Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήθη και Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήθη και Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγενινάτικα έθιμα στην Ελλάδα



Μελωδίες γιορτινές, παιδικές μυθοπλασίες, αρώματα από κουζίνες νοικοκυριών, φωτιές, κουδούνες, τυχερά παιχνίδια, αγιοβασιλιάτικα καραβάκια και χριστουγεννιάτικα δέντρα, μεταμφιέσεις και  καλικάντζαροι, δίνουν αυτές τις ημέρες το δικό τους ξεχωριστό χρώμα σε όλες τις περιοχές αλλά ακόμη και τις πιο μικρές εστίες της ελληνικής επικράτειας. Όλοι προετοιμάζονται για τη γέννηση του Χριστού, τα ρεβεγιόν έχουν την τιμητική τους ενώ οι οικογένειες και οι παρέες μεγαλώνουν και οι δρόμοι και οι πλατείες φωτίζονται και πλημμυρίζουν από κόσμο.Κάθε περιοχή έχει αυτές τις ημέρες τα δικά της ξεχωριστά έθιμα. Στην Ήπειρο πέρα από τα καθιερωμένα υπάρχουν και μερικά έθιμα που έχουν αρχίσει να φθείρονται με το πέρασμα των χρόνων. Ας δούμε μερικά από αυτά:  

Tα καρύδια

 Τα καρύδια είναι ένα παραδοσιακό ομαδικό παιχνίδι που παίζουν τα παιδιά. Οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν ως εξής: Κάποιο παιδί χαράζει στο χώμα μια ευθεία γραμμή. 
Πάνω σ’ αυτή, κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή των καρυδιών, σημαδεύει σκυφτός, και με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, κάποιο άλλο καρύδι. 
Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να βγουν από τη γραμμή όλα τα καρύδια. 

Tο αναμμένο πουρνάρι

Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Από τότε, λοιπόν, στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.

  Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους – είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα – αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!» Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει.

Σε άλλες περιοχής της Ελλάδας αναβιώνουν τα εξής έθιμα:

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Το τάισμα της βρύσης 


Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων, αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση "για να κλέψουν το άκραντο νερό" (άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή).  Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την "ταΐζουν", με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα ήταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, "κλέβουν νερό" και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια. 

Το Πάντρεμα της φωτιάς

  Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας "παντρεύουν", τη φωτιά. Παίρνουν ένα ξύλο με θηλυκό όνομα και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά δέντρα. Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους. Στη Θεσσαλία, επιστρέφοντας από την εκκλησία στο σπίτι, τα κορίτσια βάζουν παραδίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου που τα ξεδιαλέγουν, ενώ τα αγόρια τοποθετούν κλαδιά από αγριοκερασιά. Τα μικρά αυτά κλάδιά δέντρων αντιπροσωπεύουν τις προσωπικές τους επιθυμίες για την πραγματοποίηση μιας όμορφης ζωής. Φροντίζουν μάλιστα τα κλαδιά αυτά να είναι λυγερά και παρακολουθούν με ενδιαφέρον ποιο κλωνάρι θα καεί πρώτο, καθώς λένε πως αυτό είναι καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα πως θα είναι αυτό που θα παντρευτεί πρώτο. 

"Έλα, έχουμε γουρουνοχαρά

  Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της. Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που είχαν ηλικία πολλές φορές 20-25 ετών. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι’ αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά". 

Τα Πρωτοχρονιάτικα Μπαμπαλιούρια

Οι γιορτές της Πρωτοχρονιάς ξεκινούν παραδοσιακά στη Λάρισα από την παραμονή, όπου τα παιδιά βγαίνουν στους δρόμους τραγουδώντας τα Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα και φωνάζοντας “Σουρβάσο”. Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς αναβιώνουν τα “Μπαμπαλιούρια”, είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο έθιμο, που έχει τις ρίζες του στη Διονυσιακή λατρεία. 
  Η στολή των Μπαμπαλιούρηδων, αποτελείται από το “σαλβάρι”, ένα μάλλινο άσπρο παντελόνι, το οποίο στερεώνουν στη μέση με μια μάλλινη άσπρη ζώνη. Το πουκάμισο που φορούν από πάνω είναι συνήθως άσπρο με φαρδιά μανίκια σαν εκείνο των τσολιάδων. Στα πόδια φορούν άσπρες καλτσοδέτες και τσαρούχια. Στη μέση φορούν ένα χοντρό μάλλινο ύφασμα, διπλωμένο πολλές φορές, όπου επάνω δένουν τα μεγάλα και βαριά κουδούνια. Στο κεφάλι φορούν ειδική μάσκα, από προβιά ζώου, τη λεγόμενη “φουλίνα”. Η μάσκα αυτή είναι άσπρη ή μαύρη και έχει τρία ανοίγματα, δύο στα μάτια και ένα στο στόμα. Στα χέρια κρατούν ένα ξύλινο κυρτό σπαθί που συμπληρώνει τη φορεσιά του κάθε “Μπαμπαλιούρη”. 

Έτοιμα πλέον τα “Μπαμπαλιούρια” περιμένουν να τελειώσει η Θεία Λειτουργία για να ξεχυθούν στους δρόμους. Μαζί τους είναι πάντα ο “αδελφογύρτης” ο οποίος κρατάει έναν κουμπαρά και μαζεύει τα χρήματα που προσφέρει ο κόσμος. Πριν ακόμη τελειώσει η Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία οι “Μπαμπαλιούρηδες” έχουν πάρει θέση έξω από τις τρεις ενορίες του χωριού. 

