), ο Καλλέργης τους απαγόρευσε την είσοδο, φοβούμενος ότι θα επηρέαζαν αρνητικά τον Όθωνα. Τους τόνισε ότι δεν μπορού­σε να επιτρέψει την είσοδο σε κανέναν, αν πρώτα δεν αποφάσιζε το Συμβούλιο της Επικρατείας με το βασιλιά, ενώ παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι ο βασιλιάς δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο.

«Σύμφωνα με τον Πισκατόρυ (Piscatory), ο (Ρώ­σος) Κατακάζης (Catacasy) έδειχνε καταπτοημένος, μάλλον επειδή φαινόταν ότι ο Όθων δεν θα παραιτούνταν, ο (Άγγλος) Λάιονς (Lyons) δικαιο­λογούσε τους πάντες και τα πάντα, ο πρεσβευτής της Πρωσίας κατέκρινε τους πάντες και τα πάντα, ο Πρόκες-Οστεν (Prokesch Osten) καταδίκαζε τις πράξεις αλλά δικαιολογούσε τους ανθρώπους»[x].

Οι πρεσβευτές των Προστάτιδων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, γνώριζαν για τη συνωμοσία και, όπως ο ίδιος τους εί­χε παρουσιάσει διαφορετικά στον καθέναν την κατά­σταση, περίμεναν και ήλπιζαν ότι η συνωμοσία θα προωθούσε τελικά τις επιδιώξεις της κυβέρνησης του καθενός. Πάντως, οι περισσότεροι υποψιάζονταν ανάμιξη του Κατακάζη, πιστεύοντας ότι επιθυμούσε την αντικατάσταση του Όθωνα με ορθόδοξο πρίγκιπα.

Ορισμένοι υποψιάζονταν ανάμιξη του Λάιονς και, κατά τον αγγλόφιλο Δραγούμη, ο Καλλέργης απαγόρευσε την είσοδο των πρεσβευτών στα ανάκτο­ρα ύστερα από υπόδειξη του γραμματέα της αγγλι­κής πρεσβείας, Γκρίφιθς (Griffiths). Η αυστριακή διπλωματία διατύπωσε κατηγορίες κατά του, υπεράνω υποψίας, Πισκατόρι. Το γεγονός, όμως, ότι οι πρεσβευτές δεν διαμαρτυρήθηκαν, ισοδυναμεί με ηθική υποστήριξη προς την επανάσταση. Ο βασιλιάς είχε πλέον πεισθεί ότι «είχεν απο­γυμνωθεί από πάσης στρατιωτικής και πολιτικής δυνάμεως» και «ή έπρεπεν να υποκύψει ή να αποφασίση την απομάκρυνσιν αυτού από τον θρόνον». Από την άλλη πλευρά, κατά τον Ασπρέα [xi], «το γόητρον του Στέμματος βαρέως πληγέν περιεσώζετο κακώς δια του διατάγματος εκείνου». Ο βασιλιάς, όπως υποστήριζε αργότερα, προτιμούσε την παραίτηση, αλλά φοβήθηκε ότι η αναχώρησή του θα οδηγούσε σε αναρχία.

Πράγματι, ύστερα και από την επέμβαση της βασίλισσας Αμαλίας, ο Όθων δέχθηκε να υπογράψει το διάταγμα για τη σύγκληση της Εθνικής Συνέλευσης, έπαυσε τους υπουργούς της κυβέρνησης, που ήταν η τελευταία κυβέρνηση της απόλυτης μοναρχίας, και ανέθεσε το σχηματισμό νέας κυβέρνησης στον Α. Μεταξά.

Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαία στελέχη της επανά­στασης και στο οποίο εκπροσωπούνταν και τα τρία κόμματα, είχε ως εξής: Πρόεδρος και υπουργός των Εξωτερικών ο Α. Μετα­ξάς, υπουργός των Στρατιωτικών ο Αν. Λόντος, των Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, της Δικαιο­σύνης ο Λέων Μελάς, των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, των Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και των Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Ο Καλλέργης δεν συμμετείχε στο κυ­βερνητικό σχήμα, αλλά ανέλαβε την ανώτατη διοί­κηση της φρουράς. Μετά την ορκωμοσία των νέων υπουργών, ζητή­θηκε από τον Όθωνα η υπογραφή δυο νέων δια­ταγμάτων, σύμφωνα με τα οποία καθιερωνόταν η 3η Σεπτεμβρίου ως εθνική εορτή και απονέμονταν τιμητικές διακρίσεις στους συνωμότες. Ο βασιλιάς πάλι αρνήθηκε την υπογραφή των τόσο προσβλητικών – κατά τη γνώμη του- διαταγμάτων και ζήτησε τη γνώμη των πρεσβευτών, τονίζοντας ότι προτι­μούσε να παραιτηθεί υπέρ του αδελφού του. Οι πρεσβευτές, αδυνατώντας να πείσουν τους υπουρ­γούς να αποσύρουν τα περιμάχητα διατάγματα, ύ­στερα και από την επιμονή του Καλλέργη κατάφε­ραν να μεταπείσουν το βασιλιά.

