Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Suspended in the air | Meteora

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Ελληνοθωμανισμός

1. Εισαγωγή

Η δημοσίευση του πρώτου επίσημου κειμένου των μεταρρυθμίσεων που είναι γνωστές ως Τανζιμάτ (το διάταγμα Χατ-ι Σερίφ, που εκδόθηκε το 1839), αλλά κυρίως η δεύτερη φάση τους, η οποία εγκαινιάστηκε με την έκδοση του Ισλαχάτ Φερμανί το 1856, αποτελούν σημαντική τομή για την εμπέδωση μιας νέας ιδεολογίας, του οθωμανισμού. Στόχο είχε να προωθήσει την ισότητα μεταξύ όλων των υπηκόων του σουλτάνου με βάση μια κοινή πολιτική συνείδηση που θα καθιστούσε ασήμαντη κάθε θρησκευτική ή εθνοτική διαφορά. Η πολιτική αυτή στην πράξη ξεκινά ήδη από την εποχή του Μαχμούτ Β΄ (1807-1839). Ο «γκιαούρης» σουλτάνος, όπως έχει χαρακτηριστεί, έπειτα από μια σειρά εξεγέρσεων των χριστιανών υπηκόων του (σερβικές επαναστάσεις στα 1804 και 1815, Ελληνική Επανάσταση το 1821) προσπάθησε με μια σειρά από μέτρα και να πατάξει τις φυγόκεντρες δυνάμεις και να δημιουργήσει προϋποθέσεις ενσωμάτωσης των μη μουσουλμάνων στην κοινωνία και τη διοίκηση. Έτσι, το 1826 εξόντωσε τους γενίτσαρους, που είχαν εξελιχθεί σε μάστιγα και για τη διοίκηση και για τους υπηκόους, ενώ το 1828 προώθησε σειρά μέτρων σχετικά με την αμφίεση των κρατικών υπαλλήλων και του στρατού.

Έως τότε, διάφοροι σουλτάνοι, όπως ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1494-1566), είχαν περιγράψει σε φιρμάνια με κάθε λεπτομέρεια τους ενδυματολογικούς κανόνες που έπρεπε να ακολουθούν οι υπήκοοί τους ανάλογα με το αν είναι μουσουλμάνοι ή μη, πλούσιοι ή φτωχοί, άνδρες ή γυναίκες. Με αντίστοιχη λεπτομέρεια περιγραφόταν και η εξωτερική εμφάνιση των μελών της γραφειοκρατίας ή του στρατού, ανάλογα με το βαθμό και την ειδικότητά τους. Τώρα όλες αυτές οι εξόφθαλμες διαφορές θα απαλείφονταν με την εισαγωγή ενός ιδιαίτερου καλύμματος κεφαλής, που έγινε γνωστό ως φέσι. Επρόκειτο για καινοτομία που, ακριβώς επειδή επιβλήθηκε με τη βία, αντιμετώπισε τις αντιδράσεις σημαντικών τμημάτων του μουσουλμανικού πληθυσμού κυρίως της πρωτεύουσας. Πέρα από τη δυσαρέσκεια που είχε δημιουργήσει ο αυταρχικός τρόπος με τον οποίο ο σουλτάνος είχε διαλύσει τα δίκτυα που συνέδεεαν τους γενίτσαρους με τις διάφορες συντεχνίες, αυτό που εξόργιζε τους μουσουλμάνους ήταν πως με την επιβολή κοινού καλύμματος κεφαλής εξισώνονταν με τους μη μουσουλμάνους.1

2. Ο οθωμανισμός και οι μη μουσουλμάνοι

Αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος της συγκεκριμένης πρακτικής, που άνοιγε το δρόμο στον οθωμανισμό, ο οποίος απέβλεπε στη δημιουργία μιας κοινωνίας, όπου όλοι οι υπήκοοι θα μετατρέπονταν σε πολίτες με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στο σουλτάνο. Ο Μαχμούτ Β΄ έθεσε τις βάσεις αυτής της πολιτικής –η οποία θα διατυπωνόταν και επισήμως το 1839, όταν στο θρόνο θα ανέβαινε ο γιος του Αβδούλ Μετζίτ– μεταξύ άλλων με την ίδρυση ανώτατων σχολών όπως η Ιατρική Σχολή το 1834, όπου μπορούσαν να φοιτήσουν και μη μουσουλμάνοι. Ωστόσο, το εγχείρημα έφερε καρπούς
μετά το Ισλαχάτ Φερμανί του 1856 και την άμεση ανάμειξη των ηγετικών ομάδων των διάφορων μιλέτ στη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Το αυτοκρατορικό διάταγμα έδινε οδηγίες στις κοινότητες να εκλέξουν αντιπροσωπευτικά σώματα και να καταρτίσουν εσωτερικούς κανονισμούς οι οποίοι θα υποβάλλονταν για έγκριση στην κυβέρνηση και θα είχαν την ισχύ καταστατικού χάρτη. Η εκκοσμίκευση που ο Μαχμούτ Β΄ είχε επιδιώξει αφορούσε τις σχέσεις των υπηκόων με το κράτος· η εκκοσμίκευση που επιδίωκε τώρα ο διάδοχός του Αβδούλ Μετζίτ αφορούσε τις σχέσεις στο εσωτερικό των εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων. Έως τότε, η παρουσία λαϊκών στα όργανα διοίκησης αποτελούσε μεν κοινή πρακτική, αλλά ήταν ευκαιριακή και όχι επίσημα θεσμοθετημένη. Μάλιστα, οι ορθόδοξοι Φαναριώτες και οι Αρμένιοι αμιράδες ανεβοκατέβαζαν πατριάρχες, συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στις αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης.2 Με τις νέες ρυθμίσεις θεσμοθετήθηκε ο ρόλος των λαϊκών και προβλέφθηκε συγκεκριμένη αναλογία εκπροσώπων από την πρωτεύουσα και από τις επαρχίες, με μέλη που προέρχονταν τόσο από τους πρόκριτους όσο και από τις συντεχνίες. Δεν επρόκειτο, βεβαίως, για δημοκρατικά εκλεγμένους εκπροσώπους αλλά για εκφραστές του κατά τόπους συσχετισμού δυνάμεων.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως πολλοί από αυτούς τους λαϊκούς, όπως οι Ρωμιοί Αλέξανδρος Καραθεοδωρής πασάς (1833-1906), Γιάγκος Αριστάρχης μπέης (1811-1897), Κωνσταντίνος Μουσούρος πασάς (1807-1885), ή οι Αρμένιοι Κρικόρ Οντιάν μπέης (1834-1887), Οχάνες Σακίζ πασάς (1830-1912) και Σιρβετζέν εφέντης (1815-1897) ήταν ταυτόχρονα και μέλη της οθωμανικής γραφειοκρατίας. Πολλοί είχαν σπουδάσει στις ανώτατες σχολές που είχαν ιδρυθεί πρόσφατα. Ήταν επομένως κατάλληλα καταρτισμένοι, ώστε να εξελιχθούν σε διαμεσολαβητές μεταξύ της οθωμανικής εξουσίας και των κοινοτήτων. Οι άνθρωποι αυτοί, Νεοφαναριώτες ή γραφειοκράτες αμιράδες, είχαν επωφεληθεί από τη διαδικασία συμμετοχής των μη μουσουλμάνων στην εξουσία και είχαν ενστερνιστεί την ιδεολογία του οθωμανισμού.3

3. Έθνος – Γένος

Σε υπόμνημα που υπέβαλε στο Πατριαρχείο το 1864 μια τριμελής επιτροπή υπό την προεδρία του Στέφανου Καραθεοδωρή, διπλωμάτη και πατέρα του γνωστού μαθηματικού Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, δηλώνεται ξεκάθαρα πως υπάρχει μόνο ένα έθνος, το οθωμανικό, και οι Γραικοί ή οι Βούλγαροι δε θα έπρεπε να θεωρούνται χωριστά έθνη. Ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους πληθυσμούς αυτούς είναι το «γένος», ώστε να διαφοροποιούνται πλήρως από το οθωμανικό έθνος. Πρόκειται για τα ιδεολογικά θεμέλια του ελληνοθωμανισμού, που αφενός μεν ενστερνίζεται μια κρατική αντίληψη περί εθνικής συνείδησης, αφετέρου δε απαντά στις αποσχιστικές τάσεις· κυριότερες είναι οι βουλγαρικές διεκδικήσεις, που θεωρείται πως θέτουν σε κίνδυνο όχι μόνο την οθωμανικότητα αλλά και την ενότητα της ορθοδοξίας, η οποία, ωστόσο, εκφράζεται θεσμικά από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και έχει εμπεδώσει πλέον σημαντικά στοιχεία μιας ελληνικής εθνικής ταυτότητας.4

4. Η Ελλάδα και ο ρόλος της στην εθνική ιδεολογία

Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να αγνοήσει κανείς τη σημαντική επίδραση που ασκούσε η εθνική ιδεολογία του νέου κέντρου του Ελληνισμού, της Αθήνας, όπως αυτή διαμορφώνεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1840 και προκύπτει είτε από τις διατυπώσεις του Κωλέττη και άλλων περί Μεγάλης Ιδέας είτε από τις τυχοδιωκτικές πρακτικές που ακολούθησαν συγκεκριμένες ηγετικές ομάδες, με πρώτο και καλύτερο το βασιλιά Όθωνα· ο τελευταίος θεώρησε ότι ιδιαίτερα ο Κριμαϊκός πόλεμος (1853-1856) ήταν η ευκαιρία να αποδείξει τον υποτιθέμενο ρόλο του ως προστάτη των ορθοδόξων της Αυτοκρατορίας. Βεβαίως ο πόλεμος αυτός οδήγησε το βασίλειο σε ταπείνωση, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1862, ο Όθωνας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το θρόνο. Ωστόσο, οι ίδιες τυχοδιωκτικές πρακτικές οδήγησαν σε νέα ήττα, αυτή τη φορά σε μια από τις πολλές κρητικές εξεγέρσεις, στα 1866-1869.

Η δεκαετία του 1870 θα φέρει νέα δεδομένα. Πρώτα από όλα την απογοήτευση των Ελλήνων εντός και εκτός του βασιλείου από την αποτυχία της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής, που είχε μεταξύ άλλων απομονώσει πολιτικά την Ελλάδα σε μια εποχή κατά την οποία ο αγώνας των Βουλγάρων για ανεξαρτησία, για παράδειγμα, συναντούσε πολύ μεγαλύτερη συμπάθεια στην Ευρώπη. Επίσης, οι μεταρρυθμίσεις είχαν δημιουργήσει δυνατότητες για οικονομική και κοινωνική άνοδο. Ακόμα, ενσωματώθηκαν πολλοί χριστιανοί γραφειοκράτες στην οθωμανική διοίκηση ενώ αναμείχθηκαν στην οικονομία χριστιανοί, ιδιαίτερα Έλληνες τραπεζίτες, όπως ο Γεώργιος Ζαρίφης (1810-1884) και ο Χρηστάκης Ζωγράφος, προσωπικός τραπεζίτης του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, μέσω σύναψης δανείων στην οθωμανική κυβέρνηση. Όλα αυτά έκαναν πολλούς να πιστεύουν πως οι εποχές είχαν αλλάξει και πως η επιθετική πολιτική εναντίον της Αυτοκρατορίας έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Στη νέα αυτή εποχή, όσοι είχαν επωφεληθεί από τις μεταρρυθμίσεις, είτε είχαν ενστερνιστεί ειλικρινά την ιδεολογία του οθωμανισμού είτε όχι, υποστήριζαν ανοιχτά την εδαφική ακεραιότητα της Αυτοκρατορίας, έβλεπαν με καχυποψία ή με ανοιχτή εχθρότητα τις σπασμωδικές ενέργειες του βασιλείου και αντιστέκονταν στην προσπάθεια των ελλαδικών κύκλων να ηγεμονεύσουν ιδεολογικά τις τύχες του Ελληνισμού.

5. Οι Νεοφαναριώτες

Οι νέες αυτές ηγετικές ομάδες, τουλάχιστον όσοι εμπλέκονταν στη διοίκηση, χαρακτηρίστηκαν Νεοφαναριώτες. Από τα ονόματά τους βλέπουμε πως κάποιες από τις παλιές φαναριώτικες οικογένειες (Μαυρογένη, Αριστάρχη) που είχαν επιβιώσει κατά την Ελληνική Επανάσταση μπόρεσαν να ενταχθούν πάλι στη νέα αυτή «αριστοκρατία». Υπάρχουν όμως και οικογένειες που εντάσσονται σε αυτή την ομάδα λόγω της ανέλιξής τους χάρη στις υπηρεσίες που παρείχαν τα μέλη τους στην οθωμανική δυναστεία ως γιατροί ή διπλωμάτες (Καραθεοδωρής, Μουσούρος). Ο όρος Νεοφαναριώτες μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί πως εκφράζει τη συνέχεια σε πρακτικές και αντιλήψεις των συνθηκών πριν και μετά το 1821. Υπήρχε, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά. Οι πριν από το 1821 Φαναριώτες των παραδουνάβιων ηγεμονιών ζούσαν σε μια εποχή όπου η ορθόδοξη πίστη ήταν κυρίαρχη συνισταμένη της ιδεολογίας τους, ενώ η ελληνική γλώσσα ήταν στοιχείο μιας ταξικής κουλτούρας, όπως περίπου η καλή χρήση της οθωμανικής γλώσσας ήταν μια από τις προϋποθέσεις ένταξης στη μουσουλμανική ηγεσία.5 Τη νέα εποχή, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ελληνική γλώσσα και κουλτούρα έχουν γίνει στοιχεία μιας εθνοτικής ταυτότητας που έχει επικρατήσει και στους κύκλους του Πατριαρχείου· στο όνομά της δίνεται ο αγώνας κατά του «εθνοφυλετισμού», τη δεκαετία του 1860, εναντίον των βουλγαρικών και ρουμανικών απαιτήσεων για εκκλησιαστική αυτονομία. Με αυτή την προοπτική ιδρύονται εκπαιδευτικοί και φιλολογικοί σύλλογοι στην Αυτοκρατορία, με πρώτο το Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως. Στόχος είναι η διάδοση της ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας σε ορθόδοξους πληθυσμούς που την αγνοούν, σλαβόφωνους ή τουρκόφωνους.6 Σε καμία περίπτωση η πολιτική αυτή της προώθησης μιας πολιτισμικής ηγεμονίας δεν αμφισβητεί το οθωμανικό πολιτικό πλαίσιο. Αντιθέτως, το χρησιμοποιεί και άρα το νομιμοποιεί και το καθιστά απαραίτητο. Επομένως, η ελληνοθωμανική ιδεολογία των δεκαετιών 1860 και 1870 μπορεί να γίνει κατανοητή ως δυαρχία πολιτικής ηγεμονίας του μουσουλμανικού-τουρκικού στοιχείου και πολιτισμικής-οικονομικής ηγεμονίας του ελληνορθόδοξου.

Βεβαίως, μια τέτοια συνύπαρξη μπορεί να ιδωθεί και διαφορετικά, ως πολιτική συμμαχία Ελλήνων και Τούρκων, που από κοινού θα διοικούσαν την Αυτοκρατορία. Είναι η περίοδος, εξάλλου, όπου η αυτοκρατορία, ως πολιτική και πολιτισμική κατηγορία, έχει ανακτήσει πολλή από την παλιά αίγλη της, καθώς, μετά τις μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την ανακήρυξη του Ausgleich (δυαρχίας Αυστρίας – Ουγγαρίας) στην Αψβουργική Αυτοκρατορία, έχει αποδείξει την ικανότητά της να προσαρμόζεται. Η στροφή αυτή των αυτοκρατοριών δεν είναι άσχετη με την ενοποίηση της Ιταλίας και της Γερμανίας, με τις επιπτώσεις της στο φαντασιακό των μικρότερων λαών της Ευρώπης. Η προσαρμοστικότητα που επιδεικνύουν οι αυτοκρατορίες εμπνέει πολιτικούς παράγοντες διάφορων οθωμανικών κοινοτήτων να στοχαστούν πάνω στη δυνατότητα μιας δυαρχίας αντίστοιχης με αυτήν της Αυστροουγγαρίας.

Ο ελληνοθωμανισμός αποτέλεσε μια τέτοια πολιτική πρόταση. Κάτι αντίστοιχο θα επιδιώξουν και οι Βούλγαροι, των οποίων το κίνημα αντιμετώπιζε από την αρχή διάσπαση στο εσωτερικό του. Οι εύπορες ηγετικές ομάδες της Κωνσταντινούπολης δυσανασχετούσαν απέναντι στο ριζοσπαστικό λόγο επαναστατών όπως ο Γκεόργκι Ρακόβσκι (1821-1867) και ο Λιούμπεν Καραβέλοφ (1834-1879). Αντίθετα, διανοούμενοι σαν το Στογιάν Τσομάκοφ και το Νικόλα Γκένοβιτς υποστήριζαν μια εξελικτική διαδικασία που θα οδηγούσε στην αυτονομία στο πλαίσιο της Αυτοκρατορίας και με τη στήριξή της. Αυτή η πολιτική εκφράστηκε στην πράξη με ένα πολιτικό όραμα δυαρχίας, όπου ο σουλτάνος θα ονομαζόταν ταυτόχρονα και τσάρος των Βουλγάρων.7

6. Ο ελληνοθωμανισμός και η Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η ιδεολογία του ελληνοθωμανισμού πήρε διαφορετικές διαστάσεις. Η αποτυχία του μεγαλοϊδεατισμού είχε οδηγήσει τη χρυσή γενιά της μεταπολίτευσης του 1862-1864, η οποία στοχάστηκε και έδρασε σε ένα περιβάλλον σχετικής ελευθερίας της έκφρασης και πολιτικών οραμάτων, σε πλήρη απογοήτευση. Η άφιξη στην Αθήνα πλούσιων ομογενών, όπως ο Ανδρέας Συγγρός (1830-1899), που με την πολυτελή ζωή τους και τις προοπτικές για δυναμικά οικονομικά εγχειρήματα εξήπταν τη φαντασία του αθηναϊκού κοινού για τη χλιδή στις ακτές του Βοσπόρου, έκανε πολιτικούς κύκλους των Αθηνών να στραφούν πρώτη φορά σε πολιτική συνεργασίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ακόμη και αν θεωρηθεί πολιτικός ελιγμός, είτε απέναντι στον κοινό σλαβικό κίνδυνο είτε ως αποτέλεσμα της πασιφανούς αδυναμίας του βασιλείου να ακολουθήσει επιθετική πολιτική, ο βασικός εκφραστής της πολιτικής αυτής, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης (1829-1879), διακήρυσσε σε πολιτικούς λόγους του στα 1873 την αναγκαιότητα του ελληνοθωμανισμού. Τα χρόνια που ακολούθησαν θα ακύρωναν την προοπτική αυτή τουλάχιστον με τη μορφή της συνεργασίας των δύο κρατών.8 Το 1875, η οθωμανική κυβέρνηση κήρυξε πτώχευση, γεγονός που σήμανε τη σταδιακή απομάκρυνση την Ελλήνων τραπεζιτών από τα δημοσιονομικά της Αυτοκρατορίας.9 Η τελευταία είχε εμπλοκή σε έναν πόλεμο στα 1877-1878, από τον οποίο βγήκε βαριά λαβωμένη. Τουλάχιστον, η μέχρι χθες ένθερμη σύμμαχός της Ελλάδα δεν προχώρησε στην παραμικρή εχθρική ενέργεια εναντίον της. Ίσως ήταν ο απόηχος της πολιτικής του ελληνοθωμανισμού, μάλλον απλή αδράνεια.

Η τελευταία πράξη της πολιτική αυτής μοιάζει με φάρσα. Όταν το 1876 ο σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ ανατράπηκε για να περάσει στο θρόνο ο ψυχικά διαταραγμένος Μουράτ Ε΄, για να αντικατασταθεί και αυτός γρήγορα από τον, όπως αποδείχθηκε αργότερα, μονομανή Αβδούλ Χαμίτ Β΄, οπαδοί της ελληνοθωμανικής ιδεολογίας στην Πόλη ανέλαβαν δράση. Ο Γεώργιος Σκαλιέρης, τραπεζίτης και σημαντική φυσιογνωμία της εποχής, επισκέφθηκε τον έγκλειστο πλέον στα παλάτι Τσιραγάν Μουράτ και του πρότεινε να συναινέσει στο σχέδιό του να προσκληθεί ο ελληνικός στρατός, ο οποίος υπό την ηγεσία του βασιλέα Γεωργίου Α΄ θα έμπαινε νικηφόρα στην Πόλη, θα απελευθέρωνε το Μουράτ και θα συνδιοικούσαν μαζί μια ελληνοθωμανική αυτοκρατορία.