Βγαίνοντας ο κόσμος από την εκκλησία τους συναντά και αιφνιδιάζεται αφού περνούν το σπαθί στη μέση τους και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν βάλει χρήματα επάνω σ’ αυτό. Μόλις βάλουν τα χρήματα τα παίρνει ο αδελφογύρτης και τους εύχεται Καλή Χρονιά. Μετά τις εκκλησίες τα “Μπαμπαλιούρια” πηγαίνουν στην πλατεία, και με το δυνατό θόρυβο που προκαλούν τα κουδούνια τους, τραβούν την προσοχή των ντόπιων και ξένων επισκεπτών. Φεύγοντας από εκεί, περνούν από τα καφενεία και τις καφετέριες του χωριού και έπειτα ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ. Αυτό το έθιμο έχει σαν σκοπό να διώξει τα κακά πνεύματα, και να είναι ήσυχη και χαρούμενη η καινούρια χρονιά. 

ΜAΚΕΔΟΝΙΑ

Το Χριστόξυλο

Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα, στο τζάκι του σπιτιού. Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.

Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο. Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα. 

Το έθιμο της Καμήλας

  Κάθε χρόνο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα μέλη του πολιτιστικού συλλόγου ‘Καβακλή’ των Κουφαλίων Θεσσαλονίκης ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης. Δεν λένε όμως τα κάλαντα, αλλά μεταμφιέζονται σε καμήλες και φωνάζουν δυνατά διάφορα συνθήματα. Σκοπός τους είναι να παραπλανήσουν τους στρατιώτες του Ηρώδη που ψάχνουν να βρουν το νεογέννητο Ιησού, ώστε να μην μπορέσουν να τον σκοτώσουν.

Οι παραδοσιακές φουφούδες

Με παραδοσιακές φουφούδες και την επίσκεψη του Καππαδόκη Αη Βασίλη γιορτάζονται τα Χριστούγεννα στην πόλη της Καβάλας.Το εμπορικό κέντρο της πόλης την παραμονή των Χριστουγέννων θυμίζει μια μεγάλη ψησταριά. Στους περισσότερους πεζόδρομους, αλλά και στα πεζοδρόμια, οι έμποροι στήνουν υπαίθριες ψησταριές, τις λεγόμενες φουφούδες και προσφέρουν σε όλους τους περαστικούς ψητά κρέατα και ντόπιο κόκκινο κρασί. 

Οι παραδοσιακές φουφούδες στήνονται ξανά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αυτή τη φορά σε μεγαλύτερη έκταση και από νωρίς το μεσημέρι στήνεται μεγάλη γιορτή με άφθονο κρασί ορχήστρες και υπαίθριες ψησταριές για την υποδοχή του νέου χρόνου πολύ πριν από τα μεσάνυχτα.

Από την παραμονή των Χριστουγέννων ένα ακόμη έθιμο αναβιώνει στην πόλη και συγκεκριμένα στην περιοχή της Νέας Καρβάλης. Πρόκειται για την επίσκεψη του Καππαδόκη Άη Βασίλη που ολοκλήρωσε το μεγάλο του ταξίδι από την Καισάρεια φθάνοντας στο λαογραφικό χωριό «Ακόντισμα», όπου θα παραμείνει μέχρι την τελευταία μέρα του έτους.

Οι Μωμόγεροι

  Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας συναντάμε το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο προέρχεται από του Πόντιους πρόσφυγες. Η ονομασία του εθίμου προέρχεται από τις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια ζώων – λύκων, τράγων ή άλλων - ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων. 
Οι Μωμόγεροι, εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών, και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους. Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή. Παραλλαγές του ίδιου εθίμου, συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια. 

Οι κλαδαριές

Οι κλαδαριές στην περιοχή του Βοΐου εντάσσονται στα έθιμα του δωδεκαημέρου, όπως αποκαλείται το διάστημα από τα Χριστούγεννα και μετά. Η προετοιμασία για το έθιμο όμως, ξεκινά ήδη από τον Οκτώβριο. Συγκεκριμένα, την επόμενη του Αγίου Δημητρίου, στις 27 Οκτωβρίου, τα παιδιά και οι έφηβοι τρέχουν στα χωράφια και τις βουνοπλαγιές και μαζεύουν κλαδιά και ξερά χόρτα για την κλαδαριά. Ψάχνουν κυρίως κλαδιά κέδρου που έχουν ένα ιδιαίτερο άρωμα. Τα κλαδιά αποθηκεύονται σε μέρος ξηρό και παραμένουν εκεί για να ξεραθούν εντελώς και να μην έχουν υγρασία. 
  Στις 23 Δεκεμβρίου, η ετοιμασία ξεκινά ήδη από το μεσημέρι. Τα κλαδιά στοιβάζονται στον ανοιχτό χώρο όπου θα τελεστεί το έθιμο και δημιουργούν ένα τεράστιο σωρό. Ο σωρός ανάβει το βράδυ, από τα χέρια του γηραιότερου κατοίκου του χωριού. Τότε, οι κάτοικοι πιάνουν το χορό γύρω από την πυρά. Σε κάποια μέρη περιφέρονται γύρω από την πυρά και οι κωδωνοφόροι, άνδρες που κρεμούν κουδούνια και δίνουν στην όλη τελετή ένα χαρακτήρα αρχαιοελληνικού διονυσιακού δρώμενου. 
Το άρωμα των κέδρων και η όλη ατμόσφαιρα δημιουργούν πράγματι μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Σε κάποια μέρη του Βοΐου, η κλαδαριά ανάβει τις Απόκριες και συγκεκριμένα, την Κυριακή της Τυρινής

Στην Φλώρινα, οι κάτοικοι υποδέχονται τη γέννηση του Χριστού ανάβοντας μεγάλες φωτιές στις 12 τα μεσάνυχτα, που συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς.

