Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αραβική Άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αραβική Άνοιξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

O Φαραώ Μόρσι… Μουμπάρακ


Ξεκινώντας διμέτωπο αγώνα με τα απομεινάρια του καθεστώτος Μουμπάρακ αλλά και τους πρωτεργάτες της επανάστασης, ο πρόεδρος της Αιγύπτου μετατρέπεται σε έναν ακόμη δικτάτορα.
Τις ημέρες της μεγάλης αιγυπτιακής εξέγερσης για την ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ σημειώθηκε και η λεγόμενη «μάχη της καμήλας» στην πλατεία Ταχρίρ. Για πρώτη φορά οι διαδηλωτές δεν βρέθηκαν αντιμέτωποι με δυνάμεις της αστυνομίας ή του στρατού αλλά και με «απλούς πολίτες» που δήλωναν υποστηρικτές του προέδρου. Όπως αποδείχτηκε βέβαια ήταν πληρωμένοι δολοφόνοι, λούμπεν στοιχεία της Αιγυπτιακής πρωτεύουσας που αναλάμβαναν να επιτεθούν στους συγκεντρωμένους για ένα μεροκάματο.

Αρκετοί θυμήθηκαν εκείνη την ημέρα όταν την περασμένη εβδομάδα οπαδοί των Αδελφών Μουσουλμάνων επιτέθηκαν με τρομακτική βία εναντίον όσων διαδήλωναν έξω από το προεδρικό μέγαρο – λίγα μόλις χιλιόμετρα από την πλατεία Ταχρίρ. Πριν η αντιπαράθεση πάρει τη μορφή γενικευμένης σύγκρουσης με έξι νεκρούς, οι επιτιθέμενοι έριξαν βροχή από πέτρες στους συγκεντρωμένους, έσκισαν τα πρόχειρα καταλύματα τους ενώ σύμφωνα με πληροφορίες χρησιμοποίησαν και αληθινά πυρά. Στο πλευρό των οπαδών του προέδρου Μόρσι βρέθηκαν σύντομα και άρματα μάχης, ομάδες σαλαφιστών και μέλη της οργάνωσης Γκαμάα αλ Ισλαμίγια. Ανάμεσα στα θύματα αυτής της επίθεσης ήταν ένα μέλος της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Συμμαχίας και ένα από το κόμμα των Επαναστατών Σοσιαλιστών.

Δεν είναι όμως μόνο η βαναυσότητα των οπαδών του Μόρσι που επέτρεψε σε αρκετούς από τους αντιπάλους του να τον συγκρίνουν με τον Μουμπάρακ και να θυμηθούν τη μάχη της καμήλας. Όπως και ο προκάτοχός του, ο Μόρσι επιχειρεί να συσπειρώσει τους οπαδούς του καταδικάζοντας «ξένες δυνάμεις» και την «εβραϊκή απειλή». Στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε την περασμένη εβδομάδα, απολαμβάνει της στήριξης της Δύσης και κυρίως της Ουάσινγκτον, η οποία μετά την Αραβική Άνοιξη ποντάρει στις οπισθοδρομικές δυνάμεις των Αδελφών Μουσουλμάνων για να διατηρήσει τη σφαίρα επιρροής της στη Μέση Ανατολή. Με την μεσολάβησή του μετά την ισραηλινή επιδρομή στη Γάζα ο Μόρσι θέλησε να αποδείξει σε αμερικανούς και ευρωπαίους ότι μπορεί να ασκήσει έλεγχο στην Χαμάς – η οποία άλλωστε όταν δημιουργήθηκε αποτελούσε πνευματικό τέκνο των Αδελφών Μουσουλμάνων. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι φαντάζουν πλέον στα μάτια της Δύσης σαν μια σταθερή δύναμη ή οποία αν δεν ενισχύσει τουλάχιστον δεν θα εμποδίσει τα επιθετικά σχέδια της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ εναντίον της Συρίας και του Ιράν. Κυρίως όμως φαντάζουν σαν τη μοναδική δύναμη που μπορεί να αποτρέψει ένα νέο επαναστατικό κύμα σε μια χώρα που εξακολουθεί να αποτελεί τον φάρο ολόκληρου ου αραβικού κόσμου.

Την ίδια ώρα οι επαφές ανώτατων στελεχών των αδελφών μουσουλμάνων με την αμερικανική πρεσβεία στο Κάιρο είναι πλέον σχεδόν καθημερινές ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέφυγε να καταδικάσει τη βία της κυβέρνησης απέναντι στους διαδηλωτές καλώντας σε «αυτοσυγκράτηση» και τις δυο πλευρές. Για την ακρίβεια οι ανακοινώσεις των αμερικανών διπλωματών θυμίζουν έντονα τη στάση των ΗΠΑ τις πρώτες ημέρες της αιγυπτιακής επανάστασης , όταν ακόμη η Ουάσινγκτον πίστευε ότι θα καταφέρει να διατηρήσει τον Χόσνι Μουμπάρακ στην εξουσία.

Οι διαφορές βέβαια με τη «μάχη της καμήλας» και τις πολιτικές ισορροπίες που τη συνόδευαν είναι μεγάλες: Οι οπαδοί του προέδρου δεν  είναι πληρωμένοι τραμπούκοι αλλά ψηφοφόροι ενός δημοκρατικά εκλεγμένου κόμματος. Και οι διαδηλωτές όμως, στην πλειονότητά τους, δεν ξεκίνησαν ζητώντας την ανατροπή του ηγέτη της χώρας αλλά την ακύρωση των προεδρικών διαταγμάτων με το οποίο έδωσε στον εαυτό του δικτατορικές εξουσίες. Παράλληλα ζητούσαν την αναβολή του δημοψηφίσματος για το νέο σύνταγμα που συνέταξαν οι συνεργάτες του προέδρου κυριολεκτικά εν μια νυκτί.

Από την πλευρά του ο Μόρσι δεν βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με τη λαϊκή οργή των φιλελεύθερων και αριστερών δυνάμεων της αιγυπτιακής κοινωνίας αλλά και με τα απομεινάρια από το βαθύ κράτος του Μουμπάρακ, τα οποία προσπαθούν απεγνωσμένα να γαντζωθούν στην εξουσία. Το αντιδημοκρατικό ξέσπασμα του προέδρου άλλωστε αποτελούσε την απάντηση των Αδελφών Μουσουλμάνων στο δικαστικό πραξικόπημα με το οποίο το βαθύ κράτος επιχειρούσε να καταργήσει τη συντακτική συνέλευση. Οι δικαστές, οι διπλωμάτες αλλά και οι στρατιωτικοί που είχαν τοποθετηθεί στις θέσεις τους από το καθεστώς Μουμπάρακ επιχείρησαν και για ένα διάστημα κατάφεραν να παγώσουν κάθε λειτουργία του κράτους. Να σημειωθεί ότι ανάλογη ανταρσία αναμένεται και κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος που έχει οριστεί για τις 15 Δεκεμβρίου.

Για να προλάβει αυτές τις εξελίξεις ο Μόρσι ακύρωσε κάθε διάλογο για το Σύνταγμα και προσπάθησε να θωρακίσει την εξουσία του με προεδρικά διατάγματα.

Στόχος των Αδελφών Μουσουλμάνων όμως δεν είναι να προστατεύσουν τη δημοκρατία στην Αίγυπτο – γεγονός που ίσως να δικαιολογούσε στα μάτια ορισμένων τη λήψη έκτακτων μέτρων – αλλά να θεμελιώσουν συνταγματικά την εξουσία τους απέναντι σε όλους ανεξαιρέτως τους αντιπάλους τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στενοί συνεργάτες του προέδρου, τους οποίους ο ίδιος είχε τοποθετήσει σε θέσεις συμβούλων, παραιτήθηκαν τις προηγούμενες ημέρες καταδικάζοντας την αυταρχική στάση του Μόρσι.

Ποντάροντας μόνο στον σκληρό πυρήνα των ισλαμιστών και την ανοχή της Δύσης ο Μόρσι απομονώθηκε όχι μόνο από τα στοιχεία του παλαιού καθεστώτος αλλά και από τις δυνάμεις που πρωτοστάτησαν στην ανατροπή του Μουμπάρακ. Ήδη τα συνδικάτα στις μεγάλες κλωστοϋφαντουργίες της πόλης Μαχάλα (το σπίρτο που άναψε την πρώτη φωτιά για την αιγυπτιακή επανάσταση) οργανώνονται για τη νέα αντιπαράθεση με ένα ακόμη αυταρχικό καθεστώς.

Αυτή η πολυεπίπεδη μάχη όμως ανάμεσα σε διαφορετικά τμήματα της πολιτικής και οικονομικής ελίτ αλλά και των μεγάλων λαϊκών μαζών που αναζητούν τους καρπούς της επανάστασής τους, μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες εξελίξεις. Αν ο Μόρσι εμμείνει στην αδιάλλακτη στάση της κρατικής και παρακρατικής βίας εναντίον των αντιπάλων του όλα τα σενάρια πέφτουν στο τραπέζι. Ακόμη και αυτό του εμφυλίου πολέμου.

Αρης Χατζηστεφάνου

ΠΡΙΝ 9/12/2012

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Συρία και τουρκο-ιρανικές σχέσεις

Γράφει ο Χρήστος Μηνάγιας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΟΥΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟΝ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟ

Όταν ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη, το Ιράν υποστήριξε τους εξεγερμένους των χωρών αυτών και επιδίωξε να προσδώσει σε αυτήν το χαρακτήρα μιας ισλαμικής εξέγερσης, η οποία εναντιωνόταν στο υπάρχον status quo της Μέσης Ανατολής.

Μόλις όμως η εξέγερση επεκτάθηκε στη Συρία, η Τεχεράνη τήρησε μια εντελώς διαφορετική στάση και υποστήριξε εμφανώς το μπααθικό καθεστώς της Δαμασκού προκειμένου αυτό να διατηρηθεί στην εξουσία. Επίσης, η κρίση στη Συρία άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τη φυσιογνωμία της Αραβικής Άνοιξης με αποτέλεσμα το Ιράν να πιστωθεί με ιδεολογικά, στρατηγικά και γεωπολιτικά οφέλη.

Ως γνωστόν, η Συρία αποτελεί το κέντρο της περιφερειακής πολιτικής της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή και μια ενδεχόμενη ανατροπή του Άσαντ θα αποκόψει το πεδίο επιρροής της στην περιοχή που αρχίζει από την Παλαιστίνη, φθάνει στον Λίβανο και εκτείνεται μέχρι το Ιράκ. Πέραν των παραπάνω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ θεωρείται θέμα ζωτικής σημασίας για το Ιράν λόγω του ότι οι δύο χώρες συνδέονται με ιστορικούς, ιδεολογικούς και στρατηγικούς δεσμούς. Ιστορικούς δεσμούς, διότι το 1979 η Δαμασκός στήριξε το θεοκρατικό καθεστώς του Χομεϊνί και στη συνέχεια, αντίθετα από τις υπόλοιπες αραβικές χώρες, υποστήριξε το Ιράν κατά τη διάρκεια του ιρανο-ιρακινού πολέμου (1980-1988).

Συνακόλουθα δε, η Συρία παρείχε στήριξη στην Χεσμπολάχ και διευκόλυνε την επικοινωνία του Ιράν με τις παλαιστινιακές αντιστασιακές ομάδες. Τέλος, το 2006 υπογράφηκε η ιρανο-συριακή Συμφωνία Κοινής Ασφάλειας, η οποία προσέδωσε στα δύο κράτη την έννοια των στρατιωτικών συμμάχων. Ιδεολογικούς δεσμούς, διότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι άμεσα προσκολλημένες στις ιδεολογικές αρχές του σιϊτισμού. Από τη μια πλευρά το Ιράν, στην προσπάθειά του να εξαπλώσει τη σιϊτικη ημισέληνο, στηρίζει και προστατεύει τους νουσαϊρί/αλαουίτες της Συρίας και το μπααθικό καθεστώς της. Και από την άλλη πλευρά, το κόμμα Μπαάθ, το οποίο ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία της χώρας το 1963, με το Ιράν αισθάνεται ασφάλεια λόγω των θεολογικών και δογματικών αντιπαλοτήτων που έχει με τους σουνίτες. Τέλος, στρατηγικούς δεσμούς, διότι το Ιράν μέσω της Συρίας, του Λιβάνου και των σιϊτών των υπολοίπων αραβικών χωρών επιδιώκει τη δημιουργία μιας γραμμής αντίστασης, η οποία θα αποκόψει ή θα περιορίσει τους στρατηγικούς στόχους του αμερικανο-ισραηλινού άξονα.

Η όξυνση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ιράν και τη Συρία


Η πολιτική της ενεργούς ουδετερότητας αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της τουρκικής διπλωματίας, η οποία, όπως έκανε και κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επιδιώκει τη διατήρηση επαφών με όλες τις αντιμαχόμενες παρατάξεις παρέχοντας πάντα «μυστική» συμπαράσταση στην πιο ισχυρή πλευρά, χωρίς φυσικά να έχει ενδοιασμούς να αλλάξει τακτική όταν θα το επιβάλλουν τα συμφέροντά της. Τούτο αποτυπώνεται πλήρως στην περίπτωση του Ιράν και της Συρίας. Συγκεκριμένα, στις 24-11-2010, ο συντάκτης του παρόντος σε άρθρο του με τίτλο «Η Θέση της Τουρκίας στο Νέο Ψυχρό Πόλεμο» είχε αναφέρει τα εξής: «Τούρκοι αναλυτές θεωρούν ότι η Τουρκία του Ερντογάν, με την παράλογη ερμηνεία της έννοιας των μηδενικών προβλημάτων, έχει προσανατολισθεί σ’ έναν παρατραβηγμένο διπλωματικό ακτιβισμό προκειμένου να παρεμποδισθούν οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράν. Μάλιστα οι αναλυτές αυτοί επικαλούνται και τα ακόλουθα επιχειρήματα:

• Η Τουρκία επιδιώκει να παίξει το ρόλο της περιφερειακής δύναμης που εγγυάται τη σταθερότητα στην περιοχή επειδή αυτό προστάζουν τα οικονομικά και εμπορικά της συμφέροντα. Αντιθέτως, το Ιράν επιδεικνύει καταστροφικές και συγκρουσιακές συμπεριφορές που διακυβεύουν τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής επειδή αυτό προστάζει η ασφάλεια του καθεστώτος του.
• Η τουρκο-ιρανική προσέγγιση δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις τόσο στη Δύση όσο και στον αραβικό κόσμο. Ο ισλαμικός κόσμος θεωρεί το Ιράν ως βασική απειλή της εξάπλωσης του σιϊτισμού. Οι μουσουλμανικές χώρες είναι ανήσυχες από το Ιράν. Αυτά αποτελούν μία πραγματικότητα και η Τουρκία πρέπει να τα λάβει σοβαρά υπόψη.

Κατά συνέπεια υποστηρίζουν, ότι όχι μόνο οι παράγοντες αυτοί δεν προμηνύουν μία μόνιμη προσέγγιση, αλλά θα αποτελέσουν την αιτία μιας πιθανής σύγκρουσης στο μέλλον.
Όσον αφορά στις τουρκο-συριακές σχέσεις, που φαινομενικά βρίσκονται σε πολύ καλό επίπεδο, δεν πρέπει να δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις διότι τα βασικά προβλήματα που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών εξακολουθούν να υπάρχουν και σε κάποια χρονική στιγμή θα τεθούν από τη Συρία.»

Δεν πέρασαν δύο χρόνια από τη δημοσίευση του εν λόγω άρθρου και η Συρία κατέρριψε ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος, προσέβαλε με πυρά όλμων το τουρκικό έδαφος και συνετέλεσε στην κλιμάκωση των ασύμμετρων απειλών στο εσωτερικό της Τουρκίας με τη βοήθεια που παρείχε στους Κούρδους αντάρτες.

Εν τω μεταξύ, η Τουρκία συντάχθηκε με το μέρος των Σύριων αντικαθεστωτικών παρέχοντας σε αυτούς πολιτική και λογιστική υποστήριξη μη διστάζοντας να πλήξει με πυρά πυροβολικού θέσεις του συριακού στρατού. Παράλληλα δε, η διακοπή των οδικών αξόνων μεταφοράς τουρκικών εμπορευμάτων προς τις αραβικές χώρες μέσω της Συρίας, η δημιουργία καταυλισμών Σύριων προσφύγων εντός του τουρκικού εδάφους και η στρατιωτική κινητοποίηση των Τούρκων κατά μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων επιβαρύνουν σημαντικά την οικονομική κατάσταση της Άγκυρας της οποίας τα αποτελέσματα άρχισαν να γίνονται ορατά.

Επίσης, το Ιράν, σε συνεργασία με τη Ρωσία, υποστηρίζει πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά τον Άσαντ προκειμένου να αποτραπεί, όσο το δυνατόν περισσότερο, η παρέμβαση τρίτων στα εσωτερικά της Συρίας. Αυτό αποτέλεσε και την κύρια αιτία της όξυνσης των σχέσεων του με την Τουρκία, η οποία για μια φορά ακόμη εφάρμοσε την προσφιλή της τακτική. Ήτοι, την αποστολή παραστρατιωτικών ομάδων, με «θρησκευτικό μανδύα», σε γειτονικά κράτη, έχοντας ως αποστολή την εκτέλεση ανατρεπτικών ενεργειών και επιχειρήσεων αποσταθεροποιήσεως, εκπαιδεύοντας αντικαθεστωτικούς και σχεδιάζοντας επιθέσεις εναντίον στρατηγικών στόχων. Εκτός τούτου, η Τεχεράνη βλέποντας την συνεχώς μεταβαλλόμενη πολιτική της Άγκυρας δεν αρκέσθηκε μόνο σε προκλητικές δηλώσεις και απειλές, αλλά υποστήριξε έμμεσα τους αντάρτες του ΡΚΚ, οι οποίοι δημιούργησαν σοβαρότατα προβλήματα ασφαλείας στη νοτιοανατολική Τουρκία.

Πέραν των παραπάνω, η Άγκυρα, βλέποντας την αρνητική κριτική που γίνεται κατά της εξωτερικής πολιτικής της και ειδικά εναντίον του υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου, πραγματοποίησε μια έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί η αντίληψη που υπάρχει για την Τουρκία στις χώρες της Μέσης Ανατολής. Συγκεκριμένα, το Ίδρυμα Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών της Τουρκίας TESEV ανέθεσε την εν λόγω έρευνα στην εταιρεία δημοσκοπήσεων KAI ARASTIRMA (σ.σ. έχει έδρα στην Κων/πολη), κατά την οποία το χρονικό διάστημα 3-28 Αυγούστου 2012 συμμετείχαν 2.800 άτομα από την Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη, τη Σαουδική Αραβία, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, την Τυνησία, το Ομάν, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Υεμένη και τη Λιβύη, ενώ ζητήθηκαν απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:

• Πως αντιλαμβάνεσθε την έννοια της περιφερειακής δύναμης για την Τουρκία, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο;
• Ποία είναι η άποψη σας για την Τουρκία;
• Πως αξιολογείτε την αντίδραση της Τουρκίας στην κρίση της Συρίας;
• Ποίος είναι ο ρόλος της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή;

Στη συνέχεια, παρατίθενται οι σχετικοί πίνακες των αποτελεσμάτων.

Από την ανάλυση των παραπάνω πινάκων εξάγονται τρία κύρια συμπεράσματα: πρώτον, οι κάτοικοι των χωρών της Μέσης Ανατολής έχουν θετική άποψη για την Τουρκία, ωστόσο το ποσοστό αυτό σε σχέση με το 2012 μειώθηκε κατά 9 μονάδες, από 78% σε 69%. Το ίδιο ισχύει και στο ερώτημα εάν η Τουρκία αποτελεί τη χώρα πρότυπο, όπου το ποσοστό από 61% μειώνεται στο 53%. Δεύτερον, το Ιράν θεωρείται ως η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη, η Τουρκία ως η πιο μεγάλη πολιτική δύναμη, ενώ η Σαουδική Αραβία κατέχει την πρώτη θέση στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα. Και τρίτον, μόνο το 32% των συμμετασχόντων εκτιμά ότι θα υπάρξει σταθερότητα στη Συρία, ενώ το 52% αξιολογεί ως θετική την τουρκική πολιτική για τη συριακή κρίση στην ευρύτερη περιοχή.

Τέλος καθίσταται σαφές ότι, η Τουρκία, παρόλο που έχει ενδημικά προβλήματα ασφαλείας, διακρίνεται από μια ξεκάθαρη τάση προς αυταρχισμό στον περίγυρό της, ενώ η εξωτερική πολιτική της χαρακτηρίζεται για τα επεκτατικά και ηγεμονικά στοιχεία της. Ωστόσο την παρούσα περίοδο, η Άγκυρα δεν αποσκοπεί σε άμεσα εντυπωσιακά οφέλη λόγω της γενικής αστάθειας και αβεβαιότητας που υπάρχει για το μέλλει γενέσθαι στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Για το λόγο αυτό, εκτιμάται ότι θα αρκεσθεί, αφενός στη διατήρηση της υπάρχουσας γεωπολιτικής επιρροής της, επιδιώκοντας ταυτόχρονα μικρά γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα, τα οποία, μετά το πέρας των εξελίξεων, πιθανόν να προσδώσουν πολλαπλασιαστική ισχύ στα επεκτατικά σχέδια της.

Πηγές

Milliyet, Zaman, BILGESAM και TESEV

elzoni

Αναδημοσίευση από το πολύ καλό anixneuseis.gr