Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ύδρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ύδρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Οικονόμου Αντώνης (1785-1821) - Καπετάν Οικονόμου


Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στην Φιλική Εταιρεία, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.
  
Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μοραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Και είχε στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.

Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.

Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.


Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.

Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.
Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.

Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.

Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.

Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.

Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.
Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.
  
Κατά τους νεότερους χρόνους, εκείνος που κατ’ εξοχήν αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της μνήμης του μεγάλου επαναστάση και αγωνιστή, ήταν ο Δήμαρχος Ύδρας Αντώνιος Λιγνός, ο οποίος οργάνωσε και το ιστορικό αρχείο του νησιού. Τέλος, το 1988 στήθηκε μία γρανιτένια πέτρα με ένθετη την ανάγλυφη μορφή του Οικονόμου από την Ομοσπονδία Εκδρομικών Σωματείων Ελλάδας στη γέφυρα του Ξεριά Άργους, εκεί κοντά δηλαδή που δολοφονήθηκε. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Απριλίου 1988 παρουσία εκπροσώπων των Δήμων Ύδρας και Άργους, της Νομαρχίας Αργολίδας και πλήθους κόσμου.

Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Η Υδρα που ακόμη δακρύζει...Τα κλεμμένα κανόνια της ναυαρχίδας του Μιαούλη

Ένα μεγάλο ζήτημα που έμεινε ανοιχτό ως τις μέρες μας μετά τη λήξη του Β Δ Παγκοσμίου Πολέμου είναι η απόδοση των πολιτιστικών αγαθών στις χώρες που λεηλατήθηκαν από τις δυνάμεις του Άξονα  Σε αυτά συγκαταλέγονται έργα τέχνης, αρχαιότητες, σπάνια βιβλία, λειτουργικά και λατρευτικά σκεύη, ακόμη και αρχεία. Πλην των τελευταίων που ανήκουν στις ισραηλιτικές κοινότητες της χώρας μας και μεταφέρθηκαν στη Μόσχα από τα ρωσικά στρατεύματα όταν αυτά εισέβαλαν στο Βερολίνο, τον επαναπατρισμό των οποίων σταθερά διεκδικεί η Ελλάδα τα τελευταία δέκα χρόνια, κατεγράφησαν εκατοντάδες αρχαιότητες που αφαιρέθηκαν διά της βίας από τα ελληνικά μουσεία, ή υπήρξαν αποτέλεσμα παράνομων ανασκαφών των «αρχαιόφιλων» γερμανών αξιωματικών. Πολύ λίγες δυστυχώς επέστρεψαν στον τόπο μας. Ανάμεσα στα νεώτερα μνημεία που χάθηκαν για πάντα συγκαταλέγονται και τα ιστορικά κανόνια της ναυαρχίδας του Ανδρέα Μιαούλη που υψώνονταν περήφανα στο λιμάνι της Υδρας επί έναν αιώνα. 
Φωτογραφία από την εποχή του Μεσοπολέμου.
Αξιωματικοί του Ναυτικού φωτογραφίζονται πέριξ του βάθρου όπου ήσαν τοποθετημένα τα ιστορικά κανόνια της ναυαρχίδας του Μιαούλη


