Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Εθνοαποδόμηση και ισοπεδωτική απαξίωση (συμβολή στον εορτασμό της 25 Μαρτίου)


γράφει ο Κυριάκος Κατσιμάνης 
 Επίκ. Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών


Στο εργοτάξιο της εθνοαποδόμησης οι «συνωστισμένοι» εκφραστές του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού βρίσκουν απροσδόκητα πολλούς και ενθουσιώδεις συμμάχους από τις τάξεις των «φονταμενταλιστών» της Ορθοδοξίας και όλοι μαζί –παρά τις όποιες μεταξύ τους διαφορές– επιδίδονται με αγαστή σύμπνοια στο θεάρεστο έργο τους. Στα κείμενά τους είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι η ελληνικότητα των σημερινών Ελλήνων, αποκομμένη από τις βυζαντινές ρίζες της και πρωταρχές της, δηλαδή από τη ρωμαϊκότητα/ρωμιοσύνη: α) είναι προϊόν του ρομαντισμού, της βαυαροκρατίας και της «μεταπρατικής» κοραϊκής μετακένωσης και β) δεν αποτέλεσε την αβίαστη έκφραση μιας υπαρκτής συλλογικής συνείδησης, όπως θα ήταν φυσικό, αλλά επιβλήθηκε «άνωθεν», άρα δεν είναι αυθεντική αλλά «φαντασιακή». Και ο παράγοντας που την επέβαλε ήταν το «ελλαδικό κρατίδιο», δηλαδή το κακέκτυπο του δυτικού έθνους-κράτους, ενός δημιουργήματος των τελευταίων δυο-τριών αιώνων. — Ορισμένοι μάλιστα προχωρούν πολύ περισσότερο: διαχρονική πηγή δεινών και μόνιμο όνειδος για την ελληνικότητα είναι «το ελλαδικό» ή, καλύτερα, «το ελληνώνυμο» εθνικό κρατίδιο, αυτό το πολιτειακό έκτρωμα, που αποτελεί ενσάρκωση και ιστορική πραγμάτωση του απόλυτου κακού. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε το 1833 να σηματοδοτεί ουσιαστικά την αρχή του τέλους του ελληνισμού – ενός τέλους που θα συντελεστεί με παρατεταμένο, βασανιστικό και ταπεινωτικό ψυχορράγημα…

Μελετώντας τις τελευταίες αυτές θέσεις, που υποστηρίζονται από κάποιες εμβληματικές μορφές της σύγχρονης διανόησης τις οποίες πάντοτε σεβόμαστε και τιμούμε, καταλαμβανόμαστε από τέτοιο πανικό, ώστε αισθανόμαστε την ανάγκη να τρέξουμε να χωθούμε στη στοργική αγκαλιά της μητέρας Τουρκίας (της «καλής» Τουρκίας, της ισλαμο-Ερντογανικής, όχι της Κεμαλικής!), που έχει ήδη ανοίξει και μας περιμένει ανυπόμονα. Άλλωστε, μια επίμονη και χειμαρρώδης ιδεοληπτική ρητορεία μάς έχει ήδη προετοιμάσει για την απονενοημένη αυτή ενέργεια. Μήπως δε ζούσαμε μια χαρά ως Τούρκοι υπήκοοι; (Αυτή άλλωστε την ιδέα είχαν επιχειρήσει να μας περάσουν πρόπερσι και εκείνες οι αλήστου μνήμης εκπομπές του ΣΚΑΪ για το 1821) (1). Μήπως επί τουρκοκρατίας οι Έλληνες δεν ταξίδευαν «από θέσεως ισχύος» σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης; Μήπως οι «καραβοκυραίοι» μας δεν όργωναν τότε τις θάλασσες και δε συσσώρευαν χρυσάφι στα θησαυροφυλάκιά τους; Μήπως η Κοινότητα, αυτή η ιδιότυπη αλλά ιστορικά καταξιωμένη εκδοχή οικονομικο-κοινωνικής οργάνωσης, δεν ευνοούσε την άνθηση αυθεντικών μορφών λαϊκού πολιτισμού; Μήπως ως Κωνσταντινουπολίτες ή Μικρασιάτες δεν ήμαστε κοινωνοί κάποιων «απορροών» της πάλαι ποτέ «βυζαντινής αρχοντιάς», τις οποίες μας στέρησε η ελλαδική «επαρχιωτίλα»;

Εδώ πλέον ο ιδεοληπτικός νεοφαναριωτισμός δίνει τα ρέστα του! Τι και αν ο Λουκάς Νοταράς είχε νιώσει κυριολεκτικά «στο πετσί του» πόσο βαρύ, τελικά, ήταν το τίμημα εκείνου του «κρειττότερόν έστιν», με το οποίο δήλωνε ότι προτιμούσε τους Τούρκους από τους Λατίνους;… Ο Αθανάσιος ο Πάριος είχε κατά βάση δίκιο: η δουλεία στους Τούρκους ήταν θέλημα Θεού και εγγύηση της δογματικής καθαρότητάς μας ως ορθοδόξων. Κατά τα άλλα, η επανάσταση του 1821 δεν έπρεπε να γίνει, ήταν ένα ιστορικό λάθος. Και αν δεν το λέμε expressis verbis, το αφήνουμε πάντως να εννοηθεί ξεκάθαρα, ακόμη και σε ομιλίες μας την ημέρα της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου! Τα σχετικά πειστήρια υπάρχουν και είναι στη διάθεση του καθενός (2).