Στο σημείο αυτό, είναι χαρακτηριστική για τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης του Όθωνα η αντίδρασή του, όπως την περιγράφει ο Πισκατόρι προς τον Γκιζό: «Παρετήθην όλων των προνομίων μου. Δεν είμαι πλέον βασιλεύς, [...] εφ’ όσον μου επέβαλον τους Υπουργούς, Εθνικήν Συνέλευσιν, Σύνταγμα, εφ’ όσον ο στρατός έπαυσε να με υπάκουη»[xii].

Στο μεταξύ, το πλήθος του λαού που ήταν συγκε­ντρωμένο από το πρωί στην πλατεία ζητούσε επίμο­να να βγει ο βασιλιάς με τους υπουργούς του στον ε­ξώστη, γιατί διαφορετικά απειλούσε ότι θα παρα­βιάσει τις πόρτες των ανακτόρων. Οι υπουργοί τότε καθησύχασαν το λαό, λέγοντας ότι τα αιτήματα είχαν όλα γίνει αποδεκτά και μετά άρχισε να αποχωρεί ή­ρεμος. Στις 3 το μεσημέρι, διαλύθηκε και ο στρατός, που και αυτός βρισκόταν ακόμη εκεί, δεχόμενος τις ζητωκραυγές του συγκεντρωμένου λαού.

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μια επανάσταση σχεδόν αναίμακτη [xiii], στην οποία συμμετείχαν ενωμένοι στρατός και λαός. Φυσικά, η ειρηνική και ήπια εξέλιξή της ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Στασινόπουλος [xiv]. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρούσε η εφημερίδα «Αθηνά», «[...] οι Έλληνες έδειξαν πόσον προέ­βησαν εις τον πολιτισμόν, πόσον κατενόησαν τα δι­καιώματά των και τον τρόπον, καθ’ ον πρέπει να τ’ αποκτήσωσι, χωρίς ν’ αφήσωσιν ουδεμία κηλίδα εις την ιστορίαν. Δέκα έτη τους εσυκοφάντησαν ως ανθρώπους πλήρεις παθών και μίσους και δόλου, τους εξηυτέλισαν, ως υπομένοντας την δουλείαν και την διαφθοράν, και εις μιαν ημέραν έδειξαν ούτοι πόσον είναι ζηλότυποι της ελευθερίας των, πόσον είναι επιεικείς μετά την νίκην, πόσον είναι γεν­ναίοι προς τους προξένους της δυστυχίας των».[xv]

Η επανάσταση και τα αποτελέσματά της γρήγορα διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, προξενώντας ενθουσιασμό. Σύντομα, απολύθηκαν όσοι Βαυαροί παρέμεναν ακόμη στις θέσεις τους, οι οποίοι μάλι­στα απομακρύνθηκαν και από τη χώρα.

Αννίτα Ν. Πρασσά δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

Υποσημειώσεις
[i] Γεώργιος Κ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1821-1928, τ. Α’ 1821-1865. Αθήναι 1930, σ. 160 επ.

[ii] Ο.π., σ. 161.

[iii] John Petropoulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Αθήνα (ΜΙΕΤ), 1985, σ. 576-577.

[iv] Ο.π., σ. 162.

[v] Ο.π.

[vi] Αθηνά, 8.9.1843. Πρβλ. Γ. Φιλάρετος και Ε. Λυκούδης, Σύνταγμα της Ελλάδος μετά εισαγωγής και σχολίων κατ’ άρθρα υπό Γεωργίου Ν. Φιλαρέτου (στο εξής: Εισαγωγή Γ. Φιλαρέτου), Αθήναι 1889, σ. 65.

[vii] Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 66.

[viii] Ο.π., σ. 68.

[ix] Για τον «εκβαυαρισμό» της Ελλάδας επί Όθωνος βλ. Γεώργιος Ν. Φιλάρετος, Ξενοκρατία και Βασιλεία εν Ελλάδι (1821-1897), Αθήναι 1897, σ. 82 επ.

[x] Petropoulos, ο.π., σ. 580. Πρβλ. Δημήτριος Α. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, Οθώνειος Περίοδος (1833-1862), Αθήναι, σ. 292-293.

[xi] Ασπρέας, ο.π., σ. 163.

[xii] Ιωάννης Χρ. Πούλος, «Η Επανάστασις της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 επί τη βάσει των γαλλικών αρχείων». Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ. ΙΑ’ (1956), σ. 244, Petropoulos. ο.π., σ. 581, Παύλος Πετρίδης, Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία 1828-1843, τ. Α’, τ.χ. 1, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής), σ. 232, ο ίδιος, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα (1821-1843), Θεσσαλονίκη (University Studio Press) 1990, σ. 237.

[xiii] Όπως έχει προαναφερθεί, σκοτώθηκε μόνο ο χωροφύλακας έξω από την κατοικία του Μακρυγιάννη.

[xiv] Μ. Δ. Στασινόπουλος, Το πρώτον σχέδιον καταστατικής μεταρρυθμίσεως της μοναρχίας του Όθωνος, Αθήναι 1968, σ. 75.

[xv] Δημοσιεύεται στο Εισαγωγή Γ. Φιλάρετου, σ. 70.


Πηγή

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.