Οι ασκήσεις επί χάρτου δεν έφεραν αποτέλεσμα· η Αθήνα σταδιακά άρχισε ιδεολογικά να κερδίζει έδαφος απέναντι στην Κωνσταντινούπολη στην πολιτική ηγεμονία του Ελληνισμού. Ωστόσο, επί τουλάχιστον είκοσι χρόνια, οι κυβερνήσεις Τρικούπη (1833-1897) –και παρά τη σύγκρουση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ το 1882 για το συντονισμό των σχολείων στη Μακεδονία– ακολούθησαν πολιτική εγκράτειας απέναντι στην Αυτοκρατορία, καθώς οι προτεραιότητές τους αφορούσαν τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας και όχι την επέκταση των συνόρων. Το αποτυχημένο εγχείρημα που οδήγησε στην καταστροφή του 1897, ωστόσο, αλλά και το επιτυχημένο των Βαλκανικών πολέμων των ετών 1912-1913, απέδειξε πως τόσο στην Ελλάδα όσο ιδιαίτερα στην Αυτοκρατορία νέες μεσοαστικές ομάδες, επαγγελματίες, γιατροί, δικηγόροι, δάσκαλοι, θεωρούσαν πως τόσο ο οθωμανισμός όσο και ο ελληνοθωμανισμός είχαν αποτύχει, αφού εξυπηρετούσαν μόνο τα συμφέροντα συγκεκριμένων ηγετικών ομάδων που συνδέονταν με την οθωμανική διοίκηση και το Πατριαρχείο. Αντιθέτως, έβρισκαν πολύ πιο ελκυστική την προοπτική ενός καλά συγκροτημένου μεγαλοϊδεατισμού.10

7. Ο ελληνοθωμανισμός μετά την επανάσταση των Νεότουρκων

Μετά την επανάσταση των Νεότουρκων, ο στρατιωτικός Σουλιώτης Νικολαΐδης και ο διπλωμάτης Ίων Δραγούμης, ηγετικά στελέχη της μυστικής Οργανώσεως Κωνσταντινουπόλεως, θα στοχαστούν πάνω στη δυνατότητα ίδρυσης μιας ανατολικής αυτοκρατορίας ως μετεξέλιξης της οθωμανικής. Στη νέα αυτή επικράτεια, οι ανακατεμένες φυλές θα ζούσαν αρμονικά, με την ελληνική τελικά, λόγω του οικονομικού και πολιτισμικού της δυναμισμού, να επικρατεί. Επρόκειτο για μια μόνο από τις πολλές ουτοπίες, προϊόν της περιρρέουσας αισιοδοξίας.11 Έτσι, ο ελληνοθωμανισμός θα νεκραναστηθεί μαζί με τα οράματα περί ισοπολιτείας, για να θαφτούν όλα μαζί πια με τους Βαλκανικούς πολέμους. Η Αθήνα θα επικρατούσε της Κωνσταντινούπολης σε ένα δραματικό κρεσέντο, στο κορύφωμα του οποίου το έθνος-κράτος, το ελληνικό αλλά και το τουρκικό, θα καθιστούσε κάθε αυτοκρατορική ιδεολογία ανεπίκαιρη και περιττή.

1. Quataert, D., “Clothing Laws, State, and Society in the Ottoman Empire, 1720-1829”, IJMES 29:3 (1977), σελ. 403-425.

2. «Το Πατριαρχείο και η οθωμανική έννομη τάξη», στο Κονόρτας, Π., Οθωμανικές Θεωρήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Βεράτια για τους προκαθήμενους της Μεγάλης Εκκλησίας (17ος-αρχές 20ού αιώνα) (Αθήνα 1998), σελ. 295-361· Barsoumian, H., “The Dual Role of the Armenian Amira Class within the Ottoman Government and the Armenian Millet (1750-1850)”, στο Braude, B. – Lewis, B. (επιμ.), Christians and Jews in the Ottoman Empire: the functioning of a plural society (New York 1982), σελ. 171-184.

3. Αλεξανδρής, Α., «Οι Έλληνες στην υπηρεσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», Δελτίον της Ελληνικής και Εθνολογικής Εταιρείας 2 (1980), σελ. 365-404· Krikorian, M., Armenians in the service of the Ottoman Empire (London 1977).

4. Σταματόπουλος, Δ., Μεταρρύθμιση και Εκκοσμίκευση. Προς μία ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα (Αθήνα 2003).

5. Philliou, C., “Mischief in the Old Regime: Provincial Dragomans and Social Change at the Turn of the Nineteenth Century”, New Perspectives in Turkey 25 (2001), σελ. 103-122.

6. Εξερτζόγλου, Χ., Εθνική ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αι. Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, 1861-1912 (Αθήνα 1996).

7. Penchev, B., “Tsarigrad/Istanbul and the Spatial Construction of Bulgarian National Identity in the Nineteenth Century”, στο Neubauer, J. – Cornis-Pope, M. (επιμ.), History of the Literary Cultures of East-Central Europe. Junctures and disjunctures in the 19th and 20th centuries 2 (Amsterdam 2006), σελ. 390-413.

8. Σκοπετέα, Έ., Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα: Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880) (Αθήνα 1988).

9. Exertzoglou, H., “The Development of a Greek Ottoman Bourgoisie: Investment Patterns in the Ottoman Empire, 1850-1914”, στο Gonticas, D. – Issawi, C. (επιμ.), Ottoman Greeks in the Age of Nationalism (Princeton 1999), σελ. 89-114.

10. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία 19os αι.-1919. Οι Ελληνορθόδοξες Κοινότητες: Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1998).

11. Panayotopoulos, A. J., “The Great Idea and the vision of Eastern Federation: A propos of the views of I. Dragoumis and A. Souliotis-Nicolaidis”, Balkan Studies 21 (1980), σελ. 331-365


Συγγραφή : Κεχριώτης Ευάγγελος (13/7/2008)
Για παραπομπή: Κεχριώτης Ευάγγελος, «Ελληνοθωμανισμός», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: 


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

How To Build A Super Car (McLaren Documentary)

How To Build A Super Car (McLaren Documentary)

Οι Φυλές στην Αττική κατά την Αρχαϊκή περίοδο


Οι φυλές αντιπροσωπεύουν το βασικό χωρισμό των φύλων. Στην Αττική ο πληθυσμός ανήκε στο ιωνικό φύλο και οι φυλές ήταν τέσσερις. Αντίθετα, το δωρικό φύλο αποτελούνταν συνήθως από τρεις, όπως στη Σπάρτη και στην Κρήτη (Υλλείς, Πάμφυλοι, Δυμάνες). Η παράδοση για τις αττικές φυλές αναφέρει διάφορα ονόματα, άλλα με γεωγραφική και άλλα με θρησκευτική αναφορά. Ο Στέφανος Βυζαντινός μνημονεύει για παράδειγμα φυλές με το όνομα Αυτόχθων, Παραλία, Ακταία και Διακρία. Σύμφωνα με ένα διαφορετικό χωρισμό οι τέσσερις φυλές αναφέρονται ως Διάς, Αθηναΐς, Ποσειδωνία και Ηφαιστιάς. Αρκετά νωρίς, ωστόσο, επικράτησαν οι λεγόμενες "ιωνικές" φυλές, των οποίων η ίδρυση αποδιδόταν στον Ίωνα, γιο του Ξούθου ή του Απόλλωνα. Αυτές ήταν οι Γελέωντες, οι Όπλητες, οι Αργαδείς και οι Αιγικορείς, οι οποίες απαντούν μαζί με άλλες και στους Ίωνες της Μικράς Ασίας. Τα ονόματά τους πιθανώς συνδέονται με κάποιες ιδιαίτερες λατρείες (π.χ. Ζευς Γελέων).

Αρχικά, η φυλή ήταν η ένωση συγγενικών οικογενειών και η ιδιότητα του μέλους ήταν κληρονομική. Της φυλής προΐστατο ο φυλοβασιλέας, ο οποίος διατηρούσε υποτυπώδεις δικαστικές και ιεροτελεστικές λειτουργίες μέχρι την Κλασική περίοδο. Τα μέλη της τα συνέδεαν δεσμοί αίματος, που αργότερα εκφράζονταν κυρίως ως αλληλεγγύη σε περίοδο πολέμου. Προκύπτει λοιπόν ότι η φυλή λειτουργούσε και ως στρατιωτική μονάδα.

Με τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη καταργήθηκαν οι παλαιές τέσσερις φυλές και αντικαταστάθηκαν από δέκα νέες τεχνητές, οι οποίες ονομάστηκαν από τοπικούς ήρωες. Γι' αυτό το λόγο οι συγκεκριμένοι ήρωες, η επιλογή των οποίων έγινε από το μαντείο των Δελφών, αποκαλούνταν Επώνυμοι. Ο βωμός με τους ανδριάντες των Επώνυμων Ηρώων βρισκόταν στην Αγορά, απέναντι απο το Μητρώο. Στους δέκα περιλαμβάνονται ο Ιπποθώον (Ιπποθωντίς), γιος του Ποσειδώνα και της Αλόπης, ο Αντίοχος (Αντιοχίς), γιος του Ηρακλή και της Μήδας, ο Αίας ο Τελαμώνιος (Αιαντίς), ο Λέως (Λεοντίς) -ο οποίος θυσίασε τις κόρες του, για να σωθεί η πόλη σύμφωνα με χρησμό του Απόλλωνα- ο Ερεχθέας (Ερεχθηίς), ο Αιγέας (Αιγηίς), ο Οινέας (Οινηίς), ο Ακάμας (Ακαμαντίς), γιος του Θησέα, ο Κέκροπας (Κεκροπίς) και ο Πανδίωνας (Πανδιωνίς). Οι φυλές στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο αυξήθηκαν κατά τρεις, με σκοπό να τιμηθούν ηγεμόνες και αυτοκράτορες (Αντιγονίς, Δημητριάς, Αδριανίς).
Χάρτης της αρχαίας Αττικής, όπως διαμορφώνεται έπειτα από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Με μαύρη τελεία δηλώνονται μερικοί από τους δήμους, ενώ η διακεκομμένη γραμμή δείχνει τα όρια των τριττύων. Οι αριθμοί μέσα στις τριττύες φανερώνουν τις φυλές στις οποίες ανήκε καθεμιά από αυτές.
Χριστόπουλος, Γ., Μπαστιάς, Ι., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ1, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1972, σ. 83.
Επεξεργασία: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
© Εκδοτική Αθηνών.



Ιστορία του Ελληνικού Κόσμου

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Κωνσταντίνος Καβάφης «Θυμήσου, σώμα... »



Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες - πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Το «Θυμήσου, σώμα...» είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ποιήματα της καβαφικής δημιουργίας, το οποίο με τις δύο κιόλας λέξεις του τίτλου του φέρνει στην επιφάνεια δύο κεντρικές θεματικές της ποίησης, αλλά και της προσωπικής ζωής του Καβάφη. Τη μνημονική λειτουργία, την ανάκληση δηλαδή εμπειριών του παρελθόντος και τη σωματική απόλαυση του έρωτα.
Ο Καβάφης από νωρίς αντιλαμβάνεται το γοργό πέρασμα του χρόνου και αποδίδει έτσι, στις εμπειρίες της νεότητας, την ιδιαίτερη αξία που τους αναλογεί. Ο ποιητής γνωρίζει πως η φθορά που επέρχεται στο σώμα και στη μορφή του, θα του στερήσουν σύντομα τη δυνατότητα να διεκδικεί το ερωτικό ενδιαφέρον και να απολαμβάνει τον έρωτα, όπως ο ίδιος τον επιθυμεί. Συλλέγει, γι’ αυτό με προσοχή τις νεανικές του μνήμες και τις αποτυπώνει στους στίχους του, προφυλάσσοντάς τες από τη διαβρωτική επενέργεια της λήθης και συνάμα καθιστώντας τες πολύτιμο κτήμα της συλλογικής μνήμης. Ερωτικές απολαύσεις, καλαίσθητα σώματα και άρτια εφηβικά ή νεανικά πρόσωπα, βρίσκουν διαρκές καταφύγιο στους τολμηρούς στίχους του Καβάφη.
Ο ποιητής αυτός θα περάσει πολλές στιγμές στα χρόνια της ωριμότητάς του, που θα αφήνεται στο νοσταλγικό κάλεσμα του ηδονικού παρελθόντος του. Όσα, καθώς μεγαλώνει δεν μπορεί να τα ζήσει ξανά, τα αναζητά στα νεανικά του χρόνια και τα αναβιώνει υπό το αδύναμο φως των κεριών, στην κάμαρά του. Η ανάκληση παρελθοντικών εμπειριών, η κυριαρχία της μνημονικής διαδικασίας και φυσικά η θλίψη που φέρνει η επίγνωση πως οι απολαύσεις της νεότητας ανήκουν πια στο παρελθόν, αποτελούν επανερχόμενα στοιχεία στην ποίηση του Καβάφη.
Στα πλαίσια μιας τέτοιας αναπόλησης συντίθεται και το «Θυμήσου, σώμα...», με τον ποιητή να ζητά από το σώμα του να θυμηθεί, όχι μονάχα τις απολαύσεις που γνώρισε, αλλά και τις επιθυμίες που ξύπνησε, χωρίς ποτέ να τις γευτεί. Ο ποιητής, εδώ, απευθύνεται στο σώμα του κι όχι στη μνήμη του, όπως κάνει σε άλλα ποιήματα, καθώς θέλει να αναβιώσει την ερωτική εκείνη αίσθηση της επιθυμίας που διεγείρει κυρίως το σώμα. Δεν αποζητά, απλώς, την ανάμνηση του πόθου που προκάλεσε, αλλά και την έλξη και την αναστάτωση που βίωσε κι ο ίδιος.
Θυμήσου, σώμα τις επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά και τρέμανε μες στη φωνή. Οι σωματικές εκείνες αντιδράσεις που προδίδουν την ερωτική επιθυμία και καθιστούν εναργέστερο το ηδονικό κάλεσμα, η έλξη που φανερώνεται στο κοίταγμα και η αναστάτωση που κάνει τη φωνή να τρέμει, είναι τα στοιχεία που θέλει ο ποιητής να θυμηθεί ξανά το σώμα του. Τώρα πια, είναι οι αποδείξεις πως κάποτε υπήρξε κι εκείνος ποθητός, τότε ήταν οι ενδείξεις που ξυπνούσαν μέσα του κυρίαρχη την ερωτική επιθυμία.
Επιθυμίες ισχυρές, οι οποίες όμως δεν έφτασαν ποτέ στην πραγμάτωσή τους, γιατί κάποιο τυχαίο εμπόδιο τις ματαίωσε. Με το πέρασμα όμως του χρόνου, μοιάζει σα να δόθηκε το σώμα και σ’ αυτές τις απολαύσεις, σα να τις έζησε κι αυτές στην πληρότητά τους.
Ο ποιητής παραμερίζει τα κρεβάτια στα οποία πλάγιασε, τις ερωτικές εμπειρίες δηλαδή που πραγματικά απόλαυσε, κι αφήνει το σώμα του να θυμηθεί κι ακόμη περισσότερο να γευτεί κι εκείνες τις επιθυμίες που τότε δεν μπόρεσε να ζήσει. Ο ποιητής αποζητά πλέον να αισθανθεί, όχι μόνο ό,τι συνέβη, αλλά κι εκείνο που θα μπορούσε να είχε συμβεί, ιδωμένο πλέον σε μιαν άρτια φαντασιακή ολοκλήρωση, χωρίς περιττές μεταμέλειες και χωρίς μοιραία εμπόδια.
Το ποίημα κλείνει επαναλαμβάνοντας το κάλεσμα του ποιητή στο σώμα του να θυμηθεί τις επιθυμίες εκείνες που φανερά προκάλεσε, έστω κι αν δεν τις απόλαυσε, παρουσιάζοντας έτσι με έμφαση τη σκέψη του ποιητή πως υπήρξε μια σειρά πολύτιμων ηδονικών εμπειριών που θα μπορούσε να είχε βιώσει, μα δεν το κατάφερε. Εμφανής είναι η αίσθηση απώλειας του ποιητή μπροστά στη συνειδητοποίηση όλων αυτών των χαμένων ευκαιριών για ηδονική απόλαυση, όπως εμφανής είναι και η διάθεσή του να αφήσει τη μνήμη του να επανορθώσει τις απώλειες αυτές που προκλήθηκαν από τυχαίες περιστάσεις και εμπόδια

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

ΦΑΛΑΓΓΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΛΕΓΩΝΑΣ: Ανάλυση της Ελληνο-Ρωμαϊκής σύγκρουσης στην Ελληνιστική περίοδο


Στο χώρο του Αιγαίου οι τακτικοί στρατοί εμφανίστηκαν από την εποχή του χαλκού. Το πεζικό πολεμούσε σε πυκνή τάξη και χρησιμοποιούσε μακριά δόρατα. Η πτώση των ανακτορικών κοινωνιών έφερε ένα χαώδη τρόπο διεξαγωγής της μάχης όπου κυριαρχούσαν οι βαριά οπλισμένοι και άρτια εκπαιδευμένοι αριστοκράτες. Ο σχεδόν κατάφρακτος άρχοντας αφού εξουδετέρωνε τους καλύτερους μαχητές του εχθρού οδηγούσε τους ακολούθους του στην κατατρόπωση των λιγότερο καλά οπλισμένων και εκπαιδευμένων εχθρικών τμημάτων.

Ήδη όμως από την εποχή του του Ομήρου επανεμφανίζεται η πυκνή παράταξη που αναχαίτιζε αποτελεσματικά την ορμή του εχθρού.(1) Σύμφωνα όμως με το Ηρόδοτο ο Αργείος βασιλιάς Φείδωνας μετέτρεψε την πυκνή παράταξη των δορυφόρων πεζών σε επιθετικό όπλο. Η μάζα των δορυφόρων απωθούσε και συνέτριβε τους αραιότερους σχηματισμούς των αντιπάλων. Οι προσπάθειες αύξησης του αριθμού των βαριά οπλισμένων πεζών που έπρεπε να αγοράζουν οι ίδιοι τον οπλισμό τους ήταν και ένας από τους λόγους επικράτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος στις πόλεις κράτη.Η αποτελεσματικότητα της φάλαγγας των οπλιτών φάνηκε κατά τους Περσικούς Πολέμους όπου στην κυριολεξία διαφύλαξε με την επικράτησή της τη βάση του Δυτικού πολιτισμού. Η πολεμική φιλοσοφία της Ανατολής ήταν ή συντριβή του εχθρού από μονάδες βαριά οπλισμένου ιππικού, αφού πρώτα ο εχθρός είχε καταπονηθεί από τους τοξότες του πεζικού.

Η μάχη του Μαραθώνα απέδειξε ότι το ελαφρά θωρακισμένο πεζικό της Ανατολής δεν μπορούσε να αντιπαραταχθεί στους οπλίτες σε ανοιχτό πεδίο. Σύγχρονα πειράματα απέδειξαν ότι τα τόξα της εποχής δεν μπορούσαν με τα βέλη να διατρήσουν 15 στρώματα λινού υφάσματος που συνήθως αποτελούσαν τον Ελληνικό θώρακα. Ούτε λόγος να γίνεται για την μεταλλική θωράκιση. Όσο οι οπλίτες ήταν σε συνασπισμό ήταν σχεδόν αδύνατο να εξουδετερωθούν από τοξότες. Η μάχη των Πλαταιών απέδειξε επίσης ούτε ότι οι έφιπποι αριστοκράτες πολεμιστές μπορούσαν να διασπάσουν πεζούς που διατηρούσαν την συνοχή τους. Κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου το ηθικό των οπλιτών και η εκπαίδευσή τους ήταν οι παράγοντες που καθόριζαν την έκβασή των μαχών. Σε αυτό το είδος μάχης κυριαρχούσαν οι Σπαρτιάτες αλλά η ήττα τους στη Σφακτηρία έδειξε ότι ένας καλός στρατηγός και η σωστή χρήση των ελαφρών τμημάτων μπορούσαν να εξουδετερώσουν την φάλαγγα. Ο μόνος νεωτερισμός υπήρξε η χρήση από τους Βοιωτούς της πυκνής παράταξης για την απόκτηση τοπικής υπεροχής. Η μέθοδος ονομάστηκε «λοξή φάλαγγα» και αποδίδεται στον Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα αν και ο Θουκυδίδης θεωρεί πρώτο χρήστη της τον Βοιωτάρχη Παγώνδα στο Δήλιο.

Η επανάσταση όμως στις τακτικές ήρθε από το βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο Β’. Ο Φίλιππος που διετέλεσε όμηρος στη Θήβα παρατήρησε ότι μόνο οι πρώτες δύο σειρές εμπλέκονταν στην «λοξή φάλαγγα». Οι υπόλοιποι οπλίτες απλώς βοηθούσαν στην άσκηση πίεσης στη φάλαγγα του αντιπάλου. Ο Φίλιππος διπλασίασε το μήκος του δόρατος και το ονόμασε σάρισα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την μετατόπιση του κέντρου βάρους και την ανάγκη χρήσης και των δύο χεριών για το
χειρισμό του όπλου. Η ασπίδα περιορίστηκε σε μέγεθος και κρέμονταν πλέον από τον ώμο με έναν τελαμώνα και δεν έπαιζε πια ρόλο στον oθισμό. Αντίθετα όμως από την φάλαγγα των οπλιτών οι πέντε πρώτες σειρές μπορούσαν να εμπλακούν. Αυτό έδινε τοπική υπεροχή πέντε προς δύο ανά στίχο μαχητών. Ο νέος σχηματισμός έδειξε τα δόντια του συντρίβοντας το στρατό των Φωκέων στη Θεσσαλία και η μόνη φορά που αντιμετώπισε πρόβλημα ήταν όταν οι Φωκείς χρησιμοποίησαν καταπέλτες σαν υποστήριξη πυροβολικού και συνέτριψαν τη φάλαγγα. (2)

Τόσο όμως ο Φίλιππος όσο και ο διάδοχός του Αλέξανδρος κατάλαβαν τους περιορισμούς του νέου σχηματισμού και ανέπτυξαν και άλλα είδη στρατευμάτων όπως ιππικό και ελαφρύ πεζικό. Ο Αλέξανδρος κάλυπτε τα πλευρά της φάλαγγας με ελαφρύ πεζικό ειδικά σε περιοχές όπου το έδαφος ήταν ακατάλληλο για συμπαγείς σχηματισμούς Ο Αλέξανδρος χρησιμοποιούσε την φάλαγγα για να αγκιστρώσει τον εχθρό και με το ιππικό του εξεβίαζε το νικηφόρο αποτέλεσμα.

Η επαφή με του Ινδούς εισήγαγε ένα νέο όπλο: τον πολεμικό ελέφαντα. Οι ελέφαντες τρομοκρατούσαν ανθρώπους και ζώα αλλά αποδείχτηκαν ευάλωτοι σε ελαφρούς πεζούς. Τα Ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής προτιμούσαν να διαθέτουν τα χρήματά τους για την δημιουργία ιππικού και ελεφάντων και παραμέλησαν το πεζικό. Η φάλαγγα διατηρήθηκε λόγω του χαμηλού της κόστους και τις ευκολίας εκπαίδευσης των στελεχών της. Αυτή η αντιμετώπιση έμελε να έχει συνέπειες. Ο Πλούταρχος στη βιογραφία του Φλαμινίνου περιγράφει τους φαλαγγίτες των Σελευκιδών σαν απόλεμους Σύρους που φέρουν μακεδονικά όπλα. O μόνος νεωτερισμός της Ελληνιστικής περιόδου ήταν οι θυρεοφόροι. Ήταν πελταστές που έφεραν μία ελλειψοειδή ασπίδα ή μερικές φορές ορθογώνια που εκαλείτω θυρεός. Κατά την διάρκεια του 2ου Π.Χ. αιώνα έφεραν και θώρακα και εκαλούντο θωρακίτες.