Στις θέσεις αυτές δεν μπορεί, βέβαια, να αρνηθεί κανείς το τεκμήριο των καλών προθέσεων. Επιπλέον, δεν μπορεί να τους αμφισβητήσει το ελαφρυντικό ότι διατυπώνονται υπό το κράτος βαθιάς απογοήτευσης και δικαιολογημένης αγανάκτησης, όπως θα δούμε και στη συνέχεια. Εξάλλου, θα ήταν ασυγχώρητη εθελοτυφλία να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη εγγενών στρεβλώσεων, από τις οποίες σημαδεύτηκε η ίδρυση και η λειτουργία του ελληνικού κράτους. Ταυτόχρονα, όμως, μας είναι αδύνατον να δεχτούμε τη βίαιη και ισοπεδωτική απαξίωση των αγώνων και των θυσιών ενός ιστορικού έθνους με σκοπό να αποκτήσει «στον ήλιο μοίρα». Επιπλέον, τίποτα δε μας εμποδίζει να εντοπίσουμε τις ιστορικές αστοχίες, οι οποίες υπάρχουν κατά τη γνώμη μας όχι μόνο στις παραπάνω θέσεις αλλά και στην ευρύτερη επιχειρηματολογία των εθνοαποδομητών. Τέλος –και αυτό είναι το πιο σημαντικό– τίποτα δε μας αφαιρεί το δικαίωμα να επισημάνουμε τη σύγχυση και την αποθάρρυνση που προκαλούνται εξαιτίας όλων αυτών στους νέους μας την ώρα που χρειάζονται τόνωση του ηθικού τους, ώστε να σταθούν όρθιοι στην κοσμοχαλασιά της μεγάλης εθνικής κρίσης. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να δούμε από κοντά τις παραπάνω ιστορικές αστοχίες:

1. Όχι, δεν είναι αλήθεια ότι η συνείδηση ελληνικότητας διαμορφώθηκε τάχα εκ των υστέρων, μέσω του κοραϊσμού, του ευρωπαϊκού ρομαντισμού και της βαυαροκρατίας. — Η αλήθεια είναι ότι οι εν λόγω παράγοντες μπορεί να συνέβαλαν στην ανάδειξη και τον προσανατολισμό της συνείδησης αυτής, αλλά με κανέναν τρόπο δεν τη δημιούργησαν εκ του μηδενός, γιατί, απλούστατα, ήταν κάτι που προϋπήρχε. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αρκετούς αιώνες πριν από το 146 π.Χ., οπότε υποτάχτηκαν στους Ρωμαίους, οι Έλληνες είχαν ήδη ενιαία πολιτιστική συνείδηση και σαφή επίγνωση των ισχυρών δεσμών που σφυρηλατούσαν την εσωτερική τους ενότητα διαφοροποιώντας τους έτσι από τους άλλους λαούς (3). Και καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, είτε ως Γραικοί είτε ως Ρωμιοί είτε ως Έλληνες, διατήρησαν ζωντανή, ακοίμητη και άσβηστη την εθνική τους συνείδηση (4). Από την αρχαιότητα ως σήμερα, η διαχρονική ελληνική συνείδηση κυλάει σαν ένα υπόγειο ρεύμα ιστορικών αναμνήσεων, ιδεών, πεποιθήσεων, παραδοχών, αξιών, ηθών και εθίμων, που με όχημα τη γλώσσα μεταδίδονται στη διαδρομή των αιώνων από γενιά σε γενιά. «Αµιγές αντί του αίµατος», γράφει ο Νικόλαος Πολίτης, «διετηρήθη εν τη γλώσση,τωβίωκαιτωχαρακτήριτουλαούτοελληνικόνπνεύµαδι’ αδιασπάστουαλύσεωςπαραδόσεων,ηςέναπροςένατους κρίκους ανευρίσκοµενεντοιςδιαφόροιςσταδίοιςκαιταιςπεριπετείαιςτης ελληνικήςεθνότητος» (5).

2. Όχι, δεν είναι αλήθεια ότι τάχα η εθνική συνείδηση των Ελλήνων διαμορφώθηκε τεχνητά, μετά την ίδρυση του «ελληνώνυμου κρατιδίου». — Η αλήθεια είναι ότι ανάλογες πρωθύστερες κατασκευές ίσχυσαν ιστορικά μόνο σε χώρες που εποικίστηκαν από μετανάστες, όπως οι ΗΠΑ, ή σε κράτη που προέκυψαν από το γεωγραφικό κατακερματισμό, στον οποίο υποβλήθηκαν τεράστιες εκτάσεις ολόκληρων ηπείρων (λ.χ. της Αφρικής) μετά την απαλλαγή τους από τα αποικιοκρατικά καθεστώτα˙ οπότε η εκ των υστέρων εμφύτευση εθνικής συνείδησης ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση των νεόκοπων εκείνων κρατικών μορφωμάτων. Τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά όλα με τον ελληνισμό που, όταν ξεσηκώθηκε για την ελευθερία του, έσερνε πίσω του πολύ περισσότερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια πολιτιστικού βίου; 