Κόλιντα Μπάμπω

Στην Πέλλα αναβιώνει το έθιμο της «Κόλιντα Μπάμπο» που έχει σχέση με τη σφαγή του Ηρώδη. Οι κάτοικοι της περιοχής ανάβουν το βράδυ φωτιές φωνάζοντας «κόλιντα μπάμπο» δηλαδή «σφάζουν γιαγιά». Σύμφωνα με το έθιμο οι φωτιές ανάβουν για να μάθουν οι άνθρωποι για τη σφαγή και να προφυλαχτούν.

Το σπόρδισμα των φύλλων

Στη Θάσο, έως σήμερα, οι οικογένειες κρατούν ένα πολύ παλιό έθιμο είναι το σπόρδισμα των φύλλων και γίνεται ως εξής: Κάθονται όλοι γύρω από το αναμμένο τζάκι, τραβούν την ανθρακιά προς τα έξω και ρίχνουν γύρω στ' αναμμένα κάρβουνα, φύλλα ελιάς, βάζοντας στο νου τους από μια ευχή, χωρίς όμως να την πουν στους άλλους. Όποιου το φύλλο γυρίσει περισσότερο, εκείνου θα πραγματοποιηθεί και η ευχή του.

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ

Tο σπάσιμο του ροδιού 

  Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. 
Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: "με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά". Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος. 

Το κυνήγι τα Χριστούγεννα στα χωριά  Μάνης

Κατά τη διάρκεια της σαρακοστής τα περισσότερα παιδιά βγαίνανε κυνήγι. Τα βράδια, όταν το σούρουπο έπεφτε για καλά και το κρύο άρχιζε να τσούζει, παίρνανε το "φακό" με καινούργια "πλάκα" και γυρίζανε στα χαλάσματα και στα σπήλια κοντά στο χωριό. Στόχος τους οι γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Αν ήταν πολύ ψηλά, τα χτυπούσανε με τις λαστιχιέρες (σφεντόνες). Η μάνα ή κάποια μεγάλη αδερφή, μετά από πολλή γκρίνια τους, τα καθάριζαν και τα πάστωναν. Τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα, για να τα φάνε τα Χριστούγεννα. 

Πολλά παιδιά μάζευαν είκοσι και περισσότερα πουλάκια και καμάρωναν για τις ... κυνηγετικές ικανότητες τους και για την σοδειά τους. Και όταν ζύγωναν οι γιορτές, άρχιζαν οι παραδοσιακές ετοιμασίες. Το σπίτι έπρεπε να βάλει τα γιορτινά του και όλο το χωριό να καθαριστεί και να ετοιμαστεί, για να υποδεχτεί τους ξενιτεμένους του που θα έρχονταν να κάνουν γιορτές με τους δικούς τους.
Κρήτη: 

Χριστόψωμο

  Το ζύμωμα του χριστόψωμου θεωρείται έργο θείο και είναι έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Οι γυναίκες φτιάχνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια και υπομονή. Το ζύμωμα είναι μια ιεροτελεστία. Χρησιμοποιούν ακριβά υλικά, όπως ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρίφαλα, και κατά τη διάρκεια του ζημώματος λένε: "Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει." Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ’ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι ή ένα αυγό, συμβολίζοντας τη γονιμότητα. 
Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, δίνοντας πολλές ευχές.

ΘΡΑΚΗ

Τα Ρουγκάτσια 

Στο Πύθιο τα μικρά παιδιά έβγαιναν στους δρόμους του χωριού για να πουν τα  “κόλιαντα”  μια μέρα νωρίτερα από την παραμονή των Χριστουγέννων, δηλαδή στις 23 Δεκεμβρίου. Τα αγοράκια, από νωρίς το πρωί, ξεχύνονταν στα σοκάκια του χωριού και φώναζαν: “ Kόλιντα,μπάμπου τσικ,τσικ,τσικ….” Ανήμερα τα Χριστούγεννα τα παλικάρια του χωριού χωρίζονταν σε μικρές ομάδες και γύριζαν όλα τα σπίτια. Την κάθε ομάδα την αποτελούσαν τέσσερα άτομα. Στο δρόμο λέγανε τραγούδια του δρόμου και μέσα στο σπίτι το: «Σαράντα μέρις έχουμι Χριστό που καρτερούμε…» 
Τα Ρουγκάτσια, δηλαδή οι παρέες των παλικαριών, όταν έμπαιναν στο σπίτι κάθονταν, όπου τους έβαζαν οι νοικοκυραίοι, και τραγουδούσαν εναλλάξ δυο-δυο το παραπάνω τραγούδι. Κι αυτό για να “ξεκουράζουν” τη φωνή τους. Γιατί το τραγούδι ήταν πολύ μεγάλο, χωρίς ενδιάμεσα “ξεκουράσματα”, και  θα δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα. Εξάλλου έπρεπε να τραγουδήσουν σε πολλά σπίτια και μέχρι αργά το βράδυ της μέρας των Χριστουγέννων.  Όταν θα ’ρχονταν τα Ρουγκάτσια στο σπίτι έπρεπε όλα τα μέλη της οικογένειας να βρίσκονται εκεί. Σπίτι κλειστό τα Ρουγκάτσια δεν έπρεπε να βρουν. Το’χανε σε κακό. Κάθονταν, τραγουδούσαν, έπαιρναν το κέρασμά τους, το φιλοδώρημά τους (χρήματα ) και φεύγανε για άλλο σπίτι.