Η Ρωμαϊκή προσέγγιση Στα τέλη του 6ου προχριστιανικού αιώνα οι Ρωμαίοι είδαν από κοντά την αποτελεσματικότητα της φάλαγγας καθώς οι σύμμαχοί τους Κυμαίοι τους βοήθησαν να νικήσουν τους Ετρούσκους. Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τον ελληνικό τρόπο μάχης. Το 390 Π.Χ. όμως η ανεπαρκώς διοικούμενη και άσχημα εκπαιδευμένη φάλαγγά τους συνετρίβη από τα άτακτα στίφη των Κελτών στον ποταμό Αλλία(3). Σύμφωνα με τον Πλούταρχο ο Κάμιλλος θεωρείται ο αναμορφωτής του Ρωμαϊκού στρατού αλλά πιθανόν οι μεταρρυθμίσεις ήταν προϊόν βραδείας εξελίξεως αρκετών ετών. Oι πληροφορίες για τον Ρωμαϊκό στρατό της Ελληνιστικής περιόδου προέρχονται από τον Πολύβιο(4)

Οι Ρωμαίοι εγκατέλειψαν τους άκαμπτους σχηματισμούς δορυφόρων για το πιο ευέλικτο σύστημα των σπειρών (maniples) και έδωσαν προτεραιότητα στην ικανότητα του στρατιώτη να ανταπεξέρχεται σαν άτομο στο πεδίο της μάχης. Υποχρέωναν δε κάθε πολίτη κάτω των 46 ετών και εισόδημα άνω των τετρακοσίων δραχμών σε δέκα χρόνια υπηρεσίας στο ιππικό ή δεκαέξι χρόνια στο πεζικό. Υπεύθυνοι για αυτό ήταν οι οι τιμητές και οι χιλίαρχοι. Απαγορευόταν δε η διεκδίκηση δημοσίου αξιώματος σε οποιοδήποτε δεν είχε υπηρετήσει σε τουλάχιστον δώδεκα εκστρατείες. Το γεγονός ότι κανείς δεν μπορούσε να αναδειχτεί αν είχε λάβει μέρος σε εκστραστείες εξασφάλιζε καλούς ηγήτορες που είχαν αποδείξει την αξία τους.

Η λεγεώνα της Ελληνιστικής περιόδου είχε στη δύναμή της περίπου 4000 πεζούς και 300 ιππείς και ήταν μία μονάδα συνδυασμένων όπλων δηλαδή ελαφρού πεζικού, βαρέως πεζικού και ιππικού. ΟΙ ελαφροί πεζοί (velites) ήταν οπλισμένοι με ακόντια και εγχειρίδια. Έφεραν δε δέρματα ζώων για να αναγνωρίζονται και η προστασία τους ήταν μόνο μια στρογγυλή ασπίδα με ομφαλό στο κέντρο. Οι άντρες του βαρέως πεζικού ήταν χωρισμένοι σε δύο υποκατηγορίες τους hastati και τους principes Οι πρώτοι έφεραν κράνος ορθογώνια ασπίδα που κάλυπτε μεγάλο μέρος του σώματος και ήταν οπλισμένοι με το «ισπανικό ξίφος» και δύο βαριά ακόντια. Η μόνη τους θωράκιση ήταν μια τετράγωνη μεταλλική πλάκα στο στήθος, αναρτημένη με δερμάτινα λουριά. Οι principes ήταν οπλισμένοι όπως οι hastati αλλά έφεραν επιπλέον πλήρη αλυσιδωτό θώρακα (lorica hamata). Τέλος οι μεγαλύτεροι σε ηλικία και πιο έμπειροι ονομάζονταν triarii και ήταν οπλισμένοι με δόρατα αντί για ακόντια. Αναλογούσαν εξακόσιοι triarii σε κάθε λεγεώνα.

Το ακόντιο του βαρέως πεζικού ονομαζόταν υσσός (pilum) και αποτελείτο από ένα βαρύ ξύλινο στέλεχος και μία εξεραιτικά λεπτή σιδερένια αιχμή. Η αιχμή λύγιζε κατά την κρούση και πολλές φορές αγκιστρωνόταν στις ασπίδες. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αφαιρεθεί κατά την συμπλοκή και καθιστούσε τον εχθρό ανυπεράσπιστο στους λεγεωνάριους που εφορμούσαν με τα ξίφη τους. Το ξίφος εφέρετο αναρτημένο μπροστά στο δεξιό μηρό και ο λεγεωνάριος μπορούσε να χρησιμοποιήσει και την αιχμή και την κόψη. Επιπλέον οι hastati, οι principes και οι triarii έφεραν μπρούτζινη περικεφαλαία με φτερά που τους έκαναν να μοιάζουν ψηλότεροι και φοβεροί στον εχθρό.

Το Ρωμαϊκό ιππικό αρχικά, ήταν ένα είδος ταχυκίνητου πεζικού. Άλλες αποστολές του περιελάμβαναν την ανίχνευση την διενέργεια επιδρομών. Η εκτέλεση περιπολιών και έλεγχος των σκοπών κατά τη νύχτα ήταν επίσης ευθύνη του ιππικού. Σιγά σιγά όμως άρχισε να μετατρέπεται σε βαρύ ιππικό με προσθήκη θώρακος και ελαφριών ασπίδων όπως το Ελληνικό ιππικό. Συνήθως οι Ρωμαίοι στρατολογούσαν καλό ιππικό από τους συμμάχους τους καθώς υστερούσαν σε αυτό το όπλο.

Οι Ρωμαίοι επίσης έπαιρναν πολύ σοβαρά την ασφάλεια κατά την νύχτα. Αν κάποιος σκοπός ήταν αμελής το πρωί εκτελέιτω. Δεν έστηναν σκηνές προτού οχυρώσουν το στρατόπεδο τους. Κάθε στρατιώτης έφερε δύο ξύλινους πασσάλους και σκαπανικά εργαλεία για τη διάνοιξη τάφρου. Αυτό τους επέτρεπε να οχυρώνουν το στρατόπεδο τους όπου κι αν βρίσκονταν σε αντίθεση με τους Έλληνες που έψαχναν να βρουν φύση οχυρή θέση στρατοπέδευσης και έφραζαν την περίμετρο χαλαρά με πεσμένους κορμούς δένδρων-αν έβρισκαν. Η διαρρύθμιση των Ρωμαϊκών στρατοπέδων ήταν πάντα η ίδια ώστε κάθε στρατιώτης να ξέρει που είναι η θέση του και θέση των διοικητών του, όπου κι αν βρίσκεται, ακόμη κι αν μετατίθετο σε άλλο σχηματισμό. Οι Ρωμαίοι φρόντιζαν το σύστημα της πειθαρχίας και των κανονισμών στρατοπεδίας να εφαρμόζεται και στους συμμάχους τους.


Η τακτική των Ρωμαίων ήταν να καλύπτουν τα πλευρά του βαρέως πεζικού με ιππικό και ακροβολιστές. Το πεζικό ήταν το κύριο επιθετικό όπλο. Πρώτα έμπαιναν στη μάχη οι hastati. Εξακόντιζαν τους υσσούς τους και μετά επιτίθονταν με τα ξίφη τους. Αν δεν κατάφερναν να λυγίσουν τον αντίπαλο εμπλέκονταν με τη σειρά τους οι principes που πολεμούσαν με τον ίδιο τρόπο. Αν οι μάχη έπαιρνε άσχημη τροπή υποχωρούσαν καλυπτόμενοι από τους δορυφόρους triarii. Αυτό εμπόδιζε την άτακτη φυγή που κατέληγε σε καταστροφή σε περίπτωσης ήττας.

Η Σύγκρουση Όπως είδαμε παραπάνω οι προσεγγίσεις των Ελλήνων και των Ρωμαίων στον πόλεμο διέφεραν σημαντικά. Οι Έλληνες συνηθισμένοι από τις συγκρούσεις μεταξύ τους έκριναν την έκβαση ενός πολέμου με μια ή δύο αποφασιστικές μάχες. Αν δεν μπορούσαν αν επικρατήσουν συνθηκολογούσαν για να πολεμήσουν αργότερα με πιο ευνοϊκές συνθήκες. Η εμπειρία τους προερχόταν από τα Μηδικά και τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου όπου όλα κρίθηκαν σε τρεις το πολύ αποφασιστικές μάχες σε κάθε περίπτωση. Οι Ρωμαίοι αντίθετα που αγωνιζόντουσαν να αποσπάσουν καλλιεργήσιμα εδάφη από τους γείτονές τους και πολεμούσαν με σκοπό να εκμηδενίσουν τον αντίπαλο ώστε να μην διαμφισβητήσει τα εδάφη τους στο μέλλον. Σκοπός τους ήταν να επιβάλλουν τους δικούς τους όρους ειρήνευσης.

Το πολιτικό τους σύστημα παρείχε εξαιρετική για την εποχή σταθερότητα που τους επέτρεπε να ασχολούνται με την καταπολέμηση των εχθρών τους απαλλαγμένοι από εσωτερικά προβλήματα. Το άστρο της Ρώμης ανέτειλε όταν στους γείτονες της επικρατούσε σκοτάδι και χάος λόγω της πολιτικής τους αστάθειας. Οι συνεχείς εμφύλιοι είχαν φθείρει τις δυνάμεις του Ελληνισμού. Το σύνολο του πληθυσμού ήταν χρεωμένοι ακτήμονες πάνω στους οποίους είχαν επιβληθεί τύραννοι με τη βοήθεια μισθοφόρων. Οι ακτήμονες ή επαναστατούσαν δημιουργώντας σχεδόν μόνιμη κατάσταση αστάθειας ή κυνηγούσαν την τύχη τους στους στρατούς των Ελληνιστικών αυτοκρατοριών αφήνοντας την κυρίως Ελλάδα απογυμνωμένη από άντρες Στις Ιταλιωτικές αποικίες οι πολίτες είχαν εγκαταλείψει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και στηρίζονταν σε μισθοφόρους για την άμυνά τους. Θεωρούσαν τους Έλληνες τη κυρίως Ελλάδας απλοϊκούς χωρικούς που τους πλήρωναν για να διακινδυνεύσουν αλλά και τους υποπτεύονταν ως πιθανούς τυράννους. Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπιση του Πύρρου από τους Ταραντίνους.(6)

Ποταμοί μελάνης έχουν χυθεί για να εξηγήσουν την ανωτερότητα της λεγεώνας έναντι της φάλαγγας. Οι μελετητές όμως, οχυρώνονται πίσω από την ανάλυση του Πολύβιου (5) που σημειωτέον γράφτηκε για του Ρωμαίους κυρίως αναγνώστες του, και αναλώνονται σε θεωρητικές λεπτομέρειες. Οι υσσοί δεν κατάφεραν να διασπάσουν τη φάλαγγα. Σύγχρονες έρευνες έδειξαν ότι μόνο αθλητές Ολυμπιακής κλάσης με τα σύγχρονα ακόντια μπορούσαν να διατρήσουν θωρακίσεις με ευκολία. Οι ανακατασκευασμένοι υσσοί είχαν πενιχρά αποτελέσματα. Εξάλλου η σύγκρουση φαλαγγιτών και λεγεωνάριων ήταν μόνο μέρος της συνολικής εικόνας και δεν καθόριζε από μόνη της την έκβαση της μάχης. Το μέτωπο της λεγεώνας λόγω της χρήσης των υσσών είχε μεγλύτερο ανάπτυγμα από της φάλαγγας. Αυτό σήμενε ότι τα ελληνικά ελαφρά τμήματα αντιμετώπιζαν θωρακισμένους λεγεωνάριους και φυσικά υποχωρούσαν εκθέτοντας την φάλαγγα. Αυτό το γεγονός ήταν πολλές φορές καθοριστικός παράγοντας στις μάχες όπως θα φανεί στην ανάλυση.

Η σύγκρουση του Πύρρου με τους Ρωμαίους στη Ηράκλεια είναι η πρώτη φορά που τα δυο διαφορετικά συστήματα διεξαγωγής πολέμου έρχονται σε αντιπαράθεση. Απ΄όσο φαίνεται οι φάλαγγα του Πύρρου συγκρατεί τους λεγεωνάριους αρχικά πάνω στον ποταμό Σείρι.(7) Ο Πύρρος δεν μπόρεσε να παρέμβεi καθώς δέχτηκε επίθεση από έναν Ιταλό ιππέα και παραλίγο να σκοτωθεί. Η ιδέα του να αλλάξει αμφίεση με έναν αξιωματικό του παραλίγο να του κοστίσει τη μάχη όταν ο υφιστάμενος του εφονεύθει.(8) Στο διάστημα αυτό οι Ρωμαίοι μάλλον προκαλούν βαριές απώλειες στα ελαφρά τμήματα και ίσως απειλούν τα πλευρά του και μόνο η επέμβαση των ελεφάντων γέρνει την πλάστιγγα υπέρ του. (9) Οι Ρωμαίοι χάρη στους δορυφόρους triarii καταφέρνουν να υποχωρήσουν με τάξη και να μην εκμηδενιστούν. Η μάχη αυτή απέδειξε ότι αν μη τι άλλο η λεγεώνα δεν εκμηδενιζόταν εύκολα και ότι η φάλαγγα είχε πρόβλημα στα υδάτινα κωλύματα αλλά έδειξε επίσης ότι η λεγεώνα δεν μπορούσε να διασπάσει το μέτωπο της φάλαγγας


Αν ο Πύρρος πίστευε ότι οι Ρωμαίοι θα υποχωρούσαν, η στάση του απεσταλμένου Φαβρίκιου που αντικατοπτρίζει το πνεύμα των Ρωμαίων της αποχής του διέλυσε τις αυταπάτες. Οι Ρωμαίοι δεν δέχονται αμφισβήτηση του στρατού τους. Ο Φαβρίκιος προειδοποιεί τον Πύρρο για τη συνωμοσία του γιατρού Νικία εναντίον του, ώστε να μπορέσουν να δουν όλοι και κυρίως οι σύμμαχοί τους ότι οι Ρωμαίοι μπορούν να τον κατατροπώσουν στη μάχη. (10) Ο Πύρρος υπερεκτιμώντας τις δυνάμεις του και στη βιασύνη του να προελάσει και να νικήσει γρήγορα του Ρωμαίους συναντήθηκε μαζί τους στο Ασκλο. Ο Πλούταρχος περιγράφει το πεδίο της μάχης ως ακατάλληλο και αφηγήται τη μάχη σαν διήμερη σύγκρουση. (11) Ο Διονύσιος όμως ο Αλικαρνασσεύς μας δίνει πιο πολλές λεπτομέρειες και την περιγράφει σαν σύγκρουση μιας ημέρας.(12)

Η ακαταλληλότητα του εδάφους πάλι δυσκόλευε τη φάλαγγα. Ο Πύρρος εξουδετέρωσε τα «αντι-ελεφαντικά» άρματα των Ρωμαίων αλλά αυτοί συγκέντρωσαν τις προσπάθειές τους ενάντια στους απρόθυμους συμμάχους του. Αφού κράτησαν απασχολημένο το ιππικό του Πύρρου στα άκρα της παράταξης, έδωσαν καιρό στο πεζικό τους να επιχειρήσει να επιβληθεί. Και πάλι οι λεγεωνάριο δεν μπόρεσαν να σπάσουν το μέτωπο των φαλάγγων αλλά και οι φάλαγγες υπέφεραν από πλευρικές επιθέσεις. Ο Πύρρος αφού δεν μπορούσε να επικρατήσει στα πλευρά αναλώθηκε σε μάχη φθοράς στο κέντρο και μόνο η επέμβαση των ελεφάντων και των εφεδρειών σταθεροποίησε τη κατάσταση με μεγάλη όμως φθορά των Ελλήνων. Η απώλειά πάλι του ελληνικού στρατοπέδου αύξησε τις απώλειες καθώς οι τραυματίες δεν είχαν την απαραίτητη φροντίδα λόγω απώλειας των εφοδίων

Οι Ρωμαίοι έχασαν τη μάχη αλλά είχαν μάθει το μάθημά τους και το απέδειξαν λίγο αργότερα στο Beneventum όπου διάλεξαν το έδαφος. Είναι αλήθεια ότι ο Πύρρος είχε υποστεί φθορές από τις προηγηθείσες συγκρούσεις με τους Καρχηδονίους στη Σικελία και οι απώλειες που είχε στο στόλο του κατακερμάτισαν αρκετές μονάδες του (13) αλλά φαίνεται ότι οι ανιχνευτές του ήταν ανεπαρκείς αφού τον άφησαν να μπει σε τόσο ακατάλληλο χώρο για να πολεμήσει. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκινησία των σχηματισμών τους και άσκησαν πίεση στα πλευρά των φαλάγγων. Επίσης εξανάγκασαν του ελέφαντες του Πύρρου που είχαν μείνει χωρίς υποστήριξη να πέσουν πάνω σε Ελληνικά τμήματα. Η αξία των ευέλικτων σχηματισμών είχε αποδειχτεί. Αν δεν μπορούσαν να εκβιάσουν το μέτωπό της φάλαγγας μπορούσαν να την πολεμήσουν σε έδαφος που τους ευνοούσε. Ήταν πλέον φανερό ότι οι Έλληνες δεν είχαν πια στρατηγούς της κλάσης του Φιλίππου Β’ ή του Μ. Αλεξάνδρου. Με την εξουδετέρωση της Καρχηδόνας οι Ρωμαίοι ήταν έτοιμοι να επεκταθούν. Η Ρώμη εμφανίζονταν σαν μία δημοκρατία που θα βοηθούσε τους Έλληνες στον αγώνα τους κατά των αυταρχικών δεσποτών της Μακεδονίας και των Ελληνιστικών αυτοκρατοριών. Η συμβολή των Ελλήνων συμμάχων της Ρώμης στη επικράτησή της συνήθως αποσιωπάται.

Ο Φίλιππος Ε’ είχε ορθά προβλέψει ότι οι Ρωμαίοι με τη βοήθεια των Αιτωλών θα προσπαθούσαν να εισβάλουν από Δυσμάς με άξονα προέλασης την κοιλάδα του Αψου. Εδώ έχουμε μια τραγική επανάληψη των Θερμοπυλών. Ο Ρωμαϊκός συνασπισμός άρχισε να έχει δυσκολίες καθώς το έδαφος ευνοούσε του αμυνόμενους στην κοιλάδα του Αψου. Το αντιμακεδονικό κόμμα της Ηπείρου όμως, έστειλε οδηγό στον Φλαμινίνο που τον βοήθησε να περικυκλώσει και να εξουδετερώσει τους υπερασπιστές των στενών.(14) Το αρχαϊκό πνεύμα της ομόνοιας προ του βαρβάρου είχε πεθάνει. Οι Ρωμαίοι με το Αιτωλικό ιππικό εισέβαλαν στη Θεσσαλία και ο Φίλιππος αποπειράθηκε να τους σταματήσει στην τοποθεσία «Κυνός Κεφαλαί» . Και πάλι οι φάλαγγα υπερίσχυσε κατά μέτωπο της λεγεώνας. Μόλις όμως οι Αιτωλοί πλευροκόπησαν τος Μακεδόνες, η φάλαγγα συνετρίβει Ο Λίβιος πιστεύει ότι φάλαγγα στην κατά μέτωπο σύγκρουση δεν κινδύνευε από τη λεγεώνα και αναφέρει το παράδειγμα του Ατρακα όπου οι φαλαγγίτες απέκρουσαν τους λεγωνάριους παρά το αριθμητκο τους μειονέκτημα αφου είχαν τα πλευρά τους εξασφαλισμένα.(15)

Ο Λίβιος όμως υπογραμμίζει την ελλιπή απόδοση των ελαφρών Ελληνικών τμημάτων και την ανεπαρκή οχύρωση των Ελληνικών στρατοπέδων. (16) Η ελλιπής ασφάλεια των στρατοπέδων ήταν και ο λόγος επικράτησης των Ρωμαίων στις Θερμοπύλες το 191 π.Χ. Η νυχτερινή Ρωμαϊκή επίθεση αιφνιδίασε τους Αιτωλούς που φρουρούσαν την Αννοπαία Ατραπό. Αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι η φρούρηση ήταν πλημμελής με αποτέλεσμα η φρουρά να σφαγεί και το στενό να παραβιαστεί. Παρόμοια περίπτωση πλημμελούς φρούρησης που οδηγεί σε παραβίαση στενού έχουμε στον πόλεμο ενάντια στον Περσέα το 168 π.Χ. όταν οι Ρωμαίοι διαλύουν το στράτευμα του Μίλου.(17)

Ο Περσέας παρουσιάζεται απο τον Πλούταρχο με μελανά χρώματα στο βίο το Αιμίλιου Παύλου. Η αλήθεια μάλλον είναι πως τον κατέτρεχαν φοβίες σχετικά με τη γνησιότητα της διαδοχής και για να γίνει αρεστός στην Ελλάδα εγκαταλείπει την παραδοσιακή φιλο-ολιγαρχική πολιτική του πατέρα του και υποστηρίζει τα λαϊκά ή «λαϊκίστικα» κατά πολλούς αιτήματα. Ο Πολύβιος και ο Πλούταρχος τον θεωρούν ίσως όχι άδικα δημαγωγό και όχι βασιλιά. Οι πληροφορίες για τη δράση του Περσέα στην Πύδνα είναι αντιφατικές. Όλες όμως συγκλίνουν στο ότι ο Μακεδονικός στρατός ήταν ανεπαρκώς διοικούμενος. Οι λεγεωνάριοι κινδύνεψαν αρχικά από τις σάρισες αλλά ο Αιμίλιος Παύλος μάλλον είχε διδαχτεί καλά από τον Μ. Αλέξανδρο. Συγκράτησε την φάλαγγα στο κέντρο και αφού κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την διασπάσει άσκησε πίεση στα πλευρά ειδικά στο σημείο όπου βρίσκονταν παρατεταγμένοι οι ελέφαντες των Αιτωλών συμμάχων του. Οι ελέφαντες νίκησαν το ιππικό του Περσέα και αποκάλυψαν το πλευρό της φάλαγγας. Κάποιος εκατόνταρχος Σάλλιος οδήγησε τους άντρες του στο κενό και υπερφαλάγγισε του Μακεδόνες. (18)

Ο δρόμος για την κατάκτηση της υπόλοιπης Ελλάδας ήταν πλέον ανοικτός. Καμία προσπάθεια δημιουργίας αντιρωμαϊκού μετώπου δεν έγινε. Οι ταγοί των Ελλήνων «περί άλλων ετύρβαζαν» και ενδιαφέρονταν μονάχα να πλουτίσουν εκμεταλλευόμενοι στυγνά του πολίτες όπως φαίνεται από τις περιγραφές του Πολύβιου.(19) Η Ελλάδα του 146 π.Χ. κατέρρευσε μέσα σε ένα χάος αλλοπρόσαλλων αποφάσεων και καιροσκοπίας. Οι στρατηγοί της Αχαϊκής Συμπολιτείας λόγω έλειψης ανδρών επιστράτευσαν δούλους. Είναι μάλλον απίθανο να διεθεταν οργανωμένη φάλαγγα και αν διέθεταν, οι άνδρες ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι. Οι τελευταίοι Ελληνικοί στρατοί ήταν πλέον ένοπλοι όχλοι που είχαν σκοπό τη λεηλασία και όχι την αντιμετώπιση των Ρωμαίων.(20) Δεν λοιπόν είναι μυστήριο η ολοκληρωτική συντριβή των στρατηγών Κριτόλαου και Δίαιου από τις λεγεώνες.

