Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική εξωτερική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική εξωτερική πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944: Η έναρξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου


Συνέχεια από Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944: Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939 αιφνιδίασε όχι μόνο τις Δυτικές Δυνάμεις αλλά και την Ιταλία, θεωρητικά σύμμαχο του Reich στη φασιστική νέα τάξη. Μολονότι η ιταλική κυβέρνηση είχε πληροφορηθεί τα γερμανικά σχέδια στις αρχές Αυγούστου, τόσο ο Mussolini όσο και ο ιταλός υπουργός εξωτερικών Ciano κατέβαλαν έντονες προσπάθειες να επιτύχουν μια ειρηνική λύση συμβιβασμού στο πρότυπο της συμφωνίας του Μονάχου (Σεπτέμβριος 1938). Η αποτυχία των προσπαθειών αυτών και η αναγνώριση από την ιταλική κυβέρνηση της έλλειψης ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεων της χώρας οδήγησαν το Mussolini να ανακοινώσει ότι η Ιταλία θα παρέμενε σε μη εμπόλεμη κατάσταση, συνεχίζοντας τις ενέργειές της για εξεύρεση διπλωματικής λύσης στο πολωνικό πρόβλημα.
Από την άλλη πλευρά, η ιταλική παρουσία στην Αλβανία διατάραξε σε τέτοιο βαθμό την ισορροπία δυνάμεων στο χώρο της νότιας βαλκανικής, ώστε η στρατηγική αξία της Ελλάδας για την Αγγλία μειώθηκε σημαντικά. Υπ' αυτήν την έννοια η ουδετερότητα τόσο της Ελλάδας όσο και των υπόλοιπων βαλκανικών κρατών ήταν προς το βρετανικό συμφέρον, στο βαθμό που κρατούσε την ιταλική πολεμική μηχανή εκτός της αγγλογερμανικής σύγκρουσης.

Η στάση της Ιταλίας

Η ιταλική στάση κατά τους εννιά μήνες της μη εμπόλεμης κατάστασης (Σεπτέμβριος 1939-Ιούνιος 1940) δημιουργεί έντονες αμφιβολίες για τις μακροχρόνιες ιταλικές προθέσεις σχετικά με την ευρωπαϊκή σύρραξη. Η απόφαση του Mussolini να μείνει έξω από τον πόλεμο ουσιαστικά επιβλήθηκε από τον υπουργό εξωτερικών της χώρας, Ciano, παρά την αρχική επιθυμία του ιταλού δικτάτορα να τιμήσει τη συμμαχία του με τη Γερμανία και να συμπαραταχθεί στο πλευρό του Hitler.
Ωστόσο, η διάσπαση του μετώπου του Αξονα δημιούργησε βάσιμες ελπίδες στις βαλκανικές χώρες πως η Ιταλία δε θα ακολουθούσε το παράδειγμα της Γερμανίας, τουλάχιστον όχι σε βάρος της σταθερότητας στη Βαλκανική. Ταυτόχρονα, οι επανειλημμένες γερμανικές διαβεβαιώσεις πως το Reich δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για εδαφική επέκταση στα Βαλκάνια ενίσχυσαν την αισιοδοξία των βαλκανικών χωρών για τη διατήρηση της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Ευρώπης.


Οι προσδοκίες των Βαλκανικών χωρών

Oι βαλκανικές χώρες θεωρώντας πως η ιταλική "μη εμπόλεμη κατάσταση" (Σεπτέμβριος 1939-Ιούνιος 1940) δεν αποτελούσε ένα τέχνασμα του 'Αξονα, κατέβαλαν προσπάθειες για τη δημιουργία ενός συνασπισμού ουδέτερων χωρών, το οποίο θα περιείχε τις χώρες του βαλκανικού συμφώνου υπό την ηγεσία της Ιταλίας. Με πρωτοβουλία της Ρουμανίας, η ιταλική κυβέρνηση συζήτησε μία σειρά προτάσεων το φθινόπωρο του 1939, για τις οποίες ωστόσο η γερμανική κυβέρνηση εξέφρασε επιφυλάξεις.
Έτσι, ενώ ο Ciano εξακολουθούσε να ενισχύει τον αντιγερμανικό προσανατολισμό της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, ο Mussolini απέφυγε τέτοιες δεσμεύσεις, που θα του περιόριζαν την ελευθερία κινήσεων στο μέλλον. Με την κατάρρευση των σχεδίων για τη δημιουργία ενός μετώπου ουδέτερων χωρών, η ελληνική εξωτερική πολιτική επανήλθε σε φάση αβεβαιότητας, δεδομένου ότι η αμφίσημη ιταλική πολιτική δεν παρείχε εγγυήσεις για τις μελλοντικές διαθέσεις του Mussolini.

Η χαλάρωση των διαβαλκανικών δεσμών

Η κυβέρνηση του Μεταξά συνέχισε την πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις αντιμαχόμενες παρατάξεις και την τακτική αποφυγής προκλήσεων απέναντι στην Ιταλία. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η παροχή εγγυήσεων στη χώρα από τη Βρετανία και τη Γαλλία αποτελούσε διπλωματικό πλεονέκτημα στερούμενο ουσιαστικής σημασίας ή χρησιμότητας, μιας και δε συνοδευόταν από συγκεκριμένες δεσμεύσεις στρατιωτικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση του φασιστικού επεκτατισμού. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της ελληνικής κυβέρνησης για πιο ουσιαστική αρωγή από τις Δυτικές Δυνάμεις όσον αφορά στην αμυντική θωράκιση της χώρας, η ελληνική εξωτερική πολιτική απέτυχε κατά τη διετία 1939-40 να εξασφαλίσει συμμαχίες που θα παρείχαν πολιτική και επαρκή στρατιωτική κάλυψη.
Η αποτυχία αυτή έλαβε δραματικές διαστάσεις μετά την κατάρρευση της διαβαλκανικής συνεργασίας και την άρνηση ή αδυναμία των βαλκανικών χωρών να προβούν σε συνεννόηση για την επίτευξη συλλογικών αμυντικών σχεδίων. Με την έναρξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, τα βαλκανικά κράτη επέδειξαν έντονες φυγόκεντρες τάσεις: ενώ η Ελλάδα και η Τουρκία αναζήτησαν αρωγή από τις δυτικές δυνάμεις, η Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία και, σταδιακά, η Ρουμανία κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της Γερμανίας. Η πολυδιάσπαση αυτή όχι μόνο κατέστρεψε κάθε πιθανότητα διαβαλκανικής συνεργασίας, αλλά οδήγησε και σε χαλάρωση των διμερών σχέσεων και συμφωνιών μεταξύ των βαλκανικών χωρών.

Η Ιταλία οδεύει προς τον πόλεμο

Η ιταλική στάση απέναντι στη διεθνή σύρραξη άρχισε να μεταβάλλεται από το Μάρτιο του 1940, όταν ο Mussolini συναντήθηκε με το γερμανό υπουργό Εξωτερικών von Ribbentrop και ανακοίνωσε για πρώτη φορά την επιθυμία του να εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, μόλις το επέτρεπαν οι περιστάσεις και η προετοιμασία των ιταλικών ενόπλων δυνάμεων.
Η ημερομηνία της ιταλικής εισόδου στον πόλεμο, αρχικά υπολογιζόμενη για τις αρχές του 1941, μετατέθηκε για τις αρχές Ιουνίου του '40 μετά τη γερμανική επίθεση στις Κάτω Χώρες και στη Γαλλία. Στις 10 Ιουνίου ο Mussolini ανακοίνωσε την κήρυξη πολέμου από την Ιταλία στις Δυτικές Δυνάμεις και προκάλεσε ανησυχία στην Ελλάδα για τις απώτερες προθέσεις της ιταλικής στρατηγικής. Δεν επρόκειτο φυσικά για μια καινούρια πρακτική. Η ελληνική κυβέρνηση είχε σαφείς ενδείξεις κλιμάκωσης της ιταλικής επιθετικότητας. Η απόφαση της φασιστικής Ιταλίας τόσο για εμπλοκή στον πόλεμο όσο και για την -όχι αναγκαία- επίθεση σε βάρος της Ελλάδας θα πρέπει να προσγραφεί στην άτεγκτη βούληση και το συναφή προσανατολισμό του ίδιου του Mussolini.