3. Όχι, δεν είναι αλήθεια ότι η παραπάνω πρωθύστερη διαδικασία ίσχυσε τάχα και για τους Έλληνες. — Η αλήθεια είναι ότι για τους Έλληνες η διαδικασία υπήρξε τελείως διαφορετική και για του λόγου το ασφαλές παραθέτω τρία, μόνο, χαρακτηριστικά παραδείγματα, που τοποθετούνται χρονικά μετά το ορόσημο του 1453: α) Όταν ο Αντώνιος Έπαρχος (1498-1563) γράφει στον ανθρωπιστή Μελάγχθωνα: «Όθεν ουκ εξ απόπτου μοι γίνεται θεάσασθαι το πατρώον έδαφος αδακρυτί, Ελλάδα την ποτέ κλεινήν ζυγόν δουλείας ακλεώς υποφέρουσαν», διατρανώνει την εθνική του συνείδηση και ταυτόχρονα διεκτραγωδεί τα δεινά της δουλείας. β) Όταν αρκετές δεκαετίες νωρίτερα ο Μιχαήλ Αποστόλης (1422-1480), που είχε ζήσει την τραγωδία της Άλωσης, γράφει στο Φρειδερίκο τον Γ΄ τα εξής: «Απόδος το πανταχού γης διεσπαρμένον γένος ημών τη πατρίδι, το πάλαι ποτέ υψηλότατον και σοφώτατον, νυν δ’ εξουθενημένον και ταπεινότατον», του ζητάει στην ουσία να βοηθήσει τον ελληνισμό στην απόκτηση ελεύθερης (ή μάλλον απελευθερωμένης) πατρίδας, δηλαδή δικής του κρατικής οντότητας˙ και μάλιστα θεμελιώνει το αίτημά του στη ριζική αντίθεση ανάμεσα στο προγονικό κλέος των υποδούλων και στην αποκαρδιωτική παρακμή τους, επί των ημερών του. Και γ) όταν ο Σίμων Πόρκιος (17. αιώνας) εκλιπαρεί τον καρδινάλιο Ρισελιέ να συμβάλει, ώστε η άλλοτε φημισμένη για τις πολιτιστικές επιδόσεις της Ελλάδα να επιστρέψει στην «παλαιάν της λαμπρότητα και ελευθερίαν», αποβλέπει και αυτός στην ίδρυση ελληνικού κράτους, στο οποίο οι Έλληνες, ένας λαός με ένδοξο παρελθόν, θα οργανώσουν τον εθνικό τους βίο απαλλαγμένοι από εξουσιαστές και δυνάστες (6). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και σε πάμπολλες άλλες που δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν η συνείδηση ελληνικότητας χρονικά προηγείται και λειτουργεί ως γενεσιουργός παράγοντας, ενώ τα όνειρα και τα διαβήματα για την ελευθερία, δηλαδή για τη συγκρότηση εθνικού κράτους, χρονικά έπονται και είναι το αποτέλεσμά της. Όσο για τον Κοραή, το ρομαντισμό, τους Βαυαρούς και, βέβαια, το εθνικό ελληνικό κράτος ως ιστορική πραγμάτωση, θα χρειαστούν… μερικοί αιώνες αναμονής για να εμφανιστούν!

4. Όχι, δεν είναι αλήθεια ότι τάχα διέπραξαν ιστορικό σφάλμα οι πρόγονοί μας που επαναστάτησαν, αγωνίστηκαν, «μάτωσαν» και θυσιάστηκαν στον υπέρ όλων αγώνα του 1821, προκειμένου να αποκτήσουμε ως έθνος τη δική μας πατρίδα (και ακουμπώντας σ’ αυτήν να τους ασκούμε σήμερα κριτική εκ του ασφαλούς…). – Η αλήθεια είναι ότι δε διαπράχθηκε κανένα ιστορικό σφάλμα! Η ελευθερία για τον Έλληνα ήταν όνειρο προαιώνιο, που όμως δεν επρόκειτο να πραγματωθεί ποτέ χωρίς τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Για το λόγο ακριβώς αυτό οι πρόγονοί μας είναι και θα παραμείνουν στην ιστορική μνήμη και την εθνική συνείδηση των Πανελλήνων φωτεινά πρότυπα ηρωισμού και αυταπάρνησης και αιώνιοι αποδέκτες της απέραντης ευγνωμοσύνης μας. Καλό θα ήταν να μη μας διαφεύγουν κάποιες πικρές αλήθειες: το να παραμένεις εθελόδουλος υποτελής ενός ξένου κράτους, και μάλιστα απολυταρχικού, το καλύτερο που μπορεί να σου εξασφαλίσει είναι η απλή βιολογική επιβίωσή σου, εφόσον, βέβαια, υπηρετείς απαρέγκλιτα τα συμφέροντα του δυνάστη, υπομένεις αγόγγυστα τις αυθαιρεσίες του και στέργεις μοιρολατρικά στην αφομοίωσή σου απεμπολώντας σταδιακά την εθνική σου ιδιαιτερότητα — κάτι που σε βάθος χρόνου μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στην οριστική εξαφάνισή σου ως εθνότητας. Αυτά ας τα έχουν υπόψη τους όσοι χαρακτηρίζουν ιστορικό λάθος την Επανάσταση του 1821!…

