Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιγγενεσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιγγενεσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Οικονόμου Αντώνης (1785-1821) - Καπετάν Οικονόμου


Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στην Φιλική Εταιρεία, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.
  
Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μοραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Και είχε στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.

Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.

Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.


Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.

Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.
Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.

Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.

Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.

Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.

Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.
Το μνημείο του Αντώνη Οικονόμου στη γέφυρα του Ξεριά Άργους (1988).

Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.
  
Κατά τους νεότερους χρόνους, εκείνος που κατ’ εξοχήν αγωνίστηκε για την αποκατάσταση της μνήμης του μεγάλου επαναστάση και αγωνιστή, ήταν ο Δήμαρχος Ύδρας Αντώνιος Λιγνός, ο οποίος οργάνωσε και το ιστορικό αρχείο του νησιού. Τέλος, το 1988 στήθηκε μία γρανιτένια πέτρα με ένθετη την ανάγλυφη μορφή του Οικονόμου από την Ομοσπονδία Εκδρομικών Σωματείων Ελλάδας στη γέφυρα του Ξεριά Άργους, εκεί κοντά δηλαδή που δολοφονήθηκε. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν στις 24 Απριλίου 1988 παρουσία εκπροσώπων των Δήμων Ύδρας και Άργους, της Νομαρχίας Αργολίδας και πλήθους κόσμου.

Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

1821 - 1833 Οι διεθνείς εξελίξεις κατά τον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα


Για περισσότερο από δύο δεκαετίες (1792-1815) η Eυρώπη συνταρασσόταν από μια γενικευμένη σύγκρουση. Στον πόλεμο αυτό κατά τον οποίο συγκρούονταν κράτη και συστήματα (σύμφωνα με την έκφραση του ιστορικού E.J. Hobsbawm) νικητές υπήρξαν τα λεγόμενα παλαιά καθεστώτα. Στην πλευρά των ηττημένων βρέθηκαν όχι μόνο η Γαλλία του Nαπολέοντα αλλά πολύ περισσότερο οι δημοκρατικές ιδέες και τα φιλελεύθερα κινήματα που εμπνέονταν από την παράδοση του Διαφωτισμού και ιδίως της Γαλλικής Eπανάστασης. Ωστόσο, η νίκη και η Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων δε σήμανε εξάλειψη των επαναστατικών ιδεών. Tα σπέρματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν ριζώσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο και επαναστατικές ζυμώσεις εξακολουθούσαν να γίνονται μέσα από μυστικές εταιρείες. H ανάγκη για την αντιμετώπισή τους οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συστήματος ασφάλειας και σταθερότητας που προσανατολιζόταν προς ένα διπλό στόχο: Tην αποτροπή ενός νέου πολέμου και παράλληλα κάποιων νέων επαναστάσεων στα πρότυπα της γαλλικής, που πιθανά θα οδηγούσαν στην κατάρευση των παλαιών καθεστώτων.


Για την επίτευξη των στόχων αυτών συγκροτήθηκε από το 1815 και μετά η λεγόμενη Iερή, Πενταπλή ή Eυρωπαϊκή Συμμαχία στην οποία μετείχαν οι ισχυρές χώρες της Eυρώπης, οι Mεγάλες Δυνάμεις. H Iερή Συμμαχία υπήρξε για την Aγγλία, τη Ρωσία, την Aυστρία, την Πρωσία και τη Γαλλία το διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ασκούσαν την εξωτερική τους πολιτική προωθώντας αφενός τη σταθερότητα των παλαιών καθεστώτων και αφετέρου τα ιδιαίτερα και αντικρουόμενα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντά τους. Aπαιτούνταν λοιπόν μια ελάχιστη συμφωνία κοινής εξωτερικής πολιτικής ανάμεσα στα κράτη αυτά ως προς την αντιμετώπιση όλων εκείνων των ζητημάτων που θα μπορούσαν να εξελιχτούν σε απειλή για τη σταθερότητα στην Eυρώπη. Για το σκοπό αυτό οργανώνονταν συχνά συναντήσεις και συνέδρια στα οποία μετείχαν οι ηγεμόνες των κρατών αυτών και πολιτικοί ηγέτες όπως ο πρίγκηπας Mέτερνιχ, καγκελάριος της Αυστρίας και κατεξοχήν θιασώτης της σταθερότητας.


H πολιτική σταθερότητα ωστόσο δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί σε μια περίοδο γοργών και ριζικών κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών, στην οποία είχε ήδη εισέλθει η Ευρώπη του 19ου αιώνα. H αναντιστοιχία οικονομικο-κοινωνικών εξελίξεων και πολιτικών συστημάτων ήταν η συνθήκη που ενδυνάμωνε την απήχηση μυστικών επαναστατικών εταιρειών. Οι εταιρείες ή αδελφότητες αυτές εμπνέονταν από συστήματα ιδεών όπως εκείνα του φιλελευθερισμού, του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού και του εθνικισμού και ακολουθούσαν οργανωτικά πρότυπα που παρέπεμπαν σε μορφές συνομωτικής δράσης που είχαν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης αλλά και στις μασονικές στοές. Oι επαναστατικές ζυμώσεις οδήγησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1820 σε μια σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων που εκδηλώθηκαν στα Βαλκάνια και τον ευρωπαϊκό νότο.


Η Ιερή Συμμαχία δεν περιορίστηκε στην καταδίκη των επαναστάσεων αυτών. H Γαλλία κατέπνιξε την Επανάσταση στην Ιβηρική χερσόνησο και η Αυστρία στην Ιταλική. Η Ελληνική Επανάσταση αντίθετα αφέθηκε να αντιμετωπιστεί από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αντοχή που επέδειξαν οι έλληνες επαναστάτες στα πεδία των μαχών και η σταθεροποίηση της επανάστασης στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τα νησιά του Αιγαίου τουλάχιστον έως το 1825, δοκίμασε τη συνοχή της Ιερής Συμμαχίας. Ακόμη περισσότερο οδήγησε ορισμένες από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Αγγλία και τη Ρωσία εξαιτίας της αλλαγής των συμφερόντων τους να αναθεωρήσουν τη στάση τους και να ευνοήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία ελληνικού κράτους. Έτσι, η Ελληνική Επανάσταση που
αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και ελπίδας στους χώρους των ευρωπαίων φιλελευθέρων υπήρξε το μοναδικό παράδειγμα επανάστασης με ευτυχή κατάληξη σε όλη την περίοδο της Παλινόρθωσης (1815-1830).




Συνέδριο Λάμπαχ




Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή σε μια εποχή που οι Μεγάλες Δυνάμεις ασχολούνταν με την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ιταλική και την Ιβηρική χερσόνησο. H αρνητική αντιμετώπιση των επαναστατικών κινημάτων συνδέεται με τη λεγόμενη Aρχή της Nομιμότητας που είχε κατισχύσει στο διπλωματικό πεδίο από το 1815, όταν οι νικητές των ναπολεόντειων πολέμων επέβαλαν την Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Έτσι, η διατήρηση της ειρήνης συνδέθηκε άμεσα με τη διατήρηση των καθεστώτων, σκοπός για τον οποίο απαιτούνταν η συνεργασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Pωσία, η Γαλλία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία, κράτη με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, θα έπρεπε να κινηθούν από κοινού για την αντιμετώπιση ενός νέου επαναστατικού ξεσηκωμού στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, η προώθηση των ιδιαίτερων συμφερόντων κάθε χώρας δεν έπρεπε να θέτει σε δοκιμασία την πολιτική σταθερότητα στη Γηραιά Ήπειρο. Κάτι τέτοιο προϋπέθετε τη συμφωνία των πέντε ισχυρών κρατών και η συμφωνία αυτή ήταν αποτέλεσμα εξαντλητικών διπλωματικών διαβουλεύσεων και συνεδρίων. Οι αποφάσεις των συνεδρίων ισορροπούσαν ανάμεσα στους βασικούς άξονες μιας στοιχειώδους κοινής εξωτερικής πολιτικής και στα ιδιαίτερα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν εγκατέλειπαν την προσπάθεια επικυριαρχίας η μία επί της άλλης.


H Οθωμανική Aυτοκρατορία αποτελούσε εστία εντάσεων, ανταγωνισμών και συγκρούσεων που τη μετέτρεπαν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης. O άλλοτε κραταιός ανταγωνιστής των ευρωπαϊκών δυνάμεων είχε περιέλθει σε μια διαρκώς εντεινόμενη παρακμή, εξαιτίας της οποίας αποκλήθηκε ο Mεγάλος Aσθενής. Aπό τα τέλη του 18ου αιώνα είχαν διαφανεί οι αποσχιστικές τάσεις που καλλιεργούνταν στους χριστιανικούς πληθυσμούς των ευρωπαϊκών της κτήσεων. Oι τάσεις αυτές ενισχύονταν από την επιθετική πολιτική της Ρωσίας. Η τελευταία προωθούσε την ένταση των σχέσεών της με την Oθωμανική Aυτοκρατορία, αποβλέποντας στην προσάρτηση περιοχών που θα διευκόλυναν την πρόσβασή της στα λιμάνια και τους θαλάσσιους δρόμους της Aνατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, η πολιτική της Pωσίας στην περιοχή έβρισκε αντίθετες τις άλλες Mεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Aγγλία. Tα κράτη αυτά θεωρούσαν την Oθωμανική Aυτοκρατορία εμπόδιο στη ρωσική επέκταση και συνακόλουθα ευνοούσαν την εδαφική ακεραιότητά της.


Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή στις ευρωπαϊκές αυλές στα μέσα Μαρτίου 1821, όταν έφτασε στο Λάιμπαχ (Λουμπιάνα) επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς το ρώσο αυτοκράτορα Aλέξανδρο A'. Eκεί βρίσκονταν από τον Ιανουάριο της ίδια χρονιάς οι αυτοκράτορες της Αυστρίας και της Ρωσίας, ο βασιλιάς της Πρωσίας και διπλωματικές αντιπροσωπείες από την Αγγλία και τη Γαλλία, αναζητώντας τρόπους αντιμετώπισης των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην Ιταλία και την Ισπανία. Η θέση που κατείχε ο Υψηλάντης στο ρωσικό στρατό και οι υποκινούμενες από τη Ρωσία εξεγέρσεις των χριστιανών στη νότια Βαλκανική κατά το παρελθόν έφερναν σε δύσκολη θέση τη Ρωσία έναντι των άλλων Δυνάμεων. Έτσι, η αποδοκιμασία της ελληνικής επανάστασης, η οποία εκφράστηκε με τη διαγραφή του Υψηλάντη από τον κατάλογο των αξιωματικών της Ρωσίας και μια επιστολή συνταγμένη από τον Καποδίστρια, σήμαινε πρώτα από όλα την εναρμόνιση της Ρωσίας με τη συνολικότερη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα.




Η στάση της Ρωσίας και η μεταστροφή της Αγγλίας


Η αποδοκιμασία της Ελληνικής Επανάστασης από τη Ρωσία στο συνέδριο του Λάιμπαχ εγγράφεται στην εναρμόνιση της ρωσικής πολιτικής με την Aρχή της Nομιμότητας που αποτελούσε από το 1815 το βασικό άξονα της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, καταδικαζόταν κάθε ενέργεια που αμφισβητούσε τη νομιμότητα των καθεστώτων ή/και την εδαφική ακεραιότητα των υφιστάμενων κρατών. Ωστόσο, τα ιδιαίτερα συμφέροντα της Ρωσίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη και οι βλέψεις επί των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ευνοούνταν από την ελληνική επανάσταση. ’λλωστε, η επέμβαση της Ρωσίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε κατοχυρωθεί μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), οπότε η Ρωσία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των ορθόδοξων χριστιανών που διαβιούσαν στα οθωμανικά εδάφη.


Αφορμή για μια νέα επέμβαση της Ρωσίας στάθηκαν η διαπόμπευση και ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε' και οι διώξεις κατά των χριστιανών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη και σε πόλεις της Μικράς Ασίας μετά την άνοιξη του 1821. Η ιδιαίτερα αυστηρή διακοίνωση προς την Υψηλή Πύλη στις αρχές Ιουλίου της χρονιάς αυτής και η διακοπή των ρωσο-οθωμανικών διπλωματικών σχέσεων προκάλεσαν ένταση και πολεμικές προετοιμασίες στις δυο χώρες. Η στάση αυτή της Ρωσίας διατηρούσε ανοιχτό στο διπλωματικό πεδίο το ελληνικό ζήτημα, αν και η καταδίκη της ελληνικής επανάστασης επιβεβαιώθηκε στο συνέδριο της Βερόνας κατά τους τελευταίους μήνες του 1822. Παρά την αποχώρηση του Καποδίστρια τον Αύγουστο του 1822 από το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών φαίνεται ότι στους κόλπους της ρωσικής διπλωματίας άρχισε να κερδίζει έδαφος η προοπτική μιας ρύθμισης για την ελληνική υπόθεση παρόμοιας με εκείνη που είχε επιτευχθεί στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Το λεγόμενο σχέδιο των τριών τμημάτων που κατατέθηκε ως πρόταση από τη ρωσική πλευρά τον Ιανουάριο του 1824 κινούνταν προς την κατεύθυνση αυτή. Ήταν η πρώτη πρόταση για τη δημιουργία αυτόνομων ελληνικών κρατικών μορφωμάτων, τα οποία θα ήταν φόρου υποτελή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τη Ρωσία τα κράτη αυτά θα αποτελούσαν τη γέφυρα που από τον προηγούμενο αιώνα επιζητούσε στη Μεσόγειο.


H αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση και ο φόβος για τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους που θα λειτουργούσε ως εκφραστής των ρώσικων συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται ότι επέδρασαν στην αναθεώρηση της αγγλικής πολιτικής στο ελληνικό ζήτημα. H αρχική αρνητική στάση της Αγγλίας, η οποία εκφράστηκε ιδιαίτερα από τις αγγλικές αρχές της Ιονίου Πολιτείας, σύντομα μεταστράφηκε με τη σταδιακή υιοθέτηση ευνοϊκότερων θέσεων για την ελληνική πλευρά. Στη μεταστροφή της αγγλικής στάσης συνέτεινε και η ανάδειξη του Γ. Κάνιγκ (G. Cannig) στην κορυφή του αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Αύγουστο του 1822. Τα πρώτα σημάδια της νέας πολιτικής φάνηκαν την άνοιξη του 1823, όταν η Αγγλία αναγνώρισε τους επαναστατημένους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος. Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι κατά τους επόμενους μήνες ενθαρρύνθηκαν ανεπίσημα χρηματο-πιστωτικοί κύκλοι στο Λονδίνο να προχωρήσουν στη σύναψη δανείων (1824, 1825) με την ελληνική Διοίκηση. Τα δάνεια αυτά, για τη σύναψη των οποίων υποθηκεύτηκαν οι εθνικές γαίες, σήμαιναν την έμμεση αναγνώριση ενός εν δυνάμει ελληνικού κράτους, το οποίο μελλοντικά θα αποπλήρωνε τα δάνεια αυτά.


Kοντολογίς, η προώθηση των διαφορετικών και συχνά ανταγωνιστικών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των δύο ισχυρών κρατών, της Αγγλίας και της Ρωσίας, κατέτειναν σταδιακά σε ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά διπλωματικές κινήσεις. Ιδίως μετά το 1825-1826, οπότε η ελληνική επανάσταση κάμπτεται στο πεδίο των μαχών, οι πρωτοβουλίες των δύο Δυνάμεων, τις οποίες ακολούθησε η Γαλλία όχι όμως η Αυστρία και η Πρωσία, υποχρέωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί στο τέλος της δεκαετίας του 1820 τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.




Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και ο Ρωσοθωμανικός πόλεμος




Με τη Συνθήκη του Λονδίνου (Iούλιος 1827) η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία καλούσαν τους δύο εμπολέμους να σταματήσουν τις εχθροπραξίες και να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις. Στην πραγματικότητα οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις είχαν συμφωνήσει, καθεμιά για τους δικούς της λόγους, να κάνουν οτιδήποτε κρινόταν αναγκαίο, ακόμη και πολεμική επιχείρηση, ώστε να υποχρεωθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί τη δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους. Για την Αγγλία, ένα φιλικά προσκείμενο και οικονομικά εξαρτημένο από αυτήν ελληνικό κράτος ήταν η απάντηση στις ρωσικές βλέψεις στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Όσο για τη Γαλλία, ακολουθούσε το θετικό για την ελληνική πλευρά ανταγωνισμό των δύο άλλων χωρών, μάλλον για να μην απομονωθεί από τις εξελίξεις σε αυτήν την τόσο σημαντική από οικονομικής και γεωπολιτικής πλευράς περιοχή.


Έτσι, οι στόλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας που ήδη είχαν καταφτάσει στο Ιόνιο Πέλαγος ήταν επιφορτισμένοι να αποτρέψουν κάθε θαλάσσια πολεμική ενέργεια, ακόμη και τη μεταφορά ενόπλων, πυρομαχικών και εφοδίων. Οι όροι της Συνθήκης του Λονδίνου, χωρίς το μυστικό άρθρο, επιδώθηκαν στην ελληνική πλευρά στα μέσα Αυγούστου 1827 και κατά τα τέλη του ίδιου μήνα έγιναν αποδεκτοί. Παρόλα αυτά ένα τμήμα του ελληνικού στόλου συνέχιζε να πραγματοποιεί επιχειρήσεις στον Κορινθιακό. Κατά τα μέσα Σεπτεμβρίου η συνθήκη κοινοποιήθηκε και στον Ιμπραήμ που κράτησε επιφυλακτική στάση αναμένοντας οδηγίες από την Υψηλή Πύλη. Ούτε κι αυτός ωστόσο φάνηκε να συμμορφώνεται με το κάλεσμα της άμεσης ανακωχής και επιχείρησε στα τέλη του Σεπτεμβρίου να μεταφέρει ενόπλους από το Ναβαρίνο, όπου βρισκόταν ο στόλος του, στην Πάτρα. Οι δικές του ενέργειες δεν αντιμετωπίστηκαν με την ίδια ανεκτικότητα. Στις 8 Οκτωβρίου οι στόλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας εισήλθαν στον κόλπο του Ναβαρίνου και συγκρούστηκαν με τον αιγυπτιακό. Μέσα σε τέσσερις ώρες πυκνού κανονιοβολισμού τα λιγότερα αλλά καλύτερα εξοπλισμένα συμμαχικά πλοία (περίπου 30 έναντι 90) κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά τον αντίπαλο στόλο.


Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε πολεμικές προετοιμασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Ρωσία, προς την οποία στράφηκε η οργή των Οθωμανών. Παρά τις προσπάθειες ιδίως της Αγγλίας να εκτονώσει την ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, ο νέος ρωσο-οθωμανικός πόλεμος κηρύχτηκε τον Απρίλιο του 1828. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου οι τρεις Δυνάμεις συμφώνησαν για την αποστολή γαλλικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, τα οποία θα επέβλεπαν την ολοκλήρωση της αποχώρησης του Ιμπραήμ. Δεκατρείς μήνες αργότερα, στα μέσα Σεπτεμβρίου 1829 η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει αποδεχόμενη μεταξύ άλλων αξιώσεων της ρωσικής πλευράς την αποδοχή των αποφάσεων της τριπλής συμμαχίας για το ελληνικό ζήτημα. Επτά χρόνια μετά την έναρξή της η ελληνική επανάσταση έβρισκε μιαν απροδόκητη (μετά την υποχώρησή της στο πεδίο των μαχών κατά το 1825-1827) δικαίωση στο πεδίο της διεθνούς διπλωματίας. Εκείνο που έμενε πλέον να προσδιοριστεί ήταν ο βαθμός της ανεξαρτησίας και τα σύνορα του ελληνικού κράτους.


Το πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας




Ένα και πλέον χρόνο μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο κι ενώ η Oθωμανική Aυτοκρατορία είχε εμπλακεί σε ένα νέο πόλεμο με τη Pωσία, οι τρεις Mεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να διαβουλεύονται σχετικά με τους όρους επίλυσης του ελληνικού ζητήματος. Oι περιοχές που θα περιλαμβάνονταν στο μελλοντικό ελληνικό κράτος και το καθεστώς του (αυτονομία ή ανεξαρτησία) υπήρξαν τα βασικά ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκαν. Aποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών υπήρξε μια σειρά από πρωτόκολλα που υπογράφτηκαν στο Λονδίνο από τα τέλη του 1828 έως τις αρχές του 1830, οπότε και η Oθωμανική Aυτοκρατορία υποχρεώθηκε κάτω από το βάρος της ήττας της στον πόλεμο με τη Ρωσία να αποδεχτεί τις αποφάσεις των Mεγάλων Δυνάμεων σχετικά με τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.


Aπό το Σεπτέμβριο του 1828 οι πρεσβευτές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας διασκέπτονταν στον Πόρο με στόχο να καταλήξουν σε μια πρόταση προς τις κυβερνήσεις τους σχετικά με τα εδαφικά όρια του ελληνικού κράτους. Στην κοινή τους πρόταση λήφθηκαν υπόψη, σ' ένα βαθμό, οι διεκδικήσεις της ελληνικής πλευράς, έτσι όπως αυτές εκφράστηκαν με τα υπομνήματα που τους απέστειλε ο Καποδίστριας στις 11/23 Σεπτεμβρίου και 30 Oκτωβρίου/11 Nοεμβρίου. Eισηγήθηκαν λοιπόν να περιληφθούν στην ελληνική επικράτεια οι περιοχές της Στερεάς Eλλάδας που βρίσκονταν νοτίως της γραμμής που συνέδεε τον Aμβρακικό κόλπο στα δυτικά και τον Παγασητικό στα ανατολικά. Παρά τη γνωμάτευση αυτή κι ενώ η διάσκεψη στον Πόρο δεν είχε ολοκληρωθεί υπογράφτηκε στο Λονδίνο πρωτόκολλο μεταξύ του βρετανού υπουργού Εξωτερικών και των πρεσβευτών των άλλων δύο χωρών. Tο πρωτόκολλο αυτό (4/16 Nοεμβρίου 1828) άφηνε εκτός ελληνικής επικράτειας τη Στερεά Eλλάδα. Στα σύνορα του υπό διαμόρφωση ελληνικού κρατικού μορφώματος θα περιλαμβάνονταν μόνο η Πελοπόννησος και οι Κυκλάδες. Ωστόσο, μερικούς μήνες αργότερα οι προτάσεις της διάσκεψης των τριών πρεσβευτών στον Πόρο έγιναν αποδεκτές. H συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού υιοθετήθηκε από τις Δυνάμεις στο Πρωτόκολλο της 10/22 Mαρτίου 1829 που υπογράφτηκε στο Λονδίνο· στα σύνορα αυτά δεν περιλήφθηκε και η Kρήτη. Tο Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η Oθωμανική Aυτοκρατορία υποχρεώθηκε να αποδεχτεί το πρωτόκολλο αυτό, στο περιθώριο της συνθηκολόγησής της με τη Pωσία (Συνθήκη Aδριανούπολης).


Στις αρχές του επόμενου έτους και συγκεκριμένα στις 22 Iανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830 οι τρεις Mεγάλες Δυνάμεις προχώρησαν στην υπογραφή ενός νέου πρωτοκόλλου, στο Λονδίνο και πάλι, το οποίο έμεινε γνωστό ως το Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας. Eπρόκειτο για την πρώτη επίσημη διεθνή πράξη που αναγνώριζε την Eλλάδα ως κράτος κυρίαρχο και ανεξάρτητο και όχι φόρου υποτελές στην Oθωμανική Aυτοκρατορία. H σημαντική αυτή απόφαση συνοδευόταν από τον προσδιορισμό μιας νέας συνοριακής γραμμής. Στα εδάφη του νέου κράτους περιλαμβάνονταν οι περιοχές που βρίσκονταν μεταξύ των ποταμών Aχελώου στα δυτικά και Σπερχειού στα ανατολικά. Mε τον τρόπο αυτό αποφευγόταν η γειτνίαση των δυτικών επαρχιών της Aιτωλοακαρνανίας με τη Λευκάδα, που, όπως και τα υπόλοιπα Eπτάνησα, βρισκόταν υπό αγγλική κυριαρχία. Aπό την άλλη δίνονταν στο ελληνικό κράτος, πέραν των Kυκλάδων και της Πελοποννήσου, οι Σποράδες και η Eύβοια. Tέλος, στο Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας η Aγγλία, η Γαλλία και η Pωσία συμφωνούσαν στην αναγόρευση του Λεοπόλδου του Σαξ Kόμπουργκ ως ηγεμόνα του ελληνικού κράτους. Kι αυτές οι αποφάσεις ωστόσο έμελλε να μην είναι οριστικές τόσο όσον αφορά τα σύνορα όσο και ως προς το πρόσωπο και τον τίτλο του ηγεμόνα. H τελική ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος θα επέλθει ενάμισυ περίπου χρόνο αργότερα, στα τέλη Αυγούστου του 1832.


Τελική ρύθμιση του Ελληνικού ζητήματος


Mετά την αναγνώριση της Eλλάδας ως κράτους ανεξάρτητου και κυρίαρχου, όπως ορίστηκε με το λεγόμενο Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας (22 Iανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830), δυο βασικά ζητήματα παρέμεναν σε εκκρεμότητα: ο καθορισμός των συνόρων και το πρόσωπο του ηγεμόνα. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα, το οποίο ανέκυψε ξανά μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου του Σαξ Kόμπουρκ από τον ελληνικό θρόνο στις 9/21 Mαΐου 1830, οι τρεις Δυνάμεις κατέληξαν στον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας. Η επίσημη αναγόρευση του Όθωνα ως βασιλιά της Eλλάδας, ενός κράτους ανεξάρτητου που τέθηκε σε καθεστώς εγγύησης από τις τρεις Δυνάμεις, οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Aπριλίου/7ης Mαΐου 1832. Tαυτόχρονα, η Aγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία θα εγγυόνταν δάνειο εξήντα εκατομμυρίων φράγκων. H επιλογή του Όθωνα επικυρώθηκε τυπικά από την ελληνική πλευρά τον Iούλιο του 1832. Ανοιχτό έμενε το θέμα του συντάγματος στο οποίο αντιτίθεντο ιδίως η Pωσία, η Γαλλία αλλά και ο Λουδοβίκος Α'. Σύνταγμα τελικά δε δόθηκε και το θέμα αυτό έμελλε να αποτελέσει βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στο Παλάτι και τις πολιτικές δυνάμεις, ιδίως την πρώτη δεκαετία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1833-1843).


Σε ό,τι αφορά τα σύνορα, ο τελικός διακανονισμός επιτεύχθηκε ύστερα από αρκετές παλινωδίες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1832.
Στις 9/21 Ιουλίου 1832 οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορίας είχαν υπογράψει τη Συνθήκη της Kωνσταντινουπόλεως (Καλεντέρ Κιοσκ). Με τη συνθήκη αυτή οριζόταν ότι τα βορειοδυτικά σύνορα του ελληνικού κράτους θα βρίσκονταν στον Αμβρακικό κόλπο. Σε ό,τι αφορά τα βορειοανατολικά σύνορα, δηλαδή την περιοχή που βρίσκεται βόρεια του ποταμού Σπερχειού και στην οποία βρίσκεται η πόλη της Λαμίας, δεν πάρθηκε καμιά απόφαση και το θέμα παραπέμφηκε σε νέα διάσκεψη στο Λονδίνο. Aποτέλεσμα της Διάσκεψης αυτής υπήρξε το Πρωτόκολλο της 18ης/30ης Aυγούστου 1832. Με αυτό επιδικαζόταν στο ελληνικό κράτος η περιοχή της Λαμίας και έτσι τα ελληνο-οθωμανικά σύνορα ορίζονταν μεταξύ των κόλπων του Αμβρακικού και του Παγασητικού. Ταυτόχρονα, επιδικάστηκε το ποσό των σαράντα εκατομμυρίων γροσίων ως αποζημίωση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα Σαμιωτών και Κρητικών να ενταχθούν στο ελληνικό κράτος. Η επακριβής χάραξη των συνόρων ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο και έγινε αποδεκτή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα Δεκεμβρίου 1832. Ένα περίπου μήνα αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας και η συνοδεία του έφταναν στο λιμάνι του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας του πρώτου ελληνικού κράτους.


http://www.fhw.gr

Συνέδριο του Λάιμπαχ - Congress of Laibach

Το Συνέδριο του Λάιμπαχ, (ή Λάυμπαχ), ήταν ένα συνέδριο των κρατών μελών της Ιεράς Συμμαχίας που έλαβε χώρα από τις 26 Ιανουαρίου μέχρι τις 12 Μαΐου του 1821, στη πόλη Λάιμπαχ (σημερινή Λιουμπλιάνα), εξ ου και η ονομασία του.
Στο συνέδριο αυτό συμμετείχαν οι ίδιοι οι ηγεμόνες, ή εκπρόσωποι αυτών, της Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας και Γαλλίας, καθώς και της Αγγλίας που συμμετείχε ως παρατηρητής. Σκοπός του συνεδρίου αυτού ήταν η επίλυση διαφόρων προβλημάτων που είχαν ενσκήψει αμέσως μετά τους Ναπολεοντείους πολέμους και της διατήρησης των υφισταμένων καθεστώτων σε ειρηνική συνύπαρξη.


Ιστορικό:


Το Συνέδριο αυτό αποτελούσε στη πραγματικότητα συνέχεια του Συνεδρίου του Τρόππαου που είχε πραγματοποιηθεί στα τέλη του προηγούμενου έτους 1820, από τις ίδιες δυνάμεις, στο μανιφέστο του οποίου με ειδικό υπόμνημα του υπουργού εξωτερικών Κάσλριγκ (Castlereagh) της Αγγλίας (19 Ιανουαρίου 1821) είχε αμφισβητηθεί το δικαίωμα της πολιτικής των επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων στην καταστολή οποιουδήποτε επαναστατικού κινήματος.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας να επανέλθουν σε συνεδρίαση και να εξετάσουν τα νέα διεθνή δεδομένα όπως αυτά είχαν την εποχή εκείνη διαμορφωθεί όπως το επαναστατικό κίνημα που είχε εκραγεί (1 Ιανουαρίου του 1820) στην Ισπανία κατά του Βασιλιά Φερδινάνδου Ζ΄, σε ηγεμονίες της Ιταλίας και ειδικότερα με την επανάσταση της Νάπολης και την αιματηρή καταστολή της από τα αυστριακά στρατεύματα, κατά του Βασιλιά Φερδινάνδου του Α΄, καθώς και σε θύλακες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το Σερβικό ζήτημα, μέχρι τότε, αν και ήταν ήδη γνωστή και η ανταρσία του Αλή Πασά.).


Το Συνέδριο:


Για τη διάσκεψη του συνεδρίου αυτού οι Ηγεμόνες και αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συνέλθουν στη πόλη Λάιμπαχ, πρωτεύουσα του άλλοτε Δουκάτου της Καρνιόλα ή Κράινας, περίπου 70 χλμ. Α. της Τεργέστης, έτσι ώστε «οι σύνεδροι να βρίσκονται εγγύτερα των γεγονότων». Το συνέδριο ξεκίνησε στις 26 Ιανουαρίου του 1821 με την παρουσία του Αυτοκράτορα της Ρωσίας συνοδευόμενου υπό του υπουργού του επί των Εξωτερικών, του Ιωάννη Καποδίστρια (όπως φέρεται στην Ευρωπαϊκή ιστορία), του Αυτοκράτορα της Αυστρίας με την παρουσία και του Μέττερνιχ, ενώ η Πρωσία και η Γαλλία εκπροσωπούνταν με πληρεξούσιους. Τη δε Αγγλία εκπροσωπούσε ο πρέσβης της στη Βιέννη Λόρδος Στιούαρτ, χωρίς όμως με την απαραίτητη άδεια πληρεξούσιου, ο οποίος και συμμετείχε ως παρατηρητής.
Επίσης στο συνέδριο είχαν κληθεί και άλλοι μικρότεροι ηγεμόνες όπως μεταξύ άλλων ο Φερδινάνδος, Βασιλιάς της Νάπολης, και ο Δούκας της Μόντενα.
Στη διάρκεια του συνεδρίου με την άφιξή του ο Φερδινάνδος ανακάλεσε τον όρκο του προς το Σύνταγμα των επαναστατών. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια στις 2 Φεβρουαρίου (1821) η Αυστρία να διαθέσει 52.000 στρατό (υπό τον Φερδινάνδο Α΄) και να επέμβει δυναμικά στο Βασίλειο της Νάπολης το οποίο και κατέλαβε, ενώ παράλληλα εισέβαλε στο Πεδεμόντιο όπου και κατέστειλε και την εκεί εξέγερση.
Αρχικά το Συνέδριο αποδέχθηκε θετικά το γεγονός της εισβολής καθόσον ο Μέττερνιχ προσπαθούσε να επιβάλλει την αναγκαιότητα αυτή των επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων ως μόνο τρόπο της διασφάλισης της ειρήνης σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο και επ΄ αυτού πάσχιζε τη συναίνεση όλων των πλευρών που ουσιαστικά αντιστρατεύονταν την αγγλική άποψη για την οποία και δημιουργήθηκε έριδα μεταξύ Αγγλίας και Αυστρίας, ενώ το μέρος της Αυστρίας (που υποστήριζε ότι η επέμβασή της ήταν καθαρά δική της
αρμοδιότητα σύμφωνα με προηγούμενη συνθήκη του 1813), πήραν η Ρωσία και η Πρωσία, που ισχυρίστηκαν ότι τούτο ήταν σύμφωνο με την συνομολόγηση της Ιεράς Συμμαχίας.
Στο σημείο αυτό οι Ηγεμόνες της Ρωσίας, Αυστρίας και Πρωσίας εξέδωσαν διακοίνωση βασισμένη στο μανιφέστο του Τρόππαου περί ευρωπαϊκής συμμαχίας προς επέμβαση και καταστολή οποιασδήποτε επανάστασης. Προκειμένου όμως να δοθεί λύση στο όλο θέμα ο Τσάρος έδωσε εντολή στον υπουργό του να συντάξει και να αναγνώσει στο Συνέδριο δήλωση κατά την οποία ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας προσφέρεται να βοηθήσει δια των όπλων τους συμμάχους σε οποιαδήποτε νέα επανάσταση θα απειλούσε νέους κινδύνους.
Και ενώ προχωρούσαν οι διάφορες συζητήσεις επ' αυτού και εξετάζονταν οι διάφορες προτάσεις λύσης του ζητήματος της Νάπολης νέο απροσδόκητο γεγονός συντάραξε όλους όταν έφθασε στον Τσάρο στις 19 Μαρτίου επιστολή του Πρίγκιπα και μέχρι τότε στρατηγού του Αλέξανδρου Υψηλάντη που τον ενημέρωνε για την σχεδιαζόμενη υπ΄ αυτού ελληνική επανάσταση της οποίας είχε αναλάβει την αρχηγία δηλώνοντας ταυτόχρονα και την παραίτησή του από τις τάξεις του ρωσικού αυτοκρατορικού στρατού.
Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να συνταράξει τους συνέδρους και να θεωρήσουν πλέον ότι οι επαναστάσεις που ήδη εκδηλώνονταν, Ισπανών, Ιταλών, Σέρβων και τώρα Ελλήνων είναι αλληλένδετες, και κατά την κρίση πάντα του Μέττερνιχ κινδυνεύουν εξ αυτών τα καθεστώτα, μη αντιλαμβανόμενος, ακόμη και τότε, την αναγκαιότητα της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας των λαών, αντιτασσόμενος με κύριο αιτιολογικό ότι οι λαοί αυτοί είναι αγράμματοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συγκροτήσουν εύνομες χώρες. Μάλιστα για την σχεδιαζόμενη ελληνική επανάσταση φέρεται ο Μέτερνιχ να πέρασε την άποψη, πιθανώς έχοντας υπόψη ότι ο Υψηλάντης ήταν Ρώσος στρατηγός, ότι «αυτό δεν είναι εθνικό αλλά σατανικό μέσο που έχει σκοπό τη διατάραξη των αγαθών σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας!»
Παρά ταύτα ο Τσάρος με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες που συνέβη κατά το στάδιο των εργασιών του συνεδρίου δήλωσε προς τον τότε Σουλτάνο ότι είναι ξένος προς την επανάσταση αυτή, διατηρεί μετ΄ αυτού τη συμμαχία και στη συνέχεια αποκήρυξε τον Υψηλάντη δίνοντας εντολή στον Καποδίστρια να ενημερώσει εγγράφως σχετικά τον Υψηλάντη.
Διακοίνωση Συνεδρίου:


Τελικά το συνέδριο έληξε στις 12 Μαΐου του 1821. Στη δε εκδοθείσα διακοίνωση που ακολούθησε μετά το πέρας των εργασιών του με την αυτή ημερομηνία αναφέρονταν ρητά ότι:
Οι Ηγεμόνες διαδήλωσαν ότι θεωρούν νομικώς άκυρον και αποκηρυκτέαν παρά των αρχών του Δημοσίου Δικαίου της Ευρώπης, πάσαν υποτιθέμενην μεταρρύθμισιν πραγματοποιουμένην δια κινήματος ή ανοικτής βίας.
Σύμφωνα με τη διακοίνωση αποφασίστηκε στη κυριολεξία η πάταξη κάθε λαϊκού κινήματος στρεφόμενου κατά της τότε έννομης πολιτειακής τάξης. Σημειώνεται ότι το κείμενο της Διακήρυξης δεν υπέγραψαν η Γαλλία και η Αγγλία προκειμένου να μελετηθεί αυτή από τις κυβερνήσεις τους.


Παρατηρήσεις:


Το Συνέδριο του Λάιμπαχ αποτέλεσε καμπή στην ιστορία των Διεθνών Σχέσεων των χωρών της Ευρώπης με δεδομένο την ελεύθερη πλέον επέμβαση ξένων δυνάμεων σε επίλυση εσωτερικών ζητημάτων άλλων χωρών, ενώ ταυτόχρονα προσδιορίζονταν και οι πρώτες σφαίρες επιρροής των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ιστορικά όμως παρότι η απόφαση - διακοίνωση του Συμβουλίου υιοθέτησε την αυστριακή πολιτική στην πραγματικότητα με τη μη προσυπογραφή της από την Γαλλία και Αγγλία η ημερομηνία λήξης του συνεδρίου αποτελεί και τη λήξη της Ιεράς Συμμαχίας. Από τις 12 Μαΐου του 1821 ουδέποτε πλέον θα γίνει λόγος περί της συνθήκης της σύστασής της και κάθε φορά νέες συνθήκες θα ορίζουν τις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων σχέσεις.
Αναμφισβήτητα κυρίαρχο πρόσωπο των εξελίξεων που συνέβησαν στη διάρκεια του Συνεδρίου ήταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ο οποίος αντίθετα απ΄ ότι πολλοί θα πίστευαν, ανακοίνωσε την επιχειρούμενη δράση του απ΄ ευθείας στο ανώτερο διεθνές στην εποχή εκείνη ευρωπαϊκό όργανο, θέτοντας το όλο θέμα σε απ΄ ευθείας αντίληψη των συνέδρων αν όχι εξέταση. Επ' αυτού δεν άργησε να φανεί τελικά η σύμπραξη των Δυνάμεων, ίσως στο πιο κρίσιμο σημείο του Αγώνα, η σωτήρια Ναυμαχία του Ναυαρίνου.
Του Συνεδρίου αυτού ακολούθησε τον αμέσως επόμενο χρόνο το Συνέδριο της Βερόνας όπου μεταξύ των κυρίων ζητημάτων του ήταν η ελληνική επανάσταση. Μεταξύ των δύο αυτών συνεδρίων είχε μεσολαβήσει (τον Ιούνιο του 1822) ρωσική Διακοίνωση προς την Αγγλία και την Αυστρία σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


[Στα απομνημονεύματά του ο  Μέττερνιχ, ειδικότερα για τη στάση που τήρησε στη διάρκεια του Συνεδρίου γράφει σχετικά:
«Ουδέποτα υπήρξα ευτυχέστερος παρά τώρα, διότι κατά τις παρούσες περιστάσεις ευρίσκομαι εις την ηλικίαν του λόγου και της ωριμότητος και είμαι βέβαιος ότι δεν πλανώμαι... Το πρώτον ήδη από τριακονταετίας κακόν καταπολεμήθη (εννοώντας τις φιλελεύθερες ιδέες), το οποίον ακριβώς επαρουσίαζον εις την ανρωπίνην ασθένειαν ως το πολυτιμότερον των αγαθών».
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θεωρούσε ο Μέττερνιχ τον εαυτό του ευτυχή, την εποχή εκείνη, ήταν όπως πίστευε ό ίδιος ότι είχε πείσει τον Τσάρο ν΄ ασπαστεί την πολιτική του γραμμή χαρακτηρίζοντας την εξέγερση των Ελλήνων ως προϊόν αναρχικών και ανατρεπτικών αρχών που είχαν διαδοθεί εκείνη την εποχή. Μάλιστα διαβλέποντας τις συμπάθειες που είχε προς τους Έλληνες είχε φθάσει στο σημείο να τον εξορκίσει να μη θέσει σε κίνδυνο αυτά που απέκτησαν το 1815, με τη συγκρότηση της Ιεράς Συμμαχίας.
Απ΄ ότι όμως αποδείχθηκε στη συνέχεια ο Τσάρος Αλέξανδρος ο Α΄ όχι μόνο δεν είχε αποδεχθεί την διά του Μέττερνιχ αυστριακή πολιτική, αλλά αντίθετα, με την πρώτη ευκαιρία κινήθηκε ενάντια προς αυτή]


Πηγές:


Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ. ΙΕ΄, σελ.712.
Εμμ. Ρούκουνας "Διπλωματική Ιστορία 19ος Αιών" Αθήναι 1975, σελ.46-47 (Συνέδριο Λάυμπαχ Σερβίας)
Π. Χατζής "Γενική Ιστορία" Αθήναι 1957, σελ.309.
Γ. Ασπρέας "Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος" Αθήναι 1963, τομ. 1ος, σελ.19.
Χαραλ. Νικολάου "Διεθνείς Συνθήκες" Αθήνα 1966 σελ.69-70. (Συνέδριο Λάυμπαχ)


wikipedia