Η επικράτηση της Ρώμης όπως αναφέρθηκε προηγουμένως οφείλεται περισσότερο στην ικανότητα των διοικητών της και στη σταθερότητα του πολιτικού της συστήματος και όχι στη ανωτερότητα της λεγεώνας έναντι της φάλαγγας. Οι Ρωμαίοι διοικητές διδάχτηκαν από τα λάθη τους και προσάρμοσαν τις τακτικές τους ώστε να εξουδετερώσουν τα πλεονεκτήματα των Ελληνικών στρατών. Ο Ρωμαϊκός στρατός διοικήτω από αξιωματικούς και όχι από δημαγωγούς. Αντίθετα οι Ελληνες δέν κατάφεραν να κάνουν υπέρβαση από τη φρατριαστική μικροπολιτική και έφτασαν σε σημείο να συμμαχούν με τους Ρωμαίους για την εξουδετέρωση των ομοεθνών τους.

Στεφανος Σκαρμίντζος www.stefanosskarmintzos.wordpress.com

Παραπομπές:
1. Ομήρου ΙΛΙΑΣ N 131-133, 145-150
2. Πολύαινου 2 38, 2
3. Πλούταρχος Κάμμιλλος 18, 19 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
4. Πολύβιος «Η Στρατιωτική οργάνωση των Ρωμαίων»
The Library of Original Sources, Oliver J. Thatcher 1901), σελ. 172-186
5. Πολύβιος 2ος Τόμος, μτφ. Evelyn S. Shuckburgh (London: Macmillan, 1889), σελ. 226-230.
6. Πλούταρχος Πύρρος 13 2-6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
7. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς 19 11.1-12.6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση1950
8. Πλούταρχος Πύρρος 16.6 –18.2 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
9. Φροντίνος «Στρατηγήματα» 2 4.9 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
10. Πλούταρχος Πύρρος 21 7-15 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς 19 11.1- 12.6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση1950
11. Πλούταρχος Πύρρος 20 1-10 και 21. 1-6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
Λίβιος Ιστορία της Ρώμης 13.α 13β 13γ εκδ. J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
12. Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς 20 1 1-37 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση1950
13. Πλούταρχος Πύρρος 23.7- 24.8 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
Πολύβιος 1.23.4 μτφ. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
14. Πλούταρχος Τίτος Φλαμινίνος 4.4 – 5.2 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
Λίβιος Ιστορία της Ρώμης 32 11.1 – 12.1 εκδ. J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
15. Λίβιος Ιστορία της Ρώμης 32 17.4 – 18.9 εκδ. J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
16. Λίβιος Ιστορία της Ρώμης 36.17.1 εκδ. J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
17. Πλούταρχος Αιμίλιος Παύλος 16 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
Δίων Κάσσιος 19 τομ.2 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914 σελ. 313
18. Πλούταρχος Αιμίλιος Παύλος 23.8 36.4 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1920
19. Πολύβιος 20.4-6 38.1 μτφ. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
20. Πολύβιος 36.17, 38.15-16 39.8 μτφ. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
21. Παυσανίας «Ελλάδος Περιήγησις» 7.16.3 μτφ. John Dreyden London: Macmillan,

Αναδημοσίευση από http://www.koryvantes.org/koryvantes/showMeleti.jsp?key=1446

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Τα ήθη των νέων : Αριστοτέλης, Ρητορική

Οι νέοι αισθάνονται σφοδρές επιθυμίες και μπορούν να εκπληρώσουν εκείνο που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες πάλι που σχετίζονται με το σώμα αισθάνονται κυρίως τις ερωτικές και δεν μπορούν να κυριαρχήσουν επάνω τους. Είναι ευμετάβλητοι και γρήγορα χορταίνουν με κείνα που επιθύμησαν, και γι' αυτό, ενώ δοκιμάζουν σφοδρές επιθυμίες, πολύ γρήγορα αδιαφορούν. Επειδή η θέλησή τους, ενώ είναι έντονη δεν είναι ταυτόχρονα και μεγάλη-όπως συμβαίνει στον άρρωστο με την πείνα και με τη δίψα. Έχουν ροπή προς την οργή, παραφέρονται εύκολα και ακολουθούν εκείνο που αποφάσισαν πάνω στο θυμό τους, χωρίς να μπορούν να συγκρατηθούν. Και τούτο, επειδή από εγωισμό δεν δέχονται την περιφρόνηση και αγανακτούν όταν νομίζουν πως αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές κι ακόμα πιο πολύ τη νί-κη, επειδή τα νιάτα θέλουν να υπερέχουν και η νίκη είναι ένα είδος υπεροχής. Αγαπούν αυτά τα δύο πιο πολύ παρά το χρήμα ή -καλύτερα -δεν τους ενδιαφέρει το χρήμα ολότελα, επειδή ακόμα δεν έχουν δοκιμάσει τι θα πει φτώχεια κι αυτό εκφράζει το γνωστό απόφθεγμα του Πιττακού για τον Αμφιάραο.

«Μα εσύ δεν είχες ακόμα δοκιμάσει τον έρωτα προς το χρήμα, πώς λοι-πόν τα χέρια σου ήταν έτοιμα να αρπάξουν;».

Οι νέοι δεν έχουν κακές διαθέσεις. Είναι μάλλον καλοί, επειδή δεν είδαν ακόμη πολλά παραδείγματα διεφθαρμένων ανθρώπων. Είναι ευκολόπιστοι, επειδή ακόμα δεν τους έχουν εξαπατήσει συχνά. Είναι γεμάτοι ελπίδες, κι αυτό συμβαίνει επειδή η φύση τούς έχει προικίσει με κάποιο είδος θέρμης, σαν εκείνη που νιώθουν αυτοί που έχουνε πιει πολύ κρασί. Αλλά η ιδιότητά τους αυτή οφείλεται και στο ότι δεν έχουν ακόμα δοκιμάσει πολλές αποτυχίες. Ζούνε κυρίως με την ελπίδα, επειδή η ελπίδα αφορά το μέλλον, ενώ η ανάμνηση το παρελθόν. Και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό. Αλήθεια, στην αρχή της ύπαρξης δεν μπορεί να υπάρξει καμιά ανάμνηση, ενώ όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Και γι’αυτό το λόγο εύκολα εξαπατώνται, επειδή και εύκολα σχηματίζουν ελπίδες. Και επειδή ρέπουν προς την οργή και προς την ελπίδα, είναι γενναίοι επειδή η μια ιδιότητά τους συντελεί στο να μη φοβούνται, ενώ η άλλη τους δίνει θάρρος. Αλήθεια, κανένας δεν φοβάται όταν είναι θυμωμένος, ενώ η ελπίδα της επιτυχίας μας κάνει θαρραλέους. Είναι ντροπαλοί, επειδή ξέρουν μόνο εκείνα που έχουν διδαχθεί σύμφωνα με τους νόμους και δεν υποθέτουν πως υπάρχουν κι άλλα ευχάριστα πράγματα. Είναι μεγαλόψυχοι, επειδή δεν τους ταπείνωσε ακόμα ο αγώνας της ζωής, ούτε δοκίμασαν ανάγκες. Εξάλλου όποιος πιστεύει πως είναι άξιος μεγάλων πραγμάτων είναι και  μεγαλόψυχος. Αυτό όμως το πιστεύουν όσοι έχουν πολλές ελπίδες.

Προτιμούν να κάνουν ό,τι τους φαίνεται ωραίο παρά ό,τι τους συμφέρει,επειδή οι πράξεις τους υπαγορεύονται πιο πολύ από την καρδιά παρά απότον ψυχρό υπολογισμό-κι ενώ αυτός λογαριάζει το συμφέρον, η αρετή λογαριάζει το ωραίο. Οι νέοι αγαπούν τους φίλους τους και τους συντρόφους τους πιο πολύ, παρά όσοι βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία, και τούτο, επειδή νιώθουν μεγάλη ευχαρίστηση να ζουν μαζί με τους άλλους και ακόμα δεν έχουν αρχίσει να σχηματίζουν κρίσεις με βάση το συμφέρον τους για κανένα πράγμα,· λοιπόν ούτε και για τους φίλους τους. Όλα τα σφάλματάτους προέρχονται από την υπερβολή, επειδή οι νέοι δεν τηρούν το λόγο του Χίλωνα (μηδέν άγαν). Αλήθεια, υπερβάλλουν σε όλα. Αγαπούν υπερβολικά, μισούν υπερβολικά και το ίδιο συμβαίνει και για όλες τις άλλες πράξεις τους. Πιστεύουν πως ξέρουν τα πάντα κι ανακατεύονται στα πάντα και γι'αυτόν ακριβώς το λόγο είναι υπερβολικοί. Αν συμβεί να διαπράξουν κάποιο αδίκημα, αυτό οφείλεται στην αυθάδεια και όχι σε κακία. Αισθάνονται εύκολα οίκτο, επειδή θεωρούν όλους τους ανθρώπους απλούς και ενάρετους. Αλήθεια, κρίνουν τους άλλους με τη δική τους αθωότητα και γι’ αυτό πιστεύουν ότι, κάτι που παθαίνει κάποιος άλλος, δεν αξίζει να το πάθει.

Αγαπούν τα γέλια και γι’ αυτό τους αρέσουν τα πειράγματα, όπου με ευγένεια στρέφονται κατά των άλλων.
Αριστοτέλης,  Ρητορική, Μετάφραση Ηλία Ηλιού

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Τανζιματ)

Μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Τανζιματ)
1. Εισαγωγή - Χρονικό πλαίσιο


Με τον όρο Τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεις) περιγράφονται μια σειρά από κείμενα και διαδικασίες που στόχο είχαν να αναδιοργανώσουν τη διοίκηση και τα οικονομικά της αυτοκρατορίας καθώς και τις σχέσεις της με τους υπηκόους της, μουσουλμάνους ή μη, επιζητώντας τη διάσωσή της. Τα κείμενα αυτά είναι το Αυτοκρατορικό Διάταγμα του Ροδώνα (Γκιουλχανέ Χατ-ι Σερίφ), από το όνομα του κήπου του παλατιού όπου αυτό ανακοινώθηκε, το 1839, και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φεμανί), το 1856. Ωστόσο, αν και το 1871 και ο θάνατος του Ααλί Πασά, βεζίρη και ισχυρού άνδρα των μεταρρυθμίσεων, θεωρείται το τέλος αυτής της διαδικασίας, θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε την περίοδο έως το 1876, οπότε και ανακηρύσσεται το οθωμανικό σύνταγμα, κορυφαία στιγμή της δυναμικής αυτής. Έχουμε ταυτόχρονα την έναρξη των εργασιών του πρώτου οθωμανικού κοινοβουλίου, το οποίο, αν και βραχύβιο, έθεσε τα θεμέλια για τις μετέπειτα εξελίξεις.


2. Η πορεία προς τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ

Η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις είχε γίνει αισθητή στην αυτοκρατορία πολύ νωρίτερα. Ήδη μετά τη δεύτερη αποτυχημένη πολιορκία της Βιέννης (1683) και την πανωλεθρία των Οθωμανών, η οποία επικυρώθηκε με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699, είχε γίνει σαφές στη διοίκηση πως κάτι είχε αλλάξει τόσο στις σχέσεις με τη Δύση όσο και σε εκείνες με τους υπηκόους της. Χωρίς το ένα να είναι άσχετο από το άλλο, οι δύο αυτοί τομείς δεν είχαν τύχει της ανάλογης προσοχής έως τότε. Χρειάζονταν λοιπόν νέοι τρόποι ώστε να αναχαιτιστεί η δυσαρέσκεια των υπηκόων και να αντιμετωπιστεί η απειλή των χριστιανικών δυνάμεων. Βεβαίως, ο 18ος αιώνας, παρά τη μερική ενσωμάτωση μη μουσουλμανικών ηγετικών ομάδων (ελληνορθόδοξοι Φαναριώτες και Αρμένιοι αμιράδες) και κάποιες σποραδικές προσπάθειες αναδιοργάνωσης της διοίκησης, σημαδεύτηκε από ακόμη περισσότερες οθωμανικές ήττες. Προς το τέλος του αιώνα, την ίδια ακριβώς χρονιά που ξεσπούσε η Γαλλική Επανάσταση, ανέβηκε στο θρόνο ένας φιλόδοξος και καλοπροαίρετος σουλτάνος, που έμελλε να συνδέσει το όνομά του με το πρώτο συστηματικό πρόγραμμα για την αναδιοργάνωση της αυτοκρατορίας. Ο Σελίμ Γ΄ είχε συνειδητοποιήσει την ανάγκη για σύγχρονο στρατό που θα εκπαιδευόταν με βάση δυτικές αρχές και πρακτικές. Έτσι λοιπόν, παρακάμπτοντας το σώμα των πάλαι ποτέ φοβερών γενίτσαρων, που όμως είχαν χρεωθεί σε μεγάλο βαθμό τις στρατιωτικές ήττες, κάλεσε Ευρωπαίους εκπαιδευτές και ίδρυσε ένα μεγάλο στρατόπεδο, το Σελίμιγιε, μακριά από την παλαιά Πόλη, στην ασιατική πλευρά, όπου φιλοδόξησε να δημιουργήσει νέο στρατό (Νιζάμ-ι Τζεντίντ). Αυτή η πρωτοβουλία του, αν και είχε πενιχρά αποτελέσματα, τον έφερε σε ανοιχτή σύγκρουση με τους γενίτσαρους, οι οποίοι ήταν καλά δικτυωμένοι σε εμπορικά και βιοτεχνικά συμφέροντα τόσο στην Πόλη, όσο και στις επαρχίες, και οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να τον εξοντώσουν το 1807. Από εδώ και πέρα ξεκινά μια διαδικασία που θα οδηγήσει στο Τανζιμάτ. Στη θέση του Μουσταφά Δ΄, που παρέμεινε για μερικούς μήνες στην εξουσία ανέβηκε ο Μαχμούτ Β΄, γιος του Αμπντούλ Χαμίτ Α΄, ο οποίος σύντομα έδειξε τις προθέσεις του να συνεχίσει και να διευρύνει το έργο του ξαδέρφου του Σελίμ Γ΄. 


Οι μεταρρυθμίσεις λοιπόν που εκείνος θα εισάγει και που θα προετοιμάσουν το έδαφος για το πρώτο διάταγμα του 1839 μπορούν και πρέπει να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της σύγκρουσης των τοπικών προυχόντων με την κεντρική διοίκηση. Στη διάρκεια του 18ου, και εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία ή απροθυμία του κέντρου να επιβάλει απόλυτο έλεγχο στις επαρχίες, πολλοί τέτοιοι προύχοντες, γνωστοί ως αγιάνηδες, κατόρθωσαν να εγκαθιδρύσουν κληρονομικό δικαίωμα σε αρμοδιότητες όπως η είσπραξη των φόρων και η διοίκηση των επαρχιών τους που έως τότε ενοικιάζονταν σε ετήσια βάση στον πλειοδοτούντα κάθε φορά, σύστημα που είναι γνωστό με τον όρο ιλτιζάμ. Οι πιο γνωστοί από τους αγιάνηδες στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, ο Οσμάν Πασβάντογλου στο Βιδίνι και ο Αλί Πασάς Τεπελενλής στα Γιάννενα, για πολύ καιρό έχαιραν της αποδοχής της Υψηλής Πύλης, αφού, παρά το γεγονός πως εγκαθίδρυαν προσωπική εξουσία, στην πραγματικότητα είχαν δημιουργήσει συνθήκες σχετικής ευημερίας για μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους υπηκόους.1 Από ένα σημείο και πέρα βεβαίως, όταν έγινε σαφές πως οι προύχοντες αυτοί έτειναν να διεκδικήσουν αυτονομία, η Πύλη άρχισε να αντιδρά. Ο νέος σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στη διαδικασία αυτή. Εξουδετέρωσε έναν προς έναν όλους τους επίδοξους ηγεμόνες των οθωμανικών επαρχιών και το 1826 έκανε το αποφασιστικότερο βήμα, εξοντώνοντας τους γενίτσαρους που είχαν δημιουργήσει πολλά προβλήματα. Το Ευτυχές γεγονός (Βακά-ι Χαϊριγιέ), όσο και αν είναι ένας από τους συνήθεις ευφημισμούς για να περιγραφεί ένα δραματικό γεγονός, όπως ήταν η σφαγή εν ψυχρώ χιλιάδων ανθρώπων, έχει καταγραφεί στην οθωμανική ιστοριογραφία ως μια πολύ θετική εξέλιξη.2 Ο σουλτάνος προχώρησε στην ενέργεια αυτή παίρνοντας ένα τεράστιο ρίσκο, αφού έμενε χωρίς στρατό. Την ίδια χρονιά στο Ναυαρίνο θα έμενε και χωρίς στόλο.


Ήταν αδύνατο σε μικρό χρονικό διάστημα να επουλωθούν τα τραύματα αυτά και να καλυφθούν οι απώλειες από τα ευρωπαϊκού τύπου στρατεύματα που –με όχι ιδιαίτερη επιτυχία– είχε ιδρύσει ο Σελίμ Γ΄ και προσπαθούσε τώρα να επανιδρύσει ο Μαχμούτ Β΄. Αυτό είχε αποτέλεσμα μια σειρά από στρατιωτικές ήττες, πρώτα απέναντι στους Ρώσους, που θα οδηγήσει στη συνθήκη της Αδριανούπολης (1829), και στη συνέχεια απέναντι στα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ Πασά, του γιου του Μεχμέτ Αλί Πασά από την Καβάλα, που είχε κατορθώσει να διατηρήσει και να ενισχύσει στην Αίγυπτο τον αυτόνομο χαρακτήρα της εξουσίας του απέναντι στο σουλτάνο. Αυτός ο τελευταίος, λίγο πριν πεθάνει, είδε τα αιγυπτιακά στρατεύματα να φτάνουν μπροστά στα τείχη της πρωτεύουσας ζητώντας εκδίκηση που δεν είχαν κερδίσει τα προσδοκώμενα από τη συμμετοχή τους στον πόλεμο κατά των Ελλήνων επαναστατών και διεκδικώντας το όνειρο της κατάληψης του αυτοκρατορικού θρόνου. Στο θρόνο ανέβηκε ο πολύ νεαρός Αμπντούλ Μετζίτ, πρωτότοκος γιος του σουλτάνου, και ενώ στο μεταξύ ο μεγάλος εχθρός των Οθωμανών, οι Ρώσοι, είχαν παρέμβει αυτή τη φορά για να σώσουν τον αντίπαλό τους. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες απελπισίας ο ισχυρός άνδρας της εποχής, ο βεζίρης Μουσταφά Ρεσίτ Πασά, πρώτη μεγάλη φυσιογνωμία του Τανζιμάτ, θα ανακοινώσει το 1839 το πρώτο διάταγμα που θα εγγυάται τη ζωή, την τιμή και την ισότητα όλων των υπηκόων του σουλτάνου.


Επομένως, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να θεωρηθούν συνδυασμός πολλών παραγόντων. Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί, όπως ήταν του συρμού μεταξύ Αμερικανών οθωμανιστών στη δεκαετία του ’60, πως η μοναδική αιτία πρέπει να αναζητηθεί στη διεθνή συγκυρία και την πίεση των χριστιανικών δυνάμεων.3 Συγχρόνως, αυτή η στροφή της οθωμανικής διοίκησης αποτελεί την αποκρυστάλλωση διαδικασιών που είχαν δρομολογηθεί από δεκαετίες πριν, όπως είναι σαφές από τα παραπάνω. Επιπλέον, μπορεί η βασιλεία του Μαχμούτ Β΄ να έθεσε τα θεμέλια μιας ανεξίθρησκης πολιτικής, να ιδρύθηκαν οι πρώτες σχολές και να υιοθετήθηκαν δυτικοί τρόποι, ωστόσο η αποφασιστική στάση του βεζίρη Μουσταφά Ρεσίτ Πασά σήμανε την αρχή μιας νέας εποχής. Η περίοδος αυτή θα σημαδευτεί από την κυριαρχία σημαντικών βεζίρηδων, που, παρά το γεγονός ότι ευνοούνταν από την παρουσία στο θρόνο ικανών σουλτάνων, ήταν εκείνοι που χάρασσαν τις βασικές γραμμές της πολιτικής. Αυτό είχε αποτέλεσμα τη μερική μεταφορά του κέντρου βάρους από το Παλάτι στην Μπάμπ-ι Αλί (Υψηλή Πύλη), μια πορεία που ο Μαχμούτ Β΄ είχε προσπαθήσει να αποφύγει και που ο εγγονός του Αμπντούλ Χαμίτ μετά το 1878 θα ανέστελλε οριστικά, και μαζί με αυτή, κατά πολλούς, και τις ίδιες τις μεταρρυθμίσεις.


3. Η εποχή του Τανζιμάτ


Το κλίμα ανακούφισης αλλά και αμηχανίας που επικράτησε μετά τη διακήρυξη του Χατ-ι Σερίφ το 1839 δεν επρόκειτο να διαρκέσει. Η οθωμανική διοίκηση προσπάθησε μέσα σε μικρό διάστημα να ανατρέψει πρακτικές αιώνων. Το κείμενο της διακήρυξης διατύπωνε αφηρημένες εγγυήσεις για την ισότητα μεταξύ των υπηκόων του σουλτάνου, περιγράφοντας ωστόσο τους υπηκόους όχι ως άτομα ή πολίτες αλλά ως μέλη εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων.


Οι αφηρημένες υποσχέσεις πήραν στην πράξη συγκεκριμένη μορφή. Ανακοινώθηκε, για παράδειγμα, πως θα καταργούνταν μια σειρά από υποχρεώσεις που επιβάρυναν μόνο τους μη μουσουλμάνους, με κυριότερο τον κεφαλικό φόρο τζιζιέ, αλλά και η καταναγκαστική εργασία σε δημόσια έργα ή η παροχή καταλύματος σε κυβερνητικούς υπαλλήλους, υποχρεώσεις που θύμιζαν σχέσεις φεουδαρχικού τύπου. Επιπλέον, η διοίκηση, με μια πολύ φιλόδοξη κίνηση, κατάργησε το σύστημα ενοικίασης των φόρων για να το αντικαταστήσει με απευθείας είσπραξη από κυβερνητικούς υπαλλήλους, τους μουχασίλ, που θα είχαν την αρμοδιότητα να καθορίσουν το εισπρακτέο ποσό, να το εισπράξουν και να το αποστείλουν απευθείας στην Πύλη. Με τον τρόπο αυτό, η διοίκηση επιδίωξε με μία κίνηση και να παρακάμψει –άρα να αποδυναμώσει– τους τοπικούς πρόκριτους που έπαιζαν το ρόλο μεσάζοντα, αλλά και να μεγιστοποιήσει τις εισπράξεις. Άλλωστε, στη συγκυρία εκείνη ένα από τα βασικότερα κίνητρα για τις μεταρρυθμίσεις ήταν η εκλογίκευση στη συγκέντρωση των κρατικών εσόδων που θα επέτρεπε την ανάρρωση των δημοσιονομικών.


Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο εύκολα. Με τις κοσμογονικές αυτές αλλαγές η διοίκηση κατάφερε να δυσαρεστήσει τους πάντες. Οι απλοί μουσουλμάνοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν την εξίσωσή τους με τους μη μουσουλμάνους, την πλήρη δηλαδή ανατροπή των αξιών με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί. Οι μη μουσουλμάνοι παίρνοντας τις διακηρύξεις τοις μετρητοίς, και συγκεκριμένα στα Βαλκάνια υπό την επίδραση των εθνικισμών, απαίτησαν με σθένος τα δικαιώματά τους, διαμαρτυρόμενοι εναντίον των κρατικών υπαλλήλων που θα κοστολογούσαν τα εισοδήματά τους, κυρίως όμως στρεφόμενοι εναντίον των μουσουλμάνων προκρίτων, των αγάδων, αλλά και των χριστιανών προκρίτων που έως τότε τους καταδυνάστευαν. Οι μουσουλμάνοι αγάδες αρχικά αντέδρασαν σθεναρά, στη συνέχεια όμως εκμεταλλευόμενοι τις γενικόλογες εγγυήσεις περί ζωής και περιουσίας, καθώς και την καθιέρωση μηχανισμών τοπικής εκπροσώπησης που άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους, κατοχύρωσαν με τίτλους ιδιοκτησίας όσα κατείχαν κατ’ έθιμον και αυτοανακηρύχτηκαν, χάρη στην επιρροή τους, εκπρόσωποι του τοπικού πληθυσμού. 


Πολλοί από τους χριστιανούς ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Άλλοι, ωστόσο, και αυτό έχει ενδιαφέρον, θεωρώντας πως το κράτος στην προσπάθειά του να συγκεντρωποιήσει τη διοίκηση τούς είχε γυρίσει την πλάτη, αποφάσισαν να στραφούν προς τις κοινότητές τους και από μεσάζοντες μεταξύ αυτών και της κεντρικής διοίκησης να ανακηρυχθούν εθνικοί ηγέτες. Αυτή η διαδικασία, που είχε εξάλλου ξεκινήσει νωρίτερα και θα συνεχιζόταν και στο εξής, μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τη συμμετοχή προυχόντων στα επαναστατικά κινήματα. Αν προσθέσει κανείς στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα την αδυναμία του κράτους να βρει το προσωπικό εκείνο που θα προωθούσε τις αλλαγές, μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος της σύγχυσης. Πολύ γρήγορα ξέσπασαν εξεγέρσεις στο Ναϊσό (Νις) της σημερινής Σερβίας το 1840, στο Αϊβαλί, το 1842, στο Βιδίνι και στο Χαλέπι το 1850. Οι εξεγέρσεις, πέρα από τη βίαιη καταστολή τους, συχνά πήραν τη μορφή εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων μουσουλμάνων Αλβανών εναντίον χριστιανών Σλάβων στα Βαλκάνια,4 μουσουλμάνων Αράβων εναντίον Αρμενίων και ορθόδoξων Αράβων στη Μέση Ανατολή.5


Την ίδια εποχή, και πάλι εν μέρει χάρη στην εξωτερική πίεση και εν μέρει ως αποτέλεσμα εσωτερικών διαδικασιών, σημειώνονται δύο πολύ σημαντικές εξελίξεις. Η μία είναι η υπογραφή με τη βρετανική κυβέρνηση της συνθήκης του Μπαλτά Λιμανί (1838), η οποία καταργεί τα μονοπώλια σε όλους τους τομείς της οθωμανικής οικονομίας (είσπραξη των φόρων, καθορισμός τελωνειακών τελών, διαμόρφωση τιμών αγροτικών προϊόντων) και επιτρέπει σε Οθωμανούς και αλλοδαπούς τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις αγορές της Ανατολής. Βεβαίως και πάλι η διαδικασία δε θα ήταν ομαλή. Αυτή τη φορά, η αντίδραση προερχόταν από Ρωμιούς και Αρμένιους εμπόρους και τοκογλύφους που με την υποστήριξη των μουσουλμάνων προστατών τους στη διοίκηση κατάφεραν για χρόνια να εμποδίσουν την εφαρμογή στην πράξη των νέων ρυθμίσεων δημιουργώντας συνθήκες σύγχυσης. Σταδιακά, ωστόσο, οι ξένες εταιρείες, αφού συνειδητοποίησαν πως θα ήταν αδύνατο να παρακάμψουν τους ντόπιους χριστιανούς και το δίκτυό τους, αποφάσισαν, παρά τον ανταγωνισμό που δεν έπαψε να διακρίνει τις σχέσεις τους, να συνεργαστούν με πολλούς από αυτούς, ώστε να αξιοποιήσουν τη γνώση τους για τις τοπικές αγορές. Μετά το 1880, σε μια εποχή που οι Βρετανοί είχαν χάσει την ηγεμονία στις οικονομικές συναλλαγές, οι ξένες εταιρείες είχαν λιγότερο πια ανάγκη τα παιδιά και τα εγγόνια των παλιών τοκογλύφων και είχαν πλέον εμπεδωθεί οι συνθήκες ελεύθερου εμπορίου, ιδιαίτερα μετά την επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στα δημοσιονομικά της αυτοκρατορίας το 1881.


Η άλλη σημαντική εξέλιξη είναι η θεσμική αναγνώριση από τους Οθωμανούς νέων εθνοθρησκευτικών ομάδων, και συγκεκριμένα των καθολικών το 1830 και των προτεσταντών το 1850, κατόπιν πίεσης των Γάλλων και των Βρετανών αντίστοιχα. Η αναγνώριση αυτή άνοιγε το δρόμο στην ιεραποστολική δραστηριότητα, που έπαιρνε τη μορφή ίδρυσης σχολείων, έκδοσης βιβλίων στην ομιλούμενη γλώσσα διάφορων κοινοτήτων, και στην προσπάθεια προσηλυτισμού. Αυτή η τελευταία ευνοήθηκε από τη νομική κατοχύρωση της ισότητας μεταξύ μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων με την εισαγωγή του νέου ποινικού κώδικα και την απόφαση της οθωμανικής διοίκησης το 1844 να απαγορεύσει την τιμωρία για αποστασία από το Ισλάμ, μια κίνηση πολύ ριζοσπαστική, καθώς αποτελούσε ευθεία παραβίαση του ισλαμικού νόμου. 


Αυτό που πρέπει να τονιστεί ως συνέπεια των παραπάνω εξελίξεων είναι πως τόσο στο χώρο της οικονομίας, όσο και στις κοινωνικές σχέσεις και την εκπαίδευση, οι χριστιανοί –πάντοτε με τη σχετική υποστήριξη τοπικών διπλωματικών αποστολών– είχαν κάνει πιο αισθητή την παρουσία τους, κάτι που ερέθισε τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς και σε μεγάλο βαθμό συνέβαλε στις διακοινοτικές βιαιότητες που περιγράψαμε. Η διοίκηση η ίδια, μην μπορώντας να αντέξει την πίεση αυτή, αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ήδη το 1841 οι ρυθμίσεις που είχαν ανακοινωθεί ανεστάλησαν, ο κεφαλικός φόρος επέστρεψε, το ίδιο και η ενοικίαση των φόρων, ο Μουσταφά Ρεσίτ πασάς καθαιρέθηκε από βεζίρης και οι συντηρητικοί επικράτησαν και πάλι. Όπως κάθε τομή, όμως, είχε αφήσει και η περίοδος αυτή ανεξίτηλο το στίγμα της στην οθωμανική διοίκηση και κοινωνία. Ήδη είχαν ιδρυθεί σημαντικά σχολεία, η Ακαδημία Πολέμου (Μεκτέπ-ι Χαρμπιγιέ) και η Ιατρική Σχολή το 1834, ενώ το 1858 ιδρύθηκε η Ακαδημία Διοίκησης (Μεκτέπ-ι Μουλκιγιέ). Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, σε ένα περιβάλλον πολύ πιο ευνοϊκό για την αυτοκρατορία, που ήταν στο στρατόπεδο των νικητών, ανακοινώθηκε από το βεζίρη Ααλί Πασά, προστατευόμενο του Μουσταφά Ρεσίτ Πασά, το Ισλαχάτ Φερμανί, ως περαιτέρω ενίσχυση των μεταρρυθμίσεων και απόδειξη της καλής θέλησης της διοίκησης, η οποία διέθετε το κατάλληλο προσωπικό που θα εφάρμοζε το πνεύμα των μεταρρυθμίσεων. Αυτό καταδεικνύεται σε μια σειρά από προσωπικότητες που παίζουν καθοριστικό ρόλο την εποχή αυτή. Πιο γνωστός από όλους είναι ο Μιντχάτ πασάς που διατέλεσε βαλής του βιλαετιού του Δούναβη και του βιλαετιού της Βαγδάτης, δυο περιοχές που θεωρήθηκαν μοντέλα για την περαιτέρω εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.


Το νέο μοντέλο διοίκησης περιγράφηκε με λεπτομέρεια στο Νόμο περί Επαρχιών (Βιλαγέτ Νιζαμναμεσί) το 1864. Eπρόκειτο για μια μεταφορά του γαλλικού μοντέλου από το Φουάτ πασά, τον άλλο σημαντικό βεζίρη του Τανζιμάτ και επίσης προστατευόμενο του πρωτοπόρου Μουσταφά Ρεσίτ Πασά. Δυο στοιχεία αξίζει να σημειωθούν εδώ: Το ένα είναι η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των επαρχιακών κυβερνητών που στο εξής θα εισέπρατταν από την κεντρική διοίκηση καθορισμένο μισθό και θα μετατίθεντο ανάλογα με τις ανάγκες της. Ως τότε η είσπραξη των φόρων, η απονομή δικαιοσύνης και η επιβολή της τάξης αποτελούσαν αρμοδιότητες που ανήκαν σε διαφορετικά πρόσωπα: στον αγά, τον καδή και το στρατιωτικό διοικητή της περιοχής. Βεβαίως υπήρχε και το αξίωμα του διοικητή (μουσίρ πασά για το βιλαέτι, φερίκ πασά για το σαντζάκι) με περιορισμένες γραφειοκρατικές αρμοδιότητες. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των αξιωμάτων ήταν πως οι κάτοχοί τους δε λάμβαναν μισθό αλλά καρπώνονταν έκτακτα εισοδήματα, συχνά καταχρώμενοι το αξίωμά τους και δυναστεύοντας τον ντόπιο πληθυσμό. Εξάλλου, συνήθως προέρχονταν και οι ίδιοι από την περιοχή και έτσι η κεντρική διοίκηση απλώς αναγνώριζε την εξουσία τους. Ήδη από την πρώτη φάση του Τανζιμάτ είχε γίνει προσπάθεια να ενισχυθεί το αξίωμα του νομάρχη-κυβερνήτη, στον οποίο εκχωρήθηκε και η διοίκηση των στρατευμάτων της περιοχής, και να μετατραπούν τα αξιώματα σε έμμισθα. Για τους λόγους όμως που εξηγήσαμε, η προσπάθεια απέτυχε. Στη δεύτερη φάση των μεταρρυθμίσεων, ωστόσο, τα πράγματα ήταν ώριμα για τέτοιες αλλαγές. Οι κυβερνήτες που ήταν πλέον έμμισθοι, όπως και το σύνολο των επαρχιακών υπαλλήλων, διοικούσαν έναν μηχανισμό που ήταν μικρογραφία της κεντρικής κυβέρνησης, με αρμόδια υπηρεσία για τις εξωτερικές υποθέσεις, την οικονομία, την εκπαίδευση. Βεβαίως, το σύστημα ακόμα και στις καλύτερες μέρες του δεν απέφυγε τις παλινδρομήσεις, τη διαφθορά και τις ασυνέχειες, ενώ μετά το 1878, με την επιβολή από τον Αμπντούλ Χαμίτ μιας απολυταρχικής προσωποπαγούς εξουσίας, μονίμως υπονομευόταν από ένα παράλληλο σύστημα χαφιέδων και ευνοούμενων που παρέκαμπταν την ιεραρχία και απευθύνονταν στον ίδιο το σουλτάνο.


Το άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η διαμόρφωση ενός αντιστοίχως ιεραρχικού συστήματος τοπικής εκπροσώπησης ξεκινώντας στο επίπεδο του καζά (τώρα πια καϊμακαμλίκι), περνώντας από τo σαντζάκι (τώρα πια μουτεσαριφλίκι) και καταλήγοντας τελικά στο βιλαέτι. Σε κάθε επίπεδο προβλεπόταν η λειτουργία ενός συμβουλίου (μετζλίς) στο οποίο θα συμμετείχαν, εκτός από τα ανώτερα στελέχη της διοίκησης, θρησκευτικοί και λαϊκοί εκπρόσωποι των ντόπιων πληθυσμών, μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων. Με τον τρόπο αυτοί, οι μη μουσουλμάνοι πληθυσμοί μέσω των εκπροσώπων τους αποκτούσαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στη λήψη αποφάσεων. Βεβαίως, όπως διαπιστώσαμε και για τους μουσουλμάνους αγάδες, οι χριστιανοί πρόκριτοι μονοπωλούσαν το αξίωμα είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω εκπροσώπων τους (μουτεσελίμ), ενώ είναι αμφίβολο αν η παρουσία τους στα συμβούλια αυτά είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα. 


Στη δεύτερη περίοδο του Τανζιμάτ, ωστόσο, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Με τη διακήρυξη του Ισλαχάτ Φερμανί ενημερώθηκαν οι θρησκευτικές ηγεσίες των μη μουσουλμάνων πως κάθε κοινότητα όφειλε να συγκαλέσει γενική συνέλευση στην οποία θα συμμετείχαν τόσο κληρικοί όσο και λαϊκοί και να επεξεργαστεί έναν εσωτερικό κανονισμό (νιζαμναμέ), με βάση τον οποίο θα ρύθμιζε τόσο τις αρμοδιότητες των επιτροπών στο εσωτερικό της κοινότητας, όσο και τις σχέσεις της με την οθωμανική διοίκηση. Η τελευταία προσπάθησε, μέσα από την εμπλοκή λαϊκών αντιπροσώπων που ήταν ταυτοχρόνως και μέλη της κρατικής μηχανής, να επιβάλει μια ιεραρχία στο εσωτερικό κάθε κοινότητας αντίστοιχη με εκείνη που ίσχυε συνολικά για τη διοίκηση. Για να το επιτύχει αυτό, επιδίωξε να προωθήσει ένα σαφή διαχωρισμό μεταξύ πνευματικών και υλικών υποθέσεων. Οι πρώτες θα παρέμεναν στη δικαιοδοσία του κλήρου, ενώ οι δεύτερες θα περνούσαν στον απόλυτο έλεγχο των λαϊκών. Όπως έχει υποστηριχθεί,6 απώτερος στόχος της διοίκησης ήταν να περιορίσει τους κληρικούς στα θρησκευτικά τους καθήκοντα και μέσω της εκλαΐκευσης των κοινοτικών δομών να μπορέσει, εν ευθέτω χρόνω, να τις απαλείψει μεταθέτοντας στην κρατική μέριμνα ζητήματα που αφορούσαν την παιδεία, το οικογενειακό και το αστικό δίκαιο. Έτσι, οι κληρικοί θα μισθοδοτούνταν, ενώ τα έκτακτα δοσίματα, που ήταν έως τότε ο κανόνας, θα απαγορεύονταν. Στην εκλογή του πατριάρχη, εξάλλου, θα συμμετείχαν εκπρόσωποι από όλη την αυτοκρατορία, οι οποίοι θα αναδεικνύονταν από τις κατά τόπους κοινότητες. 


Οι κοσμοϊστορικές αυτές αλλαγές, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνευθούν απλώς ως ανάμειξη και επιβολή του κράτους στα εσωτερικά των κοινοτήτων, εντός των οποίων είχαν ήδη διαμορφωθεί συνθήκες σύγκρουσης, με μια ομάδα νέων γραφειοκρατών να ενστερνίζονται τις μεταρρυθμίσεις, που τους έδιναν τη δυνατότητα να ανατρέψουν το μονοπώλιο εξουσίας των παραδοσιακών ηγετικών ομάδων. Οι Αρμένιοι, που είχαν ήδη ξεκινήσει τις εργασίες για την επεξεργασία ενός συντάγματος το οποίο θα επέτρεπε μεγαλύτερη συμμετοχή στις συντεχνίες και στους «νέους Αρμένιους», όπως αποκαλούνται οι νέοι ξενοσπουδαγμένοι γραφειοκράτες αμιράδες, κατέθεσαν το κείμενό τους το 1860, αλλά πήραν την έγκριση μόλις το 1863. Οι ελληνορθόδοξοι, έπειτα από θυελλώδεις συζητήσεις, την παραίτηση ενός πατριάρχη και πολλών μελών της Ιεράς Συνόδου, κατέθεσαν το δικό τους κείμενο το οποίο εγκρίθηκε το 1862. Τέλος, οι Εβραίοι –όπου οι λαϊκοί, στο πρόσωπο Λεβαντίνων εμπόρων, των γνωστών ως francos, με κυρίαρχη φυσιογνωμία τον Εντουάρντο Καμόντο, αλλά και υπό την επίδραση της γαλλικών συμφερόντων Alliance Israélite–, σύντομα έκαναν αισθητή την παρουσία τους, χωρίς όμως να επικρατήσουν εντελώς απέναντι στους συντηρητικούς ραβινικούς κύκλους, και απέκτησαν το δικό τους κανονισμό το 1865.


Πέρα από το γεγονός ότι στην αρμενική κοινότητα η εφαρμογή του συντάγματος ανεστάλη μερικά χρόνια αργότερα, για να επανεισαχθεί και να ανασταλεί οριστικά το 1892, ενώ οι συγκρούσεις στην εβραϊκή κοινότητα κατέστησαν για δεκαετίες αδύνατη την εκλογή αρχιραβίνου (χαχαμ-μπασί), η βασική αδυναμία των μεταρρυθμίσεων είναι η αμφίσημη στάση απέναντι στον κλήρο. Από τη μία γίνεται προσπάθεια, όπως είπαμε, να περιοριστούν στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, από την άλλη τόσο ο πατριάρχης ή ο αρχιραβίνος στο κέντρο, όσο και οι μητροπολίτες ή οι ραβίνοι στις επαρχίες μετατρέπονται (αν και λιγότερο στην περίπτωση των Εβραίων που τους είναι ξένη μια τέτοια ιεραρχία) σε εγγυητές των μεταρρυθμίσεων και, επομένως, ειδικά αφού συμμετέχουν στα κάθε είδους συμβούλια, όχι μόνο σε θρησκευτικούς αλλά και σε πολιτικούς ηγέτες των κοινοτήτων τους.7 Αυτή η αμφισημία έχει οδηγήσει τους ιστορικούς σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αναγνώσεις των μεταρρυθμίσεων. Από τη μία βρίσκονται αυτοί που θεωρούν πως το Τανζιμάτ δημιούργησε, ή τουλάχιστον επικύρωσε, εκείνες τις συνθήκες κοινοτικής αυτονομίας που θα επέτρεπαν στους μη μουσουλμάνους μια αποκεντρωμένη διοίκηση,8 ενώ από την άλλη στέκουν εκείνοι που υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο, πως με το Τανζιμάτ το κράτους επέβαλε τις συγκεντρωτικές δομές του και συνέθλιψε τις συνθήκες αυτονομίας που προϋπήρχαν.9 Και οι δύο απόψεις συγκλίνουν ωστόσο στο συμπέρασμα πως οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην ενίσχυση του εθνικισμού και στα αποσχιστικά κινήματα.


Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί πως δεν υπάρχει τίποτε το τελεολογικό στις διαδικασίες αυτές. Έχει διατυπωθεί και τρίτη άποψη που δίνει ιδιαίτερη σημασία τόσο στη δυνατότητα της κρατικής διοίκησης να μαθαίνει από τα λάθη της, όσο και στη συνεργασία των τοπικών χριστιανικών ηγετικών ομάδων. Η άποψη αυτή έχει καταδείξει πως σε περιοχές όπως η Θράκη, όπου ήταν προς το συμφέρον των ομάδων αυτών η κατασκευή σιδηροδρόμων και η κάθε είδους τεχνική υποδομή που θα διευκόλυνε την ήδη ανεπτυγμένη επικοινωνία με την κεντρική Ευρώπη, το κράτος ήταν σε θέση να αξιοποιήσει τη συνεισφορά των τοπικών παραγόντων, γεγονός που οδήγησε σε συνθήκες ευημερίας από τις οποίες όλοι ωφελήθηκαν. Αντίθετα, σε περιοχές όπως η κεντρική Ανατολία, όπου όχι μόνο δεν υπήρξε συνεισφορά αλλά σημειώθηκαν αντιδράσεις από ντόπιους μουσουλμάνους προκρίτους, το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό.10


Είναι γεγονός, λοιπόν, πως για πολλές δεκαετίες, τουλάχιστον έως τις αρχές του 20ού αιώνα, και παρά τον αυταρχικό χαρακτήρα της εξουσίας του Αμπντούλ Χαμίτ, μεγάλα τμήματα των ηγετικών ομάδων, είδαν τα συμφέροντά τους να ταυτίζονται με την μακροημέρευση της αυτοκρατορίας. Εξάλλου, η ιστοριογραφία σήμερα θεωρεί την περίοδο του Αμπντούλ Χαμίτ κατά κάποιο τρόπο ως συνέχεια και όχι ως αναστολή των μεταρρυθμίσεων.11 Γιατί όχι άλλωστε, αφού οι θεσμοί που διαμόρφωσε το Τανζιμάτ θα κατέρρεαν οριστικά μόνο μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και την επαναφορά του συντάγματος του 1876, το οποίο ο ίδιος σουλτάνος είχε αναστείλει πριν από 33 έτη.


1. Shaw, B.S., Between old and new. The Ottoman Empire under sultan Selim III, 1789-1807 (Cambridge, Massachusetts 1971), σελ 180-199· McGowan, B., “The Αge of  the Ayans, 1699-1812”, στο İnalcık, H. – Quataert, D. (επιμ.), An Economic and Social History of the Ottoman Empire 1300-1914 (Cambridge 1994), σελ 637-758.


2. Shaw, B.S., Between old and new. The Ottoman Empire under sultan Selim III, 1789-1807 (Cambridge, Massachusetts 1971), σελ. 180-199.


3. Lewis, B., The Emergence of Modern Turkey (London 1961).


4. Inalcık, H., “Application of the Tanzimat and its social effects”, Archivum Ottomanicum 5 (1973), σελ. 97-127.


5. Masters, B., Christians and Jews in the Ottoman Arab world. Tthe roots of sectarianism (New York 2001).


6. Σταματόπουλος, Δ., Μεταρρύθμιση και Εκκοσμίκευση. Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα (Αθήνα 2003).


7. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία 19os αι.-1919. Οι Ελληνορθόδοξες Κοινότητες. Από το Μιλλέτ των Ρωμιών στο Ελληνικό Έθνος (Αθήνα 1998).


8. Davison, R.H., Reform in the Ottoman Empire 1856-1876 (Princeton – New Jersey 1963).


9. Karpat, K.H., “The roots of the incongruity of nation and state in the post-Ottoman Era”, στο Braude, B. – Lewis, B. (επιμ.), Christians and Jews in the Ottoman Empire: Τhe functioning of a plural society, vol. I (New York – London 1983), σελ. 141-170.


10. Köksal, Y., “Imperial center and local groups: Tanzimat reforms in the provinces of Edirne and Ankara”, New Perspectives on Turkey 27 (2002), σελ. 107-138.


11. Deringil, S., The Well-Protected Domains: Ideology and the Legitimisation of Power in the Ottoman Empire, 1876-1909 (London – New York 1998).






Συγγραφή : Κεχριώτης Ευάγγελος (30/6/2008)
Για παραπομπή: Κεχριώτης Ευάγγελος, «Μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=11702>

Ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως 1839-1923


 1. Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου 1830-1923

Η περίοδος της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που διαρκεί από το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης (1830) μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922-1923), χαρακτηρίζεται από μια εσωτερική τομή: την ψήφιση του κειμένου του Γενικών Κανονισμών (1860), το οποίο κατήργησε το διοικητικό σύστημα του γεροντισμού και θεσμοποίησε τη συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή Οικουμενικού Πατριάρχη. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, και ως ένα βαθμό ως αποτέλεσμα της ισχυροποίησης της τάξης των Φαναριωτών, μια κληρικαλική αριστοκρατία των μόνιμων μελών της Ιεράς Συνόδου (Γερόντων)1 κατάφερε να περιορίσει και να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό τις αρμοδιότητες του Πατριάρχη.

Ο 19ος αιώνας, ειδικά μετά το 1830, χαρακτηρίζεται από διαρκείς προσπάθειες να ελεγχθούν οι εκκλησιαστικές και πολιτικές δραστηριότητες αυτής της κληρικαλικής αριστοκρατίας (Γέροντες), με δεδομένη την καταστροφή και ανασυγκρότηση της αντίστοιχης λαϊκής αριστοκρατίας (Φαναριώτες). Πριν από την ψήφιση των Γενικών Κανονισμών, την περίοδο 1830-1860, σημειώθηκαν 12 αλλαξοπατριαρχίες, στις οποίες αναδείχθηκαν 9 διαφορετικά πρόσωπα στη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Μετά την ψήφιση των Γενικών Κανονισμών, και κατά την περίοδο 1860-1923 (διπλάσια σε χρονική διάρκεια από την προηγούμενη), επισυνέβησαν 14 αλλαξοπατριαρχίες, στις οποίες 12 διαφορετικά πρόσωπα κατέλαβαν το αξίωμα. Τη δεύτερη περίοδο οι μοναδικοί πατριάρχες που εξελέγησαν για δεύτερη φορά ήταν ο Ιωακείμ Β΄ και Ιωακείμ Γ΄. Ο δεύτερος, πνευματικό «ανάστημα» του πρώτου, υπήρξε ισχυρή προσωπικότητα που προσδιόρισε αποφασιστικά τις εξελίξεις αυτής της περιόδου και κυρίως συμβόλισε την αντιφατικότητα του θεσμού του Πατριαρχείου σε μια εποχή διάλυσης της ορθόδοξης οικουμενικότητας και κυριαρχίας της ιδεολογίας του εθνικισμού.

2. Πατριαρχείο και μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ

Η περίοδος της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το 1830 μέχρι το 1860 θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταβατική. Όπως ήδη αναφέραμε, στοιχεία της προηγούμενης περιόδου επιβιώνουν μέσα από διαδικασίες μετασχηματισμού, όπως, για παράδειγμα, η λειτουργία της Γεροντικής Ιεράς Συνόδου και η συνεργασία των μελών της με ισχυρούς λαϊκούς. Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι δεν προέρχονται πλέον από τις μεγάλες οικογένειες Φαναριωτών που είχαν κυριαρχήσει
προεπαναστατικά, κυρίως μέσω του ελέγχου των θρόνων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Οι οικογένειες αυτές μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης απαξιώθηκαν πολιτικά, καταστράφηκαν οικονομικά και η συντριπτική πλειονότητα των μελών τους εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη. Στη θέση όμως των οικογενειών αυτών αναδείχθηκαν νέα τζάκια γύρω από ισχυρές προσωπικότητες νεοφαναριωτών (όπως εύστοχα τους αποκαλεί ο Μανουήλ Γεδεών): του βουλγαρικής καταγωγής Στεφάνου Βογορίδη, του αρμενικής καταγωγής Νικολάου Αριστάρχη και του ελληνικής καταγωγής Ιωάννη Ψυχάρη (από την κατεστραμμένη και με απολεσθέντα πλέον προνόμια Χίο). Η «εθνοτική» σύνθεση αυτής της νεοφαναριώτικης ηγετικής ελίτ δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία, αφού η Επανάσταση του 1821 είχε αλλάξει προς το δυσμενέστερο τους όρους αντιμετώπισης του ελληνόφωνου στοιχείου μέσα στο ρωμέικο μιλλέτ από την πλευρά της οθωμανικής εξουσίας.

Ταυτόχρονα η περίοδος 1830-1860 συμπίπτει λίγο έως πολύ με την έναρξη των μεγάλων μεταρρυθμίσεων στο οθωμανικό κράτος, γνωστών και ως μεταρρυθμίσεων Τανζιμάτ.2 Το μεταρρυθμιστικό πνεύμα στο Πατριαρχείο εκφράστηκε με το αίτημα για θεσμοποιημένη εισαγωγή των λαϊκών στη διοίκησή του. Η πρώτη απόπειρα εφαρμογής μιας τέτοιας λύσης έλαβε χώρα πριν από την έναρξη του Τανζιμάτ, με την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο του Κωνσταντίου Α΄ (1830-1834). Ιδεολογικός εκφραστής της κίνησης αυτής υπήρξε ο τότε «μέγας γραμματικός» του Πατριαρχείου Γεώργιος Αφθονίδης. Ο Αφθονίδης είχε εισηγηθεί την εισαγωγή του λαϊκού στοιχείου στη διοίκηση της Εκκλησίας, τη δημιουργία μεικτής επιτροπής από κληρικούς και λαϊκούς, όπως και τη μισθοδοσία του Πατριάρχη από το Ταμείο του Κοινού. Την πρώτη αυτή απόπειρα θα την ακολουθήσουν άλλες δύο (1843, 1847), επίσης αποτυχημένες. Η κατάσταση όμως μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και την πολιτική περιθωριοποίηση της ρωσικής επιρροής στα εσωτερικά του Πατριαρχείου άλλαξε άρδην.

Η τελευταία περίοδος της ζωής του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό οθωμανική εξουσία και μετά την ψήφιση των Γενικών Κανονισμών (από το 1860 έως το 1923) χωρίζεται με τη σειρά της σε τέσσερις υποπεριόδους/φάσεις:

Η πρώτη φάση μπορούμε να πούμε ότι διαρκεί από το 1860 μέχρι και την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο του Ιωακείμ Γ΄ το 1878. Το Χάτι Χουμαγιούν (Ηatt-i Ηümayun) του 1856 προέβλεπε ρητά την αναδιάρθρωση του θεσμού των μιλλέτ. Οι λαϊκοί και κληρικοί αντιπρόσωποι του Rum Millet (πρακτικά αυτό σήμαινε Ρωμιοί και Βούλγαροι αντιπρόσωποι) συνήλθαν στο Πατριαρχείο τη διετία 1858-1860. Η «Εθνοσυνέλευση», όπως έμεινε γνωστή στην ιστορία του Πατριαρχείου, εν μέσω μεγάλων αντιπαραθέσεων κατήργησε το Γεροντισμό, ενώ κατάρτισε ένα καταστατικό κείμενο, τους «Γενικούς Κανονισμούς» (αργότερα γνωστό ως «Εθνικοί Κανονισμοί»), με βάση το οποίο διοικήθηκε το Πατριαρχείο μέχρι την εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας από το Μουσταφά Κεμάλ (1923). Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του κειμένου ήταν ότι προέβλεπε τη θεσμοποίηση της συμμετοχής των λαϊκών στη διοίκηση του Πατριαρχείου, όπως και στην εκλογή Πατριάρχη. Μέσα από τις διαδικασίες ενίσχυσης του λαϊκού στοιχείου και τη μείωση της ισχύος των παλαιών Γερόντων μητροπολιτών είχαμε και μια ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και της συγκεντρωτικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη. Μεγάλες προσωπικότητες πατριαρχών του 19ου αιώνα, όπως ο Γρηγόριος ΣΤ΄ (1835-1840, 1867-1871), ο Άνθιμος ΣΤ΄ (1845-1848, 1853-1855, 1871-1873), ο Ιωακείμ Β΄ (1860-1863, 1873-1878) και κυρίως ο Ιωακείμ Γ΄ (1878-1884, 1901-1912), έδωσαν ένα νέο περιεχόμενο στην έννοια του Πατριάρχη-«Εθνάρχη» (Millet Başı).

Η σημασία των θεσμοθέτησης των Γενικών Κανονισμών σε πολιτικό επίπεδο ήταν η δημιουργία ενός μόνιμου πεδίου πολιτικής παρέμβασης στο εσωτερικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου που επέτρεψε τη σταθερή παρέμβαση εκπροσώπων των νεοφαναριώτικων κύκλων και των ανερχόμενων κοινωνικών στρωμάτων (εμπόρων και τραπεζιτών) στη διαχείριση των «υλικών υποθέσεων» του Πατριαρχείου. Η συγκρότηση του Διαρκούς Εθνικού Μεικτού Συμβουλίου, η ταυτόχρονη κατάργηση του Γεροντισμού και η δημιουργία μιας νέας Ιεράς Συνόδου στην οποία αναβαθμιζόταν ο ρόλος των αρχιερέων των επαρχιών δημιούργησαν μια καινούρια ισορροπία μεταξύ των κυρίαρχων πόλων της πατριαρχικής ζωής. Ταυτόχρονα, η μεταρρυθμιστική πτέρυγα περιόρισε δραστικά το ρόλο των συντεχνιών τόσο στη διαδικασία εκλογής Πατριάρχη, όσο και στη διοίκηση του Πατριαρχείου. Συνεπώς, μολονότι δεν ήταν καθόλου άγνωστες στα εσωτερικά του Πατριαρχείου η συμμετοχή και οι παρεμβάσεις των λαϊκών στη διαχείριση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, οι Γενικοί Κανονισμοί εισήγαγαν μια ποιοτική διαφορά στο χαρακτήρα αυτής της συμμετοχής: το στοιχείο της γενικευμένης αντιπροσώπευσης του πληθυσμού της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης (όχι όμως και των επαρχιών): τα μέλη του Μεικτού Συμβουλίου δεν προέρχονταν αυτοδίκαια από τον κύκλο των «προκρίτων», όπως συνέβαινε παλαιότερα, αλλά αναδεικνύονταν μέσα από διαδικασίες εκλογών στις κατά τόπους ενορίες της Κωνσταντινούπολης. Φυσικά αυτή η διαδικασία πολιτικής διαμεσολάβησης των «συμφερόντων» της κοινότητας ήταν σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενη από ισχυρές οικογένειες είτε νεοφαναριωτών είτε αστών.

Η μεταρρυθμιστική κίνηση που ακολούθησε τις διακηρύξεις περί ισονομίας του Χάτι Χουμαγιούν (Ηatt-i Ηümayun) τα έτη 1858-1860 είχε στόχο την κατάργηση του Γεροντισμού και τη θέσπιση της συμμετοχής των λαϊκών στη διοίκηση του Πατριαρχείου. Πίσω όμως από το διακηρυγμένο αυτό στόχο δύο ήταν οι βασικοί παράμετροι της προώθησης των μεταρρυθμίσεων: α) η εξάλειψη των ερεισμάτων της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου (η περιθωριοποίηση δηλαδή του Νικολάου Αριστάρχη και των συμμάχων του) και β) η ανατροπή των συσχετισμών υπέρ των νεοφαναριώτικων οικογενειών που ήταν φιλοδυτικές και στήριζαν τις μεταρρυθμίσεις στο οθωμανικό κράτος (και συσπειρώνονταν γύρω από τη μορφή του Στεφάνου Βογορίδη και δευτερευόντως του Ιωάννη Ψυχάρη).

Οι σχέσεις εξάρτησης που αναπτύχθηκαν μεταξύ μελών του ανώτατου κλήρου και ισχυρών εκπροσώπων των νεοφαναριώτικων και αστικών κύκλων πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής. Στην πραγματικότητα, στο επίπεδο αυτό υπήρξε μια συνέχεια σε σχέση με τα τεκταινόμενα στην προ των Γενικών Κανονισμών εποχή. Οι τρεις σημαντικότεροι πρωταγωνιστές, ανώτατοι κληρικοί που διετέλεσαν πατριάρχες καθ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε, διατηρούσαν στενές σχέσεις με τους ίδιους κύκλους ισχυρών λαϊκών.3

Η ανάπτυξη των προσωποπαγών αυτών σχέσεων, μολονότι γινόταν σε ένα περιβάλλον προώθησης του εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και κατά συνέπεια «φορτιζόταν» με διαφορετικό πολιτικό τρόπο απ’ ό,τι οι αντίστοιχες σχέσεις μεταξύ Φαναριωτών και ανώτατου κλήρου σε παλιότερες εποχές, καταδείκνυε και τα όρια των επιδιωκόμενων μεταρρυθμίσεων.

3. Πατριαρχείο και αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες: το πρόβλημα του «εθνοφυλετισμού»

Εκτός από το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, κατά τη δεύτερη αυτή φάση το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρέθηκε αντιμέτωπο με την όξυνση του Βουλγαρικού ζητήματος. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα το Πατριαρχείο καλούνταν να αντιμετωπίσει ένα καινοφανές φαινόμενο, τον εθνικισμό, που απειλούσε άμεσα την αυτοκρατορική οικουμενικότητα με την οποία ταυτιζόταν. Τον αιώνα αυτό της ανάδειξης και επικράτησης του φαινομένου κυρίως στις χώρες της κεντρικής, ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης σημειώθηκε η απόσχιση κρατικών οντοτήτων από την ενιαία Οθωμανική Αυτοκρατορία και η επακόλουθη ίδρυση εθνικοποιημένων αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών. Η διάσπαση του ορθόδοξου ποιμνίου του Πατριαρχείου είχε ως συνέπεια την τελική αναγνώριση αυτών των εκκλησιαστικών οργανισμών, γεγονός όμως που σήμαινε τον περιορισμό της επιρροής αλλά και σημαντικό οικονομικό πλήγμα για τη Μεγάλη Εκκλησία.

Κατά παράδοξο τρόπο το χορό των αποσκιρτήσεων τον άνοιξε η Ελλαδική Εκκλησία, η οποία συγκροτήθηκε το 1833 και αναγνωρίστηκε εντέλει από το Πατριαρχείο με τον Τόμο του 1850. Θα ακολουθήσει η ανάδυση του βουλγαρικού εθνικού κινήματος και η προώθηση από τους Βούλγαρους εθνικιστές του αιτήματος για την ίδρυση ανεξάρτητης Βουλγαρικής Εκκλησίας, μολονότι δεν είχε προηγηθεί κρατική απόσχιση. Η αναγνώριση της βουλγαρικής εξαρχίας με το φιρμάνι του Φεβρουαρίου του 1870, και η επακόλουθη αποκήρυξη των υποστηρικτών της ως σχισματικών από την Τοπική Σύνοδο που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το Σεπτέμβριο του 1872, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα ενός μακροχρόνιου πολιτικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων για τον έλεγχο της Μακεδονίας, αλλά ταυτόχρονα και την επισημοποίηση μιας διαδικασίας που είχε ξεκινήσει στα μέσα του 19ου αιώνα: την εσωτερική διάσπαση του ενιαίου ορθόδοξου μιλλέτ (Rum millet), όπως αυτό είχε θεσμοποιηθεί στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε εθνικά υποσύνολα. Ο ορθόδοξος οικουμενισμός που εκπροσωπούσε ως ιδεολογία το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής της Βυζαντινής και αργότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε υποστεί ένα καίριο πλήγμα. Οι επίσης αποσχιστικές κινήσεις και η έκδοση Συνοδικών Τόμων που επικύρωναν την ανεξαρτησία της Σερβικής (1879) και της Ρουμανικής Εκκλησίας (1885) ολοκλήρωσαν τη διαδικασία διάσπασης του ορθόδοξου κόσμου των Βαλκανίων, που για πάνω από 1.000 έτη είχε συμβιώσει ενωμένος μέσα σε αυτοκρατορικά περιβάλλοντα.

Ασφαλώς μεταξύ των περιπετειών αυτών το Βουλγαρικό ζήτημα υπήρξε ίσως το πλέον σημαντικό, κυρίως επειδή έθεσε υπό διακύβευση όχι απλώς τη φαντασιακή ενότητα του ορθόδοξου κόσμου, αλλά την πολιτική ενότητα του ρωμέικου μιλλέτ (Rum millet) μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τα πάγια αιτήματα των ριζοσπαστών του βουλγαρικού εθνικού κινήματος, όπως είχαν ήδη διαμορφωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1840, αφορούσαν την εκλογή βουλγαρικής καταγωγής μητροπολιτών στις επαρχίες με βουλγαρικό πληθυσμό, την αντικατάσταση της ελληνικής γλώσσας στη Θεία Λειτουργία από την εκκλησιαστική σλαβική (σλαβονική), τη δημιουργία σχολείων στα οποία θα διδασκόταν η βουλγαρική, μακριά από τον έλεγχο που ασκούσε του Πατριαρχείο. Η Εθνοσυνέλευση του 1858-1860 έδωσε την ευκαιρία στους Βούλγαρους εθνικιστές (λόγω της υποεκπροσώπησης του βουλγαρικού στοιχείου) να προσθέσουν στα αιτήματα αυτά την απαίτηση να συγκροτηθεί η νέα Ιερά Σύνοδος και το Διαρκές Εθνικό Μεικτό Συμβούλιο με βάση την αρχή της ίσης συμμετοχής: το ήμισυ των μελών της Συνόδου και το ήμισυ των λαϊκών μελών του Συμβουλίου να είναι βουλγαρικής καταγωγής.

Το Πατριαρχείο αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα αυτά, οργανώνοντας την επιχειρηματολογία του (με τη σημαντική συμβολή διανοουμένων όπως ο Ευστάθιος Κλεόβουλος) εναντίον της αρχής του «εθνοφυλετισμού», η οποία ενέπνεε, κατ’ αυτό, τις ενέργειες της βουλγαρικής πλευράς. Διατεινόταν ότι δεν μπορεί να παραχωρήσει εκκλησιαστική αυτονομία ή ανεξαρτησία εάν δεν υφίστατο πολιτική απόσχιση από την αυτοκρατορία, όπως έγινε στις περιπτώσεις Ελλήνων και Σέρβων. Η στάση αυτή καταγγελλόταν από τη βουλγαρική πλευρά ως πολιτική που ευνοούσε τις θέσεις του ελληνικού εθνικισμού.

Το Πατριαρχείο ήθελε βέβαια να αποφύγει την ανεξαρτητοποίηση επαρχιών, που θα είχε συνέπεια την απώλεια φορολογικών εσόδων, αλλά και σε ιδεολογικό επίπεδο συνειδητοποιούσε ότι η εποχή των εθνικών κινημάτων προμήνυε το τέλος της ορθόδοξης οικουμενικότητας, όπως αυτό την επαγγελλόταν μέσα σε αυτοκρατορικά πλαίσια. Αυτός ήταν και ο λόγος που από την πλευρά διάφορων πατριαρχών στη δεκαετία του 1860-1870 προτάθηκαν διάφορα σχέδια επίλυσης του Βουλγαρικού,4 τα οποία όμως απέτυχαν να κατευνάσουν τα επιθετικά αιτήματα των Βούλγαρων εθνικιστών. Η αποτυχία όμως της «μετριοπαθούς» αντιμετώπισης των βουλγαρικών αιτημάτων οφειλόταν και σε εσωτερικούς πολιτικούς ανταγωνισμούς.

Το 1863 ο εκλεκτός των τραπεζιτών πατριάρχης Ιωακείμ Β΄ εκδιώκεται από τον πατριαρχικό θρόνο, επειδή του καταλογίζονται ευθύνες για τον τρόπο που χειρίστηκε το ζήτημα της δήμευσης των μοναστηριακών κτημάτων στη Μολδοβλαχία από τον ηγεμόνα Αλέξανδρο Ιωάννη Κούζα. Η απώλεια του ελέγχου του Πατριαρχείου οδήγησε τους δύο τραπεζίτες και τον ευρύτερο κύκλο αστών που εκπροσωπούσαν να ακολουθήσουν μία σκληρή πολιτική στο Βουλγαρικό ζήτημα ως μέσο πίεσης σε πατριάρχες όπως ο Γρηγόριος ΣΤ΄ και ο Άνθιμος ΣΤ΄ που εξελέγησαν έχοντας στόχο να ακολουθήσουν μια πολιτική κατευνασμού. Έτσι ο κύκλος των τραπεζιτών, μολονότι στην πραγματικότητα κατατασσόταν στην κατηγορία των υποστηρικτών του «ελληνοθωμανικού συνασπισμού», αρκετές φορές μετατοπίστηκε σε θέσεις ριζοσπαστικού και εθνοκεντρικού χαρακτήρα, με συνέπεια να ευνοήσει την πορεία των πραγμάτων προς το Σχίσμα. Το Φεβρουάριο του 1870, όπως αναφέραμε, η Πύλη θα εκδώσει φιρμάνι με βάση το οποίο αναγνωριζόταν η ύπαρξη βουλγαρικής εξαρχίας. Η πράξη αυτή θα οδηγήσει σε παραίτηση τον πατριάρχη Γρηγόριο (1871) που επέμενε στη λύση της Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και στην εξώθηση του επόμενου πατριάρχη Ανθίμου να συγκαλέσει Τοπική Σύνοδο το Σεπτέμβριο του 1872, η οποία καταδίκασε τους υποστηρικτές της εξαρχίας ως σχισματικούς με ιδεολογικό υπόβαθρο την καταδίκη της «αίρεσης» του «εθνοφυλετισμού».

Οι υποχωρήσεις ωστόσο του Ανθίμου δεν κατάφεραν να παρατείνουν την παραμονή του στον πατριαρχικό θρόνο: οι τραπεζίτες αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης το ζήτημα της αναθεώρησης των Γενικών Κανονισμών πέτυχαν την αποπομπή του και την επαναφορά στη θέση του πατριάρχη τον Ιωακείμ Β΄ (Οκτώβριος 1873).

Η επανεκλογή του Ιωακείμ επιβεβαίωσε την ηγεμονία του κύκλου των τραπεζιτών,5 η οποία αναπαράχθηκε και με την εκλογή του Ιωακείμ Γ΄ το 1878, μετά το θάνατο του Ιωακείμ Β΄. Η «πανορθόδοξου» χαρακτήρα πολιτική των δύο αυτών πατριαρχών (άρα φιλορωσική), καθώς και το σχέδιο του Γεωργίου Ζαρίφη το 1878 για δημιουργία μιας ενιαίας Ελληνοοθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πρότυπα της Αυστροουγγαρίας, έδειξε ότι ο κύκλος αυτός κάθε άλλο παρά είχε εγκαταλείψει την προάσπιση του αυτοκρατορικού-οικουμενιστικού μοντέλου. Ωστόσο, γινόταν σαφές ότι η άμβλυνση των συνεπειών του Σχίσματος προϋπέθετε ένα άνοιγμα του Πατριαρχείου προς τη Ρωσία, ενώ αντίθετα το εγχείρημα της ελληνοοθωμανικής συνύπαρξης στηριζόταν πάνω στη βάση της απόκρουσης του σλαβικού κινδύνου. Η αντιφατικότητα των πολιτικών επιλογών μεταξύ του συγκεκριμένου κύκλου τραπεζιτών και των κληρικών που τον εκπροσωπούσαν στο χώρο του Πατριαρχείου είναι ιδιαίτερα εμφανής στο έργο του σημαντικότερου εκπροσώπου του στο χώρο της διανόησης: του Μανουήλ Γεδεών.

4. Η εσωτερική σχάση: Ιωακειμικοί εναντίον Αντιιωακειμικών

Η πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ Γ΄ μεταξύ 1878-1883/4 αποτελεί την απαρχή της δεύτερης φάσης, η οποία θα διαρκέσει μέχρι και την επανεκλογή του το 1901. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από τη σφοδρή σύγκρουση μεταξύ ιωακειμικών και αντιιωακειμικών. Ο Ιωακείμ το 1883/4 θα αναγκαστεί να αποχωρήσει από τον πατριαρχικό θρόνο, εξαιτίας επιπλοκών που προκάλεσε η πρώτη φάση του Προνομιακού Ζητήματος. Η στάση του απέναντι στο Προνομιακό, αλλά και στις πολιτικές του ελληνικού κράτους, θα διασπάσουν τον κόσμο του Πατριαρχείου, κληρικούς και λαϊκούς, σε φανατικούς υποστηρικτές αλλά και σφοδρούς πολεμίους του. Η αντιπαράθεση μεταξύ ιωακειμικών και αντιιωακειμικών σημάδεψε το τέλος του 19ου και προετοίμασε την απαρχή του 20ού αιώνα. Στην αντιπαράθεση αυτή εκφράστηκαν κυρίως παλιότερες διαιρέσεις διάφορων ομάδων μέσα στο Πατριαρχείο. Το ουσιαστικό όμως διακύβευμα αφορούσε τη διαφορά στρατηγικής που πρότεινε ο Ιωακείμ σε σχέση με το μέλλον των ορθόδοξων πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και σε αυτό που οργάνωνε για λογαριασμό τους το εθνικό κέντρο, όπως εκφραζόταν από την εξωτερική πολιτική κυρίως του φιλοδυτικού Χαριλάου Τρικούπη. Συγκεκριμένα, ο Ιωακείμ Γ΄ είχε πολιτικό υποστηρικτή του την οικογένεια Ζαρίφη,6 ενώ μεταξύ των πολιτικών του αντιπάλων δέσποζε η φυσιογνωμία του Σταύρου Βουτυρά, εκδότη της εφημερίδας Νεολόγος της Κωνσταντινούπολης. Επίσης μεγάλο τμήμα του ανώτερου ορθόδοξου κλήρου είχε στραφεί εναντίον του με ηγετική προσωπικότητα το μητροπολίτη Ηρακλείας Γερμανό, μετέπειτα πατριάρχη Γερμανό Ε΄.

Η ελληνική πρεσβεία και υποστηρικτές της στην Κωνσταντινούπολη θα επιτύχουν να εμποδίσουν την επάνοδο του Ιωακείμ Γ΄ για 17 ολόκληρα χρόνια, υποστηρίζοντας στις αλλαξοπατριαρχίες πρόσωπα της αντιιωακειμικής παράταξης. Η επιστροφή του έτσι στον πατριαρχικό θρόνο σηματοδοτούσε και την ολοκλήρωση μιας μεγάλης εσωτερικής σύγκρουσης μέσα στο Πατριαρχείο.

Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο 20ός αιώνας για το Οικουμενικό Πατριαρχείο ξεκινά ουσιαστικά στις 25 Μαΐου 1901 με την επανεκλογή αυτής της ισχυρής προσωπικότητας στον πατριαρχικό θρόνο Κωνσταντινουπόλεως. Και μαζί ξεκινά η τρίτη φάση της περιόδου που εξετάζουμε, η οποία θα διαρκέσει μέχρι και το θάνατό του το 1912.

Την επανεκλογή του Ιωακείμ Γ΄ την επέβαλε η νέα πολιτική συγκυρία.7 Η άμεση πολιτική κληρονομιά που ο 19ος αιώνας άφηνε στον 20ό όσον αφορά την επιβίωση των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν φυσικά οι συνέπειες του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η δραστηριοποίηση στο μακεδονικό χώρο αντάρτικων ομάδων σλαβοφώνων, αλλά και δύο μεγάλες εκκλησιαστικές κρίσεις: το Αντιοχικό ζήτημα, με την εκλογή το 1899 για πρώτη φορά πατριάρχη αραβόφωνου, και η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου στην Κύπρο το 1900. Τα προβλήματα επομένως του νέου πατριάρχη κατά τη δεύτερη πατριαρχία του ήταν ήδη οξυμένα.

Μία από τις πρώτες ενέργειες του Ιωακείμ Γ΄ ήταν η έκδοση πατριαρχικής και συνοδικής εγκυκλίου το 1902, με την οποία καλούσε τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες (και κυρίως αυτή της Ρωσίας) να προχωρήσουν σε μια διαδικασία διαλόγου με το Βατικανό με στόχο την επίτευξη ενός consensus (συμφωνία) μεταξύ των χριστιανικών Εκκλησιών. Η κίνηση αυτή εκτός από το γεγονός ότι ήθελε να επιβεβαιώσει τους οικουμενιστικούς προσανατολισμούς του Πατριαρχείου σε μια περίοδο έντονων εθνοτικών αντιπαραθέσεων, κυρίως στο χώρο της Μακεδονίας, ήταν μια ετεροχρονισμένη απάντηση στην εγκύκλιο του πάπα Λέοντα ΙΓ΄ το 1894, με την οποία ο τελευταίος καλούσε τους ορθόδοξους χριστιανούς να ενωθούν με την Καθολική Εκκλησία. Ταυτόχρονα ο Ιωακείμ Γ΄ σύσφιξε τις σχέσεις μεταξύ Πατριαρχείου και άλλων μη Ορθόδοξων Εκκλησιών, όπως η Αγγλικανική, η Παλαιοκαθολική κ.λπ. Πάντως, ενώ είχε προετοιμάσει τον κατάλογο των 12 βασικών θεμάτων διορθόδοξου και διαχριστιανικού προβληματισμού, η σύγκληση της Τοπικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη δεν επιτεύχθηκε λόγω της σταθερής άρνησης της Υψηλής Πύλης να παραχωρήσει άδεια για τη διεξαγωγή της.

Ωστόσο η έκρηξη της εξέγερσης του Ίλιντεν το 1903 και η απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), με τη στρατιωτική αντιπαράθεση ανταρτικών τμημάτων Ελλήνων και Βουλγάρων, είχε εκτραχύνει την πολιτική κατάσταση και το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσπαθούσε να προστατεύσει το ορθόδοξο ποίμνιό του σε αυτόν το ζωτικό από κάθε άποψη γεωγραφικό χώρο. Ήδη στα ανώτερα κλιμάκια του ορθόδοξου κλήρου είχε εμφανιστεί μια νέα γενιά κληρικών, η οποία εμπνεόταν όλο και λιγότερο από τα οικουμενιστικά οράματα των προηγούμενων αιώνων. Αντίθετα δρούσε με βάση τη λογική της ταύτισης εθνικών συμφερόντων και ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας (αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που η αντιπαράθεση στη Μακεδονία έλαβε το χαρακτήρα αντιπαράθεσης όχι Ελλήνων εναντίον Βουλγάρων αλλά πατριαρχικών εναντίον εξαρχικών/σχισματικών). Παραδείγματα τέτοιων αρχιερέων ήταν αυτά του Γερμανού Καραβαγγέλη8 και του Χρυσοστόμου Καλαφάτη.9 Η έντονη δραστηριότητα αυτού του κύκλου των ιεραρχών θα επιφέρει πολλά προβλήματα στο Πατριαρχείο, το οποίο θα δεχθεί έντονες πολιτικές πιέσεις από την πλευρά της Υψηλής Πύλης να την περιορίσει. Αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων είναι το λεγόμενο Μητροπολιτικό ζήτημα (1903-1908), δηλαδή η καταγγελία πολλών από τους μητροπολίτες αυτούς ως στοιχείων που επιβουλεύονται την οθωμανική νομιμότητα. Η μετάθεση του Καραβαγγέλη στη μητρόπολη Αμασείας και η αντίστοιχη μετάθεση του Καλαφάτη στη μητρόπολη Σμύρνης υπήρξαν επιλογές του Ιωακείμ για την εκτόνωση αυτής της κρίσης.

Γενικά ο Ιωακείμ Γ΄, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ των οικουμενιστικών του οραμάτων και των πραγματιστικών αναγκών που επέβαλλε η σκλήρυνση της στάσης του βουλγαρικού εθνικισμού (διωγμοί των ελληνικών πληθυσμών στις πόλεις της Ανατολικής Ρωμυλίας και της παρευξείνιας ζώνης), ήρθε τελικά σε σύγκρουση με την πλειονότητα των αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου10 που τον πίεζαν για μια περισσότερο «εθνική» εκκλησιαστική πολιτική. Ταυτόχρονα όμως είχε ενισχύσει τα ερείσματά του στα λαϊκά μέλη του Διαρκούς Εθνικού Μεικτού Συμβουλίου, ενώ αντιμετώπιζε με επιτυχία τις πιέσεις από την πλευρά της οθωμανικής κυβέρνησης. Τα πράγματα όμως άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό το 1908, με την επικράτηση της Επανάστασης των Νεότουρκων. Η πολιτική του νεοτουρκικού καθεστώτος οδήγησε στην επαναφορά ουσιαστικά του Προνομιακού ζητήματος με πολύ σκληρότερους όρους από τις κρίσεις του 1883/1884 και 1891. Ίσως αυτές τις αλλαγές να τις είχε διαισθανθεί ο Ιωακείμ όταν το Μάρτιο του 1908 συναίνεσε και παραχώρησε διά τόμου τη διαποίμανση των ελληνικών ορθόδοξων κοινοτήτων της διασποράς στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Στην ημερήσια διάταξη του νεοτουρκικού προγράμματος μπήκε η κατάργηση του δικαιώματος των χριστιανών ορθοδόξων να μην κατατάσσονται στον οθωμανικό στρατό έναντι στρατιωτικού φόρου, η παύση των εκπαιδευτικών αρμοδιοτήτων του Πατριαρχείου όσον αφορά τον καταρτισμό προγραμμάτων σπουδών για τα ελληνορθόδοξα εκπαιδευτήρια στην αυτοκρατορία, η κατάργηση του δικαιώματος να επιλύουν τα πνευματικά δικαστήρια των ορθοδόξων αστικές δίκες κ.λπ., και όλα αυτά σε μια προοπτική τερματισμού των εθνοτικών ιδιαιτεροτήτων και εθνικοποίησης των παλιών μιλλέτ της αυτοκρατορίας.

Ο Ιωακείμ Γ΄ είχε επιτύχει κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα να βελτιώσει την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, να ιδρύσει ορφανοτροφείο θηλέων στη νήσο Πρώτη και αρρένων στη νήσο Πρίγκιπο, να συστήσει τη Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου, να ολοκληρώσει την οικοδομή των νοσοκομείων του Μπαλουκλί και άλλα πολλά. Ωστόσο, είχε καταφέρει να γίνει ακόμη μία φορά στόχος επιθέσεων από μέλη της Ιεράς Συνόδου, εξαιτίας της μη κλήσης το 1910-1911 του μητροπολίτη Χαλκηδόνος Γερμανού (του πρώην Ηρακλείας) ως μέλους της Συνόδου, μεγάλου του αντιπάλου και ηγέτη της αντιιωακειμικής παράταξης. Τελικά η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανδρών έληξε σύντομα και ακολούθησε μια σύντομη περίοδος στενής συνεργασίας, που φυσικά είχε λογικό επακόλουθο να είναι καθορισμένη εκ των προτέρων η διαδοχή στον πατριαρχικό θρόνο.

Πράγματι ο Ιωακείμ Γ΄ πεθαίνει έπειτα από ολιγοήμερη ασθένεια στις 13 Νοεμβρίου 1912, λίγες μόνο μέρες μετά την κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Η σημειολογία της κηδείας του, μέσα από τη μεγαλοπρέπειά της, είναι αποκαλυπτική για τη σπουδαιότητα του προσώπου και του έργου που επιτέλεσε για τα συμφέροντα των ελληνορθόδοξων πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο πέρασμα από το 19ο στον 20ό αιώνα και ταυτόχρονα για το μεγάλο κύρος που έχαιρε τόσο από την πλευρά της οθωμανικής εξουσίας όσο και των άλλων μεγάλων ορθόδοξων δυνάμεων.11

5. Το Πατριαρχείο ως προέκταση του εθνικού κέντρου

Ο θάνατος του Ιωακείμ Γ΄ σηματοδοτεί την έναρξη της τέταρτης και τελευταίας φάσης της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε. Διάδοχός του, όπως προαναφέραμε ήταν ο μεγάλος του αντίπαλος, ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος Γερμανός (κατά κόσμον Γεώργιος Καβακόπουλος), που ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο ως Γερμανός Ε΄. Η εκλογή του έγινε στις 28 Ιανουαρίου 1913 και η πατριαρχία του διήρκεσε μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1918. Ο Γερμανός δηλαδή πατριάρχευσε στα πιο κρίσιμα χρόνια για τη μοίρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι και τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, που βρήκε την αυτοκρατορία ηττημένη στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Εάν ο Ιωακείμ Γ΄ έχαιρε της πολιτικής υποστήριξης της οικογένειας Ζαρίφη, ο Γερμανός έχαιρε αντίστοιχα της υποστήριξης της οικογένειας Στεφάνοβικ. Ο ίδιος μάλιστα είχε πείσει τον Παύλο Στεφάνοβικ να αναλάβει την εξολοκλήρου ανοικοδόμηση του κτηρίου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (1896).

Ο Γερμανός εξελέγη πατριάρχης στην ηλικία των 73 ετών. Από την πατριαρχική εκλογή του 1887 το όνομά του διαγραφόταν διαρκώς από τους εκλογικούς καταλόγους που έστελνε το Πατριαρχείο στην Πύλη (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κείμενο των Γενικών Κανονισμών), πιθανόν επειδή ακριβώς ως ηγέτης της αντιιωακειμικής μερίδας θεωρούνταν πιο κοντά στις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του πολιτεύθηκε εναντίον του πνεύματος και του γράμματος των Γενικών Κανονισμών,12 η Ιερά Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση των ονοματολατρών μεταξύ των Ρώσων μοναχών στο Άγιον Όρος (1913), αλλά και αναγνωρίστηκε η επανίδρυση του Πατριαρχείου Μόσχας (1917).

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913) πυροδότησαν την έναρξη μιας σειράς από μετακινήσεις και ανταλλαγές των πληθυσμών στα Βαλκάνια. Το μεγαλύτερο λοιπόν πολιτικό πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Γερμανός ήταν το ζήτημα της αναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών που επέβαλε η στρατηγική εκκένωσης των παραλίων της δυτικής Μικράς Ασίας από τους ελληνικούς και αρμενικούς πληθυσμούς. Ο πατριάρχης Γερμανός Ε΄, γέρος και ασθενής, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις βασικές κατευθύνσεις της νεοτουρκικής πολιτικής. Έγιναν διαβήματα του Πατριαρχείου προς την Υψηλή Πύλη, χωρίς όμως απτά αποτελέσματα, ενώ ο Γερμανός είχε προστρέξει προς το ελληνικό κράτος για να προβεί σε διάβημα (αναποτελεσματικό επίσης) προς την Πύλη με τη διαμεσολάβηση της Γερμανίας (προφανώς στηριζόμενος στις καλές σχέσεις του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ με το γερμανικό παράγοντα). Η εξέλιξη όμως του πολέμου και η αποχώρηση των πρεσβευτών της Αντάντ από την Κωνσταντινούπολη δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα διπλωματικών ελιγμών του Πατριαρχείου. Η αναποτελεσματικότητα της πολιτικής του πατριάρχη προκάλεσε την αντίδραση της πλειονότητας των μελών της Ιεράς Συνόδου και του Μεικτού Συμβουλίου. Ο Γερμανός σε μια κίνηση απελπισίας έπαυσε 6 συνοδικούς αρχιερείς και τους αντικατέστησε με άλλους. Και η αλλαγή αυτή όμως στη σύνθεση της Ιεράς Συνόδου δεν είχε κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα: ο πατριάρχης ήρθε αντιμέτωπος με ένα συνασπισμό τόσο γόνων νεοφαναριώτικων οικογενειών (όπως π.χ. ο Στέφανος Καραθεοδωρής) και εθνικιστών αρχιερέων (όπως ο Αίνου Ιωακείμ, ο Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Σμύρνης Χρυσόστομος Καλαφάτης).

Το προσφυγικό πρόβλημα ήταν αυτό που αποτέλεσε το κοινωνικό υπόβαθρο αυτής της πολιτικής αντίδρασης. Έτσι, όταν το μέλλον της αυτοκρατορίας ήταν πλέον προδιαγεγραμμένο, η αντιπολίτευση εναντίον του έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις με συνέπεια να αναγκαστεί να υποβάλει την παραίτησή του στις 12 Οκτωβρίου του 1918, όπως προαναφέραμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον ίδιο μήνα ο μητροπολίτης Αίνου Ιωακείμ, ο οποίος συσπείρωσε την αντιπολίτευση των συνοδικών αρχιερέων και των μελών του Μεικτού Συμβουλίου εναντίον του Γερμανού, ήταν αυτός που τέθηκε επικεφαλής της «Πατριαρχικής Κεντρικής Επιτροπής υπέρ των μετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών».