ΚΡΗΤΗ

Η σπηλιά του Αϊ Γιάννη στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου 

  Στην σπηλιά του Αϊ Γιάννη στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου την παραμονή των Χριστουγέννων τελείται Αρχιερατική θεία λειτουργία. Η αναπαράσταση της φάτνης όπου γεννήθηκε ο Χρηστός με πρόβατα, βοσκούς φωτιές σήμαντρα και το αστέρι να λάμπει στην κορυφή της σπηλιάς δίνουν ιδιαίτερο χρώμα. Παλιότερα, από την παραμονή των Χριστουγέννων οι γεωργοί οι βοσκοί και οι ναυτικοί έλεγαν "πώς παλεύουν οι καιροί, και οι αέρηδες ποιος θα γεννηθεί και ποιος θα βαπτισθεί''.  Όποιος γεννηθεί όποιος δηλαδή υπερισχύσει και βγει νικητής την ημέρα των Χριστουγέννων, αυτός θα υπερισχύσει μέχρι και τα Φώτα αλλά και ολόκληρο τον καινούργιο χρόνο. Πιο παλιά το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων έκοβαν κλαδιά και βλαστούς οι νοικοκυρές και τα πήγαιναν στο σπίτι. Τα έβαζαν σε ποτήρι με νερό και προσμονούσαν να ανθίσουν.

Το έθιμο της ζύμης στην Κρήτη

 Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου, στην Κρήτη, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, βάζουνε λίγη κοινή ζύμη σ` ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζουνε (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός. (Ο Χριστός γεννάται κι ανασταίνεται κάθε χρόνο, γιατί για την εκκλησία ο χρόνος έχει άλλους συμβολισμούς.)

Οι κεφαλλονίτικες κολόνιες 

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τα παιδιά βάζουν μια αγιοβασιλίτσα στην είσοδο του σπιτιού, για να φυλάει το σπίτι. Το μεσημέρι, οι Κεφαλονίτισσες μαγειρεύουν τηγανίτες. Το ίδιο βράδυ, οι κάτοικοι στο Αργοστόλι πηγαίνουν στην εκκλησία κρατώντας κολώνιες με τις οποίες ραντίζουν ο ένας τον άλλο. Στο γυρισμό, σπάνε στο κατώφλι ένα ρόδι και μετρούν τα σπόρια του. Κάθε σπόρος συμβολίζει και μια ευχή που θα πραγματοποιηθεί τη νέα χρονιά. 

Τα Αγιοβασιλιάτικα καραβάκια 

Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Σύμφωνα με αυτό, οι ενορίες κατασκευάζουν πλοία, σε σμύκρινση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και ως προς την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομάδες, το πλήρωμα, του κάθε πλοίου τραγουδούν κάλαντα. 

Πηγή ipiros.gr

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο δέντρο η ιστορία και η διάδοση του εθίμου


Η ιστορία του χριστουγεννιάτικου δέντρου, πως εξελίχθηκε το έθιμο και ο στολισμός του από τον 15ο αιώνα και τις Βαλτικές Χώρες και πως με το πέρασμα των αιώνων διαδόθηκε σε Αμερική και Ευρώπη και πώς έφτασε στην Ελλάδα (από τους Γερμανούς)

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι ένα αειθαλές , κωνοφόρο δέντρο που ο στολισμός του αποτελεί παράδοση για τις μέρες των Χριστουγέννων.

Στολίζεται με διάφορα στολίδια , γιρλάντες, κορδέλες , λαμπιόνια και στα παλαιότερα χρόνια αντί για λαμπιόνια τοποθετούσαν αληθινά κεριά. Ένα άγγελος ή ένα αστέρι τοποθετούνται στην κορυφή του δέντρου συμβολίζοντας το αστέρι της Βηθλεέμ που οδήγησε τους μάγους ή τους αγγέλους που προστάτεψαν το Θείο βρέφος εκείνη την Άγια νύχτα.

Χρονολογείται πώς το πρώτο δέντρο στολίστηκε στις αρχές του 15ου αιώνα στην Εσθονία και στη Λετονία. Εκείνοι που δεν υποστηρίζουν το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου, το ονομάζουν Yule και θεωρούν πώς δεν συνδέεται ο στολισμός τους με τίποτα χριστιανικό.

Χριστουγεννιάτικο δέντρο ανά τους αιώνες

Γυρνώντας το χρόνο πίσω , τα πρώτα χριστουγεννιάτικα δέντρα , τα συναντάμε τον 15ο αιώνα στην Εσθονία και τον 16ο αιώνα στην Γερμανία. Λέγεται πώς τις χρονιές 1441, 1442 και το 1514, μια αδελφότητα που ονομαζόταν Brotherhood of Blackheads, στόλισε για πρώτη φορά ένα δέντρο με αφορμή τις χριστουγεννιάτικες διακοπές στην περιοχή του Ταλίν.

Την τελευταία νύχτα των εορτασμών μετέφεραν το δέντρο στην κεντρική πλατεία της πόλης μπροστά από το δημαρχείο και όλοι μαζί άνδρες , γυναίκες, παιδιά χόρευαν γύρω από αυτό και γιόρταζαν την τελευταία νύχτα του εορτασμού των Χριστουγέννων.

Στη Γερμανία, τα χρόνια του μεσαίωνα οι ιερείς μιλούσαν συχνά για " το δέντρο του παραδείσου" το οποίο είχε πάνω του μαγικούς καρπούς.