Πρώτη φορά μνεία του γεγονότος κλοπής «των ιστορικών κανονίων της ενδόξου Ναυαρχίδας του αειμνήστου Ναυάρχου Μιαούλη» γίνεται στις 5 Αυγούστου 1948. Ο τότε διευθυντής Οικονομικών Υποθέσεων ΥΠΕΞ, πρέσβης Αθ. Πολίτης, με έγγραφό του προς την πρεσβεία της Ρώμης διαβίβαζε το αίτημα της « εν Αθήναις Αδελφότητος των Υδραίων» σημειώνοντας: « Καίτοι το αίτημα τούτο υποβάλλεται μετά την πάροδον της υπό της Συνθήκης Ειρήνης μετά της Ιταλίας προβλεπομένης προθεσμίας, βασιζόμενοι εις την διά του υπ΄ αριθμόν 2886 από 6.5.1948 εγγράφου υμών αναφερομένην σχετικήν παρ΄ υμών επιφύλαξιν κατά την υποβολήν εις την Ιταλικήν Κυβέρνησιν του πίνακος αποδόσεων των εξ Ελλάδος αρχαιολογικών θησαυρών, περί ενδεχομένης περαιτέρω συμπληρώσεως τούτου, παρακαλούμεν υμάς όπως ευαρεστούμενοι συμπεριλάβητε εις τούτον και το ως άνω αίτημα, γνωρίζοντες ημάς σχετικώς» (ΑΠ 7515). Την πρωτοβουλία των Υδραίων είχαν ενθαρρύνει δημοσιεύματα της εποχής που έφεραν τον καθηγητή Σπ. Μαρινάτο να έχει ανακαλύψει « εις το εν Γκρατς της Αυστρίας Μουσείον Ελληνικάς αρχαιότητας αρπαγείσας κατά την κατοχήν των Γερμανών εκ Κρήτης» (ΑΠ 34, 29 Ιουλίου 1948). Στο ίδιο έγγραφο που υπέγραφαν ο πρόεδρος Γκ. Κουλούρας και ο γενικός γραμματέας της Αδελφότητας Ι. Σαχίνης περιγραφόταν ως εξής ο πολυπόθητος θησαυρός που κοσμούσε το απέριττου κάλλους βραχώδες νησί: «Εν Υδρα και επί ωραίου μαρμαρίνου βάθρου εις την τοποθεσίαν Περίπτερον, ήσαν εστημένα από πολλού τα κανόνια του ενδόξου Ναυάρχου του 1821 Ανδρέου Μιαούλη. Τα κανόνια αυτά κατά γενικήν ομολογίαν των κατοίκων, ως και του Δημάρχου Υδρας κ. Αντ. Λιγνού, όστις τυγχάνει και Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Υδρας, αφηρπάγησαν κατά το διάστημα της κατοχής υπό των Ιταλών και μετεφέρθησαν εις Γένουαν». Και συνέχιζε το ίδιο έγγραφο: «Επειδή τα ιερά αυτά κειμήλια του 1821 εάν δεν επιστραφούν θα είναι από ιστορικής απόψεως μεγάλη απώλεια διά την Ελλάδα, θερμώς παρακαλούμεν όπως εν τη αρμοδιότητι Υμών διατάξητε τον εν Γενούη Ελληνα Πρόξενον,να προβή εις σχετικάς ερεύνας και καταλλήλους ενεργείας διά την εξεύρεσιν και επιστροφήν αυτών εις την Ελλάδα. Η τοποθέτησις των ιστορικών τούτων κειμηλίων επί του ισταμένου ήδη κενού βάθρου εν Υδρα ενέχει μεγάλην σημασίαν, διότι εκτός των άλλων ιστορικών λόγων θα υπενθυμίζουν εις τους επισκεπτομένους την νήσον τους ηρωϊκούς αγώνας και τας θυσίας τας οποίας ο ιερός αυτός Βράχος προσέφερεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.Εν εναντία περιπτώσει πρέπει καταλλήλως να εξακριβωθή τί απέγιναν τα κανόνια αυτά διά να το γνωρίζη η Ιστορία και να στιγματίση καταλλήλως τους εκτελεστάς μιας τοιαύτης πράξεως». 

Πράγματι, στις 25 Αυγούστου 1948 η πρεσβεία της Ρώμης θα απευθύνει εν είδει ρηματικής διακοινώσεως προς τον υπουργό Αμυνας της Ιταλίας Ραντόλφο Πακιάρντι το ελληνικό αίτημα περί επιστροφής των πολυβόλων στον ιστορικό Δήμο της Υδρας. Επί μία οκταετία όμως το θέμα θα παραμείνει σε εκκρεμότητα. Τον Νοέμβριο του 1955 ο Δήμος Υδρας θα επανέλθει με νέο αίτημα προς την πρεσβεία της Ρώμης: « Εχομεν την τιμήν να φέρωμεν εις γνώσιν υμών ότι,οι Ιταλοί κατά το ψυχορράγημά των το 1943 ελαφυραγώγησαν τα κανόνια της ναυαρχίδος του θαλασσαετού Ανδρέα Μιαούλη διά να τα διοχετεύσουν εις τα γερμανικά χυτήρια.Φημολογείται ότι ταύτα ευρίσκονται εις την Ιταλίαν και μάλιστα εις την Τζένοβαν και ότι οι Γερμανοί δεν μετέφεραν ταύτα εις τα χυτήριά των.Υποβάλλομεν την θερμήν παράκλησιν όπως μετά την εξακρίβωσιν της αληθείας περί της τύχης αυτών να τύχωμεν της απαντήσεως υμών, εάν δε ευρίσκονται εκεί να φροντίσωμεν διά την μεταφοράν και τοποθέτησιν αυτών επί του βάθρου αυτών το οποίον επί τόσον χρόνον τα προσμένει». 

Σε σύντομο σχετικά διάστημα, στις 26 Ιανουαρίου 1956 ο πρέσβης Α. Ι. Αργυρόπουλος ενημέρωνε για την «άνευ θετικού αποτελέσματος έρευνα του παρ΄ ημίν Στρατιωτικού Ακολούθου:“Αν και συνεχίζεται η σχετική προσπάθεια είναι δυστυχώς αμφίβολον εάν, μετά πάροδον 15ετίας θέλει αύτη ευοδωθή τοσούτω μάλλον καθόσον ουδεμίαν ηδυνήθημεν να παράσχωμεν πληροφορίαν περί των συνθηκών υφ΄ ας αφηρέθησαν τα εν λόγω πυροβόλα,των ενεχομένων εις την αφαίρεσιν προσώπων, της πηγής της πληροφορίας ότι ταύτα μετεφέρθησαν εις Γενούην κ.λ.π.». (ΑΠ 186) Είναι γεγονός πως σε άλλο έγγραφο του ιδίου φακέλου με τίτλο «Κλαπείσες Αρχαιότητες», ο Αργυρόπουλος επεσήμαινε το 1955 ότι « η επταετής σιγή των ελληνικών αρχαιολογικών υπηρεσιών έσχεν ως μοιραίον αποτέλεσμα την άδικον αποστέρησιν της Ελλάδος από τα ωφελήματα του σχετικού άρθρου της Συνθήκης Ειρήνης» (ΑΠ 3133 «Περί απαχθεισών αρχαιοτήτων», 22.8.1955). 

Εν τω μεταξύ, στάχτη στα μάτια επιχειρούσε το ιταλικό ΓΕΣ, που με έγγραφό του ενημέρωνε τον στρατιωτικό ακόλουθο στη Ρώμη, ταξίαρχο Δασκαλόπουλο, ότι « επειδή αι διενεργηθείσαι εν Γενούη αναζητήσεις απέβησαν άκαρποι, εζητήθη όπως ερευνήσουν σχετικώς και αι στρατιωτικαί αρχαί της Αλεσσάντρια» (σημ. εκεί ανήκε η Διεύθυνση Πυροβολικού). Κατέληγε δε: « Μολονότι φοβούμαι ως έχουν σήμερον τα πράγματα ότι δεν θα κατορθωθή η ανεύρεσις των κειμηλίων,αι έρευναι συνεχίζονται...». (ΑΠ 1770/ΑΝ, 19 Ιανουαρίου 1956) 

Τελευταία προσπάθεια για την ανεύρεση των πολυβόλων θα γίνει από το Ναυτικό Μουσείο Ελλάδας δύο χρόνια μετά, στις 2 Αυγούστου 1958 (ΑΠ 4714 94), αλλά δυστυχώς χωρίς να λάβει καμία απάντηση. Για την Υδρα, οι περιγραφές που διαθέτουμε από ξένους περιηγητές από τον 19ο αιώνα ήδη είναι ποικίλες αλλά εξίσου γλαφυρές: από τον Λαμαρτίνο και τον Γκαλτ ως τον Πουκεβίλ και στις μέρες μας τον Τιερί Μονιέ, γάλλο δημοσιογράφο που πέθανε πρόσφατα, όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο και φιλόξενο λιμάνι με χωρητικότητα 375 τόνων (κατά τον Πουκεβίλ το 1813). Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Μονιέ που έγραψε το 1962: «Η Υδρα υπήρξε το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας γύρω στα 1800.Σήμερα έχει πια μόνο τέσσερις χιλιάδες κατοίκους και μερικές γειτονιές της είναι ερειπωμένες. O μως φοράει ακόμα τα στολίδια της παλιάς της δόξας.Τα διακοσίων ετών κανόνια φρουρούν κατά δωδεκάδες τις άκρες του λιμανιού με τη μπούκα στραμμένη προς τον εχθρό που είναι ενδεχόμενο να έρθει από τη θάλασσα». Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι ο « εχθρός που ήλθε από τη θάλασσα» οδήγησε τα στολίδια της Υδρας στα χυτήρια της Γερμανίας. 

Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών. 

Αρχαιότητες που χάθηκαν(;) 
Η χώρα μας είναι ίσως εκείνη που λεηλατήθηκε περισσότερο από κάθε ευρωπαϊκή χώρα που βρέθηκε στη ζώνη κατοχής του Άξονα  Η Ενωμένη Ευρώπη, όμως, που πασχίζει για κοινότητα στόχων και ενιαία πολιτιστική ταυτότητα και κληρονομιά, θα έπρεπε να δείχνει μεγαλύτερη ειλικρίνεια και, βεβαίως, διάθεση να αποκαταστήσει τις πληγές του παρελθόντος. Η έκθεση που συνετάγη το 1946 από το υπουργείο Παιδείας με τίτλο « Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής» εκπλήσσει με τον αριθμό όσων μνημείων της κλασικής αρχαιότητας και των βυζαντινών χρόνων καταγράφονται, να έχουν κλαπεί ή καταστραφεί. Ελάχιστα έκτοτε αποδόθηκαν.

Ένα όμως επιπλέον ζήτημα για τη χώρα μας παραμένει εκείνο του επαναπατρισμού των αρχείων των ισραηλιτικών κοινοτήτων τα οποία μετά τη λήξη του πολέμου και για 60 χρόνια φυλάσσονταν στα λεγόμενα « Οssobeni Αrchivi» («Ειδικά Αρχεία») στη Μόσχα. Και είναι λυπηρό πως, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν τέσσερις επί σειρά υπουργοί Εξωτερικών της χώρας μας, με πρώτον τον κ. Θ. Πάγκαλο το 1996, τα αρχεία μας δεν επεστράφησαν. Ενα τόσο απλό, τόσο δίκαιο αίτημα, αλλά με τεράστια ηθική σημασία για τη χώρα μας, παραμένει στις ρωσικές καλένδες « υπό διερεύνηση» τη στιγμή κατά την οποία ένοχα για τη στάση τους κράτη την περίοδο του πολέμου πήραν απάντηση από τη βραδύνουσα ρωσική γραφειοκρατία προ πολλού ήδη.

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΤΟΜΑΗ
http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=258287