Η παραίτηση ωστόσο του Γερμανού οδήγησε σε μια μακρά (τριετή) χηρεία του οικουμενικού θρόνου (όχι απαραίτητα και ακυβερνησία) μέχρι και την άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο του Μελετίου Δ΄ το Νοέμβριο του 1921. Τη διετία που ακολούθησε την παραίτηση Γερμανού, ο τοποτηρητής του οικουμενικού θρόνου μητροπολίτης Προύσης Δωρόθεος αναδείχθηκε ισχυρή προσωπικότητα στο Πατριαρχείο. Βέβαια ο κύριος υπεύθυνος για την αναβολή της πατριαρχικής εκλογής ήταν η ελληνική κυβέρνηση, όμως η αναβολή εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι, σύμφωνα με την προπολεμική κατάσταση πραγμάτων που οριζόταν από το κείμενο των Γενικών Κανονισμών, η εκλογή έπρεπε να επικυρωθεί από το σουλτάνο. Τόσο το Πατριαρχείο όσο και η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελαν να αποφύγουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, από τη στιγμή που ήταν σε εκκρεμότητα το ζήτημα της εδαφικής επέκτασης του ελληνικού βασιλείου εις βάρος της ηττημένης αυτοκρατορίας. Φυσικά η Αθήνα πολύ γρήγορα (Απρίλιος 1919) έκανε φανερή την πρόθεσή της να εκλέξει στη θέση του πατριάρχη το Μελέτιο Μεταξάκη, ο οποίος ήταν γνωστός για τα φιλοβενιζελικά του αισθήματα και είχε εκλεγεί στη θέση του μητροπολίτη Αθηνών το Φεβρουάριο του 1918. Από την άλλη η ίδια η Πύλη σε καθεστώς αιχμαλωσίας ουσιαστικά μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τα συμμαχικά στρατεύματα δεν ήταν σε θέση να επιβάλει την ισχύ των Γενικών Κανονισμών που προέβλεπαν το χρονικό διάστημα των δύο μηνών για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της εκλογής.

Η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (28/10-8-1920) και η προκήρυξη εκλογών από το Βενιζέλο την 1η Νοεμβρίου του 1920 μετέθεσαν το ζήτημα της εκλογής πέραν του Νοεμβρίου. Η απώλεια όμως των εκλογών από το Βενιζέλο άλλαξε τους συσχετισμούς μεταξύ Αθήνας και Κωνσταντινούπολης στο ζήτημα της πατριαρχικής εκλογής. Η εμφανής πολιτική επιρροή των βενιζελικών στη δεύτερη, κυρίως μέσω της δράσης της οργάνωσης της «Άμυνας», και οι φόβοι των δύο συλλογικών σωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου ότι η νέα φιλοβασιλική κυβέρνηση στην Ελλάδα δε θα ακολουθούσε την ίδια πολιτική με την προγενέστερη βενιζελική όσον αφορά τη συνέχιση του πολέμου έφεραν τα πράγματα σε κάποιο αδιέξοδο.

Η Αθήνα προσανατολίστηκε στο να επαναφέρει στον πατριαρχικό θρόνο τον παραιτηθέντα πατριάρχη Γερμανό Ε΄, θέλοντας να αποφύγει το ενδεχόμενο να δει το βενιζελικό Μεταξάκη να γίνεται πατριάρχης. Με βασιλικό διάταγμα μάλιστα τον εξανάγκασε να αποχωρήσει από την Αθήνα, αν και διατήρησε την ιδιότητα του μητροπολίτη Αθηνών. Ο Μεταξάκης αναχώρησε το επόμενο διάστημα στην Αμερική (για δεύτερη φορά στη θυελλώδη καριέρα του), όπου εργάστηκε για τη διοργάνωση της ορθόδοξης αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής, ενώ ίδρυσε τον Οκτώβριο του 1921 το σεμινάριο του Αγίου Αθανασίου. Εν τω μεταξύ ο θάνατος του Γερμανού Ε΄, το Δεκέμβριο του 1920, και η απόφαση της κυβέρνησης Δημητρίου Γούναρη για συνέχιση του πολέμου (Μάρτιος 1921) έδωσαν κάποιες προοπτικές για συμβιβασμό μεταξύ Αθήνας και Κωνσταντινούπολης. Ο ξαφνικός θάνατος όμως του τοποτηρητή Δωροθέου στις 6 Μαρτίου στο Λονδίνο έδωσε την αφορμή για παράταση της κατάστασης χηρείας του οικουμενικού θρόνου για άλλους 9 περίπου μήνες. Η σορός του Δωροθέου μεταφέρθηκε και αποτέθηκε στο νεκροταφείο του Μπαλουκλί στην Κωνσταντινούπολη, ανοίγοντας το δρόμο στην εκλογή νέου πατριάρχη. Η εκλογή όμως δεν έγινε αμέσως. Ο διάδοχός του στη θέση της τοποτηρητείας Καισαρείας Νικόλαος είναι ενδιαφέρον ότι πήρε πρωτοβουλίες ούτως ώστε οι βενιζελικοί αξιωματικοί της «Εθνικής Άμυνας» να τεθούν υπό τον έλεγχο της φιλοβασιλικής πλέον ελληνικής κυβέρνησης – γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις του βρετανικού παράγοντα.

Εν τω μεταξύ η ιεραρχία του οικουμενικού θρόνου έλαβε την άδεια από την κυβέρνηση Γούναρη και συγκάλεσε συνέδριο από 40 αρχιερείς στην Αδριανούπολη. Στις 29 Μαΐου 1921 η σύνοδος αυτή των αρχιερέων συνέταξε υπόμνημα προς το νέο τοποτηρητή με δύο βασικά σημεία: την αναβολή της πατριαρχικής εκλογής και το αίτημα για συμμετοχή στην εκλογή, όποτε αυτή γίνει, του συνόλου της ιεραρχίας αλλά και των λαϊκών αντιπροσώπων από όλες τις επαρχίες του οικουμενικού θρόνου. Ουσιαστικά ήταν μια έμμεση αποδοχή της πολιτικής γραμμής παράτασης της τοποτηρητείας από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση από τη στιγμή που η επιλογή της να επαναφέρει το Γερμανό Ε΄ δεν μπορούσε να εκπληρωθεί.

Τελικά τα δύο σώματα του Πατριαρχείου συνεδρίασαν την 1η Οκτωβρίου 1921 και αποφάσισαν να προβούν στην εκλογή πατριάρχη. Όταν όμως στις 25 Νοεμβρίου άρχισε να συνεδριάζει η λεγόμενη εκλογική συνέλευση η πλειονότητα των μελών της Ιεράς Συνόδου13 απείχε της διαδικασίας με επιχείρημα τη μη ικανή συμμετοχή αρχιερέων στη συνέλευση.14 Στην πραγματικότητα η πλειονότητα της Ιεράς Συνόδου συνέπλεε με το φιλοβασιλικό πλέον εθνικό κέντρο θέλοντας να αποφύγει την εκλογή Μεταξάκη, η μειονότητα όμως και η παρουσία Αμυνιτών αξιωματικών στο Πατριαρχείο οδηγούσαν τα πράγματα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η εκλογική συνέλευση προχώρησε τελικά στη συγκρότηση του τριπροσώπου από τους Καισαρείας Νικόλαο, Αθηνών Μελετίου και Αμασείας Γερμανό. Στην τελική ψηφοφορία Οικουμενικός Πατριάρχης αναδείχθηκε ο Μελέτιος Μεταξάκης ως Μελέτιος Δ΄ με πλειοψηφία 16 ψήφων, ενώ οι άλλοι δύο υποψήφιοι πήραν από μία ψήφο. Για πρώτη φορά ένας μητροπολίτης Αθηνών καταλάμβανε τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης: η Μεγάλη Ιδέα επικρατούσε στο Πατριαρχείο την ίδια στιγμή που επέκειτο η πολιτική της συντριβή στα πεδία των μαχών.

Εν τω μεταξύ οι επτά συνοδικοί έχοντας την υποστήριξη της Αθήνας συγκάλεσαν σύσκεψη της ιεραρχίας στη Θεσσαλονίκη, στις 16-22 Δεκεμβρίου 1921, η οποία αποφάσισε να μην αναγνωρίσει τα γενόμενα στην εκλογική συνέλευση της Κωνσταντινούπολης ως αντικανονικά, ενώ απέστειλε τηλεγράφημα στο Μεταξάκη με εντολή να παραμείνει στην Αμερική.

Ο Μεταξάκης όμως ήρθε τελικά στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Ιανουαρίου 1922, οπότε και έγινε η ανακήρυξή του σε Οικουμενικό Πατριάρχη. Η εκλογή του Μεταξάκη όμως προκάλεσε την αντίδραση της Κυβέρνησης της Κωνσταντινούπολης, την οποία θεώρησε παράνομη από τη στιγμή που ο Μελέτιος δεν είχε την οθωμανική υπηκοότητα. Ωστόσο την ίδια στάση απόρριψης έναντι του Μελετίου κράτησε και η (φιλομοναρχική) κυβέρνηση των Αθηνών για ευνόητους λόγους. Ο Μελέτιος στηρίχθηκε από τους βενιζελικούς της «Εθνικής Άμυνας» και αποτέλεσε μόνιμη πηγή προβλημάτων για το κωνσταντινικό καθεστώς. Η επιρροή της κυβέρνησης των Αθηνών σε επτά μέλη της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης (την πλειονότητα δηλαδή, εφόσον το σώμα των ιεραρχών ήταν δωδεκαμελές), τα οποία αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής, όξυναν ακόμη περισσότερο την αντιπαράθεση. Η Σύνοδος μάλιστα της Εκκλησίας της Ελλάδος (22-29 Δεκεμβρίου 1921) προχώρησε σε καθαίρεση του Μελετίου «από του υψηλού της αρχιερωσύνης αξιώματος», λόγω φυσικά της αντικανονικότητας της εκλογής αλλά και εξαιτίας της δράσης του στην Αμερική, όπου και κατέφυγε αμέσως μετά την έκπτωσή του από τη θέση του αρχιεπισκόπου, με στόχο υποτίθεται να αναδιοργανώσει την εκεί Ορθόδοξη Εκκλησία. Η κυβέρνηση επικύρωσε την απόφαση της Συνόδου με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιανουαρίου 1922. Η απόφαση αυτή, της οποίας την αντικανονικότητα επικαλέστηκε το Πατριαρχείο, αποτελούσε ασφαλώς την απάντηση του βασιλιά Κωνσταντίνου στην «απειθαρχία» που επέδειξαν οι πρωταγωνιστές της εκλογής Μεταξάκη στην Κωνσταντινούπολη.

Σε απάντηση της κίνησης αυτής η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου έλαβε απόφαση (1 Μαρτίου 1922) που ανέτρεπε παλιότερη απόφασή της (του 1908 επί πατριαρχίας Ιωακείμ Γ΄), με την οποία έθετε τις ορθόδοξες αρχιεπισκοπές και μητροπόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής υπό τη δικαιοδοσία της Ελλαδικής Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Με την απόφαση αυτή ο έλεγχος των εκκλησιαστικών αυτών εδρών επανερχόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Φυσικά μόνο ένα είδος τραγικής ειρωνείας μπορεί να δικαιολογήσει την ανατροπή μιας «εθνοκεντρικής» απόφασης ενός παραδοσιακού «οικουμενιστή» Πατριάρχη, όπως ο Ιωακείμ Γ΄, από ένα δηλωμένο εθνικιστή, όπως ο Μελέτιος. Η σφοδρότητα όμως της σύγκρουσης φιλομοναρχικών και βενιζελικών στην πραγματικότητα διέλυε τον οικουμενισμό, όπως αυτός εμπεδώθηκε ως κυρίαρχη ιδεολογία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ήδη από το 19ο αιώνα, προωθώντας ένα μοντέλο εθνικοποίησης της Εκκλησίας, που ήταν συμβατό με τα μεγαλοϊδεατικά οράματα του 20ού αιώνα. Ο οικουμενισμός, όπως αυτός εκπροσωπήθηκε από κύκλους ιεραρχών και γύρω από τις σημαντικές προσωπικότητες πατριαρχών όπως ο Γρηγόριος ΣΤ΄, ο Ιωακείμ Β΄ και ο Ιωακείμ Γ΄, υπήρξε μια προσπάθεια εγκόλπωσης και άμβλυνσης των βασικών εθνοκεντρικών επιχειρημάτων, μέσα στο πλαίσιο της ηγεμονικής ιδεολογίας του οθωμανισμού (και αργότερα του πανισλαμισμού). Η τριετία 1919-1922 έδειξε ότι σε μεγάλο μέρος η ασυμβατότητά του με τις πολιτικές επέκτασης του νεοελληνικού κράτους ήταν ευθέως ανάλογη με την αδυναμία του να αναπαραγάγει τον ηγεμονικό αυτό λόγο, παρά μόνο αν ταυτιζόταν σε κάποιο βαθμό με μια εκδοχή του νεοελληνικού εθνικισμού. Η συμμαχία των επτά συνοδικών, κληρονόμων αυτού του «οικουμενικού πνεύματος» του 19ου αιώνα, με τους κωνσταντινικούς της «Παλαιάς Ελλάδας» έδειχνε τα όρια της υπεράσπισης του αυτοκρατορικού παρελθόντος.

Η πορεία των πραγμάτων με τη Μικρασιατική Καταστροφή το καλοκαίρι του 1922 ήταν προδιαγεγραμμένη: στην πραγματικότητα είχε σημάνει την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας είτε στη βενιζελική είτε στη βασιλική της εκδοχή. Η δυσπιστία του εθνικού κέντρου προς την εθναρχούσα εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και ο φόβος της πρώτης ότι η συνεργασία με τη δεύτερη ήταν πολύ πιθανόν να φέρει την παλινόρθωση του βενιζελισμού στο εθνικό κέντρο της Ελλάδας οδήγησαν σε αδιέξοδο τη σταθερή διάθεση της Κωνσταντινούπολης να αντιμετωπιστεί το εθνικό ζήτημα με κίνημα που θα αυτονομούσε τη Μικρά Ασία.

Στο μεταίχμιο αυτών των δύο εποχών ο Μελέτιος Δ΄ παρέμεινε στον πατριαρχικό θρόνο. Το κίνημα του Πλαστήρα στις 11/24 Σεπτεμβρίου 1922, η απώλεια της Ανατολικής Θράκης και η αντίστοιχη επικράτηση των κεμαλικών στην Τουρκία δεν οδήγησαν στην άμεση αποπομπή του από τον πατριαρχικό θρόνο. Και ο βασικός λόγος ήταν ότι είχε τεθεί υπό την προστασία των συμμαχικών δυνάμεων, και κυρίως της αγγλικής πρεσβείας. Η ανάγκη εξάλλου να υφίσταται αναγνωρισμένος Οικουμενικός Πατριάρχης τη χρονική στιγμή που θα διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο εθνικών κρατών (στην περίπτωσή μας αυτές που θα οδηγήσουν στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης) οδήγησε την Ιερά Σύνοδο να αναγνωρίσει το Μελέτιο ως πατριάρχη. Ωστόσο ήταν φυσικό από την πλευρά του κεμαλικού καθεστώτος ο Μελέτιος να θεωρείται από τις αιχμές του νεοελληνικού εθνικισμού, για αυτό στις διαπραγματεύσεις της Λωζάννης τέθηκε ζήτημα αποπομπής του. Μάλιστα το αίτημα τέθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο από τον ίδιο τον Ισμέτ Ινονού, επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας. Το αίτημα έγινε δεκτό από το Βενιζέλο, ο οποίος με τη σειρά του ζήτησε από τον πατριάρχη να υποβάλει την παραίτησή του. Άλλωστε η προτεραιότητα εκείνη τη στιγμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν να παραμείνει η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Φανάρι και όχι η διάσωση των προσώπων. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο Μελέτιος είχε εκφράσει την άποψή του ότι η έδρα του Πατριαρχείου θα έπρεπε να μεταφερθεί από την Κωνσταντινούπολη στο Άγιον Όρος ή ακόμα και στη Θεσσαλονίκη. Ο Πατριάρχης κατ’ αυτόν θα μετατρεπόταν σε απλό αρχιεπίσκοπο, εάν το ποίμνιό του περιοριζόταν στον αριθμό των 200.000 πιστών.

Η αυξανόμενη πίεση λοιπόν από την πλευρά του Βενιζέλου οδήγησε τελικά στην επικράτηση της άποψης του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Πράγματι ο Μελέτιος, για να διευκολύνει την ειρήνευση μεταξύ των δύο πλευρών, στις 10 Ιουλίου 1923, δεκατέσσερις μέρες πριν από από την υπογραφή της συνθήκης, αναχώρησε με την άδεια των δύο σωμάτων του Πατριαρχείου, από την Κωνσταντινούπολη στο Άγιον Όρος. Από εκεί, μετά την υπογραφή της συνθήκης, έστειλε την παραίτησή του από τη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη στις 20 Σεπτεμβρίου 1923. Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η ταυτόχρονη συρρίκνωση του ελληνισμού στο «εθνικό κέντρο» είχαν οδηγήσει σε μια νέα εποχή και το θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

1. Στους Γέροντες περιλαμβάνονταν οι μητροπολίτες των πλησιόχωρων στην Κωνσταντινούπολη μητροπόλεων, δηλαδή αυτών που είχαν τη δυνατότητα μόνιμης παραμονής στην οθωμανική πρωτεύουσα. Αυτοί ήταν καταρχάς οι μητροπολίτες Ηρακλείας, Κυζίκου, Νικομηδείας, Νικαίας και Χαλκηδόνος. Αργότερα στον πυρήνα αυτών των μητροπολιτών προστέθηκαν και οι μητροπολίτες Δέρκων, Εφέσου και Καισαρείας.

2. Είναι γνωστό ότι κομβικά σημεία στην εξέλιξή τους ήταν η έκδοση δύο αυτοκρατορικών διαταγμάτων: του Hatt-ı Şerif το 1839 και του Hatt-ı Hümayun το 1856.

3. Στην περίπτωση του πατριάρχη Γρηγορίου διατηρήθηκε η προνομιακή σχέση που είχε με την οικογένεια Αριστάρχη, αλλά κυρίως με τη ρωσική πρεσβεία. Στην περίπτωση του πατριάρχη Ανθίμου η προνομιακή του σχέση κατά την πρώτη του πατριαρχία με τους Στέφανο Βογορίδη και Αλέξανδρο Φωτιάδη αντικαταστάθηκε στη μετά τους Γενικούς Κανονισμούς περίοδο με την προνομιακή του σχέση με την οικογένεια Μουσούρου. Τέλος, η προνομιακή σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ του πατριάρχη Ιωακείμ και των δύο ισχυρών τραπεζιτών Γεωργίου Ζαρίφη και Χρηστάκη Ζωγράφου υποκατέστησε την αντίστοιχη σχέση προστασίας του Ιωακείμ από τον Ιωάννη Ψυχάρη (και εν μέρει με το Ν. Αριστάρχη).

4. Τα πιο σημαντικά είναι τα εξής: το σχέδιο του Ιωακείμ Β΄ το 1861, η συγκρότηση Μεικτής Επιτροπής το 1864 επί πατριαρχίας Σωφρονίου Γ΄, καθώς και τα δύο σχέδια του φιλορώσου πατριάρχη Γρηγορίου ΣΤ΄ το 1868 και 1869, όταν και εισάγεται προς χρήση ο όρος εξαρχία, ο οποίος υποδήλωνε υπαγωγή στην πνευματική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου.

5. Ο Ζαρίφης και ο Ζωγράφος εν τω μεταξύ είχαν κυριαρχήσει και σε κοινωνικό επίπεδο με τη δυναμική είσοδό τους στη δημιουργία συλλόγων, όπως ο Θρακικός και Ηπειρωτικός, που αμφισβητούσαν στην πραγματικότητα την ιδεολογική ηγεμονία και τον κεντρικό καθοδηγητικό ρόλο του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως.

6. Ο Γεώργιος Ζαρίφης, πολιτικός προστάτης και του πνευματικού μέντορά του Ιωακείμ Β΄, ήταν ουσιαστικά υπεύθυνος για την ανάδειξή του σε πατριάρχη το 1878, ενώ ο γιος του Λεωνίδας υποστήριξε την επανεκλογή του το 1901.

7. Έστω και εάν το 1901 η πτώση του πατριάρχη Κωνσταντίνου Ε΄ κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας χρεώθηκε σε ανορθόδοξους πολιτικούς χειρισμούς από πλευράς Ιωακείμ.

8. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης στάλθηκε στη μητρόπολη Καστοριάς το 1900 πριν από την άνοδο του Ιωακείμ Γ΄ στη θέση του πατριάρχη.

9. Ο Χρυσόστομος Καλαφάτης διατέλεσε μητροπολίτης Δράμας (1902-1910) και μετέπειτα Σμύρνης (1910-1922).

10. Αφορά την κίνηση των 8 συνοδικών το 1904 εξαιτίας του χειρισμού από τον Ιωακείμ του θέματος που προέκυψε από τον τρόπο εκλογής των μητροπολιτών Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

11. Βλ. Παράθεμα.

12. Όπως, για παράδειγμα, τη σύγκληση της Ιεράς Συνόδου αριστίνδην και όχι με βάση τον κατάλογο των μητροπόλεων που προέβλεπαν οι Κανονισμοί.

13. Οι μητροπολίτες Κυζίκου Κωνσταντίνος, ο Πισιδίας Γεράσιμος, ο Αίνου Ιωακείμ, ο Βιζύης Άνθιμος, ο Σηλυβρίας Ευγένιος, ο Τυρολόης Χρυσόστομος και ο Δαρδανελίων Ειρηναίος.

14. Πράγματι εκ συνόλου 68 αρχιερέων που είχαν δικαίωμα να συμμετάσχουν παρίσταντο μόνο 13, ενώ άλλοι 5 απέστειλαν την ψήφο τους, αναθέτοντας τη χρήση της στους παριστάμενους μητροπολίτες.



Συγγραφή : Σταματόπουλος Δημήτριος (4/7/2008)
Για παραπομπή: Σταματόπουλος Δημήτριος , «Ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως 1839-1923», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL: