Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Νίκος Καζαντζάκης: Ακροβάτης πάνω από το χάος


Μια ταινία μεγάλου μήκους και μικτής τεχνικής (ντοκουμέντα, δραματοποιημένες σκηνές και χρήση ψηφιακής τεχνολογίας) για τη ζωή και το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Ενα κινηματογραφικό έργο, που ανιχνεύει τον πυρήνα της ρωμαλέας σκέψης, την περιπετειώδη ζωή και το βαθύ ψυχισμό της πληθωρικής προσωπικότητάς του, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τον θάνατό του (1957).

Γυρισμένο στα βήματα του Καζαντζάκη, σε δεκάδες μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού, το ντοκιμαντέρ αναδεικνύει μια άγνωστη πτυχή της πνευματικής δραστηριότητας του Καζαντζάκη, αυτήν της γραφής σεναρίου, δεδομένου - όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Λευτέρης Χαρωνίτης - ότι είναι από τους πρώτους που διείδαν τη μεγάλη εξέλιξη του κινηματογράφου, στη δεκαετία του 1920.

Σκηνοθεσία: Λευτέρης Χαρωνίτης
Σενάριο: Λευτέρης Χαρωνίτης, Επιστημονικός Σύμβουλος: Σταμάτης Φιλιππίδης
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σάκης Μανιάτης
Μοντάζ: Ανδρέας Μότσιος
Ήχος: Γιώργος Χριστοδούλου
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Παραγωγή: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου & ΕΚΚ
Αφήγηση: Μαρία Τζομπανάκη, Χρήστος Τσάγκας, Αχιλλέας Κυριακίδης, Τάσσος Γουδέλης, Αγάπη Μανούρα

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Friedrich Wilhelm Nietzsche Ντοκυμαντέρ


Ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (15 Οκτωβρίου 1844 - 25 Αυγούστου 1900) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία. Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας. Ωστόσο, η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στον χώρο της φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.

Νεανικά χρόνια (1844-1864)


Ο Νίτσε γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 και μεγάλωσε στην πόλη Ραίκεν (Röcken), κοντά στη Λειψία και στην ευρύτερη πρωσική επαρχία της Σαξονίας. Η ημερομηνία γέννησής του συνέπεσε χρονικά με τα 49α γενέθλια του βασιλιά της Πρωσίας, Φρειδερίκου Βίλχελμ Δ', προς τιμήν του οποίου έλαβε και το όνομά του (αργότερα ο ίδιος έπαψε να χρησιμοποιεί το όνομα Βίλχελμ[1]). Ο πατέρας του, Καρλ Λούντβιχ Νίτσε (1813-1849), ήταν λουθηρανός πάστορας, ενώ η μητέρα του, Φραντσίσκα Αίλερ (1826-1897) ήταν κόρη του πάστορα Ντάβιντ Φρήντριχ Αίλερ. Ο Νίτσε ήταν το νεότερο από τα παιδιά της οικογένειας. Η αδελφή του Ελίζαμπεθ Τερέζα Αλεξάνδρα Νίτσε γεννήθηκε το 1846 παίρνοντας τα ονόματα τριών πριγκιπισσών και μαθητριών του πατέρα της, ενώ ακολούθησε η γέννηση του αδελφού του Λούντβιχ Ιωσήφ το 1848. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του Νίτσε από εγκεφαλική ασθένεια το 1849, αλλά και τον χαμό του αδελφού του τον επόμενο χρόνο, η οικογένεια μετακόμισε στο Νάουμπουργκ. Εκεί διέμειναν όλοι με τη γιαγιά του Νίτσε, καθώς η μητέρα του δεν είχε τη δυνατότητα να συντηρήσει δικό της σπίτι.

Ο Νίτσε φοίτησε σε ένα δημοτικό σχολείο της πόλης μέχρι το 1854. Το σχολικό του πρόγραμμα περιλάμβανε κυρίως θρησκευτική αγωγή, ενώ παράλληλα ξεκίνησε μαθήματα λατινικών και αρχαίων ελληνικών, γλώσσες στις οποίες δεν εμφάνισε ιδιαίτερη κλίση. Το 1854, ξεκίνησε να φοιτά στο Dom Gymnasium, όπου αφού εξετάστηκε από το διευθυντή του γυμνασίου, μεταπήδησε αμέσως στη δεύτερη τάξη. Ήδη από τα παιδικά του χρόνια έγραφε ποιήματα και μικρά θεατρικά έργα, μέρος των οποίων φρόντιζε να φυλάσσει η αδελφή του. Αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο γράψιμο, επιδεικνύοντας μία πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ήδη σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ταξινόμησε τα ποιήματά του σε περιόδους. Στις 5 Οκτωβρίου του 1858 εισήχθη στο Πφόρτα (Pforta ή Schulpforta), ένα από τα πιο φημισμένα σχολεία κλασικών σπουδών της Γερμανίας, θέση που του προσφέρθηκε έπειτα από εξέταση σχολικού επιθεωρητή στο Dom Gymnasium, ο οποίος επέλεξε τον νεαρό Νίτσε ανάμεσα σε άλλους μαθητές της σχολής. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Πφόρτα παρουσίαζε ομοιότητες με εκείνο των Ιησουιτών, αν και ήταν λουθηρανικό ίδρυμα, στο οποίο δινόταν έμφαση στην πειθαρχία των μαθητών. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Πφόρτα, είχε πολύ καλές επιδόσεις στα μαθήματα, ενώ συνέχισε να γράφει ποιήματα στον προσωπικό του χρόνο, ασχολούμενος παράλληλα με τη μουσική, συμμετέχοντας στη σχολική χορωδία και γράφοντας δικές του μουσικές συνθέσεις. Μαζί με τον φίλο του Γκούσταφ Κρουγκ, ίδρυσε τον σύλλογο «Germania», ένα είδος λογοτεχνικής, μουσικής και επιστημονικής λέσχης, όπου κάθε μέλος υπέβαλλε απαραιτήτως ένα έργο τον μήνα, ποίημα, δοκίμιο, σχέδιο ή ακόμα και μουσική σύνθεση. Την ίδια περίοδο, ο Νίτσε ήρθε σε στενή επαφή με τη λογοτεχνία, εκτιμώντας ιδιαίτερα το έργο του Χαίλντερλιν, του Ανακρέοντα και του Σαίξπηρ. Αν και από νωρίς υπήρχε η γενικευμένη αντίληψη πως επρόκειτο να γίνει κληρικός, ο Νίτσε σταδιακά άρχισε να αμφισβητεί τον Χριστιανισμό και περίπου το φθινόπωρο του 1862 είχε απορρίψει οριστικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σκεπτόμενος να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική.

Πανεπιστημιακές σπουδές (1864-1869)

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1864 αποφοίτησε από το Πφόρτα και ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βόννης. Παράλληλα, γράφτηκε στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστημίου με διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο με τη φιλολογική κριτική του Ευαγγελίου και τις πηγές της Καινής Διαθήκης, γεγονός που είναι μάλλον ενδεικτικό των θρησκευτικών αμφιβολιών του, αλλά και της αδυναμίας του να ομολογήσει στην οικογένειά του πως δεν επιθυμούσε να γίνει ιερέας. Στη Βόννη ο Νίτσε προσχώρησε στη φοιτητική αδελφότητα «Franconia», που αποτελούσε ένα είδος συνάθροισης φιλολόγων. Συνέχισε τις θεολογικές του σπουδές μέχρι το Πάσχα του 1865, περίοδο κατά την οποία απέρριψε οριστικά τη θρησκευτική πίστη, με επιχειρήματα που αποτυπώνονται και σε επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ' αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας [...] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.»[2]
Σημαντική επιρροή στον Νίτσε, πάνω στα ζητήματα της πίστης, φαίνεται πως άσκησε επίσης το έργο του Ντάβιντ Στράους, Η ζωή του Χριστού κριτικά επεξεργασμένη και η μεταγενέστερη έκδοση του έργου που εκδόθηκε το 1864 υπό τον τίτλο Η ζωή του Χριστού διασκευασμένη για τον γερμανικό λαό[3].

Το επόμενο διάστημα αφοσιώθηκε στις φιλολογικές του σπουδές υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ, τον οποίο ακολούθησε το φθινόπωρο του 1865 στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1865 ήρθε σε επαφή με το έργο του Σοπενχάουερ, το οποίο τον επηρέασε καθοριστικά. Εξίσου μεγάλη επίδραση στη φιλοσοφική του σκέψη είχε το έργο του Φρήντριχ Άλμπερτ Λάνγκε, Ιστορία του υλισμού (Geschichte des Materialismus), το οποίο ο Νίτσε θεωρούσε ως το σημαντικότερο φιλοσοφικό έργο των τελευταίων ετών. Τους επόμενους μήνες αφοσιώθηκε στις πανεπιστημιακές του μελέτες, αναλαμβάνοντας να ολοκληρώσει μία φιλολογική κριτική έκδοση πάνω στο έργο του Θέογνη. Παράλληλα ήταν μέλος του φιλολογικού συλλόγου του Ριτσλ και παρέδιδε διαλέξεις στη φοιτητική λέσχη. Το 1867 κατατάχθηκε στο πυροβολικό σώμα του Νάουμπουργκ, όπου διακρίθηκε και πιθανόν να αποκτούσε τον βαθμό του λοχαγού αν δεν είχε υποστεί ένα σοβαρό τραυματισμό που τον κατέστησε «προσωρινά ανίκανο υπηρεσίας», θέτοντας τέλος στην στρατιωτική του σταδιοδρομία. Επέστρεψε στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου παρέμεινε ως επί πληρωμή φιλοξενούμενος του καθηγητή Μπήντερμαν και εκδότη της εφημερίδας Deutsche Allgemeine, στην οποία εργάστηκε και ο Νίτσε ως κριτικός όπερας. Παράλληλα προσελήφθη ως βιβλιοκριτικός του περιοδικού Literarisches Zentralblatt. Κατά τη δεύτερη παραμονή του στη Λειψία, συναντήθηκε επίσης για πρώτη φορά με τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, γνωριμία που διατηρήθηκε τα επόμενα χρόνια και τον επηρέασε σημαντικά, καθώς ο Βάγκνερ, του οποίου το έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Νίτσε, αποτέλεσε ένα είδος πατρικής φιγούρας για εκείνον.

Καθηγητής στη Βασιλεία (1869-1879)

Πριν ακόμα αποκτήσει τον διδακτορικό του τίτλο, ο Νίτσε επιλέχθηκε για να καταλάβει την έδρα της κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, έχοντας την υποστήριξη του Ριτσλ. Ως καθηγητής παρέδιδε αρχικά διαλέξεις για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής ποίησης και για τις Χοηφόρες του Αισχύλου, ωστόσο αργότερα καταπιάστηκε και με θέματα που άπτονταν των προσωπικών του ενδιαφερόντων. Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου (1870-71) υπηρέτησε εθελοντικά στο πλευρό της Πρωσίας, ως βοηθός νοσοκόμος, καθώς η διοίκηση του πανεπιστημίου δεν του επέτρεπε να γίνει στρατιώτης, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του ήρθε σε επαφή με τη σκληρότητα του πολέμου, ενώ προσβλήθηκε και από αρκετές ασθένειες, οι οποίες επιβάρυναν ακόμα περισσότερο την ανέκαθεν ασθενική του υγεία.
Μετά την επιστροφή του στη Βασιλεία, ο αμείωτος ενθουσιασμός του για τον Σοπενχάουερ, ο θαυμασμός του για το έργο του Βάγκνερ και οι φιλολογικές σπουδές και μελέτες του συνδυάστηκαν για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872). Ο Βάγκνερ εκθείασε το έργο του Νίτσε, όπως και ο φίλος του (λίγο αργότερα καθηγητής φιλολογίας στο Κίελο) Έρβιν Ρόντε. Ωστόσο, η εχθρική κριτική του φιλόλογου Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς-Μέλεντορφ, ο οποίος επεσήμανε ανακρίβειες και παραλείψεις, καθώς και του καθηγητή φιλολογίας του πανεπιστημίου της Βόννης Ούζενερ, ο οποίος αποκάλεσε το βιβλίο «απόλυτη ανοησία», μετρίασαν τον βαθμό αποδοχής του στον ακαδημαϊκό κόσμο.
Κατά την παραμονή του στην Ελβετία μέχρι το 1879, ο Νίτσε επισκεπτόταν συχνά τον Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ όπου διέμενε. Την περίοδο 1873-1876, ολοκλήρωσε μία σειρά τεσσάρων δοκιμίων που εκδόθηκαν αργότερα σε μία συλλογή με τον γενικό τίτλο Ανεπίκαιροι Στοχασμοί. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονταν γενικότερα τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, εστιάζοντας στο έργο του Νταβίντ Στράους (Νταβίντ Στράους:Ο ομολογητής και ο συγγραφέας), στην κοινωνική αξία της ιστοριογραφίας (Για τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της ιστορίας για τη ζωή), στον Σοπενχάουερ (Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός) και τέλος στον Βάγκνερ (Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ). Για τον Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Βάγκνερ αποτελούσαν φωτεινά παραδείγματα για την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού κινήματος που συνέδεε τη μουσική, τη φιλοσοφία και την κλασική φιλολογία. Αργότερα, μετά την απογοητευτική παραγωγή του φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1876, όπου παρουσιάστηκε το Δαχτυλίδι, άρχισε να επέρχεται ρήξη στη σχέση του με τον Βάγκνερ. Το 1878, κατά την τελευταία περίοδο της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, ο Νίτσε ολοκλήρωσε το βιβλίο με τίτλο Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο (Menschliches, Allzumenschliches), έργο που επισημοποιούσε τη ρήξη αυτή[4], σηματοδοτώντας συγχρόνως μία μεταστροφή και διαφοροποίηση των φιλοσοφικών του ιδεών. Το επόμενο διάστημα, η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά: υπέφερε από ημικρανίες, που οφείλονταν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε τελικά να υποβάλει παραίτηση από το πανεπιστήμιο, στις 2 Μαΐου του 1879, καθώς αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

Τελευταία χρόνια (1879-1900) 

Απελευθερωμένος από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ο Νίτσε πέρασε τα επόμενα χρόνια ταξιδεύοντας συχνά σε πόλεις της Ελβετίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας και αναζητώντας κάθε φορά ένα αναζωογονητικό κλίμα που θα βοηθούσε να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του. Σημαντική βοήθεια του προσέφερε ο πρώην μαθητής του, Πέτερ Γκαστ, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε ένα είδος προσωπικού γραμματέα του Νίτσε, καθώς και ο καθηγητής θεολογίας Φραντς Όβερμπεκ μαζί με την Μαλβίντα φον Μέυζενμπουγκ, γνώριμη του από την περίοδο φιλίας του με τον Βάγκνερ. Τις καλοκαιρινές περιόδους επισκεπτόταν συχνά τα ορεινά θέρετρα του Sils-Maria ή του Σαίν Μόριτς, ενώ τους χειμώνες κύριοι σταθμοί στις μετακινήσεις του υπήρξαν οι ιταλικές πόλεις της Γένοβας, του Τορίνο, του Ράπαλο, καθώς και η γαλλική Νις. Κατά διαστήματα επέστρεφε στο Νάουμπουργκ, όπου επισκεπτόταν την οικογένειά του. Η περίοδος αυτή υπήρξε ιδιαίτερη παραγωγική για τον Νίτσε, παρά τις κρίσεις της ασθένειας και τα διαστήματα βαριάς κατάθλιψης στα οποία υπέκυπτε. Από το 1881, δημοσίευε ένα ολοκληρωμένο βιβλίο, ή σημαντικό μέρος του, ανά έτος, μέχρι το 1888. Στο διάστημα αυτό ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, όπως η Αυγή (1881), η Χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-85), Πέρα από το καλό και το κακό (1886) και Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887). Τα τελευταία δημιουργικά του χρόνια συνέπεσαν με την ολοκλήρωση και έκδοση των έργων Το Λυκόφως των Ειδώλων (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1888), Αντίχριστος (Σεπτέμβριος 1888), Ίδε ο άνθρωπος (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1888) και Νίτσε εναντίον Βάγκνερ (Δεκέμβριος 1888).

Στις 3 Ιανουαρίου του 1889 υπέστη νευρική κατάρρευση, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο του Τορίνο. Αν και τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένα, σύμφωνα με μία διαδεδομένη εκδοχή, ο Νίτσε είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του και τότε με δάκρυα στα μάτια τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό του αλόγου για να καταρρεύσει αμέσως μετά[5][6]. Τις επόμενες ημέρες απέστειλε πολυάριθμες επιστολές σε οικεία πρόσωπα, που φανέρωναν επίσης την ψυχική διαταραχή του, υπογράφοντας άλλοτε ως «ο Εσταυρωμένος» και άλλοτε ως «Διόνυσος». Στις 10 Ιανουαρίου μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική της Βασιλείας και λίγες ημέρες αργότερα σε κλινική της Ιένας, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας του, όπου οι γιατροί διέγνωσαν «παραλυτική ψυχική διαταραχή». Ο λόγος του ήταν παραληρηματικός και τον διακατείχαν παραισθήσεις μεγαλείου, κατά τις οποίες αυτοαποκαλούνταν δούκας του Κάμπερλαντ, Κάιζερ ή Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ', συνοδευόμενες συχνά από βίαιες συμπεριφορές. Στις 24 Μαρτίου του 1890 πήρε εξιτήριο από την κλινική και λίγο αργότερα αναχώρησε μαζί με τη μητέρα του για το Νάουμπουργκ.
Την ίδια περίοδο η ζήτηση για τα βιβλία του αυξήθηκε σημαντικά. Η αδελφή του, Ελίζαμπετ, ματαίωσε τα σχέδια για μία έκδοση με τα άπαντα του Νίτσε σε επιμέλεια του Πέτερ Γκαστ, επειδή επιθυμούσε να είναι εκείνη η βιογράφος του αδελφού της. Οργάνωσε παράλληλα ένα αρχείο με όλα τα χειρόγραφα και το μεγαλύτερο μέρος της αλληλογραφίας του, ενώ όρισε ως επιμελητή τον Φριτς Καίγκελ αντί του Γκαστ. Τον Δεκέμβριο του 1895 εξασφάλισε επίσης όλα τα δικαιώματα των έργων του Νίτσε, που μέχρι πρότινος κατείχε η μητέρα του.
Μετά τον θάνατό της μητέρας του το 1897, ο Νίτσε έζησε στη Βαϊμάρη μαζί με την αδελφή του. Το καλοκαίρι του 1898 υπέστη ελαφρύ εγκεφαλικό που οδήγησε στην επιδείνωση της κατάστασής του. Τον επόμενο χρόνο ακολούθησε ένα ακόμα σοβαρότερο εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 25 Αυγούστου 1900 πέθανε από πνευμονία. Τα συμπτώματά του οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ασθένειά του ήταν συφιλιδική (αυτή ήταν η αρχική διάγνωση στις κλινικές της Βασιλείας και της Ιένας), ωστόσο παραμένουν αδιευκρίνιστα τα ακριβή αίτια της διαταραχής του. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο του Ραίκεν και ακολουθήθηκε η παραδοσιακή λουθηρανική τελετουργία, σύμφωνα με επιθυμία της αδελφής του.

Έργο

Ο Αδόλφος Χίτλερ βασίστηκε στα νιτσεϊκά έργα για να οικοδομήσει τη θεωρία του εθνικοσοσιαλισμού ή ναζισμού. Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρα είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο[7]. Εξάλλου και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».
Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων.
Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: "Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε 'Κατάρα του Τροβαδούρου';"
Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