Το πρώτο δείγμα χριστουγεννιάτικου δέντρου το συναντάμε στην Γερμανία , τον 16ο αιώνα και λέγεται πώς βασίστηκε ο στολισμός του πάνω στα λόγια των ιερών . Οι ιερείς ανέφεραν πώς το δέντρο είχε πάνω καρπούς που ήταν στρογγυλοί και κόκκινοι σαν μήλα .

Το δέντρο το στόλιζαν με διάφορα τρόφιμα και γλυκά τα οποία μετά το πέρας το γιορτών τα μοίραζαν στα παπαδοπαίδια και σε φτώxες οικογένειες. Αργότερα, συναντάμε χριστουγεννιάτικο δέντρο στα σπίτια πλούσιων αριστοκρατικών , προτεσταντικών οικογενειών.

Στις αρχές του 18ου αιώνα τα δέντρα άρχισαν να στολίζονται με κεριά και αντικείμενα υψηλής χρηματικής αξίας. Μέχρι τότε ο στολισμός ενός δέντρου ήταν πολυτέλεια και γιαυτό τα συναντάμε μόνο σε σπίτια πλούσιων και στις εκκλησίες.

Τον 19ο αιώνα βλέπουμε να στολίζονται δέντρα και σε σπίτια αλλά και σε σχολεία, νοσοκομεία και σε πολλούς άλλους δημόσιους χώρους.

Σημαντικό ρόλο στην διάδοση των δέντρων στα σπίτια, έπαιξε ο γερμανικός στρατός όταν αποφάσισε να στολίσει δέντρα στα στρατόπεδα και στα νοσοκομεία κατά τη διάρκεια του πολέμου 1870-1871.

Η διάχυση του εθίμου τους χριστουγεννιάτικο δέντρου σε διάφορες χώρες.

Από τον 18o αιώνα και μετά , παρατηρούμε σταδιακά πώς εισάγεται σιγά σιγά το έθιμο του στολισμού του δέντρου σε όλες τις χώρες και της Ευρώπης αλλά και την εξάπλωση του εθίμου στην Αμερική.


Στο Καναδά η παράδοση εισήχθη το 1781 , από το στρατιωτικό σώμα στην επαρχία του Κεμπέκ . Εκεί το στρατιωτικό σώμα προστάτευε τις αποικίες από την αμερικανική επίθεση. Ο στρατηγός του σώματος μαζί με την σύζυγο του για να ευχαριστήσουν τους φαντάρους διοργάνωσαν ένα πάρτυ στο οποίο στόλισαν χριστουγεννιάτικο δέντρο με κεριά και φρούτα.

Αργότερο στις αρχές του 19ου αιώνα ακολούθησε και η Ρωσία που υιοθέτησε το έθιμο και στην συνέχεια η Αυστρία. Η πριγκίπισσα Henrietta του Nassau-Weilburg εισήγαγε το χριστουγεννιάτικο δέντρο στη Βιέννη το 1816, και το έθιμο εξαπλώθηκε σε όλη την Αυστρία κατά τα επόμενα έτη.

Στη Γαλλία, το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο εισήχθη το 1840 από την Δούκισσα d'Orléans.

Στη Δανία, το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο άναψε το 1808 από την κοντέσα Wilhemine του Holsteinborg. Λέγεται πώς εκείνη ήταν που είπε την ιστορία του πρώτου δανικού χριστουγεννιάτικου δέντρου μαζί με τον δανικής καταγωγής συγγραφέα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν το 1865. Είχε δημοσιευτεί ένα παραμύθι που ονομαζόταν The Fir-Tree το 1844, εξιστορώντας την τύχη ενός ελάτου που χρησιμοποιήθηκε ως ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Στη Βρετανία, το χριστουγεννιάτικο δέντρο εισήχθη την εποχή της ένωσης με το Ανόβερο, από τη βασίλισσα ( σύζυγο του Γεωργίου του τρίτου) της Charlotte του Μεκλεμβούργου στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά το έθιμο δεν είχε ακόμη εξαπλωθεί πολύ πέρα από τη βασιλική οικογένεια.

Η βασίλισσα Βικτωρία ως παιδί ήταν εξοικειωμένη με το έθιμο και στολιζόταν στο δωμάτιο της κάθε Χριστούγεννα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μετά το γάμο της με τον γερμανικό ξάδελφό της Prince Albert, το 1841, το έθιμο έγινε ακόμη πιο διαδεδομένο σε όλη τη Βρετανία.

Ένα ξυλόγλυπτο της βασιλικής οικογένειας δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Windsor Castle είχε δημοσιευθεί στις εφημερίδες του Λονδίνου το 1848 και μετά από 2 χρόνια το 1850 δημοσιεύθηκε στις ΗΠΑ σε ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι.

Χριστουγεννιάτικο δέντρο τον 20ο αιώνα.

Πλέον ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου γίνεται σε όλα τα σπίτια κάθε χρόνο και όχι μόνο. Μεγάλα πολυκαταστήματα στολίζουν τα δικά τους μεγάλα χριστουγεννιάτικα δέντρα και στα κεντρικά σημεία της κάθε πόλης θα συναντήσουμε και ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Για κάθε πόλη ο στολισμός του δέντρου στο κεντρικό της σημείο αποτελεί μια ξεχωριστή εκδήλωση και σηματοδοτείται πολλές φορές και με την έναρξη της εορταστικής περιόδου στα μαγαζιά καθώς επίσης συνοδεύεται και από πολλές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.

Διοργανώνονται μεγάλες συναυλίες και διάφορα πάρτυ. Σε μερικές πόλεις ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου στα κεντρικά σημεία της πόλης πέρα από τον γιορτινό χαρακτήρα έχουν και ένα φιλανθρωπικό χαρακτήρα.

Για παράδειγμα η Νορβηγία κάθε χρόνο δωρίζει ένα τεράστιο δέντρο στην Ουάσιγκτον ως ένδειξη φιλίας για την στήριξη που πρόσφεραν οι Αμερικανοί στους Nορβηγούς κατά την διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου.

Επίσης η Νορβηγία δωρίζει και ένα δέντρο στο λαό του Λονδίνου για να τους ευχαριστήσει για την στήριξη που πρόσφερε και η Βρετανία στην περίοδο του Β παγκόσμιου πολέμου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής κάθε χρόνο στολίζεται και φωτίζεται το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο νότιο μέρος του Λευκού Οίκου. Το 1970 ο πρόεδρος της Αμερικής Τζίμι Κάρτερ άφησε αναμμένο μόνο το αστέρι που στόλιζε την κορυφή του δέντρου σαν φόρο τιμής στους Αμερικανούς στρατιώτες που ήταν όμηροι στο Ιράν και τον επόμενο χρόνο τα λαμπιόνια μείναν αναμμένα για 417 λεπτά συνεχόμενα , όσες δηλαδή και οι μέρες ομηρείας των στρατιωτών.

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρο το έφεραν οι Βαυαροί και στολίστηκε για πρώτη φορά στην χώρα μας στα ανάκτορα του βασιλιά Όθωνα. Πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Ελλάδα ήταν το παραδοσιακό Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης ή Σκαρκάνζαλος κυρίως στα χωριά της Βορείου Ελλάδος.

Κάθε χρόνο έβαζαν ένα μεγάλο κούτσουρο στο τζάκι ή στις σόμπες τους από αγριοκερασιά , πεύκο ή ελιά και το άφηναν να καίει κατά τη διάρκεια των 12 ημερών των γιορτών από τα Χριστούγεννα έως και τα Φώτα.

Λέγεται πώς αυτό το έθιμο έφερνε τύχη και γούρι στα σπίτια και έδιωχνε τα καλικατζαράκια από το σπίτι.
της Άρτεμης Παντελή

Αναδημοσίευση από το πολύ καλό asxetos.gr

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

Λαογραφικά στοιχεία για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο από την περιοχή της Αργολίδας.


Τα παρακάτω στοιχεία προέκυψαν από συνομιλίες με ηλικιωμένες γυναίκες της περιοχής του Άργους οι οποίες είχαν παραβρεθεί ως βοηθοί ή παρατηρητές την ώρα του τοκετού και κατατίθενται ως μαρτυρίες για τον τρόπο που γεννούσε μια γυναίκα 50 και πλέον χρόνια πριν.
Η γέννηση του Ασκληπιού με «καισαρική τομή». (Πηγή: Στ. Γερουλάνος, Ε. Δούκα, Μ. Παπαδοπούλου: «Surgical Infections. Lessons from History», εκδ. «Onassio Cardiac Surgery Center and Department of History of Medicine», University of Ioannina.)

Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η περίοδος της Λοχείας αντιμετωπίζονταν για αιώνες ολόκληρους από τον απλό λαό με συγκεκριμένες πρακτικές που αποτελούσαν κράμα  λαϊκής ιατρικής και άφθονης δεισιδαιμονίας. Οι γυναίκες που είχαν επιφορτιστεί με το ρόλο της μαμής, σπάνια διπλωματούχες και πολύ συχνότερα πρακτικές, ήταν γυναίκες συνήθως ηλικιωμένες που είχαν μάθει την τέχνη της Μαίευσης δίπλα σε μια άλλη μαμή. Οι πρακτικές μαμές δεν αναλάμβαναν μόνο τα σχετικά με τον τοκετό αλλά συχνά παρέμεναν στο σπίτι και φρόντιζαν για όλες τις υποχρεώσεις που έπρεπε να διεκπεραιωθούν και που σχετίζονταν με τη γέννηση μιας νέας ζωής.

Μόλις έπιαναν μια γυναίκα οι πόνοι, ο σύζυγος και οι οικείοι της ειδοποιούσαν τη μαμή, η οποία έφτανε στο σπίτι και έδινε οδηγίες σχετικά με τα εφόδια που θα χρειαζόταν για τη φροντίδα της επιτόκου, την εκτέλεση του φυσιολογικού τοκετού και τη φροντίδα του νεογέννητου.

Ξεκινώντας φρόντιζαν πάντα στο προσκέφαλο της επιτόκου να βρίσκεται η εικόνα της Θεοτόκου ή σπανιότερα του Αγίου Ελευθερίου, που θα βοηθούσε τη γυναίκα να «ελευθερωθεί» από τους πόνους και συχνά έψελναν ύμνους στην Παναγία, μαζί με τις υπόλοιπες γυναίκες. Η παράδοση αυτή είναι πανάρχαια και θυμίζει τις συνήθειες των αρχαίων ελληνίδων Μαιών να απευθύνουν τιμές και δεήσεις στις προστάτιδες του τοκετού θεές Ειλειθυϊα, Λητώ, Μαία, Άρτεμη και Ήρα.



Πάντοτε είχαν νερό ως ένα απαραίτητο εφόδιο το οποίο, εκτός από τη χρηστική του αξία για τον καθαρισμό της επιτόκου, του νεογνού και της ίδιας της μαμής, είχε και ένα συμβολικό – μαγικό ρόλο: θεωρούσαν πως θα βοηθούσε και αυτό ώστε «σαν το νερό να κυλήσει το μωρό» αποφεύγοντας την καταπόνηση της επιτόκου.