5. Όχι, δεν είναι αλήθεια ότι τάχα εμείς οι Έλληνες, επειδή δεν είχαμε ποτέ «την κουλτούρα» του εθνικού κράτους, έπρεπε να συμβάλουμε –και μάλιστα χωρίς να βιαστούμε αλλά «εν καιρώ»– στη συγκρότηση μιας ευρύτερης, μιας βαλκανικής κρατικής οντότητας (αν όχι στην ανασύσταση της ίδιας της «Ελληνικής Αυτοκρατορίας της Χριστιανικής Ανατολής»), στο εσωτερικό της οποίας ο ελληνισμός θα μπορούσε να αναδειχτεί primus inter pares. Πράγμα που σημαίνει πιθανότατα ότι, εφόσον θα ερχόταν τελικά το πλήρωμα του χρόνου και το εγχείρημα θα αποδεικνυόταν εκ των πραγμάτων ανέφικτο, δεν θα έπρεπε, απλούστατα, να εξεγερθούμε ποτέ κατά των Τούρκων! — Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ένα επιχείρημα εντελώς αίολο. Αξιοποιώντας όσα μέσα διέθεταν τότε, οι επαναστατημένοι Έλληνες πάλεψαν για το καλύτερο δυνατόν με βάση τα δεδομένα και τις συνθήκες της εποχής τους.Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι ιστορικές εξελίξεις υποτάσσονται στις δικές τους νομοτέλειες και δεν καθορίζονται πάντοτε και επακριβώς από τη βούληση των διαφόρων εθνών, όσο ισχυρή και αν είναι αυτή. Επιπλέον, δεν προδιαγράφονται, και μάλιστα… εκ των υστέρων, και κυρίως δεν είναι «ασκήσεις επί χάρτου» σε τηλεοπτικά κανάλια ή θεολογικά σπουδαστήρια… Το «ελληνώνυμο κρατίδιο», το οποίο με τους βαλκανικούς πολέμους θα διπλασιάσει τη γεωγραφική επικράτειά του, αγωνίστηκε με συνέπεια για την απελευθέρωση αλύτρωτων ελληνικών περιοχών (πρβλ. τις επαναστάσεις της Θεσσαλίας και της Κρήτης το 19. αιώνα, τις οποίες ενίσχυσε ή και υποκίνησε) και θα ήταν άδικο να χρεωθεί την απώλεια ή τη συρρίκνωση προαιώνιων ελληνικών εστιών, για παράδειγμα της Ιωνίας και της Αιγύπτου, αντίστοιχα. Στην πρώτη περίπτωση οι διωγμοί και οι σφαγές είχαν ξεκινήσει πολύ πριν από την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, ενώ στη δεύτερη οι δυσμενείς εξελίξεις συναρτώνται με πολιτικές επιλογές των εκεί καθεστώτων και δε σχετίζονται με πράξεις ή παραλείψεις του ελληνικού κράτους.

6. Όχι, δεν είναι λογικό αλλά, αντίθετα, είναι ανήκουστο και αδιανόητο όλοι ανεξαιρέτως οι λαοί της γης να δικαιούνται να αποκτήσουν κράτος –ακόμη και αυτοί που ήρθαν στο ιστορικό προσκήνιο «από το πουθενά», ακόμη και αυτοί που «φυτεύτηκαν» από κάποιους τρίτους σε γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές του πλανήτη και έκτοτε πασχίζουν με πλαστογράφηση της ιστορίας και κλεμμένα σύμβολα να δημιουργήσουν εθνική συνείδηση– και την ίδια στιγμήεμείς οι Έλληνες να αποτελούμε τη μοναδική εξαίρεση, δηλαδή να «απολαμβάνουμε» κατ’ αποκλειστικότητα το παγκόσμιο θλιβερό προνόμιο να μας αμφισβητείται αναδρομικά το ιστορικό δικαίωμα να έχουμε δημιουργήσει ως έθνος το δικό μας κράτος! Και μάλιστα εμπνευστές, εκφραστές και σημαιοφόροι αυτής της συστηματικής αμφισβήτησης και αυτής της αδιάλλακτης άρνησης να είναι ομοεθνείς μας, να είναι Έλληνες, που επικαλούνται κάθε φορά θολά και συγκεχυμένα κριτήρια για να επιδοθούν σε ακατάσχετες θρηνωδίες και ιερεμιάδες, θεωρώντας πλέον ζήτημα χρόνου την ολοσχερή εξαφάνιση αυτού του «ελληνώνυμου» μορφώματος και προεξοφλώντας ότι, διεθνώς, δεν πρόκειται να λυπηθεί εξαιτίας της απολύτως κανένας…

Εκείνο, πάντως, στο οποίο θα συμφωνούσε κανείς χωρίς επιφυλάξεις είναι το ότι τα τελευταία χρόνια ο ελληνισμός διέρχεται μια πρωτοφανή, παρατεταμένη και πολύπλευρη κρίση, που προσλαμβάνει τις διαστάσεις μιας ενδημικής παρακμής και αποσύνθεσης. Η κρίση αυτή έχει τις ρίζες της στην ιδιαιτερότητα των συνθηκών που προσδιόρισαν τη νεότερη ιστορία μας, στην πολλαπλή εξάρτησή μας από τον ξένο παράγοντα, στη διαμορφωμένη θλιβερή παράδοση πολιτικών ταγών της χώρας, οι οποίοι, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, αποδεικνύονται κατά την επιεικέστερη έκφραση κατώτεροι των περιστάσεων, αλλά και σε αταβιστικά ελαττώματα του ίδιου του λαού μας, που σε μικρότερο, έστω, βαθμό φέρει και αυτός τις ευθύνες του για το σημερινό κατάντημα. Από εδώ προφανώς έλκουν την καταγωγή τους, όπως παρατηρήθηκε ήδη, τόσο η άκρα πεσιμιστική διάθεση όσο και οι συνακόλουθες δηλητηριώδεις επισημάνσεις, που, «υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα», θέτουν καμιά φορά επί τάπητος και αμφισβητούν ριζικά τη γνησιότητα της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας αν όχι και την ίδια τη σκοπιμότητα της κρατικής μας υπόστασης….

Ωστόσο, οι παράταιρες αυτές φωνές δεν είναι σε θέση να εκμηδενίσουν τα επιτεύγματα του ελληνισμού τα τελευταία 180 χρόνια και κυρίως δε μας απαλλάσσουν από το πατριωτικό χρέος μας να αγωνιστούμε «με νύχια και με δόντια» για τη απελευθέρωσή μας από την παρακμή και την εξαθλίωση – για την κοινωνική μας ανόρθωση και την εθνική μας αναγέννηση. Σε αυτό το χρέος οδηγεί η αναστοχαστική προσέγγιση της εθνεγερσίας του 1821 και στην εκπλήρωση αυτού, ακριβώς, του χρέους οφείλει να επικεντρωθεί σήμερα ο πατριωτισμός των Ελλήνων. Χωρίς μεγαλοστομίες και «κορώνες» αλλά με αποφασιστικότητα και αυτεπίγνωση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλέπε, Φάκελος: Επανάσταση του 1821, στο «Αντίβαρο» (http://www.antibaro.gr/article/1465).

2.Οι απόψεις και οι τάσεις, στις οποίος συγκλίνουν και εν πολλοίς συμπίπτουν «προοδευτικοί» εθνοαποδομητές και ορθόδοξοι ελληνομηδενιστές, εκτίθενται με παραστατικότητα και ενάργεια στο άρθρο του Γιώργου Καραμπελιά, Φανερή και…κρυφή γοητεία του νέο-Οθωμανισμού, (ηλεκτρονικό περιοδικό «Αντίβαρο» http://www.antibaro.gr/article/377. Βλ. και περιοδικό «Άρδην», τεύχος 73).

3.Φ. Κ. Βώρου, Δοκίμιο ανίχνευσης της διαμορφούμενης  κατά το 18ο αιώνα εθνικής συνείδησης των Ελλήνων στο έργο του Ρήγα Φεραίου – Βελεστινλή (αναβίωση των όρων αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων – Γραικών), Εισήγηση σε συνέδριο για το έργο του Ρήγα Βελεστινλή με πρωτοβουλία του  Δημητρίου Καραμπερόπουλου ως Προέδρου της Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών – Βελεστίνου – Ρήγα (http://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:http://www.voros.gr/ist/ar1005.doc)..

4.Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών,Η συνέχεια επί τρεις χιλιετίες των Ελλήνων (http://www.antibaro.gr/article/3041). Βλ. και Κυριάκου Κατσιμάνη, α) Η ελληνική συνείδηση κατά τους βυζαντινούς χρόνους («Φιλολογική», Απρίλιος-Ιούνιος 2011, τεύχος 115, σσ. 3-5 και «Αντίβαρο», http://www.antibaro.gr/article/3287), β) Η διαχρονικότητα της ελληνικής συνείδησης και η ψευδεπίγραφη ρωμαϊκότητα των Βυζαντινών («Θέματα Ελληνικής Ιστορίας», http://www.istorikathemata.com/2012/01/blog-post_07.html, και «Φιλολογική», Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2011, τεύχος 117, σσ. 3-6) και γ) Ονομάτων απελευθέρωσις. Έλληνες ή Ρωμιοί; — και πάλι! («24 γράμματα», http://www.24grammata.com/?p=27164 και «Φιλολογική», Απρίλιος-Ιούνιος 2012, τεύχος 119, σσ. 45-56).

5. In Απόστ. Ε. Βακαλόπουλου,Νέος ελληνισμός. Οι ρίζες, η καταγωγή των Ελλήνων και η διαμόρφωση του Έθνους, [1204 - μέσα 15ου αιώνα], Εκδ. Οίκος Αντωνίου Σταμούλη, 2008,σελ. 45.

6. Τα παραθέματα προέρχονται από το έργο του Μιχ. Περάνθη Ελληνική Πεζογραφία. Από την Άλωση ως σήμερα, 2η έκδοση, πρώτος τόμος, σσ. 241, 77 και 370, αντίστοιχα.

24grammata.com

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Οικονόμου Αντώνης (1785-1821) - Καπετάν Οικονόμου


Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στην Φιλική Εταιρεία, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.
  
Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μοραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Και είχε στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.

Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.

Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.


Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.

Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.
Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.

Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.

Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.

Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.

Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.
Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.
  
Κατά τους νεότερους χρόνους, εκείνος που κατ’ εξοχήν αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της μνήμης του μεγάλου επαναστάση και αγωνιστή, ήταν ο Δήμαρχος Ύδρας Αντώνιος Λιγνός, ο οποίος οργάνωσε και το ιστορικό αρχείο του νησιού. Τέλος, το 1988 στήθηκε μία γρανιτένια πέτρα με ένθετη την ανάγλυφη μορφή του Οικονόμου από την Ομοσπονδία Εκδρομικών Σωματείων Ελλάδας στη γέφυρα του Ξεριά Άργους, εκεί κοντά δηλαδή που δολοφονήθηκε. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Απριλίου 1988 παρουσία εκπροσώπων των Δήμων Ύδρας και Άργους, της Νομαρχίας Αργολίδας και πλήθους κόσμου.

Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Συνέδριο του Λάιμπαχ - Congress of Laibach

Το Συνέδριο του Λάιμπαχ, (ή Λάυμπαχ), ήταν ένα συνέδριο των κρατών μελών της Ιεράς Συμμαχίας που έλαβε χώρα από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 12 Μαΐου του 1821, στη πόλη Λάιμπαχ (σημερινή Λιουμπλιάνα), εξ ου και η ονομασία του.
Στο συνέδριο αυτό συμμετείχαν οι ίδιοι οι ηγεμόνες, ή εκπρόσωποι αυτών, της Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας και Γαλλίας, καθώς και της Αγγλίας που συμμετείχε ως παρατηρητής. Σκοπός του συνεδρίου αυτού ήταν η επίλυση διαφόρων προβλημάτων που είχαν ενσκήψει αμέσως μετά τους Ναπολεοντείους πολέμους και της διατήρησης των υφισταμένων καθεστώτων σε ειρηνική συνύπαρξη.


Ιστορικό:


Το Συνέδριο αυτό αποτελούσε στη πραγματικότητα συνέχεια του Συνεδρίου του Τρόππαου που είχε πραγματοποιηθεί στα τέλη του προηγούμενου έτους 1820, από τις ίδιες δυνάμεις, στο μανιφέστο του οποίου με ειδικό υπόμνημα του υπουργού εξωτερικών Κάσλριγκ (Castlereagh) της Αγγλίας (19 Ιανουαρίου 1821) είχε αμφισβητηθεί το δικαίωμα της πολιτικής των επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων στην καταστολή οποιουδήποτε επαναστατικού κινήματος.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας να επανέλθουν σε συνεδρίαση και να εξετάσουν τα νέα διεθνή δεδομένα όπως αυτά είχαν την εποχή εκείνη διαμορφωθεί όπως το επαναστατικό κίνημα που είχε εκραγεί (1 Ιανουαρίου του 1820) στην Ισπανία κατά του Βασιλιά Φερδινάνδου Ζ΄, σε ηγεμονίες της Ιταλίας και ειδικότερα με την επανάσταση της Νάπολης και την αιματηρή καταστολή της από τα αυστριακά στρατεύματα, κατά του Βασιλιά Φερδινάνδου του Α΄, καθώς και σε θύλακες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το Σερβικό ζήτημα, μέχρι τότε, αν και ήταν ήδη γνωστή και η ανταρσία του Αλή Πασά.).


Το Συνέδριο:


Για τη διάσκεψη του συνεδρίου αυτού οι Ηγεμόνες και αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συνέλθουν στη πόλη Λάιμπαχ, πρωτεύουσα του άλλοτε Δουκάτου της Καρνιόλα ή Κράινας, περίπου 70 χλμ. Α. της Τεργέστης, έτσι ώστε «οι σύνεδροι να βρίσκονται εγγύτερα των γεγονότων». Το συνέδριο ξεκίνησε στις 26 Ιανουαρίου του 1821 με την παρουσία του Αυτοκράτορα της Ρωσίας συνοδευόμενου υπό του υπουργού του επί των Εξωτερικών, του Ιωάννη Καποδίστρια (όπως φέρεται στην Ευρωπαϊκή ιστορία), του Αυτοκράτορα της Αυστρίας με την παρουσία και του Μέττερνιχ, ενώ η Πρωσία και η Γαλλία εκπροσωπούνταν με πληρεξούσιους. Τη δε Αγγλία εκπροσωπούσε ο πρέσβης της στη Βιέννη Λόρδος Στιούαρτ, χωρίς όμως με την απαραίτητη άδεια πληρεξούσιου, ο οποίος και συμμετείχε ως παρατηρητής.
Επίσης στο συνέδριο είχαν κληθεί και άλλοι μικρότεροι ηγεμόνες όπως μεταξύ άλλων ο Φερδινάνδος, Βασιλιάς της Νάπολης, και ο Δούκας της Μόντενα.
Στη διάρκεια του συνεδρίου με την άφιξή του ο Φερδινάνδος ανακάλεσε τον όρκο του προς το Σύνταγμα των επαναστατών. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια στις 2 Φεβρουαρίου (1821) η Αυστρία να διαθέσει 52.000 στρατό (υπό τον Φερδινάνδο Α΄) και να επέμβει δυναμικά στο Βασίλειο της Νάπολης το οποίο και κατέλαβε, ενώ παράλληλα εισέβαλε στο Πεδεμόντιο όπου και κατέστειλε και την εκεί εξέγερση.
Αρχικά το Συνέδριο αποδέχθηκε θετικά το γεγονός της εισβολής καθόσον ο Μέττερνιχ προσπαθούσε να επιβάλλει την αναγκαιότητα αυτή των επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων ως μόνο τρόπο της διασφάλισης της ειρήνης σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο και επ΄ αυτού πάσχιζε τη συναίνεση όλων των πλευρών που ουσιαστικά αντιστρατεύονταν την αγγλική άποψη για την οποία και δημιουργήθηκε έριδα μεταξύ Αγγλίας και Αυστρίας, ενώ το μέρος της Αυστρίας (που υποστήριζε ότι η επέμβασή της ήταν καθαρά δική της
αρμοδιότητα σύμφωνα με προηγούμενη συνθήκη του 1813), πήραν η Ρωσία και η Πρωσία, που ισχυρίστηκαν ότι τούτο ήταν σύμφωνο με την συνομολόγηση της Ιεράς Συμμαχίας.
Στο σημείο αυτό οι Ηγεμόνες της Ρωσίας, Αυστρίας και Πρωσίας εξέδωσαν διακοίνωση βασισμένη στο μανιφέστο του Τρόππαου περί ευρωπαϊκής συμμαχίας προς επέμβαση και καταστολή οποιασδήποτε επανάστασης. Προκειμένου όμως να δοθεί λύση στο όλο θέμα ο Τσάρος έδωσε εντολή στον υπουργό του να συντάξει και να αναγνώσει στο Συνέδριο δήλωση κατά την οποία ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας προσφέρεται να βοηθήσει δια των όπλων τους συμμάχους σε οποιαδήποτε νέα επανάσταση θα απειλούσε νέους κινδύνους.
Και ενώ προχωρούσαν οι διάφορες συζητήσεις επ' αυτού και εξετάζονταν οι διάφορες προτάσεις λύσης του ζητήματος της Νάπολης νέο απροσδόκητο γεγονός συντάραξε όλους όταν έφθασε στον Τσάρο στις 19 Μαρτίου επιστολή του Πρίγκιπα και μέχρι τότε στρατηγού του Αλέξανδρου Υψηλάντη που τον ενημέρωνε για την σχεδιαζόμενη υπ΄ αυτού ελληνική επανάσταση της οποίας είχε αναλάβει την αρχηγία δηλώνοντας ταυτόχρονα και την παραίτησή του από τις τάξεις του ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού.
Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να συνταράξει τους συνέδρους και να θεωρήσουν πλέον ότι οι επαναστάσεις που ήδη εκδηλώνονταν, Ισπανών, Ιταλών, Σέρβων και τώρα Ελλήνων είναι αλληλένδετες, και κατά την κρίση πάντα του Μέττερνιχ κινδυνεύουν εξ αυτών τα καθεστώτα, μη αντιλαμβανόμενος, ακόμη και τότε, την αναγκαιότητα της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των λαών, αντιτασσόμενος με κύριο αιτιολογικό ότι οι λαοί αυτοί είναι αγράμματοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συγκροτήσουν εύνομες χώρες. Μάλιστα για την σχεδιαζόμενη ελληνική επανάσταση φέρεται ο Μέτερνιχ να πέρασε την άποψη, πιθανώς έχοντας υπόψη ότι ο Υψηλάντης ήταν Ρώσος στρατηγός, ότι «αυτό δεν είναι εθνικό αλλά σατανικό μέσο που έχει σκοπό τη διατάραξη των αγαθών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας!»
Παρά ταύτα ο Τσάρος με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες που συνέβη κατά το στάδιο των εργασιών του συνεδρίου δήλωσε προς τον τότε Σουλτάνο ότι είναι ξένος προς την επανάσταση αυτή, διατηρεί μετ΄ αυτού τη συμμαχία και στη συνέχεια αποκήρυξε τον Υψηλάντη δίνοντας εντολή στον Καποδίστρια να ενημερώσει εγγράφως σχετικά τον Υψηλάντη.
Διακοίνωση Συνεδρίου:


Τελικά το συνέδριο έληξε στις 12 Μαΐου του 1821. Στη δε εκδοθείσα διακοίνωση που ακολούθησε μετά το πέρας των εργασιών του με την αυτή ημερομηνία αναφέρονταν ρητά ότι:
Οι Ηγεμόνες διαδήλωσαν ότι θεωρούν νομικώς άκυρον και αποκηρυκτέαν παρά των αρχών του Δημοσίου Δικαίου της Ευρώπης, πάσαν υποτιθέμενην μεταρρύθμισιν πραγματοποιουμένην δια κινήματος ή ανοικτής βίας.
Σύμφωνα με τη διακοίνωση αποφασίστηκε στη κυριολεξία η πάταξη κάθε λαϊκού κινήματος στρεφόμενου κατά της τότε έννομης πολιτειακής τάξης. Σημειώνεται ότι το κείμενο της Διακήρυξης δεν υπέγραψαν η Γαλλία και η Αγγλία προκειμένου να μελετηθεί αυτή από τις κυβερνήσεις τους.


Παρατηρήσεις:


Το Συνέδριο του Λάιμπαχ αποτέλεσε καμπή στην ιστορία των Διεθνών Σχέσεων των χωρών της Ευρώπης με δεδομένο την ελεύθερη πλέον επέμβαση ξένων δυνάμεων σε επίλυση εσωτερικών ζητημάτων άλλων χωρών, ενώ ταυτόχρονα προσδιορίζονταν και οι πρώτες σφαίρες επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ιστορικά όμως παρότι η απόφαση - διακοίνωση του Συμβουλίου υιοθέτησε την αυστριακή πολιτική στην πραγματικότητα με τη μη προσυπογραφή της από την Γαλλία και Αγγλία η ημερομηνία λήξης του συνεδρίου αποτελεί και τη λήξη της Ιεράς Συμμαχίας. Από τις 12 Μαΐου του 1821 ουδέποτε πλέον θα γίνει λόγος περί της συνθήκης της σύστασής της και κάθε φορά νέες συνθήκες θα ορίζουν τις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων σχέσεις.
Αναμφισβήτητα κυρίαρχο πρόσωπο των εξελίξεων που συνέβησαν στη διάρκεια του Συνεδρίου ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ο οποίος αντίθετα απ΄ ότι πολλοί θα πίστευαν, ανακοίνωσε την επιχειρούμενη δράση του απ΄ ευθείας στο ανώτερο διεθνές στην εποχή εκείνη ευρωπαϊκό όργανο, θέτοντας το όλο θέμα σε απ΄ ευθείας αντίληψη των συνέδρων αν όχι εξέταση. Επ' αυτού δεν άργησε να φανεί τελικά η σύμπραξη των Δυνάμεων, ίσως στο πιο κρίσιμο σημείο του Αγώνα, η σωτήρια Ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Του Συνεδρίου αυτού ακολούθησε τον αμέσως επόμενο χρόνο το Συνέδριο της Βερόνας όπου μεταξύ των κυρίων ζητημάτων του ήταν η ελληνική επανάσταση. Μεταξύ των δύο αυτών συνεδρίων είχε μεσολαβήσει (τον Ιούνιο του 1822) ρωσική Διακοίνωση προς την Αγγλία και την Αυστρία σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


[Στα απομνημονεύματά του ο  Μέττερνιχ, ειδικότερα για τη στάση που τήρησε στη διάρκεια του Συνεδρίου γράφει σχετικά:
«Ουδέποτα υπήρξα ευτυχέστερος παρά τώρα, διότι κατά τις παρούσες περιστάσεις ευρίσκομαι εις την ηλικίαν του λόγου και της ωριμότητος και είμαι βέβαιος ότι δεν πλανώμαι... Το πρώτον ήδη από τριακονταετίας κακόν καταπολεμήθη (εννοώντας τις φιλελεύθερες ιδέες), το οποίον ακριβώς επαρουσίαζον εις την ανρωπίνην ασθένειαν ως το πολυτιμότερον των αγαθών».
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θεωρούσε ο Μέττερνιχ τον εαυτό του ευτυχή, την εποχή εκείνη, ήταν όπως πίστευε ό ίδιος ότι είχε πείσει τον Τσάρο ν΄ ασπαστεί την πολιτική του γραμμή χαρακτηρίζοντας την εξέγερση των Ελλήνων ως προϊόν αναρχικών και ανατρεπτικών αρχών που είχαν διαδοθεί εκείνη την εποχή. Μάλιστα διαβλέποντας τις συμπάθειες που είχε προς τους Έλληνες είχε φθάσει στο σημείο να τον εξορκίσει να μη θέσει σε κίνδυνο αυτά που απέκτησαν το 1815, με τη συγκρότηση της Ιεράς Συμμαχίας.
Απ΄ ότι όμως αποδείχθηκε στη συνέχεια ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Α΄ όχι μόνο δεν είχε αποδεχθεί την διά του Μέττερνιχ αυστριακή πολιτική, αλλά αντίθετα, με την πρώτη ευκαιρία κινήθηκε ενάντια προς αυτή]


Πηγές:


Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ. ΙΕ΄, σελ.712.
Εμμ. Ρούκουνας "Διπλωματική Ιστορία 19ος Αιών" Αθήναι 1975, σελ.46-47 (Συνέδριο Λάυμπαχ Σερβίας)
Π. Χατζής "Γενική Ιστορία" Αθήναι 1957, σελ.309.
Γ. Ασπρέας "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος" Αθήναι 1963, τομ. 1ος, σελ.19.
Χαραλ. Νικολάου "Διεθνείς Συνθήκες" Αθήνα 1966 σελ.69-70. (Συνέδριο Λάυμπαχ)


wikipedia