Τα έργα του στη νεοελληνική γλώσσα

Gedanken über die Zukunft unserer Bildungsanstalten (Το μέλλον της παιδείας μας, 1872). (Πέντε διαλέξεις). Μετάφρ. Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, 1980. β΄έκδοση: Μαθήματα για την παιδεία, εκδ."Printa", Αθήνα, 1998.
Die Geburt der Tragödie (Η γέννηση της τραγωδίας, 1872). Έχει μεταφραστεί από τους: Νίκο Καζαντζάκη (1978), Κ. Λ. Μεραναίο, χ.χ., Ελένη Καλκάνη ("Δαμιανός", Αθ. χ.χ.), Ζήση Σαρίκα ("Νησίδες", Σκόπελος 2001) και Γ. Λάμψα ("Κάκτος", Αθήνα, 2006).
Die Philosophie im tragischen Zeitalter der Griechen (Η φιλοσοφία στην τραγική εποχή των Ελλήνων, 1873). α) Μετάφρ. Αιμίλιος Χουρμούζιος (Η γέννηση της φιλοσοφίας στα χρόνια της ελληνικής τραγωδίας), Αθήνα, 1975. β) "Εκδοτική Θεσσαλονίκης", Θεσσαλονίκη 2006 (1η έκδ., 1993).
Unzeitgemässe Betrachtungen (Ανεπίκαιροι στοχασμοί, 1873-6). Εισαγωγή-Μετάφρ. Ι.Σ. Χριστοδούλου. "Εκδοτική Θεσσαλονίκης", Θεσσαλονίκη 1996 (2η έκδ., 2006).
Menschliches, Allzumenschliches (Ανθρώπινο πολύ ανθρώπινο, 1878). 2 τόμοι, Μετάφρ. Ελένη Καλκάνη, εκδ.Δαμιανός, Αθήνα, χ.χ.
Morgenröte (Η Αυγή, 1881). Μετάφρ. Ελένη Καλκάνη, εκδ.Δαμιανός, Αθήνα, χ.χ.
Die fröhliche Wissenschaft (Η χαρούμενη επιστήμη, 1882-1887). α) Μετάφρ. Μίνα Ζωγράφου, εκδ. Δαρεμά, Αθήνα, 1961. β) Μετάφρ. Ζήσης Σαρίκας, Θεσσαλονίκη 1987 (β΄ έκδ. "Νησίδες", Θεσσαλονίκη 2004). γ) Μετάφρ. Λίλα Τρουλινού, Αθήνα, 1996.
Also sprach Zarathustra (Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, 1883-5). Έχει μεταφραστεί από τους: Νίκο Καζαντζάκη ("Φέξης", Αθ. 1965 (1913¹), Λέoντα Κουκούλα (1924), Μενάλκα Μουσαίο (χ.χ.), Εμμ. Ανδρουλιδάκη (Αθ. 1961), Άρη Δικταίο (1958+1980), Δ.Π. Κωστελένο (1983), Γεωργία Αλεξίου-Πρωταίου (χ.χ.) και Ζήση Σαρίκα ("Νησίδες", Σκόπελος 1998).
Jenseits von Gut und Böse (Πέρα από το καλό και το κακό, 1886). α) Μετάφρ. Μίνα Ζωγράφου - Κ. Μεραναίος, «Μαρή», Αθ. 1953. β) Μετάφρ. Ζ. Σαρίκας, "Νησίδες", Σκόπελος 1999. γ) Μετάφρ. Ελένη Καλκάνη. "Δαμιανός", Αθ. χ.χ.
Zur Genealogie der Moral (Γενεαλογία της ηθικής, 1887). Έχει μεταφραστεί από τους: Μίνα Ζωγράφου, χ.χ., Ελένη Καλκάνη ("Δαμιανός", Αθ. χ.χ.) Άρη Δικταίο (1970) και Ζήση Σαρίκα - Λίλα Τρουλινού ("Εκδοτική Θεσσαλονίκης", 1989, 2001²).
Götzendämmerung (Το λυκόφως των ειδώλων, 1888). Έχει μεταφραστεί από τους: Μ.Ε. Ανδρουλιδάκη (1962), Ζήση Σαρίκα, χ.χ. (1994;), Ελένη Καλκάνη ("Δαμιανός", Αθ. χ.χ.), Γιάννη Δρασγάνη ("Κάκτος", 1989) και Ζ. Σαρίκα ("Νησίδες", Σκόπελος 2000. "Εκδοτική Θεσσαλονίκης", Θεσσαλονίκη 2006).
Der Antichrist (Ο Αντίχριστος, 1888). Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού. α) Μετάφρ. Κ. Λ. Μεραναίος, «Μαρή», Αθ. χ.χ. β) Μετάφρ. Ζήσης Σαρίκας, Θεσσαλονίκη 1986. γ) Μετάφρ. Ελένη Καλκάνη. "Δαμιανός", Αθ. χ.χ. δ) Γιάννης Δρασγάνης ("Κάκτος", 1989) ε) Μετάφρ. Βαγγέλης Δουβαλέρης. "Ιδεόγραμμα", Αθ. 2007.
Ecce Homo (Ίδε ο άνθρωπος, 1888). Έχει μεταφραστεί από τους: Β. Λιάσκα (χ.χ.), Ξεν. Καρακάλο, (1950), Ζήση Σαρίκα, χ.χ. και Δημ. Λιαντίνη (1979, 2η έκδ. 2005).
Dionysos-Dithyramben (Οι διθύραμβοι του Διόνυσου, ποίηση, 1892). Πρόλογος-Μετάφρ.-Σχόλια Άρης Δικταίος, 1982².
Der Wille zur Macht (Η θέληση για δύναμη, 1901). α) Μετάφρ. Θ. Ι. Αποστολόπουλος. «Αλφειός», Αθήνα, 2000. β) Μετάφρ. Ζ. Σαρίκας. «Νησίδες», Σκόπελος 2001. γ) Μετάφρ. Γ. Εγγλέζος. "Δαμιανός", Αθήνα, χ.χ.
Αποφθέγματα από το έργο του. Μετάφρ. Ζ. Σαρίκας, Θεσσαλονίκη 1989.
Φιλοσοφικά αποσπάσματα. Μετάφρ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1993.
Ο ευρωπαϊκός μηδενισμός. α) Μετάφρ. Ελένη Καλκάνη. "Δαμιανός", Αθ. χ.χ. β) Μετάφρ. Δημ. Αγγελής. «Ευθύνη», Αθήνα, 2001.
Εκλεκτές σελίδες. Επιλογή-Μετάφρ. Γιάννης Οικονομίδης, Αθήνα, χ.χ.
Μαθήματα ρητορικής. Μετάφρ. Α. Μανούση. εκδ.Πλέθρον, Αθήνα, 2004.
Θεοσοφία και μυστικισμός, Μτφρ. Ελένη Καλκάνη, εκδ.Δαμιανός, Αθήνα, χ.χ.
Ιστορία και ζωή. Εισαγωγή-Μετάφρ.-Σημειώσεις Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. "Γνώση", Αθήνα, 1993.
Μυστικιστικές σελίδες. Μετάφρ. Μ.Ε. Ανδρουλιδάκης, Αθ. 1962.

Nietzsche von tvxorissinora

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

George Carlin - Αφιέρωμα



George Denis Patrick Carlin (May 12, 1937 – June 22, 2008) was an American stand-up comedian, social critic, satirist, actor and writer/author, who won five Grammy Awards for his comedy albums.[22]
Carlin was noted for his black humor as well as his thoughts on politics, the English language, psychology, religion, and various taboo subjects. Carlin and his "Seven Dirty Words" comedy routine were central to the 1978 U.S. Supreme Court case F.C.C. v. Pacifica Foundation, in which a 5–4 decision by the justices affirmed the government's power to regulate indecent material on the public airwaves.
The first of his fourteen stand-up comedy specials for HBO was filmed in 1977. From the late 1980s, Carlin's routines focused on socio-cultural criticism of modern American society. He often commented on contemporary political issues in the United States and satirized the excesses of American culture. His final HBO special, It's Bad for Ya, was filmed less than four months before his death.
In 2004, Carlin placed second on the Comedy Central list of the 100 greatest stand-up comedians of all time, ahead of Lenny Bruce and behind Richard Pryor.[23] He was a frequent performer and guest host on The Tonight Show during the three-decade Johnny Carson era, and hosted the first episode of Saturday Night Live. In 2008, he was posthumously awarded the Mark Twain Prize for American Humor.


Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Νικόλαος Γαλάτης (1792 - 1819) και η δολοφονία του από τους Φιλικούς


Ο Νικόλαος Γαλάτης (1792 - 1819) ήταν ένα από τα ιδρυτικά και πλέον δραστήρια μέλη της Φιλικής Εταιρείας, εντούτοις δολοφονήθηκε από άλλα μέλη της για λόγους που μένουν αδιευκρίνιστοι. Κάποιοι ιστορικοί αναφέρουν ότι τα υπόλοιπα μέλη ήθελαν να τον απομακρύνουν γιατί επεδίωκε να αναλάβει την ηγεσία της οργάνωσης και μάλιστα σε κάποια φάση το είχε καταφέρει, άλλοι αναφέρουν ως κίνητρο τον αλαζονικό χαρακτήρα του και τις υποτιθέμενες ή πραγματικές οικονομικές ατασθαλίες του (με το ταμείο της Φιλικής εταιρείας), και άλλοι την απειλή που φέρεται να ξεστόμισε (ότι σε περίπτωση που οι άλλοι δεν τον αποδέχονταν ως αρχηγό ή δεν ενέδιδαν στις απόψεις του θα τους κατέδιδε στις τουρκικές αρχές). Η τελευταία εκδοχή τον παρουσιάζει ως κίνδυνο για την οργάνωση και πιθανό προδότη.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Ιθάκη και καταγόταν από αρχοντική οικογένεια των Επτανήσων, η οποία εμφανίστηκε πρώτη φορά τον 14ο αιώνα και η οποία συγγένευε πιθανώς με την οικογένεια Καποδίστρια. Ο ίδιος συστηνόταν ως κόμις και ως εξάδελφος του Καποδίστρια. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, ήταν εύπορος και ίσως διπλωμάτης στο επάγγελμα.
Ο Νικόλαος Γαλάτης φοίτησε στη σχολή των Κυδωνιών και εργάστηκε για μερικούς μήνες ως γραφέας, λόγω των Γαλλικών και Ιταλικών που γνώριζε, στην υπηρεσία του Αλή Πασά. Ηταν πιθανόν μέλος της Φιλόμουσου Εταιρείας και ίσως είχε κοινούς φίλους με τον Ρήγα Φεραίο αλλά δεν μπορεί να γνώριζε τον ίδιο αφού ήταν 6 ετών όταν τον πρόδωσαν και τον σκότωσαν. Τον Φεβρουάριο του 1816 ο Γαλάτης συνελήφθη από τους Άγγλους και ανακρίθηκε -σύμφωνα με μια εκδοχή λόγω της επίδειξης πλούτου που δεν συμβάδιζε με την τότε οικονομική του κατάσταση, κάτι που μάλλον δεν ευσταθεί αφού ήταν εύπορος. Αφέθηκε λίγες μέρες αργότερα ελεύθερος και για άγνωστους λόγους, κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη.

Η μύηση και η δραστηριότητα

Από εκεί, το 1816, πήγε στην Οδησσό και στην Πετρούπολη όπου και μυήθηκε από τον Σκουφά στη Φιλική Εταιρεία, η οποία τότε βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο. Ο κωδική υπογραφή του ήταν ΑΔ.[1]
Ο Γαλάτης συνδύαζε θετικές και αρνητικές ικανότητες[2] όπως μεγάλη μόρφωση, πατριωτισμό, θέληση αλλά και τυχοδιωκτισμό, πιθανόν και αλαζονεία ή ίσως και επιπολαιότητα[3]. Παρ' όλα αυτά όμως η προσφορά του στην Φιλική Εταιρεία ήταν πολύ σημαντική αφού αυτός ήταν που άρχισε να την επεκτείνει και της προσδίδει κύρος. Πριν την μύηση του η Φιλική Εταιρεία ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη από άποψη αριθμού μελών. Η απόλυτα αρνητική στάση πολλών ιστορικών απέναντί του, πιθανόν να οφείλεται στη γενική συμπεριφορά του ή σε όσα του καταμαρτυρούσαν οι εχθροί του. Οπως και να έχει, φέρεται ως γεγονός ότι οι Φιλικοί αποφάσισαν να προτείνουν την ηγεσία της οργάνωσης στον Καποδίστρια, παρότι ο Τσακάλωφ γνώριζε ότι ο Καποδίστριας ήταν συντηρητικός και προτιμούσε τις αργές διεργασίες της Φιλομουσου Εταιρείας που είχε ιδρύσει ο ίδιος και όχι την βίαιη επανάσταση. Εντούτοις οι πρώτοι Φιλικοί σκέφτηκαν να κάνουν μια απόπειρα να τον προσεγγίσουν μέσω του Γαλάτη ο οποίος δήλωνε ότι ήταν και εξάδελφός του. (Πρέπει να αναφερθεί και η εκδοχή ότι ίσως ο πραγματικός αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας ήταν εξαρχής ο Ιωάννης Καποδίστριας με τη σύμφωνη γνώμη του Τσάρου Αλεξάνδρου που ήθελε να κατευθύνει τον ελληνικό επαναστατικό αγώνα κατά τα συμφέροντα της Ρωσίας. Αν αυτή η εκδοχή αληθεύει, τότε κάποια μέλη της το γνώριζαν αλλά έκαναν διάφορες κινήσεις για να ρίχνουν στάχτη στα μάτια και για να μπορεί ο Καποδίστριας επισήμως να αρνείται κάθε ανάμιξη[4])
Όπως και να είχε, ο Γαλάτης αμέσως μετά την κατήχησή του πήρε την εντολή να αναχωρήσει για την Μόσχα, όπου μύησε αρκετούς τους Πεντεδέκα, Ριζάρη, Πατζιμάδη και Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον Φιράρη. Οι μυήσεις ήταν πολύ σημαντικές για την εταιρεία αφού μέχρι τότε μέσα σε δύο χρόνια είχαν γίνει μόνο τρεις μυήσεις. Ο Γαλάτης δηλαδή κυριολεκτικά ζωντάνεψε την Φιλική Εταιρεία και της άνοιξε δρόμους, αλλά και προσέθεσε μέλη με υπολογίσιμη επιρροή και σημαντικά εισοδήματα που ήταν απαραίτητα για την επανάσταση[5]

Η συνάντηση με τον Καποδίστρια

Τα γεγονότα είναι αρκετά συγκεχυμένα ως προς τη σειρά τους, επειδή κανένας από τους ιστορικούς της εποχής δεν ήταν φαίνεται διατεθειμένος να δείξει πόσο ενεργός και σημαντικός ήταν ο ρόλος του Γαλάτη. Με επιμονή δική του ή και με τη σύμφωνη γνώμη των άλλων Φιλικών, έστειλε επιστολή στον Καποδίστρια ζητώντας συνάντηση μαζί του.[6] Σύμφωνα με τον ίδιο τον Καποδίστρια, που δεν μιλά πουθενά για την επιστολή προς τον ίδιο τον Τσάρο, η επιστολή του Γαλάτη προς τον ίδιο τον ξένισε. Συμβουλεύθηκε -όπως γράφει- αμέσως τον τσάρο. Είπε στον μονάρχη ότι θα πρόκειται μάλλον για ανοησίες και καλό θα ήταν να μη συναντηθεί με το Γαλάτη, αλλά ο τσάρος (πάντα σύμφωνα με τον Καποδίστρια) του συνέστησε απεναντίας όχι μόνον να συναντηθεί, αλλά και να μάθει από τον νεαρό Έλληνα όσα περισσότερα μπορούσε. Όταν ο Γαλάτης έφθασε στη Μόσχα «εμπνέει σέβας ενταυτώ και έκπληξιν είς όλους»,[7] καθώς μάλιστα έδειχνε την πρόσκληση του Καποδίστρα. Ο Καποδίστριας στα Απομνημονεύματά του απαξιώνει τον Γαλάτη και λέει ότι μετά τη συνάντησή του ενημέρωσε τον Τσάρο για τις ανοησίες που άκουσε από τα χείλη του νεαρού. Ο Τσάρος όμως του είπε να ξανασυναντηθεί για να μάθει ακόμα περισσότερα. Αυτόν τον σύγχυσε πολύ, αλλά έτυχε ο ίδιος να ασθενήσει και επίσης έτυχε τότε (;) ο Γαλάτης να συληφθεί εν τω μεταξύ από την αστυνομία (αρχηγός της οποίας ήταν τότε ο ελληνικής καταγωγής Ιωάννης Γοργόλης ή Γοργόλιν). Οπως το θέτει δηλαδή στα Απομνημονεύματά του, η αστυνομία συνέλαβε τον Έλληνα Φιλικό ανάμεσα στα δύο ραντεβού του με τον ίδιο.
Όπως εκτιμούν οι περισσότεροι ιστορικοί πάντως αυτό που ονομάζεται από πολλους Αυτοβιογραφία ή Απομνημονεύματα του Καποδίστρια είναι ουσιαστικά υπόμνημα που επιδιώκει να ξεκαθαρίσει τη στάση του ίδιου έναντι του νέου τσάρου της Ρωσίας (είχε πλέον πεθάνει ο Αλέξανδρος). Κατά συνέπεια όσα αναφέρονται σε αυτό (περιλαμβανομένης της αναφοράς στο Γαλάτη και τα της Φιλικής) πρέπει να τα διαβάζει κανείς στο πλαίσιο ενός ουσιαστικά απολογητικού σημειώματος και όχι ως ακριβή ιστορική αναφορά. Ο Καποδίστριας αναφέρει σε αυτό το υπόμνημα ή Απομνημονεύματα ότι στη συνέχεια συνέστησε στον Τσάρο Αλέξανδρο να απελαθεί ο Γαλάτης το συντομότερο δυνατόν ώστε να μη γίνει ντόρος επειδή θα πληροφορούνταν τα πάντα[8] οι Οθωμανοί μέσω των πρεσβειών τους και θα έβρισκαν το μπελά τους πολλοί και αθώοι Έλληνες. Όντως ο Γαλάτης διώχθηκε από τη χώρα και στάλθηκε στη Μολδαβία, όμως ο Καποδίστριας (ή ίσως ο ίδιος ο τσάρος Αλέξανδρος) φέρεται να του έδωσε ένα σημαντικό ποσό. Αυτό αν ευσταθεί (και οι περισσότεροι δέχονται ότι ευσταθεί) δείχνει ότι ο μελλοντικός κυβερνήτης της Ελλάδας χρηματοδοτούσε τον Γαλάτη και τη Φιλική όχι εν αγνοία του τότε τσάρου.
Στο σημείο αυτό ίσως είναι σκόπιμο να παρεμβληθεί και η εκδοχή ότι ο Γαλάτης υπήρξε ή θέλησε να γίνει πιθανόν ο ίδιος πράκτορας των Ρώσων και ίσως ήθελε να υποκαταστήσει στο ρόλο αυτό -και στο μελλοντικό ρόλο του ηγέτη της Ελλάδας- τον Καποδίστρια[9] H θεωρία αυτή ερμηνεύει την επιμονή του τσάρου να έρθει ο Καποδίστριας σε συνενόηση με το Γαλάτη, όπως και τα χρηματικά ποσά που του δόθηκαν για τις ανάγκες του. Επίσης ερμηνεύει το "θράσος" που χρεώνουν πολύ στη συμπεριφορά του Γαλάτη-αισθανόταν ότι είχε τις "πλάτες" του τσάρου και όχι απλώς του Καποδίστρια.

Η ρήξη με τους άλλους Φιλικούς

Στη συνέχεια ο Γαλάτης στη Μολδαβία μύησε τον Θεόδωρο Νέγρη, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο κ.α. Από την Μολδαβία εξορίστηκε, κατόπιν εντολής του Σκαρλάτου Καλλιμάχη στο Βουκουρέστι και στη συνέχεια βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Του καταμαρτυρούσαν απαράδεκτη συμπεριφορά (π.χ. μαστίγωσε την πομπή ενός γάμου, που όμως δεν ξέρουμε αν αληθεύει ως γεγονός ούτε τα αίτια για τα οποία αυτό συνέβη) και οικονομικές ατασθαλίες.Εδώ πρέπει να σημειωθεί η εκτίμηση κάποιων ότι ο βίος του ήταν αρκετά προκλητικός, σε σημείο που να αφήνει σοβαρές υπόνοιες για χρηματικές ατασθαλίες από το ταμείο των Φιλικών[10][11].

Στην Κωνσταντινούπολη τέθηκαν ζητήματα επιλογών και ηγεσίας και φέρεται ο Γαλάτης να εκνευρίστηκε που δεν του εμπιστεύθηκαν το γενικό συντονισμό παρά τον έδωσαν στον Σέκκερη, έναν νεομυημένο.Γι αυτό το λόγο ή ίσως και επειδή είχε συγκεντρώσει μεγάλα ποσά για την εταιρεία και είχε στρατολογήσει δεκάδες μέλη, θεώρησε τον εαυτό του ιδιαίτερα αδικημένο. Φέρεται να απείλησε ότι θα τους καταδώσει όλους στον Χαλέτ εφέντη. Κατ' άλλους η φράση περί Χαλέτ εφέντη κατασκευάσθηκε εκ των υστέρων για να καλυφθεί ο πραγματικός λόγος της δολοφονίας. Πάντως ο Φιλήμων αναφέρει ότι ο Γαλάτης έξαλλος κατευθύνθηκε στο σπίτι του Χαλέτ Εφέντη αλλά τον συνέτισε ένας Ιθακήσιος πλοίαρχος που έτυχε να τον συναντήσει. Τον μετέπεισε και μετανιωμένος ο Γαλάτης επέστρεψε στο χώρο συζητήσεων των άλλων Φιλικών και ανάλαφρα τους είπε τι είχε πάει να κάνει. Είπε (σύμφωνα με τον Φιλήμονα) "δεν μου εμπιστευθήκατε τα Γράμματα των Προσηλύτων ως καλόν σύντροφον". Θορυβήθηκαν πολλοί όλοι τους, καθώς κατέφθασαν εκεί και άλλοι Ιθακήσιοι στους οποίους ο πλοίαρχος είχε πει τρομαγμένος τι πήγαινε να κάνει ο Γαλάτης. Τότε φέρεται να αποφασίστηκε και η καταδίκη του σε θάνατο.[12]

Η εκτέλεση του Γαλάτη

Κατά τον Φιλήμονα: «Τίποτε δεν εφαίνετο ικανόν να πείση τον μακρυσμόν του από την Κωνσταντινούπολιν, μεχρισού γράμματά τινά των Πελοποννησίων, παρουσιασθέντα μεθοδικώς και προς τούτον, καθώς και μύριαι άλλαι υποσχέσεις των Αρχηγών της Εταιρείας, εμψυχώνουσι τους πλεονεκτικούς σκοπούς του».[13]Με τα πολλά τέλος τον πείθουν να φύγει με σπετσιώτικο καράβι το Σεπτέβρη του 1818, μαζί με τον Τσακάλωφ και τον Παναγιώτης Δημητρόπουλος (Μανιάτης). Τον πήγαιναν στην Μάνη για ν΄ασφαλιστούν παραδίδοντάς τον είτε στον Μαυρομιχάλη είτε στον Μούρτζινο να τον κρατήσοτν σε φύλαξη μ΄έξοδα της Εταιρείας ως το ξέσπασμα της επανάστασης.[14]«Εις εναντίαν όμως επίφοβον περίστασιν να θανατωθεί αφεύτως».[15] . Στα παράλια της Ερμιόνης ο Δημητρόπουλος πυροβόλησε δύο φορές τον Γαλάτη, ο οποίος μάλιστα στον πρώτο πυροβολισμό προσπάθησε να μαχαιρώσει τον Δημητρόπουλο με το σπαθί του δεχόμενος αμέσως και δεύτερη σφαίρα. Καθώς πέθαινε απευθυνόμενος στο δολοφόνο του είπε: «Αχ. Μ' εφάγατε. Τι σας έκαμα;».
Σύμφωνα με πολλές πηγές, οι οποίες όμως μπορεί να αναπαράγουν όλες την ίδια, πιθανόν τον Τσακάλωφ, ο Γαλάτης έζησε άλλα 10-15 λεπτά και ο Δημητρόπουλος άρχισε να κλαίει και να του λέει "δεν ήθελα να το κάνω αυτό, αλλά δεν υπήρχεν άλλος τρόπος δια να γλιτώσομεν από την ανοικονόμητόν σου κακίαν".
Ο φόνος έγινε πιθανόν στις 9 Ιανουαρίου του 1819 αν και ο Τρικούπης τοποθετεί τα γεγονότα καλοκαίρι του ίδιου έτους και άλλοι τα μεταθέτουν στο Νοέμβριο[16]
Συνεχίζοντας ο Τρικούπης αναφέρεται γενικά στους ανταγωνισμούς και τις εσωτερικές συγκρούσεις στην Φιλική Εταρεία: "Τόσον δε ο ζήλος της Εταιρίας κατέτρωγε τους μύστας αυτής, ώστε επλήγωσέ τις αυτών καιρίως εν Κωνσταντινουπόλει τον Αναγνώστην Δηληγιάννην ως αποδοκιμάζοντα τα της Εταιρείας."

  • Χαρακτηριστικό είναι πως και τα δυό μοναδικά θύματα της Εταιρείας, ο Γαλάτης και ο Καμαρηνός, είχαν έρθει σ΄επαφή με τον Καποδίστρια.[17]


Η συνέχεια

Οσον αφορά την οικογένεια του 27χρονου Γαλάτη, είχε έναν αδελφό, τον Κωνσντανίνο (δάσκαλο) και έναν ιερέα, τον Ευστάθιο Γαλάτη, αρχιμανδρίτη, που ήταν χωλός. Ο Ευστάθιος αναζήτησε με πάθος να μάθει τα αίτια του φόνου και επειδή δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις που πήρε, προσέλαβε κάποιον Φωκά Σφαέλλο και τον πλήρωσε για να σκοτώσει τον Αναγνωστόπουλο και τον Δικαίο (τον Παπαφλέσσα) στο Γαλάτσι ή Γαλάζιο της Ρουμανίας που ήταν κέντρο αποφάσεων της Φιλικής -τους οποίους θεώρησε υπαίτιους του φόνου του αδελφού του κατά τον Φιλήμονα. Οι Φιλικοί το πληροφορούνται όμως, στήνουν ενέδρα στον Σφαέλλο και τον τραυματίζουν προτού αυτός μπει στο Γαλάτσι. Οταν αυτός αναρρώνει μετανιώνει (αναφέρει ο Φιλήμων) και στην συνέχεια εμπλέκεται στον αγώνα και πέφτει μαχόμενος στο Δραγατσάνι -πάντα κατά τον Φιλήμονα.
Ο Ευστάθιος Γαλάτης όμως κατεβαίνει πλέον ο ιδιος στην Πελοπόννησο για να βρει τους υπαίτιους. Τότε με πληροφορίες από την Κωνσταντινούπολη συνεργάτες της Φιλικής Εταιρείας ή ίσως των ελληνικών πελοποννησιακών αρχών του στήνουν και εκείνου ενέδρα -στην Κόρινθο. Ήταν αποφασισμένο κατά τον Φιλήμονα να τον σκοτώσουν κι εκείνον. Τον έσωσε το γεγονός ότι εγγυήθηκε για λογαριασμό του ο Ρένδης (ίσως πρόκειται για το Θεοχάρη Ρένδη ή Ρέντη που μετά έγινε γερουσιαστής). Αυτός ήταν εύπορος Κονίνθιος και δεσμεύθηκε ότι θα καθησύχαζε τον Γαλάτη φροντίζοντας στο εξής αυτός να μη δημιουργήσει άλλα προβλήματα στη Φιλική Εταιρεία -του ξεκαθάρισε ότι θα είχε τη μοίρα του αδελφού του. Πιθανόν να ένιωθε και ο ίδιος αδύναμος να τα βάλει με τόσο πολλούς αφού συν τοις άλλοις χώλαινε από το ένα του πόδι και ήταν εξάλλου και ιερέας.
Ο αδελφός του Κωνσταντίνος Γαλάτης έγινε δήμαρχος Αθηναίων που πέθανε στις 24 Μαρτίου του 1857, στο μέσον της θητείας του.
Απόγονοι της οικογένειας Γαλάτη ζουν στη Ρουμανία και στην Αθήνα.

Παραπομπές

1 Το Α σήμαινε ότι κάποιος κατείχε τον ανώτερο βαθμό πριν από την Ανώατη Αρχή ή ηγέτη, τον αόρατο στην προκειμένη περίπτωση ηγέτη. Ως ΑΒ υπέγραφε ο Τσακάλωφ, ως ΑΓ ο Σκουφάς και πιθανόν ως ΑΔ ο Ξάνθος, αλλά για διάφορους λόγους πήρε τα αρχικά του ο Γαλάτης
2 όλοι συμφωνούν ότι συνέβαλε τα μέγιστα με τη δραστηριότητά του και ότι ήταν φλογερός πατριώτης. Στο "Δοκίμιον Ιστορικόν περί της φιλικής εταιρίας" ο Ιωάννης Φιλήμων τον περιγράφει ως τολμηρό και πειστικό, άτομο που έπειθε ότι μπορούσε να καταφέρει όχι μόνον τα δύσκολα αλλά και τα φύσει ακατόρθωτα, ότι ο ενθουσιασμός και η τόλμη του παρέσυρε τον εύπιστο (κατά τη γνώμη του Φιλήμονα) Σκουφά, ότι ήταν ως προσωπικότητα ικανή να ριψοκινδυνεύσει τα πάντα, ακόμα και την ίδια την ύπαρξη της εταιρίας και γενικά ο Γαλάτης φαίνεται οπλισμένος για μεγάλα καλά και εξίσου μεγάλα κακά
3 Στα απομνημονεύματά του ο Καποδίστριας, αναφερόμενος στη συνάντησή του με τον Γαλάτη (ο οποιος τον επισκέφθηκε στην Οδησσό με στόχο να τον μυήσει στην Φιλική Εταιρεία, αναφέρει: "Παρουσιάσθηκε με τη στολή της Ιονίου εθνοφυλακής και ετιτλοφορείτο κόμις! Η εμφάνισις, οι πρώτοι του λόγοι αι οι τρόποι του μοι έκαναν κατ' αρχάς να νομίσω ότι οτι ο νέος ούτος ήτο τυχοδιωκτης" και δύο σελίδες πιο κάτω, "άφηνε ευκόλως τους πάντας να διεισδύσουν εις τους σκοπούς της μυστικής εταιρείας ης ήτο όργανον"
4 Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλημονα όταν ο Γαλάτης πιεζε τον Καποδίστρια εκείνος του είπε "είσαι νέος και ξεπηδάς εκεί όπου δεν πρέπει". Επίσης ο Φιλήμων δέχτηκε διάφορες πιέσεις σύμφωνα με τον Λιθοξόου κατά τη συγγραφή του έργου του, μια από αυτές από πλευράς της οικογένειας του Καποδίστρια "να μην αποκαλύψει στοιχεία που θα έθιγαν τον Καποδίστρια ή την ανάμιξη της Ρωσίας"
5 Ελευθέριου Μωραιτίνη Πατριαρχέα «Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός»
6 Λάσκαρης, Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, σ.62
7 Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, σ. 183
8 ο νεαρός Γαλάτης φαίνεται πως στις καταθέσεις του ανέφερε τον σκοπό του, δηλαδή να επαναστατήσει η Ελλάδα και να βρει άξιο και ισχυρό υπερασπιστή στο πρόσωπο του τσάρου και ότι αυτό ήταν προς το συμφέρον της Ρωσίας. Στην κατοχή του Γαλάτη βρέθηκαν πολλά και καυτά ντοκουμέντα και ο Έλληνας ρωτήθηκε σύμφωνα με τον Πατριαρχέα αν η ομάδα του σκοπεύει να δολοφονήσουν τον Τσάρο και ποιοι ήταν οι συνεργάτες του στη Μόσχα. Εκείνος αρνήθηκε τα πάντα αλλά ίσως κάποια στιγμή πιθανόν να ομολόγησε περισσότερα από όσα έπρεπε, γιατι φέρεται να λέει στους ανακριτές του "με όσα είπα πρόδωσα την εμπιστοσύνη των αδελφών μου και μου αξίζει ο θάνατος"
9 Πατριαρχέας
10 είναι και ο Φωτιάδης εναντίον του αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι "έπαιρνε εισφορές για την Εταιρεια αλλά τις τσέπωνε" εντούτοις στο δοκίμιό του "Νίκος Γαλάτης, ο Φιλικός, ο Ελευθέριος Μωραϊτίνης Πατριαρχέας τον υπερασπίζεται αναφέροντας ότι από κανένα σωζόμενο αρχείο της εταιρείας δεν προκύπτει κατάχρηση και ότι για μια συγκεκριμένη κατάχρηση που του καταμαρτυρούσαν, των 1.000 ρουβλίων της αρχικής συνδρομής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτο τον Φιραρή, φαίνεται ότι αυτά κατατέθηκαν στο κοινό ταμείο και ότι στον Γαλάτη έδωσαν στη συνέχεια άλλο ποσό για τις δαπάνες στις οποίες υποβαλόταν στις περιοδίες του ανά τα Βαλκάνια. Επισης ο Υψηλαντης τον αναφέρει σαν "ταλαίωρο ή φτωχό Γαλάτη" (pauvre στα γαλλικά) και ο Φιλήμων που τον βρίζει πιο ανοιχτά φέρεται (από τον Πατριαρχέα) να αντιγράφει τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον Γαλάτη και ο οποίος είχε επίσης κατηγορηθεί για σπατάλες
11 Ο καθηγητής Δ.Ν. Καλογερόπουλος σημειώνει στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη ότι ο Γαλάτης ήταν προικισμένος και πατριώτης, αλλά όντως εκβίαζε τους πλούσιους Έλληνες και τους αποσπούσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον αγώνα ή για τις προσωπικές του ανάγκες και ο Θ. Νέγρης φέρεται να τον χαρακτήρισε (και για αυτό το λόγο) "μισογενές τέρας"
12 Ιωάννης Φιλήμων , ο.π. σ. 277
13 Ιωάννης Φιλήμων, ο.π. σ.228]
14 Δημήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, τόμ.Ι, σ.292, εκδ. Μέλισσα, 1971
15 Ιωάννης Φιλήμων, ο.π. σ. 223
16 Ο Σπυρίδωνας Τρικούπης γράφει σχετικά στην "Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως" : "Ο δε Γαλάτης μετά τινα διατριβήν εν Βλαχία, όπου πρώτος εισήξε την Εταιρίαν, αφίχθη εις Κωνσταντινούπολη. Υποπτεύσαντές τον οι εκεί συνάδελφοί του ως επίβουλον ή ως προσπαθούντα να σφετερισθή την αρχήν, τον έπεισαν να απέλθη επί προετοιμασία δήθεν του αγώνος εις Πελοπόνησον εν συνοδεία τινών συνεταίρων, αλλά φθάσας παρά την Ερμιόνην (Καστρί) αντικρύ των Σπετσών, εδολοφονήθη παρ' αυτών υπερμεσούντος του έτους"
17 Δημήτριος Φωτιάδης, Επανάσταση του 21, τόμ. Ι σ.299 , εκδ. Μέλισσα , 1971
18 Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδάκη

Πηγές

Δημήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21, τόμ. Ι :«σελ. 262-267, 290-94 κ.α.», πρώτη έκδοση "ΜΕΛΙΣΣΑ", 1971


Μπορείτε να διαβάσετε σε δωρεάν e-book το βιβλίο του Ιωάννου Φιλήμωνος εδώ: «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας»
Μπορείτε να διαβάσετε στα γαλλικά τα : Απομνημονεύματα του Νικολάου Υψηλάντη

Πηγή

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Φίλων ο Βυζάντιος

1. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Φίλων υπήρξε από τους σημαντικότερους μαθηματικούς και μηχανικούς της Ελληνιστικής περιόδου. Αν και καταγόταν από την πόλη του Βυζαντίου, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αλεξάνδρεια.1 Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, γεννήθηκε περί το 280 π.Χ. Η ακμή του τοποθετείται μεταξύ του 260 και του 180 π.Χ. Θεωρείται μαθητής του Κτησιβίου, κορυφαίου μηχανικού, ο οποίος είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της άντλησης των υδάτων και με άλλα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα της εποχής.2

2. Συγγραφικό έργο: Η Μηχανική Σύνταξη

Ο Φίλων μελέτησε εκτενώς σχεδόν όλους τους τομείς της μηχανικής. Τον ενδιέφεραν οι πρότυπες κατασκευές, ειδικά όταν έδιναν λύσεις ή επεξηγούσαν θεωρητικά προβλήματα. Ασχολήθηκε με τους μοχλούς, τα «πνευματικά» (προβλήματα που είχαν να κάνουν με τις ιδιότητες του θερμαινόμενου αέρα και του ατμού), τα αυτόματα, τις κλεψύδρες και τις πολεμικές και πολιορκητικές μηχανές κάθε είδους. Το κυριότερο συγγραφικό του έργο, η λεγόμενη Μηχανική Σύνταξη,3 μια εγκυκλοπαίδεια των εφαρμοσμένων μηχανικών τεχνών της εποχής του, διαρθρωνόταν σε 8 βιβλία:

1) Εισαγωγή

2) Μοχλικά: μελέτη για τους μοχλούς και τη μετακίνηση αντικειμένων μέσω αυτών.

3) Λιμενοποιικά: μελέτη για την κατασκευή λιμένων και λιμενικών έργων.

4) Βελοποιικά: μελέτη για την κατασκευή βαλλιστικών όπλων.

5) Πνευματικά: μελέτη για τις δυνατότητες που παρέχει ο αέρας και ο ατμός.

6) Αυτοματοποιικά: μελέτη για την κατασκευή αυτομάτων βασισμένων στην ενέργεια του ατμού.

7) Πολιορκητικά: Η πρωιμότερη και εκτενέστερη μελέτη για την κατασκευή τειχών, την προστασία κατά τη διάρκεια πολιορκίας, αλλά και τις πολιορκητικές μηχανές και τεχνικές.4

8) Περί Επιστολών: πρόκειται για μια πρωτότυπη μελέτη για τη σύνταξη μυστικών ή κωδικοποιημένων ή και «αόρατων» επιστολών.

Από τα οκτώ αυτά βιβλία σώζoνται αυτούσια στα ελληνικά το 4ο βιβλίο, τα Βελοποιικά, και το 7ο, τα Πολιορκητικά, αφιερωμένα και τα δύο σε κάποιον Αρίστωνα. Ίσως για το λόγο αυτό ο Φίλων έχει συνδέσει το όνομά του κυρίως με τις κατασκευές αυτού του τύπου, αν και δε διεκδικούσε την πατρότητα των περισσοτέρων από αυτές, που βασίζονται στη ρηξικέλευθη σκέψη του Κτησιβίου.

2.1. Βελοποιϊκά

Στα Βελοποιικά του ο Φίλων περιγράφει τα σημαντικότερα βαλλιστικά όπλα της εποχής του, καθώς και τις αρχές της λειτουργίας τους. Τα όπλα αυτά, τα οποία πετούσαν βέλη ή λίθους, διακρίνονταν σε δύο βασικές κατηγορίες: αυτά που λειτουργούσαν διά της συστροφής και αυτά που λειτουργούσαν διά της κάμψης. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν το ευθύτονον, το παλίντονον ή βαλλίστρα, η χειροβαλλίστρα και το πολυβόλο. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν ο γαστραφέτης και το οξυβόλο. Εύστοχα ο Φίλων παρατηρούσε ότι, αν και πολλοί είχαν επιδοθεί στο σχεδιασμό όπλων, κάνοντας χρήση των ίδιων βασικών αρχών και των ίδιων υλικών, κάποιοι από αυτούς πέτυχαν να σχεδιάσουν βαλλιστικά όπλα που πετούσαν τα βλήματά τους μακριά και ευθύβολα, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν αποτύχει στις προσδοκίες τους. Ο λόγος δεν ήταν πάντοτε σαφής. «Έτσι» έλεγε ο Φίλων «μάλλον ίσχυε η ρήση του Πολυκλείτου ότι η τελειότητα έρχεται σιγά σιγά, με μικρές αλλαγές σε πολλές απόπειρες».

2.2. Πολιορκητικά

Στο έργο αυτό, που είναι το πρωιμότερο του συγκεκριμένου είδους, μεταξύ άλλων ο Φίλων περιγράφει λεπτομερώς έναν πολύπλοκο τύπο τειχών, τα οποία καθιερώθηκαν κατά την Ελληνιστική περίοδο, προκειμένου να αντιστέκονται αποτελεσματικά στις νέες πολιορκητικές και βαλλιστικές μηχανές. Η κάτοψη των τειχών αυτών είχε τη μορφή ζικ ζακ, με εναλλαγή τριγωνικών και πολυγωνικών ή τετραγωνικών πύργων.5 Τέτοιου είδους πρωτοποριακές οχυρώσεις για την εποχή τους είχαν ήδη βρει εφαρμογή στην Έφεσο, τη Δούρα Ευρωπό και την πόλη Ευρύαλο των Συρακουσών.

Στο Φίλωνα εξάλλου αποδίδεται και μια πραγματεία για τα επτά θαύματα του κόσμου και έτσι το όνομα του μαθηματικού συνδέθηκε και με τον κατάλογο αυτό που χρονολογείται στα Ελληνιστικά χρόνια.

3. Κατασκευές

Όπως και οι περισσότεροι μαθηματικοί και μηχανικοί της Ελληνιστικής εποχής, έτσι και ο Φίλων δεν ασχολούνταν μόνο με τη θεωρία, αλλά προέβαινε και σε κατασκευές που μπορούσαν να αποδείξουν την εγκυρότητα της θεωρητικής σκέψης του. Οι σημαντικότερες κατασκευές που αποδίδονται προσωπικά στο Φίλωνα είναι η αντλία αέρα (φυσερό), μία δεύτερη αντλία νερού με χρήση κουβάδων συνδεδεμένων ευθύγραμμα μεταξύ τους, μία βαλλίστρα που λειτουργούσε με συμπιεσμένο αέρα, καθώς και η αντλία με πιστόνι. Όλες αυτές οι κατασκευές βρήκαν άμεσα πρακτική εφαρμογή. Εκτός αυτών όμως, για να αποδείξει τις θεωρίες του στον τομέα των «πνευματικών», ο Φίλων κατασκεύασε και μερικά αντικείμενα που λειτουργούσαν με τη χρήση ατμού, όπως ένα άλογο που έπινε νερό, ένα κοριτσάκι που έχυνε νερό και μια σειρήνα για φάρο. Στις τελευταίες αυτές κατασκευές υπήρξε πρόδρομος και εμπνευστής του Ήρωνα του Αλεξανδρέα.


4. Επίδραση του έργου του

Ο Φίλων θεωρείται ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ του Κτησιβίου και του Ήρωνα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο τελευταίος είχε υπόψη του τη Μηχανική Σύνταξη του Φίλωνα, στην οποία ενδεχομένως βάσισε τις μελέτες του για τα αυτόματα.

1. Η Αλεξάνδρεια ως κέντρο επιστημών και τεχνών της Ελληνιστικής περιόδου.

2. Υπάρχουν όμως και απόψεις μελετητών που θεωρούν το Φίλωνα προγενέστερο του Κτησιβίου.

3. Για περιεκτική παρουσίαση της Μηχανικής Σύνταξης βλ. Ferrari, G., “Mecanica allargatta”, στο Giannantoni, G. – Vegetti, M. (επιμ.), Atti del convegno, La Scienza Ellenistica, Pavia 1982 (Napoli 1984), σελ. 227-296.

4. Βλ. και Winter, F.E., Greek Fortifications (London 1971)· Garlan, Y., Recherches de poliorcétique grecque (Athènes 1974), καθώς και το πιο πρόσφατο McNicoll, A.W. – Milner, N.P., Hellenistic Fortifications from the Aegean to the Euphrates (Oxford 1997).

5. Βλ. Cuomo, S., Ancient Mathematics (London – New York 2001), σελ. 63.

Πηγή

Συγγραφή : Καμάρα Αφροδίτη (12/6/2008)
Για παραπομπή: Καμάρα Αφροδίτη, «Φίλων ο Βυζάντιος», 2008,
Αναδημοσίευση από Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη

URL:

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Αχμέτ Ζόγου - Ζώγου Α’ βασιλεύς της Αλβανίας

Αχμέτ Ζόγου
Ο Αχμέτ Ζόγου ήταν Αλβανός πολιτικός που αργότερα αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς της Αλβανίας.

Πίνακας περιεχομένων

  [Απόκρυψη

Πρώτα χρόνια [Επεξεργασία]

Γεννήθηκε στην Αλβανία στις 8 Οκτωβρίου 1895 ως οθωμανός υπήκοος και καταγόταν από πλούσια οικογένεια γαιοκτημόνων. Το κανονικό του όνομα ήταν Αχμέντ Ζόγγολι, το οποίο άλλαξε το 1922σε Ζόγου (σημαίνει πουλί στα αλβανικά). Σε ηλικία 9 ετών στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές στο Σουλτανικό Λύκειο, γνωστότερο ως Λύκειο Γαλατασαράι. Στη συνέχεια ΄συνέχισε σπουδές στην οθωμανική στρατιωτική σχολή του Μοναστηρίου. Το 1912 με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων επανήλθε στην Αλβανία και ανέλαβε την αρχηγία της φυλής Ματ (στο οροπέδιο μεταξύ Σκόδρας και Τιράνων διαδεχόμενος τον πατέρα του που είχε πεθάνει το 1911.

Α' Π. Π. [Επεξεργασία]

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχθηκε στον Αυστροουγγρικό στρατό, που ανήκε στις Κεντρικές Δυνάμεις και μάχονταν τις δυνάμεις της Αντάντ. Αρχικά τοποθετήθηκε στην Βιέννη το 1917-1918 και αργότερα στη Ρώμη, το 1918-1919. Το 1919 επιστρέφει στην Αλβανία όπου και άρχισε αμέσως ν΄ αναμιγνύεται με τις τότε εσωτερικές πολιτικές διενέξεις της χώρας του.

Πολιτική δράση [Επεξεργασία]

Από τον Ιανουάριο και επίσημα από τον Μάρτιο μέχρι τον Νοέμβριο του 1920 ανέλαβε υπουργός εσωτερικών και οργάνωσε την εναντίον νοτιοσλαβικών επιδρομών αλβανική αντίσταση. Το επόμενο έτος (1921) ονομάστηκε αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Αλβανίας. Το 1922 επανέλαβε υπουργός εσωτερικών όπου και κατέστειλε εναντίον του κίνημα. Τον ίδιο χρόνο (1922) διατελεί και πρωθυπουργός, πλην όμως ανατρέπεται όμως τους μπέηδες που συνασπίστηκαν στο πρόσωπο του κύριου αντιπάλου τουΦαν Νόλι, καταφεύγοντας ο ίδιος στη Νοτιοσλαβία. Το 1924, μετά από μια απόπειρα δολοφονίας του, επανέρχεται προκαλώντας επιτυχές επαναστατικό κίνημα και στις 21 Ιανουαρίου του 1925 εκλέγεται πρόεδρος της δημοκρατίας της Αλβανίας, με κυβέρνηση περίπου με τα δυτικά πρότυπα, επταετούς θητείας (1925-1932)

Βασιλιάς της Αλβανίας [Επεξεργασία]

Στις 25 Αυγούστου του 1928 καταργεί την Δημοκρατία και στις 1 Σεπτεμβρίου αυτοανακηρύσσεται Ζώγου Α’ βασιλεύς της Αλβανίας, κηρύσσοντας πολίτευμα του κράτους Απόλυτη Μοναρχία αναλαμβάνοντας τη διαχείριση καθώς και την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της χώρας του.
Ο Ζώγου Α’ στην πραγματικότητα ήταν ευφυής και πολύ ενεργητικός πλην όμως στερούνταν απελπιστικά στοιχείων διπλωματίας και είχε άγνοια των διεθνών τότε παρασκηνίων, διαπράττοντας αλλεπάλληλα σφάλματα, πιστεύοντας τον κάθε ξένο διπλωμάτη σε ό,τι του έλεγε, που σαφώς εξυπηρετούσε πρώτον τα συμφέροντα της δικής του χώρας, προκειμένου να πετύχει την ανεξαρτησία της χώρας του.
Απομακρύνθηκε των γειτονικών του Βασιλείων θεωρώντας τα όλα εχθρικά. Δεν προώθησε το χέρι φιλίας που πρόσφερε στη χώρα του η Ελλάδα. Αντίθετα θεώρησε φρόνιμο να συνδεθεί στο φασιστικό άρμα της Ιταλίας πιστεύοντας απόλυτα στις ιταλικές μεγαλοστομίες και υποσχέσεις συνομολογώντας μια σειρά αλλεπάλληλων συμφωνιών οικονομικής, στρατιωτικής, ακόμη και πολιτικής φύσεως με τις οποίες κυριολεκτικά αφενός υποδούλωσε τη χώρα του στην Ιταλία, αφετέρου έθεταν σε κίνδυνο της ασφάλεια της ευρύτερης βαλκανικής.
Βέβαια σε αυτό κατά ένα μέρος συνέτεινε και το γεγονός ότι κανένας βασιλικός οίκος της Ευρώπης δεν τον αναγνώρισε ως αρχηγό βασιλικής δυναστείας. Προκειμένου δε να ξεπεράσει αυτό το εμπόδιο αναζήτησε σύζυγο από ευγενή οίκο της Ευρώπης. Μετά από πολλές αναζητήσεις και επί τούτου λανθασμένα διαβήματα τελικά νυμφεύτηκε τον Απρίλιο του 1938 την κόμισσα Γεραλδίνη, εκ του Ουγγρικού οίκου των Καρολύι, με την οποία και απέκτησε στις 5 Απριλίου του 1939 τον πολυπόθητο διάδοχό του θρόνου του πρίγκιπα Σκεντέρ. Η προσπάθεια τότε του Ζώγου να αναγνωριστεί βασιλεύς από τις κυβερνήσεις της Δύσης που επιχείρησε με τηλεγραφήματα και πάλι απέτυχε.
Διαβλέποντας τότε η Ιταλία ως σκοπιμότητες τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Ζώγου, αποφάσισε την εισβολή και κατάληψη της Αλβανίας. Έτσι στις 7 Απριλίου του 1939, δύο μόλις ημέρες μετά τη γέννηση του διαδόχου του αλβανικού θρόνου, ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην Αλβανία και στη συνέχεια καθαίρεσαν τον Βασιλέα. Περιχαρής τότε ο Μπενίτο Μουσολίνι έσπευσε να προσφέρει το στέμμα της Αλβανίας στον Βασιλέα της Ιταλίας.
Η άδικη αυτή πράξη της φασιστικής Ιταλίας κατά της μικρής Αλβανίας προκάλεσε παγκόσμια αγανάκτηση ενώ ταυτόχρονα κατέστησε την αλβανική βασιλική οικογένεια προσωρινά συμπαθή. Το γεγονός της ευρύτερης κατά της Ιταλίας αγανάκτησης οφειλόταν στο ότι η επιχείρηση αυτή πραγματοποιήθηκε ανήμερα Μεγάλης Παρασκευής του έτους εκείνου και ότι η Βασίλισσα Γεραλδίνη έπαιρνε το δρόμο της εξορίας έχοντας στην αγκαλιά της το μόλις δύο ημερών βρέφος της. Ο Ζώγου και η βασίλισσα με ελάχιστη ακολουθία κατέφυγαν αρχικά στην Ελλάδα όπου η τότε Κυβέρνηση Ι. Μεταξά άνοιξε αμέσως τα σύνορα παραχωρώντας τους άσυλο όπου και διέμεινε για λίγες ημέρες στη Θεσσαλονίκη. Από εκεί ατμοπλοϊκώς μετέβησαν στην Αγγλία και στη συνέχεια στο Παρίσι ζητώντας από τους συμμάχους στρατιωτική βοήθεια για τη χώρα του. Με την κατάληψη όμως και του Παρισιού από τους Γερμανούς η βασιλική οικογένεια της Αλβανίας κατέφυγε στηνΑλεξάνδρεια και από εκεί στη Νότιο Αφρική.
Μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, οπότε στην Αλβανία το καθεστώς μετατράπηκε σε κομμουνιστικό, ο Ζώγου καθαιρέθηκε επίσημα και από τον αλβανικό λαό. Λίγο αργότερα ο Ζώγου μετακόμισε μόνιμα στη Γαλλία όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 9 Απριλίου του 1961 σε ηλικία 66 ετών.

Το μαυσωλείο του στο Παρίσι

Εξωτερικοί σύνδεσμοι [Επεξεργασία]

Βιβλιογραφία [Επεξεργασία]

  • Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη,εκσυγχρονισμένη δια συμπληρώματος κατά τόμον,τόμος 11ος, (1962)

Αγγλική Μετάφραση wikipedia....σαφώς με περισσότερα στοιχεία...

Zog of Albania

From Wikipedia, the free encyclopedia

Zog I, Skanderbeg III of theAlbanians[1][2](AlbanianNalt Madhnija e Tij Zogu I, Mbreti i ShqiptarëvetIPA: [ˈzɔɡu]; 8 October 1895 – 9 April 1961), born Ahmet Muhtar Bej Zogolli, was King of Albania from 1928 to 1939. He was previously Prime Minister of Albania (1922–1924) and President of Albania(1925–1928).

Contents

  [hide

[edit]Background and early political career

Zog was born Ahmet Muhtar[3] Bej Zogolli inBurgajet Castle, nearBurrel in the Ottoman Empire,[4] second son toXhemal Pasha Zogolli, and first son by his second wife Sadijé Toptani in 1895. His family was a beylik family of landowners, with feudal authority over the region of Mati. His mother's Toptani family claimed to be descended from the sister of Albania's greatest national hero, the 15th-century generalSkanderbeg. He was educated at Lycée Impérial de Galatasarayin Constantinople,[2] then the seat of the decayingOttoman Empire, which controlled Albania. Upon his father's death in about 1908, Zogolli became governor of Mat, being appointed ahead of his elder brother,Xhelal Bey Zogolli.
In 1912, he signed the Albanian Declaration of Independence as the representative of the Mat District. As a young man during the First World War, Zogolli volunteered on the side of Austria-Hungary. He was detained at Vienna in 1917 and 1918 and in Rome in 1918 and 1919 before returning to Albania in 1919. During his time in Vienna, he grew to enjoy a Western European lifestyle. Upon his return, Zogolli became involved in the political life of the fledgling Albanian government that had been created in the wake of the First World War. His political supporters included many southern feudal landowners (called beys, Turkish for "province chieftain", the social group to which he belonged) and noble families in the north, along with merchants, industrialists, and intellectuals. During the early 1920s, Zogolli served as Governor of Shkodër (1920–1921), Minister of the Interior (March–November 1920, 1921–1924), and chief of the Albanian military (1921–1922). His primary rivals were Luigj Gurakuqi and Fan S. Noli. In 1922, Zogolli formally changed his surname from the turkified Zogolli toZogu, which in the Albanian language means "bird".[citation needed]
In 1923, he was shot and wounded in Parliament. A crisis arose in 1924 after the assassination of one of Zogu's industrialist opponents,Avni Rustemi; in the aftermath, a leftist revolt forced Zogu, along with 600 of his allies, into exile in June 1924. He returned to Albania with the backing of Yugoslav forces and Yugoslavia-based White Russiantroops under General Wrangel and became Prime Minister.

[edit]President of Albania

Zogu was officially elected as the first President of Albania by the Constituent Assembly on 21 January 1925, taking office on 1 February for a seven-year term. Zogu's government followed the European model, though large parts of Albania still maintained a social structure unchanged from the days of Ottoman rule, and most villages were serf plantations run by the Beys. On 28 June 1925, Zogu ceded Sveti Naumto Yugoslavia as a gesture of recognition to the Yugoslav aid to him.[5]
Zogu enacted several major reforms. Zogu's principal ally during this period was Italy, which lent his government funds in exchange for a greater role in Albania's fiscal policy. During Zogu's presidency, serfdom was gradually eliminated. For the first time since the death ofSkanderbeg, Albania began to emerge as a nation, rather than a feudal patchwork of local Beyliks. His administration was marred by disputes with Kosovar leaders, primarily Hasan Prishtina and Bajram Curri.

[edit]Albanian King


Ahmet Zogu
On 1 September 1928 General Zogu was crowned King of the Albanians(Mbret i Shqiptarëve in Albanian), and declared Field Marshal of the Royal Albanian Army on the same day. He proclaimed a constitutional monarchysimilar to the contemporary regime in Italy, created a strong police force, and instituted the Zogist salute (flat hand over the heart with palm facing downwards). He claimed to be a successor of Skanderbeg, through descent through Skanderbeg's sister. Zog hoarded gold coins and precious stones, which were used to back Albania's first paper currency.

Royal Monogram
Zog's mother, Sadije, was declared Queen Mother of Albania, and Zog also gave his brother and sisters Royal status as Prince and Princesses Zogu. One of his sisters, Senije, Princess Zogu (c1897–1969), married His Imperial Highness Prince Shehzade Mehmed Abid Efendi of Turkey, a son of Sultan Abdul Hamid II.
Zog attempted to reinforce his regime's legitimacy further by ruling as a constitutional monarch. His kingdom's constitution forbade any Prince of the Royal House from serving as Prime Minister or a member of the Cabinet and contained provisions for the potential extinction of the Royal Family. Ironically, in light of later events, the constitution also forbade the union of the Albanian throne with that of any other country. Under the Zogist constitution, the King of the Albanians, like the King of the Belgians, exercised Royal powers only after taking an oath before Parliament; Zog himself swore an oath on the Bible and the Qur'an (the king being Muslim) in an attempt to unify the country. In 1929, King Zog abolished Islamic law in Albania, adopting in its place a civil code based on the Swiss one, as Ataturk's Turkey had done in the same decade.[6]

[edit]Life as King

Reverse and obverse of a Zogian one-franc coin

100-franc banknote of Zog's reign
Although born as anaristocrat and hereditary Bey, King Zog was somewhat ignored by other monarchs in Europe because he had no links to the well-known European royal families. Nonetheless, he did have strong connections with Muslim royal families in theArab World, particularly Egypt, whose ruling dynastyhad Albanian origins. As King, he was honoured by the governments of Italy, Luxembourg, Egypt,Yugoslavia, France, Romania, Greece, Belgium, Bulgaria, Hungary, Poland, Czechoslovakia, and Austria.[2]
King Zog of Albania was a heavy smoker. He had been engaged to the daughter of Shefqet Bey Verlaci before he became king. Soon after his coronation, however, he broke off the engagement. According to traditional customs of blood vengeance prevalent in Albania at the time, Verlaci had the right to kill Zog. The king frequently surrounded himself with a personal guard and avoided public appearances. He also feared that he might be poisoned, so the Mother of the King assumed supervision of the Royal Kitchen.[7]
During his reign he reputedly survived more than 55 assassination attempts. One of these occurred on 21 February 1931, while visiting the Vienna State Opera house for a performance of Pagliacci.[7] Theattackers struck whilst Zog was getting into his car, and he survived by firing back with a pistol that he always carried. In April 1938 Zog married Countess Geraldine Apponyi de Nagy-Apponyi, a Roman Catholic aristocrat who was half-Hungarian and half-American. The ceremony was broadcast throughout Tirana via Radio Tirana that will be officially launched by the monarchs 5 months later. Their only child, HRH Crown Prince Leka, was born in Albania on 5 April 1939.

[edit]Relations with Italy


President Zogu's speech for KF Tirana, football champions of Albania, 1930
The fascist government ofBenito Mussolini's Italy had supported Zog since early in his presidency; that support had led to increased Italian influence in Albanian affairs. The Italians compelled Zog to refuse to renew the First Treaty of Tirana (1926), although Zog still retained British officers in theGendarmerie as a counterbalance against the Italians, who had pressured Zog to remove them.
During the worldwide depression of the early 1930s Zog's government became almost completely dependent on Mussolini, to the point that the Albanian national bank had its seat in Rome. Grain had to be imported, many Albanians emigrated, and Italian settlers were allowed to settle in Albania. In 1932 and 1933, Albania was unable to pay the interest on its loans from the Society for the Economic Development of Albania, and the Italians used this as a pretext for further dominance. They demanded that Tirana put Italians in charge of the Gendarmerie, join Italy in a customs union, and grant the Italian Kingdom control of Albania's sugar, telegraph, and electrical monopolies. Finally, Italy called for the Albanian government to establish teaching of the Italian language in all Albanian schools, a demand that was swiftly refused by Zog. In defiance of Italian demands, he ordered the national budget to be slashed by 30 percent, dismissed all Italian military advisers, and nationalized Italian-run Roman Catholic schools in the north of Albania to decrease Italian influence on the population of Albania. In 1934, he tried without success to build ties with France, Germany, and the Balkan states, and Albania drifted back into the Italian orbit.[citation needed]
Two days after the birth of his son and heir, on 7 April 1939 (Good Friday), Mussolini's Italy invaded, facing no significant resistance. The Albanian army was ill-equipped to resist, as it was almost entirely dominated by Italian advisors and officers and was no match for the Italian Army. The Italians were, however, resisted by small elements in the gendarmerie and general population. The Royal Family, realising correctly that their lives were in danger, fled into exile. "Oh God, it was so short" were King Zog's last words to Geraldine on Albanian soil.Count Ciano, the Italian Foreign Minister, arrived the following day; on searching the Palace in Tirana, he found the labour room in the Queen's suite; seeing a pile of linen on the floor, stained by the afterbirth, he kicked it across the room. "The cub has escaped!" he said. Mussolini declared Albania a protectorate under Italy's KingVictor Emmanuel III. While some Albanians continued to resist, "a large part of the population ... welcomed the Italians with cheers", according to one contemporary account.[8]

[edit]Former crown prince

Prior to the birth of Prince Leka, the position of Heir Presumptive was held by Prince of Kosova (KosovoTati Esad Murad Kryziu, born 24 December 1923 in Tirana, who was the son of the King's sister, Princess Nafije. He became honorary General of the Royal Albanian Army in 1928, at age five. He was made Heir Presumptive with the style of His Highness and title of "Prince of Kosova" (Princ i Kosovës) in 1931. After the Royal House's exile, he moved to France, where he died in August 1993, aged 69.

[edit]Life in exile


The grave of Zog I at the Thiais cemetery near Paris
The royal family settled in England, first at The Ritz in London, followed by a brief stay in the Sunninghill/south Ascot area in Berkshire in 1941 (near where Zog's nieces had been at school in Ascot). In 1941 they moved to Parmoor House, Parmoor, near Frieth in Buckinghamshire with some staff of the court living in locations around Lane End.[9]
In 1946, King Zog and most of his family left England and went to live in Egypt at the behest of King Farouk, who was overthrown in 1952. The family left for France in 1955. In 1951, Zog bought the Knollwood estate in Muttontown, New York. The sixty-room estate was never occupied and Zog sold the estate in 1955.
He made his final home in France, where he died at the Hôpital Foch,Suresnes, Hauts-de-Seine[2] on 9 April 1961, aged 65, after being seriously ill for some time. He was survived by his wife and son, and is buried at the Thiais Cemetery in Paris. On his death, his son Leka was pronounced H.M. King Leka of the Albanians by the exiled Albanian community.
His widow, Queen Geraldine, died of natural causes in 2002 at the age of 87 in a military hospital in Tirana, Albania. Albania's communist rulers abolished the monarchy in 1946, but, even in exile, the royal family insisted that Leka Zogu was Albania's legitimate ruler until his death on 30 November 2011.

[edit]Political legacy

During World War II, there were three resistance groups operating in Albania: the nationalists, the royalists and the communists. Some of the Albanian establishment opted for collaboration. The communist partisans refused to co-operate with the other resistance groups and took control of the country. They were able to defeat the last Nazi remnants as the war ended, with the help of British arms and aid.[citation needed]
Zog attempted to reclaim his throne after the war. Sponsored by the British and Americans, some forces loyal to Zog attempted to mountinvasions and incursions, but most were ambushed due to intelligence sent to the Soviet Union by spy Kim Philby - Albania now had a Communist government led by Enver Hoxha, who remained in power for 45 years. A referendum in 1997 proposed to restore the monarchy in the person of Zog's son Leka Zogu who, since 1961, has been styled "Leka I, King of the Albanians". The official but disputed results stated that about two-thirds of voters favoured a continued republican government. HM King Leka, believing the result to be fraudulent, attempted an armed uprising: he was unsuccessful and was forced into exile, although he later returned and lived in Tirana until his death on 30th November 2011. A main street in Tirana was later renamed "Boulevard Zog I" by the Albanian government.

[edit]Honours and awards

National honours in Albania[10]
National honours

[edit]Ancestry


4. Xhelal Pasha Zogolli
2. Xhemal Pasha Zogu, Governor of Mati
5. Ruhijé Halltuni
1. Zog I, Skanderbeg III of the Albanians
6. Salah Bey Toptani
3. Sadijé Toptani

[edit]See also

[edit]References

[edit]Bibliography

[edit]Notes

  1. ^ Pearson, Owen (2006). Albania in the Twentieth Century: a history.I.B. Tauris. p. 568. ISBN 1-84511-013-7.
  2. a b c d Royal Ark
  3. ^ Some sources cite Ahmad Mukhtar
  4. ^ Website dedicated to Albanian royalty/genealogy
  5. ^ Pearson, Owen (2004). Albania and King Zog: independence, republic and monarchy 1908–1939. IB Tauris. p. 248. Retrieved 30 May 2010.
  6. ^ Swiss Laws, Greek PatriarchTime magazine, 15 April 1929
  7. a b Shaw, Karl (2005) [2004] (in Czech). Power Mad! [Šílenství mocných]. Praha: Metafora. pp. 31–32. ISBN 80-7359-002-6.
  8. ^ "Fascist Soldiers Take over Tirana (...)"The New York Times (New York CityThe New York Times Company): p. 33. 9 April 1939. Retrieved 14 July 2011.
  9. ^ Naçi collectionSchool of Slavonic and East European Studies, accessed 27 January 2007
  10. ^ [1]
  11. ^ Kingdom of Albania

[edit]Further reading

  • Bobev, Bobi. “The Dictatorship of Ahmed Zogou.” Etudes Balkaniques 29, no. 2 (1993): 16-33.
  • Fischer, Bernd J. “Albanian Highland Tribal Society and Family Structure in the Process of Twentieth Century Transformation.”East European Quarterly 33, no. 3 (1999): 281-301.
  • Tomes, Jason. ”The Throne of Zog.” History Today 51, no. 9 (2001): 45-51.
  • Patrice Najbor. " Les réalisations du roi Zog", "Monarkia Shqiptare 1928-1939", 2011, (ISBN 978-99943-1-721-9)

[edit]External links