Μετά τον τοκετό, σε ορισμένες περιπτώσεις, περνούσαν το μωρό με προσοχή επάνω από φλόγα. Αυτή η πρακτική πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως μέθοδος αντισηψίας, για να σκοτωθούν τα μικρόβια αλλά ίσως και για δεισιδαιμονικούς λόγους που σχετίζονται με την εξαγνιστική δράση της φωτιάς. Μετά το λουτρό του νεογνού, έσταζαν στα μάτια του σταγόνες από χυμό λεμονιού. Αυτό εκφράζει πιθανώς τη γνώση που είχαν για την καταπολέμηση της γονοκοκκικής οφθαλμίας των νεογνών και αναφέρεται από το Σωρανό, ο οποίος ωστόσο συνιστούσε ενστάλαξη λαδιού, ενώ ακόμη και σήμερα γίνεται σε πολλά Μαιευτήρια ενστάλαξη αντιβιοτικού κολλύριου.

Ένα άλλο περίεργο έθιμο που μου αναφέρθηκε ήταν το «κόψιμο» του νεογνού. Με ένα μικρό ξυράφι χάρασσαν ελαφρά τα άκρα του μωρού επιτρέποντας στο «κακό» αίμα να βγει από το σώμα του.

Στη συνέχεια φρόντιζαν τη λεχώνα και ασχολούνταν ιδιαίτερα με το διαιτολόγιό της. Ανάλογα με το πώς εκτιμούσαν την κατάστασή της μπορούσαν να της δώσουν σούπα από κρέας και κάποιες φορές, προφανώς όταν το κρέας δεν ήταν διαθέσιμο, έφτιαχναν χυλό με αλεύρι και κρασί.

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα παράδοση ήταν το στρώσιμο του τραπεζιού για τις Μοίρες. Συγκεκριμένα πίστευαν πως μέσα στις τρεις πρώτες νύχτες από τον τοκετό, οι τρεις Μοίρες θα επισκέπτονταν τη λεχώνα και θα καθόριζαν τη μοίρα του μωρού της και για το λόγο αυτό έπρεπε να προετοιμαστούν.

Έστρωναν το καλύτερο τραπεζομάντηλο της λεχώνας, τοποθετούσαν πάνω στο τραπέζι ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί, μια κανάτα νερό και ένα μαχαίρι μαυρομάνικο ενώ κάποιες άλλες φορές θεωρούσαν σημαντικό να υπάρχει και κάποιο γλυκό. Η μαμή ή κάποια άλλη γυναίκα παρέμεναν τις τρεις πρώτες ημέρες στο σπίτι και τις νύχτες περίμεναν την έλευση των Μοιρών. Εάν αυτές έμεναν ευχαριστημένες από το τραπέζι τότε θα ήταν ευνοϊκές, διαφορετικά το μωρό δεν θα είχε καλή τύχη.

Η μαμή σιωπηλή και κρυμμένη παρακολουθούσε τη συνομιλία των Μοιρών και δεν παρέμβαινε, ενώ την επομένη το πρωί διηγούνταν στη λεχώνα το τι είχε ειπωθεί. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, μια γυναίκα μου ανέφερε ότι το αποτέλεσμα της επίσκεψης των Μοιρών δεν ήταν καθόλου καλό και το μωρό πέθανε την τρίτη ημέρα από τη γέννησή του.

Εντύπωση προκαλεί η επιλογή των εφοδίων του τραπεζιού. Εκ πρώτης όψεως κανείς καταλαβαίνει ότι θεωρούσαν πως οι Μοίρες θα έτρωγαν το ψωμί κόβοντάς το με το μαχαίρι και στη συνέχεια θα έπιναν νερό, όπως και πράγματι διηγούνται ότι συνέβαινε.

Ωστόσο από άλλες αναφορές που έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου, το ψωμί, το νερό και το μαυρομάνικο μαχαίρι φαίνεται πως  αποτελούσαν μαγικά αποτρεπτικά αντικείμενα, τα οποία υποτίθεται πως έχουν πολύ καλά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση των άσχημων ονείρων.

Τόσο τα ρούχα της εγκύου όσο και οι πάνες του μωρού δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να παραμείνουν απλωμένα στο σύρμα μετά τη δύση του Ηλίου και αυτό διότι νεράιδες και ξωτικά θα έπαιρναν τα ρούχα και μητέρα και μωρό θα έχαναν τα λογικά τους. Επίσης φρόντιζαν να μην τοποθετείται το μωρό δίπλα σε παράθυρο ώστε να μην απαχθεί από τις παραπάνω οντότητες και αντικατασταθεί από ένα άλλο δικό τους μωρό. Αλλά και οι ίδιες οι μαμές κινδύνευαν από τα ξωτικά, τα οποία τις απήγαγαν για να βοηθήσουν τις γυναίκες τους όταν γεννούσαν. Εάν τα κατάφερναν τότε τις γέμιζαν χρυσάφι.

Η έγκυος δεν θα έπρεπε να βγει από το σπίτι τις σαράντα πρώτες ημέρες για να μη «ματιαστεί» αλλά κυρίως δεν θα έπρεπε να μπει σε εμπορικό κατάστημα διότι αυτό ήταν μεγάλη γρουσουζιά για τον έμπορο.

Εξετάζοντας το μωρό η μαμή ή κάποια ηλικιωμένη γυναίκα, ήταν σύνηθες να δηλώσει ότι αυτό «κόπηκε». Με τη φράση αυτή εννοούσαν τις κράμπες και δυσκαμψίες που πάθαινε από λάθος στάση του σώματός του ή από λανθασμένο τρόπο φασκιώματος. Τότε κατέφευγαν σε ένα δεξιοτεχνικό μασάζ που η αλήθεια είναι ότι αγχώνει λίγο όποιον το παρακολουθήσει αλλά υποτίθεται πως ανακουφίζει πραγματικά το μωρό.

Στις περιπτώσεις που η ζωή του νεογέννητου κινδύνευε σοβαρά, τότε η Μαμή κατέφευγε στο «αεροβάπτισμα». Σήκωνε δηλαδή το μωρό ψηλά, επικαλούνταν την Αγία Τριάδα κάνοντας με το μωρό στα χέρια το σημείο του Σταυρού και του έδινε όνομα. Αυτή η τεχνική, θεωρούσαν πως είτε μπορούσε να βοηθήσει στην επιβίωσή του είτε εξασφάλιζε πως αν πέθαινε δεν θα ήταν χωρίς όνομα διότι στην τελευταία περίπτωση ένα αβάπτιστο μωρό πίστευαν πως δεν πήγαινε ούτε στον Παράδεισο αλλά ούτε και στην Κόλαση. Άλλοι πάλι έλεγαν όμως ότι αυτά τα μωρά μετατρέπονταν σε Αγγέλους αλλά ορισμένοι Αρκάδες θεωρούσαν πως τα μωρά αυτά γίνονταν «χαμοδράκια».

Όταν όλα πήγαιναν καλά και έφτανε η τεσσαρακοστή ημέρα, η μητέρα έπρεπε να σηκωθεί πριν ξημερώσει, να στρέψει το μωρό της προς την πλευρά του ανατέλλοντος ηλίου ώστε το πρώτο θέαμα από τον έξω κόσμο που θα έβλεπε το μωρό να ήταν ο Ήλιος και να πει την εξής ευχή: «όπως λάμπει ο Ήλιος έτσι να λάμψεις κι εσύ στη ζωή σου» και μια νέα ζωή ξεκινούσε…

Μιχάλης Μώρος
Μαιευτής – Γραμματέας ΣΕΜ Ναυπλίου
Πηγή: Αργολική Βιβλιοθήκη

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Ελασσόνα: Το Έθιμο του Σταυρού

Το έθιμο του «Σταυρού», είναι ένα από τα έθιμα του τόπου που γίνεται την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης (κινητή γιορτή που είναι 4 Κυριακές πριν το Πάσχα).
Την Κυριακή αυτή λοιπόν, μετά την Θεία Λειτουργία, τα ελεύθερα κορίτσια του χωριού βγαίνουν στους αγρούς κα μαζεύουν λουλούδια. Τα πιο συνηθισμένα αυτή την εποχή είναι τα άνθη των αμυγδαλιών που, μόλις έχουν ανθίσει, αλλά και όποια άλλα λουλούδια υπάρχουν στον κάθε τόπο. Αφού τα μαζέψουν συγκεντρώνονται όλες μαζί στην πλατεία του χωριού και με τα άνθη που έχουν φέρει κατασκευάζουν έναν Σταυρό δένοντας πάνω του λογιών-λογιών λουλούδια. Τα δένουν αποκλειστικά και μόνο με κόκκινη κλωστή. Προφανώς η κόκκινη κλωστή να μας βάζει στο νόημα των ημερών που ακολουθούν μια και είμαστε μέσα στη Μεγάλη Σαρακοστή και πλησιάζει το Πάσχα.
Κατά την διάρκεια της κατασκευής του Σταυρού οι κοπέλες τραγουδούν. Μετά την ολοκλήρωση λοιπόν της διαδικασίας αυτής με τον Σταυρό, παίρνουν μια στάμνα και από την κεντρική βρύση του χωριού την γεμίζουν νερό τραγουδώντας. Στο σημείο αυτό τώρα η κάθε κοπέλα τοποθετεί στον Σταυρό ένα στολίδι της ανάλογα τι έχει η κάθε μία, άλλη αλυσίδα, άλλη δαχτυλίδι, άλλη γιορντάνι, κ.τ.λ. για να έχουν «καλό τυχερό».
Στην συνέχεια τοποθετούν τον ανθοφορεμένο Σταυρό και την στάμνα στο κέντρο της πλατείας και στήνουν γύρω τους τον χορό τραγουδώντας τα τραγούδια που ακολουθούν χωρίς βέβαια την συνοδεία μουσικών οργάνων όπως συνηθίζεται στις χαρές και στα γλέντια των γυναικών. Αφού χορέψουν και τραγουδήσουν τα παραπάνω τραγούδια στην πλατεία του χωριού ξεκινάνε όλες μαζί για την εκκλησία. Στην εκκλησία η κάθε κοπέλα παίρνει από τον σταυρό το στολίδι που είχε τοποθετήσει στην πλατεία και μια από τις ελεύθερες πετάει τον Σταυρό στην σκεπή της εκκλησίας. Το νερό που έχει μέσα η στάμνα θεωρείται αγιασμένο και οι γυναίκες βρέχουν όλες τα χέρια τους μ’ αυτό.
Αμέσως μετά το γλέντι ξαναρχίζουν να τραγουδάνε στο προαύλιο της εκκλησίας τα ίδια τραγούδια που έλεγαν και στην πλατεία.
Το έθιμο «του Σταυρού» καταγράφηκε στο χωριό Μικρό Ελευθεροχώρι Ελασσόνας το 2008. Εκεί κάθε Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης οι γυναίκες του τοπικού συλλόγου αναβιώνουν το έθιμο.
Πηγή: Λαογραφική Αρχαιολογική Εταιρεία Ελασσόνας
i-know.gr