Οι πολιτικο-στρατιωτικές εκτιμήσεις

Η ελληνική κυβέρνηση διακατεχόταν από έντονες ανησυχίες και είχε βάσιμες υποψίες ότι η Ιταλία ήταν διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της στην Αλβανία εναντίον της χώρας. Μολονότι καθόλη τη διάρκεια του Ιουλίου ο ιταλός δικτάτορας παρέμεινε απορροφημένος στα σχέδιά του για την επίθεση στην Αίγυπτο και για το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, τον Αύγουστο του 1940 η προσοχή του στράφηκε προς την κατεύθυνση της Ελλάδας. Σε αυτό συνέβαλαν οι συνεχείς αναφορές του ιταλού διοικητή των Δωδεκανήσων, Cesare Maria de Vecchi, σχετικά με την υποτιθεμένη χρησιμοποίηση ελληνικών λιμανιών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων από τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Ανεξάρτητα από το εάν οι πληροφορίες ήταν υπερβολικές, η πολιτική προσέγγιση της Ελλάδας με τη Βρετανία δημιουργούσε για πρώτη φορά σοβαρά προβλήματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Μολονότι η ελληνική κυβέρνηση συνέχισε να διαβεβαιώνει την Ιταλία ότι διατηρούσε την πολιτική της αυστηρής ουδετερότητας, τα ιταλικά επεκτατικά σχέδια είχαν ήδη στραφεί κατά της Ελλάδας στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής του Mussolini να επιφέρει διπλό χτύπημα στα βρετανικά συμφέροντα στη Μεσόγειο (Αίγυπτο, Ελλάδα).

Το χτύπημα της 15ης Αυγούστου 1940

H επίθεση από ιταλικά υποβρύχια στο λιμάνι της Τήνου, τη 15η Αυγούστου 1940, και η προκλητική βύθιση του καταδρομικού "Έλλη" αποτελούσε την πρώτη σημαντική ένδειξη της μεταβολής της ιταλικής στάσης απέναντι στην Ελλάδα. Μολονότι η επίθεση είχε οργανωθεί από τον De Vecchi δίχως την οριστική συγκατάθεση του ιταλού δικτάτορα, είναι αποδεδειγμένο πως ο Mussolini είχε δώσει διαταγή για κλιμάκωση των προκλήσεων έναντι της Ελλάδας στο Αιγαίο.
Αρχικά, η Γερμανία είχε διαμηνύσει στην ιταλική κυβέρνηση την επιθυμία της να διατηρηθεί η ειρήνη στη βαλκανική με δεδομένη την έμφαση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Βρετανίας. Η αρνητική στάση του Hitler στα σχέδια του Mussolini οδήγησε σε προσωρινή αναστολή των επιθετικών σχεδίων εναντίον της Ελλάδας.
Ωστόσο, η αποτυχία των γερμανικών βομβαρδισμών στη Βρετανία και η επ' αόριστον αναστολή της επιχείρησης "Θαλάσσιος Λέων" ενίσχυσαν τις φιλοδοξίες του Mussolini, ο οποίος έκανε πια ανοιχτά λόγο για τον ιταλικό πόλεμο εναντίον της Βρετανίας. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, το σχέδιο εναντίον της Ελλάδας ξαναπροωθήθηκε από την ιταλική κυβέρνηση, παρά τις αντιρρήσεις του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων Badoglio.

Το σχέδιο επίθεσης κατά της Ελλάδας

Το στρατηγικό σχέδιο δράσης εναντίον της Ελλάδας προέβλεπε την κατάληψη της Ηπείρου, της δυτικής Μακεδονίας και των Επτανήσων σε πρώτη φάση, με προοπτική συνολικής κατάκτησης της ελληνικής επικράτειας σε δεύτερη φάση. Η προετοιμασία της ιταλικής επίθεσης πραγματοποιήθηκε βιαστικά, υπερεκτιμώντας τις τεχνικές δυνατότητες της ιταλικής αεροπορίας και υποτιμώντας τη δύναμη των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Το σχέδιο κρατήθηκε μυστικό από τη Γερμανία, δεδομένης της αντίδρασης της τελευταίας σε κάθε πρωτοβουλία στα Βαλκάνια.
Ειδικά μετά την αιφνιδιαστική είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Ρουμανία, ο Mussolini εκνευρισμένος από την τακτική της Γερμανίας να προβαίνει σε αιφνιδιαστικές κινήσεις δίχως να συμβουλεύεται τη σύμμαχό της -όπως όφειλε βάσει του συμφώνου του Ατσαλιού που είχε υπογραφεί ανάμεσα στις δύο χώρες το Μάιο του 1939- αποφάσισε να προχωρήσει γρήγορα στην επίθεση εναντίον της Ελλάδας ως απάντηση στη γερμανική αυθαιρεσία. Η επίθεση ορίστηκε για τις 26 Οκτωβρίου του 1940, αλλά μετατέθηκε δύο μέρες αργότερα, για να επιτραπεί η καλύτερη προετοιμασία των ιταλικών δυνάμεων.

Το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1940

Το ιταλικό τελεσίγραφο, που απέβλεπε ουσιαστικά στην άμεση παράδοση της χώρας στα ιταλικά στρατεύματα, παραδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940 μέσω του ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα Grazzi.
Η ιταλική πλευρά κατηγορούσε την Ελλάδα ότι επέτρεπε στη Βρετανία να χρησιμοποιεί στρατιωτικές βάσεις στην Κρήτη, στο Αιγαίο και στα Επτάνησα εναντίον των δυνάμεων του Αξονα. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση κατηγορούνταν ότι ακολουθούσε πολιτική διώξεων εις βάρος του αλβανικού πληθυσμού της Τσαμουριάς, πολλές φορές μέχρι το σημείο να εισβάλλει στο αλβανικό έδαφος.
Η διπλή αυτή στάση της Ελλάδας ερμηνευόταν από την ιταλική κυβέρνηση ως διαμετρικά αντίθετη στην υποτιθεμένη πολιτική αυστηρής ουδετερότητας της χώρας και απειλητική για τα ιταλικά συμφέροντα στη Μεσόγειο. Για το λόγο αυτό, το τελεσίγραφο ζητούσε από την Ελλάδα να δώσει εχέγγυα της ουδετερότητας και των καλών προθέσεών της απέναντι στην Ιταλία επιτρέποντας την κατάληψη στρατηγικών περιοχών της ελληνικής επικράτειας από τις ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις για όλη τη διάρκεια του πολέμου εναντίον της Βρετανίας.
Το εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό περιθώριο που το τελεσίγραφο άφηνε στην ελληνική κυβέρνηση για να ανταποκριθεί στις ιταλικές απαιτήσεις και η ασάφεια των ιταλικών αιτημάτων, σχετικά με τις στρατηγικές περιοχές που θα καταλαμβάνονταν, δείχνουν πως είχε συνταχθεί με στόχο την απόρριψή του από την κυβέρνηση Μεταξά.

Πηγή
{Το παραπάνω αποτελεί εξιστόρηση και όχι κριτική προσέγγιση των γεγονότων της περιόδου...Για περισσότερη κατανόηση των γεγονότων απαιτείται η μελέτη περισσότερων συγγραφών για την περίοδο αυτή}

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944: Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944
...συνέχεια του άρθρου Η Ελληνική εξωτερική πολιτική πριν το 1936
Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Πολεμικού Μουσείου
 αρ. εισ. 0166. © Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο 1936-39 προσπάθησε να διατηρήσει τις δύο κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια του α' μισού του '39: ενίσχυση της διαβαλκανικής συνεργασίας και πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις.
Ωστόσο, η αυξανόμενη επεκτατική διάθεση των χωρών του Αξονα -και ειδικά της Ιταλίας στο χώρο της Βαλκανικής- οδήγησε την Ελλάδα, όπως και τις άλλες βαλκανικές χώρες, στο να προσφύγουν στις Μεγάλες Δυνάμεις προκειμένου να ενισχύσουν την αμυντική τους θέση. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί κατά πόσο η άμβλυνση της διαβαλκανικής συνεργασίας υπήρξε αιτία ή αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής.
Είναι αλήθεια πως, παρά την πρόοδο σε θεσμικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο που είχε σημειωθεί από τη βαλκανική Entente ως το 1936, η βαλκανική συνεργασία παρέμενε σε εμβρυακό στάδιο, ιδιαίτερα στο στρατιωτικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η στροφή τόσο της Ελλάδας όσο και των άλλων κρατών-μελών σε διμερείς συμφωνίες και δεσμεύσεις προς τις Μεγάλες Δυνάμεις αποδυνάμωσε περαιτέρω το συλλογικό χαρακτήρα του βαλκανικού συμφώνου και συνέβαλε αποφασιστικά στον de facto υποβιβασμό της στρατηγικής του σημασίας για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής των επιμέρους βαλκανικών χωρών.

Οι διεθνείς εξελίξεις

Η ελληνική εξωτερική πολιτική της περιόδου 1936-39, παρά τη διατήρηση του βαλκανικού προσανατολισμού της χώρας από το καθεστώς Μεταξά, ήταν υποχρεωμένη να λάβει σοβαρά υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Οι εξελίξεις αυτές προμήνυαν δραματικές ανατροπές στο επίπεδο των συμμαχιών και εξέθεταν το ευρωπαϊκό σύστημα στον άμεσο κίνδυνο διαίρεσής του σε δύο εχθρικά στρατόπεδα.
Ήδη από το Σεπτέμβριο του 1935 η ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία οδήγησε στη συμπαράταξη της Βρετανίας και της Γαλλίας στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών, με σκοπό την επιβολή κυρώσεων στην Ιταλία. Η σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φασιστικά καθεστώτα της Ιταλίας και Γερμανίας ξεκίνησε από την αρχικά ουδέτερη και στη συνέχεια φιλική στάση της τελευταίας απέναντι στον ιταλικό επεκτατισμό στην Αφρική. Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι το φθινόπωρο του 1936, μόλις λίγους μήνες μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας (Μάιος 1936), ο Mussolini έκανε για πρώτη φορά λόγο για τον άξονα Ρώμης-Βερολίνου ως πολιτική σταθερά στο ευρωπαϊκό σύστημα.
Από την πλευρά της η Γερμανία είχε εκμεταλλευθεί την αναστάτωση που προκλήθηκε από την αιθιοπική κρίση προκειμένου να προχωρήσει μονομερώς στην εξάλειψη του τελευταίου περιοριστικού όρου της συνθήκης των Βερσαλιών, την αποστρατικοποίηση της Ρηνανίας (Rheinland). Η κρίση στην Αβησσυνία δημιουργούσε ένα πλαίσιο συσχετισμού δυνάμεων στη Μεσόγειο που ήταν καταφανώς αρνητική για την Αγγλία στο βαθμό ακριβώς που σηματοδότησε τις παραπάνω καταλυτικές εξελίξεις.
Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που η ελληνική κυβέρνηση της εποχής είχε σοβαρούς λόγους να ανησυχεί για τη διαφαινόμενη κλιμάκωση των επεκτατικών βλέψεων του ευρωπαϊκού φασισμού και που προβληματιζόταν σοβαρά για τις δυνατότητες απεμπλοκής της από τις εστίες πιθανών συρράξεων.

Ο Μεταξάς και τα Βαλκάνια

Η εξωτερική πολιτική του μεταξικού καθεστώτος κληρονόμησε δεσμεύσεις και συμβατικές υποχρεώσεις, τόσο στο επίπεδο της διαβαλκανικής συνεννόησης όσο και στις διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τις Μεγάλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις.
Η συμμετοχή της χώρας στο βαλκανικό σύμφωνο διατηρήθηκε κι ενισχύθηκε από την κυβέρνηση Μεταξά, ειδικά προς την κατεύθυνση της σύμπηξης αμυντικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών-μελών που το υπέγραψαν. Το Φεβρουάριο του 1937 τα τέσσερα μέλη του συμφώνου (Ελλάδα, Τουρκία, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία) υπέγραψαν νέα στρατιωτική σύμβαση, η οποία καθόριζε ζητήματα συνεργασίας και αμοιβαίας αρωγής στην κατάρτιση επιτελικών σχεδίων σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης.
Παράλληλα, η Ελλάδα πρωταγωνίστησε στις συνεχιζόμενες προσπάθειες για την ένταξη της Βουλγαρίας στο πλαίσιο της διαβαλκανικής συνεννόησης. Οι διαπραγματεύσεις καρποφόρησαν τον Ιούνιο του 1938 με την υπογραφή σχετικής συνθήκης η οποία καταργούσε τον όρο του αφοπλισμού που είχε επιβληθεί στη Βουλγαρία από τη συνθήκη του Neuilly. Η άρση του όρου αυτού είχε υπάρξει πάγιο αίτημα της βουλγαρικής πλευράς, ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή της χώρας σε συλλογικές συμφωνίες στο βαλκανικό χώρο. Με τη συνθήκη του 1938 φαινόταν πως άνοιγε ο δρόμος για την ενσωμάτωση της αναθεωρητικής Βουλγαρίας στο βαλκανικό status quo, διαγράφοντας έτσι πιο ευοίωνες προοπτικές για τη δυναμική της διαβαλκανικής συνεργασίας.

Οι νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες

Oι εξελίξεις μετά την υπογραφή της συνθήκης του 1938 υπήρξαν ραγδαίες. Η αποχώρηση της Ιταλίας από την Κοινωνία των Εθνών (η Γερμανία είχε ήδη αποχωρήσει από το 1933) αποδυνάμωσε τη συλλογική διάσταση του οργανισμού και έφερε τα δύο φασιστικά καθεστώτα πιο κοντά στην πολιτική και στρατιωτική συμπαράταξη. Η συνεργασία τους στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) έφερε και την επίσημη σύμπηξη της πολιτικής συμμαχίας του Αξονα το 1937, παράλληλα με τη διαμόρφωση του μετώπου ενάντια στην Comintern (Κομμουνιστική Διεθνή Ένωση), με την επιπλέον συμμετοχή της Ιαπωνίας.
Η αυξημένη αυτοπεποίθηση των δύο φασιστικών καθεστώτων μετά τη δημιουργία του 'Αξονα διαφάνηκε κατά την περίοδο 1938-39. Η Γερμανία προχώρησε στη μονομερή ενσωμάτωση της Αυστρίας στο γερμανικό Reich (Μάρτιος 1938) και πέτυχε το διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας στη διάσκεψη του Μονάχου, όπου με τη μεσολάβηση της Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας ο Hitler απέσπασε την περιοχή της Σουδητίας. Το υπόλοιπο τσεχοσλοβακικό κράτος προσαρτήθηκε στη Γερμανία το Μάρτιο του 1939, πάλι έπειτα από μονομερή απόφαση του χιτλερικού καθεστώτος. Όσο για την Ιταλία, τον Απρίλιο του 1939 ο Mussolini αποφάσισε να μετατρέψει την πολιτική εξάρτηση της Αλβανίας από την Ιταλία (βάσει των συμφωνιών του 1927) σε προτεκτοράτο, αποβιβάζοντας στρατό στο Δυρράχιο και ενσωματώνοντας τη χώρα στη λεγόμενη "Ιταλική Αυτοκρατορία".

Η χαλάρωση της Διαβαλκανικής συνεργασίας

Μπροστά στις σαρωτικές μεταβολές που διαδραματίστηκαν στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή (άξονας Ρώμης-Βερολίνου, ενσωμάτωση Αυστρίας στο γερμανικό Reich, μετατροπή Αλβανίας σε ιταλικό προτεκτοράτο), η ελληνική κυβέρνηση συνειδητοποίησε τα περιορισμένα περιθώρια των δυνατών ελιγμών της στις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονταν.
Πιο συγκεκριμένα κατανόησε πως ο πολυμερής, συλλογικός χαρακτήρας του βαλκανικού συμφώνου προσέφερε λιγότερες εγγυήσεις ασφάλειας, ενώ έκρυβε πολλαπλούς κινδύνους και δυσανάλογες δεσμεύσεις σε περίπτωση βαλκανικής ή ευρύτερης ευρωπαϊκής σύρραξης. Ο αμιγώς βαλκανικός χαρακτήρας του συμφώνου δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις για την επιτυχή απόκρουση επιθέσεων από εξωβαλκανικές δυνάμεις. Η πολιτική εδαφικής επέκτασης της Γερμανίας προς νότο (Αυστρία, Τσεχοσλοβακία) και της Ιταλίας ανατολικά (Αλβανία) ενέγραφαν τη Βαλκανική στον ευρύτερο ζωτικό χώρο των δύο φασιστικών καθεστώτων και εισήγαν μια νέα διεθνή διάσταση στις ενδοβαλκανικές σχέσεις.
Η δυνητική διεθνοποίηση των βαλκανικών προβλημάτων, σε συνδυασμό με την εγγραφή τους στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης μεταξύ του Aξονα και των Δυτικών Δυνάμεων, οδήγησαν την Ελλάδα στην αναζήτηση διμερών ερεισμάτων έξω από το συλλογικό πλαίσιο του βαλκανικού συμφώνου. Η πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις διατηρήθηκε στο μέτρο που το μεταξικό καθεστώς επιθυμούσε την αποφυγή εμπλοκής της χώρας σε συρράξεις βαλκανικού ή ευρύτερου ευρωπαϊκού χαρακτήρα. Η διατήρηση της ουδετερότητας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής επιβαλλόταν από έναν ευρύ συνδυασμό διπλωματικών και οικονομικών παραγόντων.

Αναζήτηση ερεισμάτων

H πολιτική φυσιογνωμία της μεταξικής δικτατορίας έκλινε φαινομενικά προς τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του ιταλικού φασισμού. Διπλωματικά, η Ελλάδα δεσμευόταν ακόμα από το ελληνοϊταλικό σύμφωνο του 1928, ενώ είχε ήδη καταστήσει σαφές πως οι στρατιωτικές της υποχρεώσεις στο πλαίσιο της βαλκανικής συνεννόησης δε θα στρέφονταν εναντίον της Ιταλίας.
Παράλληλα, το μεταξικό καθεστώς αποκόμισε σημαντικά οικονομικά οφέλη από την ένταξη της χώρας στο λεγόμενο "bloc του μάρκου", το οποίο επέτρεπε στη χώρα να διοχετεύει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της στη Γερμανία σε αντάλλαγμα της παροχής ευνοϊκών εμπορικών πιστώσεων για την αγορά γερμανικών προϊόντων. Δεδομένου ότι ο Μεταξάς έδωσε προτεραιότητα στον ταχύ εξοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, η παροχή εμπορικών πιστώσεων από τη Γερμανία επέτρεψε στην Ελλάδα την αγορά στρατιωτικού υλικού και εξοπλισμού από το Γ' Reich με όρους πολύ πιο ευνοϊκούς από τα δάνεια της Μεγάλης Βρετανίας.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η ελληνική εξωτερική πολιτική της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου δεν καθοριζόταν από αμιγώς ιδεολογικές ή οικονομικές παραμέτρους. Η παραδοσιακά φιλοβρετανική στάση του βασιλιά Γεωργίου Β' ενσωματώθηκε αρμονικά στη συντηρητική, παραδοσιακή αντίληψη του ίδιου του Μεταξά για την εξωτερική πολιτική, η οποία αναγνώριζε τον κυρίαρχο ρόλο και τα ζωτικά συμφέροντα της Βρετανίας στο χώρο της Μεσογείου. Επιπλέον, ο Μεταξάς θορυβήθηκε από την κλιμάκωση του ιταλικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια και κινήθηκε προς την κατεύθυνση των Δυτικών Δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία) για να αποσπάσει εγγυήσεις αρωγής σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης.

Τα νέα προβλήματα

Το πρόβλημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1930, συνίστατο στο πώς θα μπορούσε να ελιχθεί και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα μίας περιφερειακής βαλκανικής χώρας ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετες δέσμες επιδιώξεων αλλά και "κοσμοθεωρίες", ανάμεσα στον αστικό φιλελελευθερισμό (Αγγλία-Γαλλία) και τον πολιτικό αυταρχισμό (Γερμανία-Ιταλία).
Ο συγκερασμός σε ένα ενιαίο αμυντικό δόγμα απόλυτα αντικρουόμενων διπλωματικών προσανατολισμών, δεδομένης και της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ των φασιστικών καθεστώτων και του αγγλογαλλικού συνασπισμού, φάνταζε ανέφικτο όραμα. Ήδη το 1935 η Ελλάδα είχε συνυπογράψει την επιβολή κυρώσεων στην Ιταλία από την Κοινωνία των Εθνών. Μολονότι αυτή η απόφαση προβλήθηκε ως συλλογική πολιτική επιλογή της βαλκανικής Entente, η ελληνική κυβέρνηση συνειδητοποίησε τον κίνδυνο να εκτεθεί η χώρα στο έλεος των ιταλικών επεκτατικών προθέσεων και προέβη το 1937 στην αναζήτηση επίσημων δεσμεύσεων από την πλευρά της Βρετανίας για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.
Τέτοιες δεσμεύσεις δεν αναλήφθηκαν από τη Βρετανία κατά τη διετία 1937-1938, μιας και η τελευταία επιθυμούσε την αποφυγή κινήσεων που θα αποξένωναν διπλωματικά την Ιταλία και θα δημιουργούσαν νέες εστίες έντασης και αντιπαράθεσης στο ζωτικό χώρο της Μεσογείου. Ωστόσο, η στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Βρετανία δεν πέρασε απαρατήρητη από την ιταλική κυβέρνηση. Ειδικά μετά την προσάρτηση της Αλβανίας, το Πάσχα του 1939, η παρουσία ιταλικών δυνάμεων βόρεια της Ελλάδας αποσκοπούσε στην άσκηση πολιτικής πίεσης στην Ελλάδα, για να αποφευχθεί η περαιτέρω προσέγγιση με τη Βρετανία και να μην επιτραπεί η εγκατάσταση βρετανικών δυνάμεων σε ελληνικό έδαφος.

Η πτώση του βαλκανικού συστήματος ασφαλείας

H ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπόρεσε να προασπίσει τη συνεννόηση και τις συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί σε διάφορες φάσεις στη δεκαετία του '30 μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Ως αποτέλεσμα, η επιδείνωση των διακρατικών σχέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η κλιμάκωση της ιδεολογικής και πολιτικής πόλωσης οδήγησαν στη σταδιακή άμβλυνση της διαβαλκανικής συνεργασίας.
Ήδη από το 1937 η Γιουγκοσλαβία είχε συνάψει σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Βουλγαρία, τα οποία υπογράμμιζαν τη μεταστροφή της γιουγκοσλαβικής πολιτικής από τον πολυμερή χαρακτήρα του βαλκανικού συμφώνου σε διμερείς συμφωνίες.
Από την πλευρά της η Ρουμανία αισθανόμενη τον κίνδυνο της περαιτέρω γερμανικής επέκτασης προς τη Βαλκανική, μετά την ενσωμάτωση της Αυστρίας στο Reich, επιδίωξε το διπλωματικό άνοιγμα προς τη Γερμανία, το οποίο συνοδεύθηκε από οικονομικές συμφωνίες το Μάρτιο του 1939. Η πολιτική προσέγγισης με τη Γερμανία παρείχε προστασία απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις της Σοβιετικής Ένωσης στην περιοχή της Βεσσαραβίας, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε σε χαλάρωση της διαβαλκανικής συνεργασίας και αποτέλεσε πρόγευση της μελλοντικής ένταξης της χώρας στη σφαίρα επιρροής του Αξονα υπό το καθεστώς Antonescu.

{Το παραπάνω αποτελεί εξιστόρηση και όχι κριτική προσέγγιση των γεγονότων της περιόδου...Για περισσότερη κατανόηση των γεγονότων απαιτείται η μελέτη περισσότερων συγγραφών για την περίοδο αυτή}

Πηγή

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Το επεισόδιο της Κέρκυρας το 1923 και οι λάθος χειρισμοί από την ελληνική διπλωματία

OCCUPATION OF CORFU



CORFU - ITALY SEIZES ISLAND


Σπάνια video από το British Pathe.

Στις 15 Μαΐου (ν.ημ.) 1920, η Ελλάδα και η Αλβανία συμφωνούσαν να αποδεχθούν τον διακανονισμό που θα πρότεινε η Πρεσβευτική Διάσκεψη (ένα νεόκοπο διεθνές όργανο) για τα κοινά τους σύνορα. Η Διάσκεψη, η οποία άρχισε τις εργασίες της τον Ιανουάριο του 1920, ιδρύθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις με σκοπό τη ρύθμιση εθνικών διαφορών που θα παρουσιάζονταν από την εφαρμογή των συνθηκών της ειρήνης. Στη Διάσκεψη μετείχαν αντιπρόσωποι της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, ενώ ο αντιπρόσωπος των ΗΠΑ παρευρισκόταν μόνο ως παρατηρητής, γιατί το Κογκρέσο είχε αρνηθεί να επικυρώσει τη Συνθήκη των Βερσαλλιών.
Ένα μήνα μετά την ελληνο-αλβανική συμφωνία, η Γαλλία παραχώρησε στην Αλβανία την περιοχή της Κορυτσάς που βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή από το 1916. Η Κορυτσά είχε περιληφθεί στα αλβανικά εδάφη από το 1913, αλλά η Ελλάδα πρόβαλλε σοβαρές αντιρρήσεις για την τελική ένταξη, υποδεικνύοντας την Ελληνικότητα του πληθυσμού της περιοχής. Εκτός από την Ελλάδα, τον διακανονισμό του 1913 αμφισβητούσε και η Γιουγκοσλαβία και ζητούσε επίσης επανεκτίμηση και των δικών της συνόρων με την Αλβανία. Η Διάσκεψη ωστόσο εξέδωσε απόφαση να τηρηθούν τα σύνορα του 1913, και μάλιστα όρισε ως σύνορο Ελλάδος και Αλβανίας τα όρια μεταξύ των καζάδων Κορυτσάς και Καστοριάς αντί του υδροκρίτη μεταξύ του άνω ρου του Δέβολη και του άνω ρου του Αλιάκμονα, που περιλαμβανόταν στο πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του 1913, με αποτέλεσμα 14 χωριά του καζά της Κορυτσάς που ανήκαν στην Ελλάδα από τότε να περιέλθουν στην Αλβανία. Το θέμα των αλβανικών συνόρων όμως δεν ανήκε στην αρμοδιότητα της Πρεσβευτικής Διάσκεψης, αφού η Αλβανία δεν είχε υπογράψει τις συνθήκες της ειρήνης. Στις 7 Μαρτίου 1923 η επιτροπή χάραξης με επικεφαλής τον Ιταλό στρατηγό Tellini έφτασε στην Ήπειρο  αλλά άρχισε τις εργασίες της μόλις τον Μάιο εκείνου του χρόνου.
Στις 27 Αυγούστου βρέθηκαν δολοφονημένοι στον δρόμο των Ιωαννίνων προς την Κακαβιά (σε ελληνικό έδαφος) ο Tellini, ο ταγματάρχης Corti, ο υπασπιστής λοχαγός Bonaccini, ο οδηγός του αυτοκινήτου και ένας διερμηνέας. Χωρίς να περιμένει τα αποτελέσματα των ανακρίσεων που η Ελληνική κυβέρνηση διέταξε να γίνουν, ο Μουσολίνι, μέσω του κατά τα πάντα δυσάρεστου προς τους Έλληνες Ιταλού πρεσβευτή Montagna, επέδωσε στην Επανάσταση του 1922 τελεσιγραφική διακοίνωση 24ώρου προθεσμίας, που περιείχε τους ακόλουθους όρους:


  1. Απόδοση τιμών στην ιταλική σημαία και στις σορούς των δολοφονημένων. 
  2. Αίτηση συγγνώμης προς την Ιταλία. 
  3. Τέλεση μνημοσύνου παρουσία του υπουργικού συμβουλίου. 
  4. Συμμετοχή του στρατιωτικού ακολούθου της ιταλικής πρεσβείας στις ανακρίσεις. 
  5. Καταδίκη σε θάνατο των ενόχων. 
  6. Καταβολή 50.000.000 λιρεττών.

Από τις απαιτήσεις αυτές μόνον οι τρεις πρώτες έγιναν δεκτές, ενώ οι υπόλοιπες απορρίφθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία δεχόταν ωστόσο να προσφέρει αρωγή στις οικογένειες των θυμάτων. Ακόμη η Ελλάδα πρότεινε στην Ιταλία να αναθέσουν την επίλυση της διαφοράς στην Κοινωνία των Εθνών, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αλεξανδρής διαβεβαίωνε τον Μουσολίνι με προσωπικό τηλεγράφημα ότι οι δολοφόνοι του στρατηγού δεν ήταν Έλληνες, αλλά ληστές αλβανικής καταγωγής.

Βομβαρδισμός αμάχων

Στις 31 Αυγούστου, η Πρεσβευτική Διάσκεψη κάλεσε με διακοίνωσή της την ελληνική κυβέρνηση να ενεργήσει με ταχύτητα για να βρεθούν οι ένοχοι. Η Ελλάδα στην προσπάθειά της να επιδείξει καλή θέληση απάντησε ζητώντας από τη Διάσκεψη τη σύσταση ειδικής επιτροπής, που θα διεξήγε έρευνες για τον καταλογισμό των ευθυνών, αλλά και για να επεκταθούν οι ανακρίσεις στο αλβανικό έδαφος. Στις 31 Αυγούστου 1923, τρία θωρηκτά, δύο βαρέα και δύο ελαφρά καταδρομικά, έξι αντιτορπιλικά, τορπιλοβόλα και υποβρύχια του ιταλικού ναυτικού, στρέφονταν εναντίον της ελληνικής Κέρκυρας, με τελεσιγραφική απαίτηση προς τον νομάρχη Ευριπαίο άμεσης παράδοσης του νησιού. Παρά την ειδοποίηση που έλαβαν ότι στα ανοχύρωτα φρούρια ήταν πρόχειρα εγκατεστημένοι πρόσφυγες, οι Ιταλοί απάντησαν στην άρνηση του νομάρχη με πυρά που κράτησαν 25 λεπτά και που στοίχισαν τη ζωή σε 15 αμάχους και τραυμάτισαν άλλους 35. Αμέσως μετά ιταλικές δυνάμεις κατοχής εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα. Η κατάληψη της Κέρκυρας ήταν θέμα που απειλούσε τη διεθνή ειρήνη και γι' αυτό ανήκε αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της ΚτΕ, ενώ η Διάσκεψη ως διάδικος στην υπόθεση της δολοφονίας δεν είχε δικαίωμα να παίζει και το ρόλο του δικαστή. Η άστοχη ελληνική παραδοχή της ανάμειξης της Διάσκεψης στην υπόθεση αυτή αχρήστευσε την προσφυγή στην ΚτΕ, καθώς μάλιστα ο Μουσολίνι, επωφελούμενος από τη διαλλακτικότητα της Ελλάδος, υποστήριζε ότι η Διάσκεψη και όχι η ΚτΕ (όπου η ψήφος των μικρών χωρών μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντά του) ήταν αρμόδια για να επιλύσει τη διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες. Στις 8 Σεπτεμβρίου, η Διάσκεψη ανακοίνωσε στην Ελλάδα ότι έπρεπε περίπου να δεχθεί τους ιταλικούς όρους.

Μοιρολατρική υποχωρητικότητα με δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος

Η Διάσκεψη αγνόησε με κυνισμό τόσο την έκθεση της δικής της επιτροπής, η οποία γνωμοδότησε υπέρ της Ελλάδας, όσο και την κατάθεση ενός λήσταρχου, του Κώτσου Μέμου (που ισχυρίσθηκε ότι η αλβανική αστυνομία του Αργυροκάστρου του είχε ζητήσει να δολοφονήσει τους Ιταλούς), και πριν περάσει η προθεσμία που είχε θέσει για την ανακάλυψη των ενόχων εξέδωσε απόφαση, βάσει της οποίας η Ελλάδα υποχρεωνόταν να πληρώσει 50 εκατομμύρια λιρέττες στην Ιταλία. Αν σκεφτεί κανείς ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε με 500.000 λίρες Αγγλίας και ότι η Ελλάδα με πολλούς κόπους εξασφάλισε από την Τράπεζα της Αγγλίας δάνειο 750.000 λιρών για να αντιμετωπίσει με προσωρινά μέτρα τις ανάγκες των προσφύγων, θα αντιληφθεί τις επιπτώσεις μιας τέτοιας αποζημίωσης στον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι έντονες ελληνικές διαμαρτυρίες και οι αναφορές στις αρχές της ηθικής και του δικαίου δεν απέτρεψαν την τελική αποδοχή των όρων. Ο αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην ΚτΕ Ι. Πολίτης εισηγήθηκε προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης, την οποία όμως η Επανάσταση του 1922 απέρριψε.

Τακτική συμβιβασμών

Παρά την ελληνική, μοιρολατρική σχεδόν, υποχωρητικότητα, οι Ιταλοί εξακολουθούσαν να κατέχουν την Κέρκυρα, με τον ισχυρισμό ότι θα έφευγαν μόνο μετά τη σύλληψη και την τιμωρία των ενόχων για τον φόνο του Tellini.
Η Ελλάδα είχε από την 1η Σεπτεμβρίου 1923 καταφύγει στην ΚτΕ, ζητώντας από το Συμβούλιο του Οργανισμού να αναλάβει τη διευθέτηση της διαφοράς με την Ιταλία. Στις 5 Σεπτεμβρίου, ο Ιταλός αντιπρόσωπος αποκρούοντας την επέμβαση της ΚτΕ με τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα είχε δηλώσει ότι θα σεβαστεί το πόρισμα της Διάσκεψης και ότι συνεπώς παραδεχόταν την ενοχή της στην υπόθεση της δολοφονίας, υπέδειξε έμμεσα το μεγάλο διπλωματικό σφάλμα των Ελλήνων. Μάταια ο γραμματέας της ελληνικής αντιπροσωπείας, Ι. Πολίτης, προσπάθησε να εξηγήσει ότι η χώρα του δεν είχε προσφύγει στη Διάσκεψη, αλλά είχε απαντήσει μόνο στη διακοίνωσή της ότι θα δεχόταν τα πορίσματα της ανακριτικής επιτροπής που εκείνη θα κατάρτιζε. Η ΚτΕ με ανακούφιση εγκατέλειψε την υπόθεση στην κρίση της Πρεσβευτικής Διάσκεψης.
Η εκκρεμότητα, τέλος, της ελληνικής προσφυγής στο Δικαστήριο της Χάγης έδωσε στην Αγγλία τη δυνατότητα να πείσει την Ιταλία να αποσυρθεί από την Κέρκυρα.
Ο Πλαστήρας, ο οποίος θέλησε κάποια στιγμή να αντισταθεί στην ιταλική εισβολή, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τις αποτρεπτικές συμβουλές του Γονατά και του υπουργού Εξωτερικών Αλεξανδρή. Η απαισιόδοξη διάθεση με την οποία οι Ελληνες διπλωμάτες αντιμετώπιζαν τη δυνατότητα της ΚτΕ να απονέμει δικαιοσύνη, ιδιαίτερα όταν θίγονταν συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, τους οδηγούσε σε μια τακτική συμβιβασμών, που απέκλειε την εκμετάλλευση των μικρών ευκαιριών που πρόσφερε ο Οργανισμός. Η απαισιοδοξία τους δεν ήταν βέβαια αβάσιμη. Η πλεονεκτική θέση των Μεγάλων Δυνάμεων στο εκτελεστικό όργανο της ΚτΕ -το Συμβούλιο- επηρέαζε αποφασιστικά και τις αποφάσεις του Οργανισμού.


Κακό προηγούμενο

Η αποχή της ΚτΕ από οποιαδήποτε μεσολαβητική ενέργεια θεωρήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις προϋπόθεση ειρηνικής ικανοποίησης των ιταλικών απαιτήσεων. Η παρουσία των μικρών χωρών στον Οργανισμό δημιουργούσε κίνδυνο για την Ιταλία να θεωρηθεί η απροκάλυπτη στρατιωτική της επέμβαση κακό προηγούμενο που εγκυμονούσε κινδύνους για όλες τις μικρές χώρες. Μολονότι ακούστηκαν αυστηρές κρίσεις εναντίον της Ιταλίας μέσα στην ΚτΕ, ο Οργανισμός στάθηκε αμέτοχος στον διακανονισμό του ζητήματος. Η επιτυχία του Μουσολίνι στην πρώτη του διεθνή αναμέτρηση μεγάλωσε το γόητρό του αλλά και την περιφρόνησή του για τον θεσμό της συλλογικής ασφάλειας.

Του Θάνου Bερέμη*
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100004_20/12/2009_384261
* Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Η Ελληνική εξωτερική πολιτική πριν το 1936

Το αίτημα της διαβαλκανικής συνεννόησης.
 Συγκέντρωση υπέρ του βασιλιά Γεωργίου Β'
 και του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.
Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Πολεμικού Μουσείου
, αρ. εισ. 0169.© Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η αποδυναμωμένη διεθνώς και εξαρτημένη οικονομικά Ελλάδα στη δεκαετία του '20 αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες προκειμένου να διέλθει με επιτυχία την πολλαπλά βεβαρημένη συγκυρία, που σημαδεύτηκε εκτός των άλλων από την οικονομική κρίση του '29 και την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη. Η σύναψη μίας σειράς συμφώνων φιλίας και η συμμετοχή στην πορεία της διαβαλκανικής συνεννόησης αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η ελληνική διπλωματία.
Από την άλλη πλευρά, οι επαφές με τις Μεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να εγγράφονται στο πλαίσιο της τήρησης "ίσων αποστάσεων", με την Αγγλία να διατηρεί ένα μικρό προβάδισμα, έως τουλάχιστον το 1935, που σχετιζόταν και με τους οικονομικούς δεσμούς της χώρας. Η ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο 1936-1944 χαρακτηρίστηκε από μια κινητικότητα και ρευστότητα σε όλα τα επίπεδα: πολιτική συμμαχιών, αναζήτηση μορφών συλλογικής ασφάλειας, σχέσεις με τις γείτονες χώρες και τις Μεγάλες Δυνάμεις στο διεθνή χώρο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου κληρονόμησε δομές και υποχρεώσεις στο επίπεδο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες δήλωσε πως θα διατηρούσε και θα ενίσχυε με νέες πρωτοβουλίες.

Το αίτημα της διαβαλκανικής συνεννόησης

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε σε δύο συμπληρωματικά επίπεδα:
α. Στο βαλκανικό χώρο, οι προσπάθειες για την επίτευξη συνεννόησης μεταξύ των κρατών της βαλκανικής χερσονήσου τοποθέτησαν την Ελλάδα στο κέντρο της προσπάθειας για τη διαμόρφωση ενός συστήματος διαβαλκανικής συλλογικής ασφάλειας, το οποίο προβλήθηκε ως βιώσιμη λύση για τη σταδιακή αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος στη δεκαετία του 1930. Το αίτημα της αναζήτησης ενός ευρύτερου συστήματος διακρατικής συνεργασίας, υιοθετήθηκε από τέσσερις βαλκανικές κυβερνήσεις (Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Τουρκίας, Ρουμανίας), οδήγησε σε μία σειρά επιμέρους συνεννοήσεων και επισφραγίστηκε από το βαλκανικό σύμφωνο του 1934.
β. Ειδικά μετά το 1933, η Ελλάδα προσπάθησε να κρατήσει πολιτική "ίσων αποστάσεων", αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που θα διατάραζε την ισορροπία απέναντι στα δύο διαγραφόμενα ευρωπαϊκά στρατόπεδα (Ιταλία-Γερμανία, Βρετανία-Γαλλία). Στο πλαίσιο μιας προσεκτικής εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα διατήρησε σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με τα δύο φασιστικά καθεστώτα (της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας), αλλά παράλληλα καλλιέργησε κλίμα συνεννόησης με τη Βρετανία, αναγνωρίζοντας τα συμφέροντα της τελευταίας στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Η διαβαλκανική προσέγγιση

Τα βαλκανικά κράτη επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την εξεύρεση μορφών συλλογικής αντιμετώπισης διεθνών προβλημάτων. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1929 και απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930 οδήγησε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των βαλκανικών χωρών και σε προστατευτισμό, επηρεάζοντας αρνητικά τις οικονομίες των κρατών της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Στο πλαίσιο αναζήτησης λύσεων, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία συμμετείχαν σε μία διεθνή συνδιάσκεψη με σκοπό τη δημιουργία ενός συστήματος οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλκανικής.
Παράλληλα, η δυνατότητα μιας Βαλκανικής Συνομοσπονδίας με τη συμμετοχή όλων των κρατών της χερσονήσου εξετάστηκε σοβαρά σε μία σειρά συνδιασκέψεων στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Η ελληνική κυβέρνηση διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στη σύγκληση της πρώτης συνδιάσκεψης (Αθήνα, Οκτώβριος 1930). Ως το 1933 τα βαλκανικά κράτη θεσμοποίησαν ετήσιες συνδιασκέψεις (Κωνσταντινούπολη, Οκτώβριος 1932, Βουκουρέστι, Οκτώβριος 1933, Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 1933), με απώτερο στόχο την ενίσχυση της διαβαλκανικής συνεργασίας, την επίλυση ενδοβαλκανικών διαφορών και τη διαμόρφωση ενός συνασπισμού κρατών ως πόλο σταθερότητας στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Το Βαλκανικό Σύμφωνο

H ατμόσφαιρα ενδοβαλκανικής σύμπνοιας που επικράτησε στις συνεννοήσεις της περιόδου 1932-34 δεν απέτρεψε την κατάδειξη της περιορισμένης εμβέλειας του βαλκανικού συμφώνου στην ευρωπαϊκή κλίμακα. Η ανάδυση μίας σειράς κεντρόφυγων δυνάμεων στους επιμέρους συμβαλλόμενους διέβρωσε από πολύ νωρίς τις μικρές κατ' ουσία δυνατότητες αποδοχής και παγίωσης αυτών που είχαν συμφωνηθεί. Η Γιουγκοσλαβία, φανερά δυσαρεστημένη προσπάθησε να έλθει σε επαφή με τη Βουλγαρία, ενώ η 'Αγκυρα έτεινε να αυξήσει τους δεσμούς της με το Βελιγράδι.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, κατέστησε σαφές ότι δε θα δεσμευόταν από το σύμφωνο σε περίπτωση που κάποιο άλλο κράτος-μέλος δεχόταν επίθεση από τρίτη Δύναμη. Δεσμευμένη από το ελληνοϊταλικό σύμφωνο του 1928, ήθελε να αποφύγει την εμπλοκή της σε ενδεχόμενη σύγκρουση με την Ιταλία, σε περίπτωση που η τελευταία ερχόταν σε ρήξη με τη Γιουγκοσλαβία ως αποτέλεσμα των ήδη τεταμένων σχέσεων των δύο χωρών από τα τέλη της δεκαετίας του 1920.

Κατά συνέπεια, το σύμφωνο παρείχε εγγυήσεις συλλογικής ασφάλειας ενόσω το παρόν κλίμα διεθνών συσχετισμών, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, δε μεταβαλλόταν σημαντικά. Σε περίπτωση ανατροπών, ωστόσο, η ισχύς του φάνηκε από την αρχή πως θα ήταν περιορισμένη. Με την επιδείνωση του κλίματος από το 1936 και μετά, η βαλκανική Entente άρχισε να καταρρέει, αποκαλύπτοντας τα σαθρά πολιτικά θεμέλια της ενδοβαλκανικής συνεργασίας και ενότητας.

Η εμβέλεια της διαβαλκανικής συνεργασίας

Η βαλκανική χερσόνησος αποτελούσε μικρογραφία μιας ευρύτερης διχοτόμησης μεταξύ συστημικών και αναθεωρητικών καθεστώτων που χαρακτήριζε όλο το ευρωπαϊκό σύστημα κρατών. Κατά συνέπεια, από την αρχή της απόπειρας της διαβαλκανικής συνεννόησης, διαφάνηκαν σημαντικά προβλήματα συνοχής. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία, η Τουρκία και η Ρουμανία ενδιαφέρονταν για την παγίωση του βασικού εδαφικού καθεστώτος στην περιοχή, πέρα από επιμέρους τροποποιήσεις προς όφελός τους. Από την άλλη πλευρά, η Βουλγαρία επίμονα αρνήθηκε να δεσμευθεί σε μια συμφωνία παγίωσης του εδαφικού χάρτη πάνω στη βάση της συνθήκης του Neuilly.
Κατά συνέπεια, το σύμφωνο για τη σύμπηξη της βαλκανικής Entente υπογράφτηκε από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες -χωρίς τη συγκατάθεση της Βουλγαρίας- στο Βελιγράδι, το Φεβρουάριο του 1934. Κατά το πρότυπο της μικρής Entente στην κεντρική Ευρώπη, τα βαλκανικά κράτη δεσμεύονταν να προασπίσουν το υπάρχον εδαφικό καθεστώς και να συμβουλεύονται το ένα το άλλο σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Η διάρκεια του συμφώνου προβλεπόταν αρχικά διετής με δυνατότητα ανανέωσης. Τα κράτη που την υπέγραψαν κατέστησαν σαφές ότι το σύμφωνο δε στρεφόταν σε καμιά περίπτωση εναντίον της Βουλγαρίας, η οποία προσκλήθηκε να προσχωρήσει στην Entente σε εύθετο χρόνο.
Όπως έχει συχνά επισημανθεί, η πρωτοβουλία σύμπηξης της σχετικής συμμαχίας ανταποκρινόταν κυρίως στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της γαλλικής πολιτικής και υπό την έννοια αυτή υπονομεύτηκε στην πράξη από τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις, στο βαθμό που ανέτρεπε το ήδη υπάρχον σύστημα ισορροπιών.


Οι διεθνείς σχέσεις της χώρας

Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, και τουλάχιστον έως τα μισά της δεκαετίας του 1930, η ελληνική εξωτερική πολιτική αναπροσαρμόστηκε, μετασχηματίζοντας τα αιτούμενα και τις πρακτικές της ανάλογα με τα ευμετάβλητα δεδομένα που χαρακτήριζαν την περίοδο αυτή. Η διασφάλιση των ζωτικών συμφερόντων της χώρας, η οποία -παρά τις πυκνές πολιτικές εναλλαγές- κινούνταν με γοργούς ρυθμούς προς την εσωτερική ανασυγκρότηση και τη βιομηχανική ανάπτυξη, απαιτούσε την υιοθέτηση ευέλικτων αλλά και άμεσων διπλωματικών μεθοδεύσεων. Αναμφίβολα η επιτυχία τέτοιων κινήσεων δεν εξαρτιόταν μόνο από εύστοχες επιλογές στη χάραξη της σχετικής πολιτικής, αλλά και από το ειδικό βάρος και τα διεθνή ερείσματα που διέθετε η χώρα στο διπλωματικό πεδίο.


Οι σχέσεις με Τουρκία και Ιταλία

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις απασχόλησαν σοβαρά την ελληνική εξωτερική πολιτική μετά το έτος-ορόσημο 1922. Οι προσπάθειες εύρεσης ενός ειρηνικού modus vivendi επιστέφθηκαν με το σύμφωνο φιλίας, ουδετερότητας και διαιτησίας (Οκτώβριος 1930). Η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών είχε αρχίσει να διαφαίνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και συνεχίστηκε κατά την επόμενη δεκαετία όχι μόνο σε απευθείας διμερές επίπεδο αλλά και μέσα στο πλαίσιο της βαλκανικής Entente.
Μεγάλη βελτίωση σημειώθηκε στο επίπεδο των σχέσεων της Ελλάδας με την Ιταλία. Η σύναψη εμπορικών συμφωνιών από το 1926 και μετά, και κυρίως η υπογραφή του συμφώνου συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού το 1928, έθεσαν τέρμα σε μία περίοδο έντασης και κρίσης από την εποχή του επεισοδίου της Κέρκυρας (1923). Η Ιταλία είχε προσπαθήσει έντονα να επιτύχει τη σύναψη ενός τριμερούς συμφώνου με την Ελλάδα και την Τουρκία, κάτι που ωστόσο δεν ευοδώθηκε, καταλήγοντας έτσι σε δύο ξεχωριστές διμερείς συμφωνίες της με τις δύο βαλκανικές χώρες.
Η σημασία των συμφώνων αυτών ήταν διαφορετική για καθεμία από τις τρεις χώρες. Η Ελλάδα πέτυχε την εξομάλυνση των σχέσεων της με τους δύο ισχυρότερους γείτονες της ως μέτρο αποκατάστασης της ισορροπίας στην ανατολική Μεσόγειο. Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, επεδίωξε τη διεύρυνση των συμμαχιών της στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου αλλά παράλληλα διατήρησε τις στενές επαφές της με το βουλγαρικό καθεστώς, ενισχύοντας τις αναθεωρητικές του τάσεις. Αυτή η διπλή ιταλική τακτική εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη χλιαρή αντίδραση του φασιστικού καθεστώτος στο βαλκανικό σύμφωνο, το οποίο έδειχνε να αποκλείει την Ιταλία από έναν ενεργό διπλωματικό ρόλο στην περιοχή και ερμηνεύτηκε ως κίνηση απομόνωσης της αναθεωρητικής Βουλγαρίας.


Οι Ελληνο- γιουγκοσλαβικές σχέσεις

Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις διήλθαν μια έντονη περίοδο κρίσης στη δεκαετία του 1930. Αφορμή στάθηκε η Ελεύθερη Ζώνη της Θεσσαλονίκης και η πρόσβαση της Γιουγκοσλαβίας στο Αιγαίο. Το αίτημα της τελευταίας για φθηνότερες χρεώσεις κατά τη χρήση της σιδηροδρομικής γραμμής Γευγελής-Θεσσαλονίκης ικανοποιήθηκε ως ένα βαθμό από την Ελλάδα το 1925.
Ωστόσο, οι γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις για τον αποκλειστικό έλεγχο όλης της Ζώνης απορρίφθηκαν και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών διακόπηκαν μέσα σε κλίμα έντασης. Οι προσπάθειες για εξεύρεση λύσης συνεχίστηκαν το 1926 αλλά η τελική διευθέτηση ήρθε το 1929. Η ελληνοϊταλική προσέγγιση το 1928 υπογράμμισε στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση τον κίνδυνο απομόνωσης και περικύκλωσης της χώρας, οδηγώντας την σε διάθεση συνεργασίας και έμπρακτες υποχωρήσεις που κατέστησαν μια ελληνογιουγκοσλαβική συνεργασία δυνατή. Με το πρωτόκολλο του 1929 η Ελλάδα εξασφάλισε τον οριστικό έλεγχο της Ζώνης και της σιδηροδρομικής γραμμής, παραχωρώντας κάποιες ευνοϊκές ρυθμίσεις για τη γιουγκοσλαβική πρόσβαση στη Θεσσαλονίκη και στο Αιγαίο.


Οι επαφές με την Αγγλία

Απέναντι στην Αγγλία, η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε στο πλαίσιο της φιλικής συνεργασίας κατά τη δεκαετία του 1930, αναγνωρίζοντας το έντονο ενδιαφέρον της τελευταίας για τη διατήρηση των ισορροπιών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Προς την κατεύθυνση αυτή, η Ελλάδα καταδίκασε την εξέγερση στην Κύπρο το 1931, παρά την έκδηλη συμπάθεια της ελληνικής κοινής γνώμης προς τον κυπριακό λαό και το αίτημα της Ένωσης. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Ελλάδα μαζί με τις άλλες χώρες της βαλκανικής Entente υποστήριξαν την αγγλογαλλική πρωτοβουλία για επιβολή διεθνών κυρώσεων στην Ιταλία μέσω της Κοινωνίας των Εθνών, αντιδρώντας έτσι στην εισβολή της στην Αιθιοπία.


Η πολιτική των 'ίσων αποστάσεων'

Oι ελληνικές κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν την ανάγκη για τη διατήρηση μιας πολιτικής "ίσων αποστάσεων" απέναντι στα δύο ευρωπαϊκά στρατόπεδα (Αγγλία-Γαλλία και Γερμανία-Ιταλία) που άρχισαν να αποκτούν σταθερή υπόσταση μετά το 1935. Ωστόσο, η ελληνογερμανική συμφωνία που συνάφθηκε ανάμεσα στις δύο χώρες το 1936 προέβλεπε την επέκταση των εμπορικών σχέσεων των δύο χωρών και εξασφάλιζε την παροχή στρατιωτικού υλικού για τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, οι διεθνείς συνθήκες επέτρεπαν μεγαλύτερα περιθώρια ευελιξίας στην άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δεδομένου ότι η δομή των συμμαχιών στο ευρωπαϊκό σύστημα δεν είχε ακόμα αποκρυσταλλωθεί και η ελευθερία επιλογών εξακολουθούσε να είναι σημαντική. Προβλήματα άρχισαν να διαφαίνονται από το 1935 και μετά, αλλά η θέση της Ελλάδας στην περιφέρεια της Ευρώπης δεν επέβαλλε άμεσες κινήσεις, δεδομένου ότι το ενδιαφέρον των Μεγάλων Δυνάμεων εξακολουθούσε να επικεντρώνεται στον κίνδυνο του γερμανικού επεκτατισμού στην κεντρική Ευρώπη.

{Το παραπάνω αποτελεί εξιστόρηση και όχι κριτική προσέγγιση των γεγονότων της περιόδου...Για περισσότερη κατανόηση των γεγονότων απαιτείται η μελέτη περισσότερων συγγραφών για την περίοδο αυτή}
Πηγή

Συνέχεια στο εξωτερική πολιτική 1936-1944
Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά