Σάββατο 15 Μαΐου 2010

Μετοικεσία Μαρδαϊτών, 688 μΧ


1. Ιστορικό πλαίσιο

Η απομάκρυνση των Μαρδαϊτών από την περιοχή του Λιβάνου μετά την υπογραφή της συνθήκης του 688 ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β' και τον Άραβα χαλίφη Αμπντ αλ-Μαλίκ ('Abd al-Malik, 685-705) αποτέλεσε ένα γεγονός μείζονος σημασίας σε ό,τι είχε σχέση με την αμυντική γραμμή του Βυζαντίου στην περιοχή της οροσειράς του Ταύρου και την Αρμενία. Η εν λόγω συνθήκη αποτελούσε τη δεύτερη ανανέωση της συνθήκης του 678, η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ' Πωγωνάτου (668-685) και του χαλίφη Μωαβία (Mu'āwiya, 661-680) (η πρώτη ανανέωση της συνθήκης έγινε το 685). Οι όροι της συνθήκης του 678 προέβλεπαν την ετήσια καταβολή στους Βυζαντινούς 365.000 χρυσών νομισμάτων, 365 ίππων και 365 δούλων. Οι ευνοϊκοί αυτοί όροι ήταν αποτέλεσμα της αποτυχημένης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τον Μωαβία και του επιτυχούς βυζαντινού αντιπερισπασμού στην περιοχή της Συρίας με τη δράση των Μαρδαϊτών (677). Τα διαθέσιμα στοιχεία για την παρουσία και τη δράση των Μαρδαϊτών στο αραβοβυζαντινό σύνορο κατά το δεύτερο ήμισυ του 7ου αιώνα είναι αποσπασματικά και ελλιπή, προκαλώντας πολλές δυσχέρειες για την έρευνα. Τα κύρια σημεία τα οποία χαρακτηρίζουν το ερευνητικό ενδιαφέρον για τους Μαρδαΐτες αφορούν τον εθνογραφικό χαρακτήρα της προέλευσής τους και την τύχη των ενόπλων αυτών μετά την απομάκρυνσή τους από τον Λίβανο, καθώς και την κατάσταση που επικράτησε στην εγκαταλειφθείσα περιοχή του Ταύρου.

2. Η μετοικεσία των Μαρδαϊτών

2.1. Οι Μαρδαΐτες

Ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι Μαρδαΐτες στα στρατιωτικά γεγονότα του 7ου αιώνα καθίσταται κατανοητός μέσα από την παράθεση ορισμένων λεπτομερειών σχετικά με το παρελθόν τους πριν από τη συνθήκη του 688. Η παρουσία των Μαρδαϊτών εντοπίζεται στα όρη του Αμανού και στην οροσειρά του Ταύρου. Στην αραβική γλώσσα αποκαλούνταν Djarādjima. Το ζήτημα της προέλευσής τους παραμένει ανοικτό, αν και θεωρείται πολύ πιθανή η ιρανική ή αρμενική καταγωγή τους. Όσον αφορά τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι Μαρδαΐτες ήταν χριστιανοί Μονοφυσίτες ή Μονοθελήτες. Πιθανόν να προσέφεραν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες στους Βυζαντινούς πριν ακόμα από την αραβική επέκταση. Μετά την κατάκτηση της Συρίας από τους μουσουλμάνους, ένα μέρος των Μαρδαϊτών μετακινήθηκε προς βορρά,1 ενώ μέρος του πληθυσμού τους παρέμεινε στην αραβική επικράτεια και ορισμένοι εξισλαμίσθηκαν.2

2.2. Η μετοικεσία

Οι όροι της συνθήκης του 688 ανανέωναν για δεύτερη φορά τη συνθήκη του 678, με την προσθήκη δύο όρων ακόμα, οι οποίοι συνδέονταν με τα αίτια που οδήγησαν τις δύο πλευρές στην εν λόγω ανανέωση. Οι δύο επιπρόσθετοι όροι προέβλεπαν την απόσυρση των συμμάχων του Βυζαντίου Μαρδαϊτών από την περιοχή του Λιβάνου και την εκ μέρους του Βυζαντινού αυτοκράτορα παρεμπόδιση των επιδρομών τους εναντίον αραβικών περιοχών, καθώς και την καταβολή φόρου από τους κατοίκους της Κύπρου, της Αρμενίας και της Ιβηρίας στις δύο πλευρές εξίσου και κατά το ήμισυ.3 Ο πρώτος όρος αποτελούσε προϋπόθεση για την επίτευξη του δεύτερου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τις περιοχές της Αρμενίας και της Ιβηρίας, καθώς οι Μαρδαΐτες είχαν την ευθύνη για την άμυνα του συνόρου έως την Αρμενία IV. Οι Μαρδαΐτες, λοιπόν, αποτέλεσαν το κύριο ζήτημα της συνθήκης του 688 για τις δύο πλευρές.

3. Συνέπειες

Τα επακόλουθα της μετοικεσίας των Μαρδαϊτών ήταν η αναπροσαρμογή της πληθυσμιακής σύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ο επανακαθορισμός της στρατιωτικής ισορροπίας στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Μαρδαϊτών που μετακινήθηκαν ανήλθε σε 30.000. Ωστόσο, οι μετακινηθέντες πληθυσμοί δεν προέρχονταν μόνο από τα βυζαντινά εδάφη, αλλά και από την αραβική επικράτεια: από την τελευταία εισήλθαν περίπου 12.000 Μαρδαΐτες, ενώ από την περιοχή του Ταύρου την ελεγχόμενη από τους Βυζαντινούς4 εισήλθαν περίπου 18.000. Αρχικά οι Μαρδαΐτες εγκαταστάθηκαν στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία (Παμφυλία, Καρία, Λυκία), όπου υπηρετούσαν ως κωπηλάτες στο στόλο του θέματοςΚιβυρραιωτών. Αργότερα, τον 9ο και 10ο αιώνα, τους συναντούμε στα θέματα Πελοποννήσου, Νικοπόλεως και Κεφαλληνίας.5 Με αυτόν τον τρόπο επετεύχθη η ενίσχυση του θεματικού στόλου του Βυζαντίου.6 Οι Μαρδαΐτες των ευρωπαϊκών επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ονομάζονταν στις πηγές «Μαρδαΐται της Δύσεως», αλλά θα πρέπει να επισημανθεί ότι παραμένει αβέβαιη η ταύτιση των Μαρδαϊτών του 9ου και 10ου αιώνα με εκείνους του 7ου.7 Η σπουδαιότερη συνέπεια της μετοικεσίας των Μαρδαϊτών υπήρξε η απουσία τους από την αραβοβυζαντινή μεθόριο, καθώς η άμυνα του Βυζαντίου κατέστη πλέον ανεπαρκής στις επιθέσεις του χαλιφάτου, ενώ οι Άραβες έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην παραμεθόριο περιοχή. Η περιοχή της Μοψουεστίας μέχρι και την Αρμενία IV κατέστη πεδίο έντονων αμφισβητήσεων μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι Djarādjima του χαλιφάτου θα γνωρίσουν την οικονομική-φορολογική καταπίεση, αλλά και τη διωκτική στάση των αρχών του χαλιφάτου, με αποτέλεσμα να διασκορπιστούν στις ορεινές περιοχές του Αμανού και του Ταύρου.8

4. Κριτική του γεγονότος

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, ο πιο κοντινός στα γεγονότα συγγραφέας, επικρίνει στο έργο του την απόφαση του Ιουστινιανού Β' να προχωρήσει στη μετακίνηση των Μαρδαϊτών, καθώς θεωρούσε ότι ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την αμυντική θωράκιση της αυτοκρατορίας απέναντι στην αραβική απειλή. Μάλιστα, έχοντας την πολυτέλεια της εκ των υστέρων γνώσης των συνεπειών για την άμυνα της Μικράς Ασίας, ο Θεοφάνης τονίζει χαρακτηριστικά ότι «πᾶσαι γὰρ αἱ νῦν οἰκούμεναι παρὰ τῶν Ἀράβων εἰς τὰ ἄκρα πόλεις ἀπὸ Μοψουεστίας καὶ ἕως τετάρτης Ἀρμενίας ἀνίσχυροι καὶ ἀοίκητοι ἐτύγχανον διὰ τὴν ἔφοδον τῶν Μαρδαϊτῶν· ὧν παρασταλλέντων, πάνδεινα κακὰ πέπονθεν ἡ ῾Ρωμανία ὑπὸ τῶν Ἀράβων μέχρι τοῦ νῦν».9
1. Vasiliev, A.A., History of the Byzantine Empire (Madison 1952), σελ. 215.

2. al-Balādhurī, Kitāb Futūh al-Buldān, Hitti, Ph.K. (ed.), The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), σελ. 246-247.

3. Θεοφάνης, Χρονογραφία, de Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), 363.6-20.

4. Treadgold, W.T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), σελ. 72.

5. Ahrweiler, H., Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique  et les institutions maritimes de Byzance au VIIe-XVe siècles (Paris 1966), σελ. 33, 44, 50, 52, 84-85, 108, 100, 399-400.

6. Treadgold, W.T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), σελ. 26.

7. Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Treadgold, W.T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), σελ. 72, ο οποίος θεωρεί ότι μέσα από τις διαφορετικές χρονικές αναφορές του 7ου και των 8ου-9ου αιώνα δηλώνεται ότι οι όψιμοι Μαρδαΐτες είναι απόγονοι των μετακινηθέντων κατά τον 9ο αιώνα Μαρδαϊτών. Η άποψή του βασίζεται στην υπόθεση ότι οι πρώτοι Μαρδαΐτες θα πρέπει να έλαβαν από τον αυτοκράτορα στρατιωτικές γαίες οι οποίες κληροδοτήθηκαν στους απογόνους τους ή, εάν δεν έλαβαν δικές τους γαίες, τα επαγγέλματα-προνόμιά τους ήταν κληρονομικά.

8. al-Balādhurī, Kitāb Futūh al-Buldān, Hitti, Ph.K. (ed.), The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), σελ. 258.

9. Θεοφάνης, Χρονογραφία, de Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), 363.16-20.

Συγγραφή : Βενέτης Ευάγγελος (31/10/2003)
Για παραπομπή: Βενέτης Ευάγγελος, «Μετοικεσία Μαρδαϊτών, 688», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:



Forced Movement of the Mardaites, 688
Συγγραφή : Venetis Evangelos (31/10/2003)
Μετάφραση : Chrysanthopoulos Dimitrios (19/9/2008)
Για παραπομπή: Venetis Evangelos, "Forced Movement of the Mardaites, 688", 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:


1. Historical context

The forced movement of the Mardaites from the region of Lebanon following the signing of the peace treaty of 688 AD between the emperor Justinian II and the Arab caliph Abd al-Malik (668-705 AD) was an event of great importance regarding the defensive line of Byzantium in the region of the mountain range of Taurus and Armenia. This treaty was the second renewal of the peace treaty of 678 AD, signed between the emperor Constantine IV Pogonatos (668-685 AD) and caliph Mu’awiya (661-680 AD) (the first renewal of the treaty was signed in 685 AD). According to the terms of the treaty of 678 AD, an annual toll of 365.000 golden coins, 365 horses and 365 slaves was to be paid to the Byzantines. These favourable terms were the result of the unsuccessful siege of Constantinople by My’awiya and the successful byzantine diversion in the region of Syria carried out by the Mardaites (677 AD). The available evidence of the presence and action of the Mardaites in the arab-byzantine frontier during the second half of the 7th cent. AD is fragmentary and incomplete, making further research extremely difficult. The main points of interest in the Mardaites concern the ethnographic nature of their origin and their fate following their forced movement from Lebanon, as well as the conditions in the abandoned region of Taurus in the subsequent years.

2. The forced movement of the Mardaites

2.1. The Mardaites

The role played by the Mardaites in the military events of the 7th cent. AD is easier to grasp by taking into account certain information regarding their past prior to the treaty of 688 AD. Their presence was attested to the mountains of Amanus and the mountain range of Taurus. Their Arab name was Djaradjima. The issue of their origin remains unclear. It is possible, however, that they were of Iranian or Armenian descent. With regard to their religious beliefs, the Mardaites were Christian adherents of Monophysitism or Monotheletism. It is possible that they also provided their military services to the Byzantines prior to the Arab expansion. Following the conquest of Syria by the Muslims, a part of the Mardaites moved to the north,1 while another part of their population remained in Arab territory and converted to Islam.2

2.2. The forced movement

The terms of the treaty of 688 AD renewed for a second time the treaty of 678 AD with the addition of two more terms, related to the causes which led the two sides to this renewal. The two extra terms provided the withdrawal of the Mardaites, allies of Byzantium, from the region of Lebanon and the prevention on behalf of the byzantine Emperor of their raids into arab territories; also, that the tax payed by the populations of Cyprus, Armenia and Iberia should be divided in two and payed to both sides.3 The first term was a prerequisite of the second, regarding the regions of Armenia and Iberia at least, due to the fact that the Mardaites were responsible for the defence of the border as far as Armenia IV. The Mardaites were thus the main issue of the treaty of 688 AD for both sides.

3. Consequences

The forced movement of the Mardaites resulted in the alteration of the population of the Byzantine Empire and the readjustment of the military balance in southeastern Asia Minor. It is estimated that the removed Mardaites numbered 30.000. However, the removed population did not come from Byzantine territories only. No less than 12.000 Mardaites came from Arab territories, added to the 18.000 from the byzantine region of Taurus.4 At first, the Mardaites settled in southeastern Asia Minor (Pamphylia, Caria, Lycia), serving as oarsmen in the fleet of the theme of Kibyrrhaiotai. Later, during the 9th and 10th cent. AD, they served as oarsmen in the themes of Peloponnese, Nicopolis and Cephalenia,5 thus reinforcing the fleet of the themes of Byzantium.6 The Mardaites of the European provinces of the Byzantine Empire are mentioned in the sources as Mardaites of the West; however, whether these 9th- and 10th- cent. Mardaites are the same people as the Mardaites of the 7th cent., is an open question.7 The greatest consequence of the forced movement of the Mardaites was their absence from the arab-byzantine frontier, making the defence of Byzantium against the attacks of the caliphate insufficient. The Arabs, at the same time, reinforced their presence in the region. The region of Mopsuestia as far as Armenia IV became an area of conflict between the two empires. At the beginning of the 8th cent. AD, the Djaradjima of the caliphate met the economic oppression as well as persecutions by the authorities of the caliphate, forcing them to scatter in the mountainous regions of Amanus and Taurus.8

4. Critisism on these events

Theophanes the Confessor, a contemporary to these events, criticizes in his work the decision of Justinian II to remove the Mardaites, believing that they were of great importance for the defence of the Empire against the arab threat. Having the advantage of witnessing how this affected the defence of Asia Minor, Theophanes points out characteristically that the borderline Arab cities from Mopsuestia to Armenia IV were once deserted for fear of the Mardaites, while after the latters's forced movement, Byzantium suffered greatly.9

1. Vasiliev, A. A., History of the Byzantine Empire (Madison 1952), p. 215.

2. al-Baladhuri, Kitab Futuh al-Buldan, Hitti, Ph. K. (ed.) The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), pp. 246-247.

3. De Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), p. 363.3-20.

4. Treadgold, W. T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), p. 72.

5. Ahrweiler, H., Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance au VIIe-XVe siecles (Paris 1966), pp. 33, 44, 50, 52, 84-85, 100, 108, 399-400.

6. Treadgold, W. T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), p. 26.

7. According to Treadgold, W. T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), p. 72, the various sources of the 7th and 8th-9th cent. imply that the Mardaites of subsequent centuries were descendants of those removed from Asia Minor in the 7th cent. His belief is based on the assumption that the early Mardaites must have been granted military lands by the Emperor, which they later left to their descendants, or that their professions and privileges were hereditary.

8. al-Baladhuri, Kitab Futuh al-Buldan, Hitti, Ph. K. (ed.) The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), p. 258.

9. De Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), p. 363.16-20: “πάσαι γαρ αι νυν οικούμεναι παρά των Αράβων εις τα άκρα πόλεια από Μοψουεστίας και έως τετάρτης Αρμενίας ανίσχυροι και αοίκητοι ετύγχανον δια την έφοδον των Μαρδαϊτών· ων παρασταλλέντων, πάνδεινα κακά πέπονθεν η Ρωμανία υπό των Αράβων μέχρι του νυν”.

Μονοφυσιτισμός


Μονοφυσιτισμός ονομάζεται ένα χριστιανικό δόγμα, κατά το οποίο η θεία φύση του Χριστού θεωρείται κυρίαρχη επί της ανθρώπινης.
Είναι σημαντικό ρεύμα της χριστιανικής σκέψης. Εμφανίστηκε τον 5ο αιώνα και ιδρυτής του είναι ο Ευτυχής (γι' αυτό λέγεται και ευτυχιανισμός). Η θεωρία του μονοφυσιτισμού υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε από τη θεία φύση ως «σταγόνα μέλητος στον ωκεανό». Καταδικάστηκε από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ και την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 553 μ.Χ. όπου και και διατυπώθηκε το ορθόδοξο δόγμα, σύμφωνα με το οποίο ο Ιησούς υπάρχει σε ένα μόνο πρόσωπο και με δύο φύσεις, την ανθρώπινη και τη θεία, «ενωμένες και μη συγχεόμενες».
Εξαπλώθηκε κυρίως στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντινού Κράτους, δηλαδή στην Συρία, την Παλαιστίνη, την Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Για να μπορέσουν να απαλλαγούν από την σκληρή στάση που επέδειξε ο Ιουστινιανός και οι κατοπινοί αυτοκράτορες εναντίον τους, αναγκάστηκαν να αποδεχτούν την κυριαρχία των Αράβων.
Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος και ο Πατριάρχης Σέργιος, θέλησαν να συγκρατήσουν τους μονοφυσίτες με θεολογικές εκφράσεις ηπιότερες από εκείνες των προκατόχων τους, με αποτέλεσμα τον μονοθελητισμό, του οποίου εισηγητής και υποστηρικτής υπήρξε ο πατριάρχης Σέργιος.
Ο μονοφυσιτισμός δεν είναι ένα ενιαίο ρεύμα, αλλά περικλείει διάφορες τάσεις και εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Μεταλλεία στη Μ. Ασία (Αρχαιότητα)


1. Γενικά

Καθώς η περιοχή της Μικράς Ασίας ήταν ιδιαίτερα πλούσια σε πολύτιμα μέταλλα, εκδηλώθηκε σχετικά νωρίς ενδιαφέρον για τη συστηματική τους εξόρυξη: ο χρυσός, ο άργυρος, ο χαλκός, ο σίδηρος και ο ορείχαλκος συγκαταλέγονται στα φυσικά προϊόντα της περιοχής και η εκμετάλλευσή τους ήταν από οικονομική άποψη απόλυτα ενδεδειγμένη.

2. Χρυσός

Η εκμετάλλευση κοιτασμάτων χρυσού στη Μικρά Ασία άρχισε σχετικά πρώιμα· οι αρχαίες πηγές αναφέρουν ότι οι Λυδοί εκμεταλλεύονταν ορυκτό χρυσό στην περιοχή του όρους Τμώλος και τον μετέφεραν μέσω των ποταμών Πακτωλού και Έρμου.1 Δεν υπάρχει ωστόσο ομοφωνία ως προς την έναρξη εκμετάλλευσης των παραπάνω κοιτασμάτων. Αυτή τοποθετείται από άλλους στην Πρώιμη εποχή του Σιδήρου,2 από άλλους στο β΄ μισό του 8ου αι. π.Χ.,3 ακόμα και στον 7ο αι. π.Χ.4 Πιο πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη ότι ο χρυσός του Πακτωλού εξορυσσόταν ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Οι πρόσφατες όμως μελέτες δεν επιβεβαιώνουν την εξόρυξη χρυσού στη Λυδία σε τόσο πρώιμο στάδιο.5 Από τις αναφορές του Ηροδότου για τον ποταμό Πακτωλό συνάγεται ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τις Σάρδεις σημαντική αγορά πολύτιμων μετάλλων.6 Κοντά σε πολύ πλούσια χρυσοφόρα κοιτάσματα στο όρος Τμώλος βρισκόταν και η Έφεσος. Ενδέχεται τέλος η εκμετάλλευση της χρυσοφόρου περιοχής στα Άστυρα, κοντά στην Άβυδο, που αναφέρουν ο Στράβων και ο Ξενοφών, να άρχισε από τους Κλασικούς χρόνους.7 Tο γεγονός πάντως πως ο χρυσός είναι το δεύτερο κατά σειρά συχνότητας μέταλλο που αναφέρεται στον Όμηρο δε μπορεί να είναι τυχαίο.8

Γνωρίζουμε ότι κατά την Ελληνιστική περίοδο γινόταν εκμετάλλευση μεταλλείων χρυσού και αργύρου. Ελληνιστική κεραμική έχει εντοπιστεί στο μεταλλείο του Işık Dağ, στην επαρχία της Άγκυρας. Ελληνιστικά όστρακα έχουν επίσης βρεθεί στο Gure στη χερσόνησο της Biga στη βορειοδυτική Ανατολία. Στο όρος Ίδη της Τρωάδος εξορύσσονταν χρυσός και άργυρος, που προορίζονταν για το Περγαμηνό βασίλειο και την περιοχή κοντά στη Λάμψακο και την Άβυδο. Αυτό εξηγεί και την πλούσια παραγωγή αλεξάνδρειων χρυσών νομισμάτων στις παραπάνω πόλεις. Στο ορεινό εσωτερικό της περιοχής εντοπίστηκαν και άλλα μεταλλεία, π.χ. τα μεταλλεία αργύρου στον Πόντο και αυτά στο όρος Ταύρος στην Κιλικία και την Καππαδοκία.9 Από την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Hρόδοτος προκύπτει ότι οι Ίωνες είχαν σαφή γνώση της διαδικασίας κατεργασίας του χρυσού. Η διάκριση του Ηροδότου ανάμεσα σε «χρυσόν άπλετον» και «χρυσόν άπευθον» προδίδει την γνώση της διαδικασίας συγκόλλησηςτου μετάλλου.10 Η θεσμοποίηση εξάλλου του πρώτου διμεταλλικού συστήματος από τον Κροίσο υποδηλώνει επίσης ότι οι Λυδοί ήταν σε θέση να ξεχωρίζουν το χρυσό από το ήλεκτρο.11


To πρωιμότερο εργαστήριο κατεργασίας χρυσού ανάγεται χρονικά στο 620-550 π.Χ.12 Ωστόσο, τα ποσοστά χρυσού στα νομίσματα από ήλεκτρο διάφορων μικρασιατικών κέντρων παραγωγής στο α΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. υποδεικνύουν ότι μέχρι τότε δεν ήταν γνωστή η πλήρης κατεργασία αυτού του μετάλλου· η ευρεία διάδοση αργυρών νομισμάτων στη Μικρά Ασία μετά τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. πιθανότατα συνδέεται με την τελειοποίηση των τεχνολογικών γνώσεων ως προς τα στάδια επεξεργασίας μετάλλων. Στην περιοχή του Πόντου τα περισσότερα εργαστήρια μετάλλου χρονολογούνται στον 6ο αι. π.Χ., ενώ ένας «θησαυρός» που βρέθηκε στο νησί Βerezan της Μαύρης θάλασσας και που συμπεριλάμβανε χρυσά νομίσματα και νομίσματα από ήλεκτρο από τις Ερυθρές ή από τη Μίλητο είχε προφανώς αποθηκευτεί από χρυσοχόο στις αρχές του 6ου αι. π.Χ.13

3. Άργυρος

Από το 1975, την έρευνα για τα μεταλλεία αργύρου στη Μικρά Ασία, στη Βαλκανική χερσόνησο και στα νησιά του Αιγαίου συντόνισε το Ινστιτούτο Μax Planck, σε συνεργασία με άλλους οργανισμούς. Η σχετική μελέτη του 1975 επιβεβαίωσε την εξόρυξη αργύρου στην Τρωάδα (στο όρος Ίδη) κατά τους Κλασικούς χρόνους. Με την εξόρυξη μετάλλου ενδεχομένως συνδέεται και μια επιγραφή του τοπικού άρχοντα Tarhunzas, υποτελή του βασιλιά της Tuvana, Varpalavas (738-710 π.Χ.), που βρέθηκε κοντά στο χωριό Alihoka, στη μεταλλοφόρο περιοχή Bolkardag, στη νοτιοανατολική Τουρκία. Κοντά στην περιοχή αυτή βρέθηκαν αρχαιολογικά κατάλοιπα κατεργασίας αργύρου, καθώς επίσης και σωροί αργύρου-μολύβδου με όστρακα από την εποχή του Σιδήρου.14 Φαίνεται ωστόσο πως η συστηματοποίηση της εξόρυξης αργύρου στη βορειοδυτική Μικρά Ασία θα πρέπει να αποδοθεί στους Ατταλίδες.15 Στην Τρωάδα, για παράδειγμα, εντοπίστηκε ένα όστρακο ελληνιστικού λύχνου στο μεταλλείο του Serçeören Köy στην επαρχία του Balikesir, κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά, ενώ ελληνιστική κεραμική έχει εντοπιστεί και στα μεταλλεία της χερσονήσου της Βiga. Τέλος, αναλύσεις ραδιάνθρακα 14 δειγμάτων από το μεταλλείο του Αltinoluk μας επιτρέπουν να χρονολογήσουμε το μεταλλείο στα μέσα του 3ου π.Χ. αι.16

4. Χαλκός

Συστηματική εξόρυξη χαλκού από τη Μικρά Ασία κατά την Αρχαϊκή περίοδο εικάζουμε ότι γινόταν, για παράδειγμα, στην ακτή απέναντι από τη Σάμο.17

Στους Κλασικούς χρόνους ο γεωγράφος Αρτεμίδωρος αναφέρει τη λειτουργία ενός μεταλλείου χαλκού στο Αδραμμύτιο μέχρι την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου· το μεταλλείο αυτό αναφέρει και ο ιστορικός Ξενοφών.18

5. Σίδηρος

Στη Μικρά Ασία υπήρχαν και μεταλλεία σιδήρου. Η Ιωνία δε διέθετε η ίδια σιδηροφόρα κοιτάσματα και αντιμετώπισε δυσκολίες για την εξασφάλιση αυτού του μετάλλου· από τον ύστερο όμως 7ο-6ο αι. π.Χ. ανοίχθηκαν νέες πηγές, καθώς οι Φωκαείς αγόρασαν σίδηρο από την Ετρουρία και αποικίστηκε η νότια ακτή του Πόντου. Σώζονται εξάλλου φιλολογικές μαρτυρίες για εξαγωγές χαλυβαίου σιδήρου και στις αγορές του Αιγαίου. Η πρώτη σχετική αναφορά τοποθετείται στο α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αξία του σιδήρου τότε ήταν μεγαλύτερη από αυτή άλλων εμπορεύσιμων μετάλλων.19

6. Ορείχαλκος

Προβληματική τέλος παραμένει η παραγωγή ορείχαλκου τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Μικρά Ασία, καθώς η περιστασιακή παρουσία αρχαίων αποθεμάτων δεν έχει επιβεβαιωθεί. Πρόσφατα βρέθηκαν αποθέματα πρώτης ύλης για την παραγωγή ορείχαλκου στην οροσειρά του Ταύρου. Η χρονολόγηση της εν λόγω παραγωγής τοποθετείται από άλλους στην 3η χιλιετία π.Χ. (με βάση τη μείωση της καύσης του οξειδίου του ορείχαλκου), σύμφωνα με τα ευρήματα στον αρχαιολογικό χώρο Göltepe στη νότια και κεντρική Τουρκία, ενώ από άλλους χρονολογείται γύρω στο 3000 π.Χ. (σύμφωνα με τα ευρήματα από το μεταλλείο ορείχαλκου Kestel).20 Μια τρίτη μερίδα μελετητών διατηρεί επιφυλάξεις ως προς αυτό, λόγω των πενιχρών στοιχείων που αποδεικνύουν την προέλευση του σχετικού μετάλλου από την παραπάνω περιοχή. Πρόσφατα υποστηρίχθηκε ότι μεταξύ της 2ης χιλιετίας και του 11ου αι. μ.Χ. γινόταν εισαγωγή ορείχαλκου από την Ανατολή, πιθανότατα από το Αφγανιστάν και από τη Μαλαισία. Ο D. Muhly επισημαίνει τη μεταφορά ορείχαλκου από την κεντρική Ανατολία διά μέσου μιας πολύ γνωστής εμπορικής οδού. Φαίνεται πως από το β΄ μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. σημειώθηκαν ανακατατάξεις στην παροχή μετάλλου στο Αιγαίο. Η προέλευση ωστόσο της πρώτης ύλης παραμένει αβέβαιη.21
1. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 21. Πρβ. Forbes, R.J., Metallurgy in Antiquity. A Notebook for Archaeologists and Technologists (Leiden 1950), σελ. 198 κ.ε. Healy, J.F., Μining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London 1978), σελ. 46, 53, 57 κ.ε. Ramin, J., La technique miniere et metallurgique des Anciens (Bruxelles 1977), σελ. 201 κ.ε. Pleiner, R., Ιron Working in Ancient Greece (Praha 1969).

2. Davies, O., Roman Mines in Europe (Oxford 1935), σελ. 237.

3. Την άποψη αυτή πρέσβευε ο S. Przekowski: Waldbaum, J.C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), σελ. 3 κ.ε.

4. Αυτό υποστήριξε κυρίως ο Roebuck: Waldbaum, J.C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), σελ. 3 κ.ε.

5. Waldbaum, J.C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), σελ. 3 κ.ε.

6. 5.101. Για άλλες αναφορές του Ηροδότου στον ποταμό Πακτωλό, πρβ. Ηρ. 1.69.

7. Στράβ. 13.1.23, πρβ. 14.5.28.

8. Gray, D.H.F., “Μetal-working in Homer”, JHS 74 (1954), σελ. 1 κ.ε. Ηealy, J.F., Mining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London 1978), σελ. 46.

9. Μorkholm, Ο., Εarly Hellenistic Coinage from the Accession of Alexander to the Peace of Apamea (336 - 188 B.C.) (Cambridge 1991), σελ. 3.

10. Ηρ. 1.50. Waldbaum, J.C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), σελ. 7, σημ. 61, με συμπληρωματική βιβλιογραφία. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 172.

11. Ηρ. 1.94. Waldbaum, J.C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), σελ. 7, σημ. 61.

12. Waldbaum, J.C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), σελ. 7, με βιβλιογραφία. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 172.

13. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 37.

14. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 26, σημ. 33.

15. Rostovtzeff, Μ.Ι., The Social and Economic History of the Hellenistic World (Oxford 1941), σελ. 657 κ.ε. Healy, J.F.,  Μining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London 1978), σελ. 58.

16. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 290.

17. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 21.

18. Forbes, R.J., Metallurgy in Antiquity. A Notebook for Archaeologists and Technologists (Leiden 1950), σελ. 303· Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden - N. York - Koeln 1996), σελ. 187.

19. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 173-174. 

20. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 28, σημ. 42.

21. Τreister, M.Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden – N. York – Koeln 1996), σελ. 28-29.

Πηγη
Συγγραφή : Παναγοπούλου Κατερίνα (20/2/2002)
Για παραπομπή: Παναγοπούλου Κατερίνα, «Μεταλλεία στη Μ. Ασία (Αρχαιότητα)», 2002,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:

Mines in Asia Minor (Antiquity)
Συγγραφή : Panagopoulou Katerina (20/2/2002)
Μετάφραση : Kalogeropoulou Georgia , Karioris Panagiotis
Για παραπομπή: Panagopoulou Katerina, "Mines in Asia Minor (Antiquity)",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:


1. Introduction

The area of Asia Minor was extremely wealthy in precious metals such as gold, silver, copper, iron and bronze and therefore mining started early.

2. Gold

The exploitation of gold deposits in Asia Minor started rather early. Ancient texts recount that the Lydians mined gold in the region of Mount Tmolus and transported it through the rivers Pactolus and Hermus.1However, there is disagreement concerning the specific date when these gold deposits were first exploited. Some scholars date it to the Early Iron Age,2 others to the second half of the 8th cent. BC,3 or even to the 7th cent. BC.4 A more recent view supports the idea that the gold of the Pactolus River had been mined since the 3rd millennium BC. Nevertheless, recent researches do not confirm the extracting of gold in Lydia at such an early date.5 From Herodotus’ references to Pactolus River we can conclude that the Greeks considered Sardis to be an important market for precious metals.6Ephesus was situated to a close proximity to the rich deposits of gold of Mount Tmolus. It is likely that the exploitation of the gold-bearing fields at Astyra, near Abydus, mentioned by Strabo and Xenophon, had started since the Classical period.7 Moreover, it cannot be a coincidence that the second more frequently mentioned metal in Homer is gold.8

The exploitation of gold and silver ores is considered indisputable for the Hellenistic period. Hellenistic pottery has been located in the mine of Işik Dağ, in the Ankara region. Hellenistic sherds have also been found at Gure, in the Biga peninsula in northwestern Anatolia. In Mount Ida in the Troad, gold and silver were mined for the Pergamene Kingdom and the region of Lampsacus and Abydus. This can explain the rich production of gold coins in the name of Alexander in the aforementioned cities. On the mountainous inland region more mines have been located, such as the silver mines in Pontus, the mines on Mount Taurus in Cilicia and Cappadocia.9 Taking into consideration the terminology used by Herodotus, it is evident that the Ionians had clear knowledge of the techniques of gold processing. Herodotus’ distinction between ‘χρυσόν άπλετον’ and ‘χρυσόν άπευθον’ reveals that the technique of alloying gold was well understood.10 In addition, the establishment of the first system of the two metals by Croesus denotes that the Lydians could differentiate between gold and electrum.11

The earliest workshop for gold processing dates to 620-550 BC.12 However, the content of gold in the electrum coins from several manufacture centers of Asia Minor in the first half of the 6th cent. indicates that the complete process of gold working was not fully known. The widespread dissemination of silver coins in Asia Minor after the middle of the 6th cent. BC is most probably related to the mastering of the technology applied in the different phases of metal working. In the Black Sea region most metal workshops are dated to the 6th cent. BC, while a treasure of gold and electrum coins from Erythrae or Miletus, which was discovered on the island of Berezan in the Black Sea, had presumably been stored by a goldsmith in the beginning of the 6th cent. BC.13

3. Silver

Since 1975, research on the silver mines of Asia Minor, the Balkan Peninsula and the Aegean Islands has been coordinated by the Max Planck Institute in collaboration with other organisations. The study conducted in 1975 confirmed the extraction of silver in the Troad (Mount Ida) during the Classical period. An inscription of the local ruler Tarhunzas, subordinate to the king of Tuvana, Varpalavas (738-710 BC), which was found near the village of Alihoka in the metal bearing area of Bolkardag in southeastern Turkey, is probably related with metal mining. In this area archaeological remains of silver processing have been discovered, as well as slag-heaps of silver and lead with sherds of the Iron Age.14 However, the methodical exploitation of the silver mines in northwestern Asia Minor must be attributed to the Attalids.15 In the Troad, for instance, a sherd of a Hellenistic lamp was found in the mine of Serҫeören Köy in the province of Balikesir, near the Sea of Marmaras, whereas Hellenistic pottery has been unearthed in the mines of the Biga Peninsula. Finally, the radiocarbon dating of samples from the mine of Altinoluk provides evidence for the dating of the mine to the mid-3rd cent. BC.16

4. Copper

The mining of copper in Asia Minor during the Archaic period is only speculative, for example on the coast opposite Samos.17

In the Classical period, Artemidorus the geographer mentions the operation of a copper mine in Adramyttion until Alexander’s the Great period; this mine is also mentioned by the historian Xenophon.18

5. Iron

There were also iron mines in Asia Minor. Ionia had no ferrous deposits and it was difficult to obtain iron. However, since the late 7th-6th cent. more resources became available, as the Phocaeans bought iron from Etruria and the south coast of Pontus was colonized. Literary evidence attests the trade of steel in the Aegean. The first relevant reference is dated to the first half of the 5th cent. BC. It should be mentioned that iron had more value than any other metal at that time.19

6. Bronze

The production of bronze in Greece, as well as in Asia Minor, remains a problematic case since there is no evidence for ancient supplies of the metal. Supplies of raw materials for copper production have been discovered recently on Mount Taurus. This production is dated either to the 3rd millennium BC (based on the oxidisation of copper), based on the context in the archaeological site of Göltepe in south and central Turkey, or to around 3000 BC (according to the finds in the copper mine of Kestel).20 Nevertheless, other researchers are cautious in accepting this dating, as there is no secure evidence to prove the mining of the metal in the region. Recently, it has been suggested that between the 2nd millennium and the 11th cent. AD bronze was imported from Anatolia, probably from Afghanistan and Malaysia. D. Muhly has pointed out the transportation of copper from central Anatolia via a well-known trade route. It seems that in the second half of the 3rd millennium BC there were important changes in metal supplies in the Aegean. However, the provenance of the raw material remains unidentified.21

1. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln: Brill, 1996), p. 21. Cf. Forbes, R. J., Metallurgy in Antiquity. A Notebook for Archaeologists and Technologists (Leiden 1950), p. 198 ff. Healy, J. F., Mining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London 1978), p. 46, 53, 57 ff. Ramin, J., La technique miniere et mettallurgique des Anciens (Bruxelles 1977), p. 201 ff. Pleiner, R., Iron Working in Ancient Greece (Praha 1969).

2. Davies, O., Roman Mines in Europe (Oxford 1935), p. 237.

3. This is argued by S. Przekowski: Waldbaum, J. C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), p. 3 ff.

4. This view was supported by Roebuck: Waldbaum, J. C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), p. 3 ff.

5. Waldbaum, J. C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), p. 3 ff.

6. Htd. 5.101. For other references to Pactolus River see Hdt. 1.69.

7. Str. 13.1.23, cf. 14.5.28.

8. Gray, D.H.F., ‘Metal-working in Homer’, JHS 74 (1954), p. 1 ff. Healy, J. F., Mining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London 1978), p. 46.

9. Morkholm, O., Early Hellenistic Coinage from the Accession of Alexander to the Peace of Apamea (336-188 B.C.) (Cambridge 1991), p. 3.

10. Hdt. 1.50. Waldbaum, J. C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), p. 7, n. 61 with additional bibliography. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln: Brill, 1996), p. 172.

11. Hdt. 1.94. Waldbaum, J. C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (London 1983), p. 7, n. 61.

12. Waldbaum, J. C., Metalwork from Sardeis. The finds through 1974 (Cambridge 1983), p. 7, with bibliography. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 172.

13. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 37.

14. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 26, n. 33.

15. Rostovtzeff, M. I., The Social and Economic History of the Hellenistic World (Oxford 1941), p. 657 ff. Healy, J. F., Mining and Metallurgy in the Greek and Roman World (London 1978), p. 58.

16. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln: Brill, 1996), p. 290.

17. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 21.

18. Forbes, R. J., Metallurgy in Antiquity. A Notebook for Archaeologists and Technologists (Leiden 1950), p. 303; Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 187.

19. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 173-174.

20. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 28, n. 42.

21. Treister, M. Y., The role of Metals in Ancient Greek History (Leiden-N. York-Koeln 1996), p. 28-29.

Τί ήταν η Ιερά Οδός

Η Ιερά Οδός ήταν η αρχαία οδική αρτηρία που συνέδεε την Αθήνα με την Ελευσίνα. Επίσης εξυπηρετούσε συγκοινωνιακά την πόλη των Αθηνών καθώς ήταν η κύρια οδός επικοινωνίας με την Πελοπόννησο και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ονομάστηκε Ιερά επειδή από εκεί περνούσε η πομπή των Μεγάλων Ελευσινίων. Οι θεοπρόποι, όπως λέγονταν όσοι έρχονταν στους Δελφούς για να ζητήσουν χρησμό, ακολουθούσαν την Ιερά οδό την 9η κάθε μήνα, ώστε να λάβουν σειρά προτεραιότητας για τη «μαντείαν» της Πυθίας, αφού προηγουμένως θυσίαζαν στο μεγάλο βωμό, που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της οδού. Εξαίρεση αποτελούσαν οι πολίτες των πόλεων, αλλά και ορισμένοι επιφανείς ιδιώτες, που είχαν λάβει την «προμαντείαν», δηλαδή το δικαίωμα παράκαμψης της σειράς προτεραιότητας για τη λήψη της μαντείας, όπως ήταν οι Κορίνθιοι, οι Νάξιοι, οι Χίοι, οι Θηβαίοι και ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β΄.

Η αφετηρία της βρίσκεται στην Ιερά Πύλη στον Κεραμεικό και ακολουθεί σχεδόν στα ίχνη του σημερινού ομώνυμου δρόμου.
Όσοι έρχονταν από την Αθήνα συναντούσαν πρώτα το ιερό της Αθηνάς Προναίας, δηλαδή της Αθηνάς που βρισκόταν πριν από το ναό του Απόλλωνα.
Διάφορα μνημεία, τάφοι και ιερά, που την πλαισίωναν σε όλο της το μήκος (22 χιλιόμετρα), προσδιορίζουν την πορεία της.
Τα μνημεία αυτά ήταν συνήθως αναμνηστικά κάποιου σημαντικού γεγονότος: μιας πολιτικής συμμαχίας, μιας σημαντικής νίκης στους αθλητικούς αγώνες των Δελφών, μιας νικηφόρας μάχης εναντίον ξένων ή Ελλήνων, όπως το ανάθημα των Αθηναίων για τη μάχη του Μαραθώνα.

Η πρώτη φάση της Ιεράς οδού τοποθετείται στα αρχαϊκά χρόνια. Από επιγραφές και αρχαία ορόσημα γνωρίζουμε ότι η επίσημη ονομασία της αθηναϊκής Ιεράς Οδού ήταν «Ελευσινιακή». Υποθέτουμε πως διασχίστηκε πρώτη φορά κατά την υστεροελλαδική περίοδο (1600-1100 π.Χ.) από τους κατοίκους της Αθήνας που ήθελαν να φτάσουν στον σημαντικό οικισμό της Ελευσίνας, αλλά και αντιστρόφως.

Στα Νότια του λόφου του προφήτη Ηλία βρισκόταν το μεγαλοπρεπές μνήμα της εταίρας Πυθιονίκης, που είχε ανεγείρει προς τιμήν της ο φίλος της Άρπαλος. Από εκεί μέχρι τον Σκαραμαγκά είναι εμφανή τα ίχνη της αρχαίας οδού. Στη συνέχεια, η οδός περνούσε από το ιερό του Απόλλωνα (σημερινό Δαφνί) και ακόμα δυτικότερα διέσχιζε το τέμενος της Αφροδίτης, αφήνοντας στα δεξιά αυτού που πήγαινε στην Ελευσίνα τον ναό με τον απλό σηκό και τον βράχο με τις λαξευτές αναθηματικές θυρίδες.
Πιο κάτω, η οδός συναντούσε τους Ρυτούς (τη λεγόμενη λίμνη Κουμουνδούρου), όπου μόνο οι ιερείς της Δήμητρας είχαν το δικαίωμα της αλιείας. Κοντά στην Ελευσίνα, η οδός περνούσε τον ελευσινιακό Κηφισό σε μια γέφυρα που έχτισε ο Αδριανός και η οποία σώζεται σε θαυμάσια κατάσταση (φωτογραφία δημοσιεύεται στο λ. Ελευσίνα). Η Ιερά οδός κατέληγε ακριβώς στην είσοδο του ιερού της Ελευσίνας.
Το πλάτος της οδού ήταν 4,80 μ. Σε αποστάσεις ενός ρωμαϊ­κούμιλιαρίου υπήρχαν δείκτες (ερμαϊκές στήλες) που ανέγραφαν την απόσταση από τον βωμό των Δώδεκα Θεών, που βρισκόταν στην Αγορά της Αθήνας και αποτελούσε σημείο αναφοράς για τις αποστάσεις.

Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Τι ήταν οι Λεβατινοί


Η λέξη Λεβατινός ήταν παλαιότερη ονομασία για τους Ευρωπαίους που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ανατολή (γαλλ. levante = ανατολικός). Σε ανάλογη χρήση ήταν και ο όρος Φραγκολεβαντίνος (θηλυκό Λεβαντίνα ή Φραγκολεβαντίνα).

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ειδικά για τους κατοίκους των μικρασιατικών ακτών και της Αιγύπτου, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τον τόπο καταγωγής τους. Η λέξη έγινε συνώνυμη του ανθρώπου που στερείται εθνικής συνείδησης και εκείνου που ενδιαφέρεται μόνο για το ατομικό συμφέρον του.
Εξάλλου, φραγκολεβαντίνικα ονομάζονταν υποτιμητικά, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και της ενετοκρατίας του ελλαδικού χώρου, τα ελληνικά κείμενα που ήταν γραμμένα με λατινικούς χαρακτήρες (αλλά με ελληνικές λέξεις – αυτό που σήμερα ονομάζουμε greeklish), από λογίους σπουδασμένους κυρίως σε ιταλικές πόλεις.

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Νομισματοκοπείο Αντιόχειας - Mint of Antioch


1. Εισαγωγή

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας αποτέλεσε το δεύτερο σημαντικότερο νομισματοκοπείο της Πρωτοβυζαντινής περιόδου έπειτα από αυτό της Κωνσταντινούπολης.1 Ιδρύθηκε επί Αναστασίου Α΄ (491-518) και παρέμεινε ενεργό –με κάποιες μικρές διακοπές– έως τη βασιλεία του Φωκά (602-610). Χαρακτηρίζεται από την αποκλειστική παραγωγή χάλκινων νομισμάτων. Τα προϊόντα του ωστόσο γνώρισαν ευρεία κυκλοφορία, καθώς τα βρίσκουμε σε θησαυρούς και ως μεμονωμένα ευρήματα σε όλες τις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας.

2. Παραγωγή

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας εξέδωσε την πλήρη σειρά των χάλκινων υποδιαιρέσεων του 6ου αιώνα (φόλλεις, εικοσανούμμια, δεκανούμμια, πεντανούμμια, νούμμους), αν και όχι καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Τα προϊόντα του διακρίνονται εύκολα χάρη στη χρήση του διακριτικού του νομισματοκοπείου:2 αρχικά χρησιμοποιείται το ΑΝΤΙΧ ή παρόμοιο (Αντιόχεια), ενώ από το 529 και εξής χρησιμοποιούνται συντομεύσεις του νέου ονόματος της πόλης (Θεούπολις).3

Σε γενικές γραμμές η παραγωγή του νομισματοκοπείου υπήρξε πολύ μεγάλη και σκόπευε στην κάλυψη των αναγκών της βόρειας Συρίας, όπου το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας αντιπροσωπεύεται με ποστοστό 29% στους θησαυρούς4 και 46,9% στα μεμονωμένα ευρήματα,5 καθώς και άλλων περιοχών της αυτοκρατορίας: σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη το ποσοστό παρουσίας της Αντιόχειας σε βαλκανικούς και μικρασιατικούς θησαυρούς της περιόδου 491-713 ανέρχεται στο 5,67% κατά μέσο όρο.6 Η ίδια μελέτη έδειξε ότι, όπως είναι αναμενόμενο, ο βαθμός παραγωγής του νομισματοκοπείου δεν ήταν πάντοτε ο ίδιος, αλλά παρουσίαζε διακυμάνσεις που οφείλονταν στην οργάνωση της παραγωγής –ήταν για παράδειγμα μεγαλύτερος στις αρχές του πενταετούς κύκλου (βλ. παρακάτω)–, αλλά και στις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες. Έτσι, οι αλλαγές στις βυζαντινοπερσικές σχέσεις αντικατοπτρίζονται στη μείωση της παραγωγής την περίοδο 532-534 ύστερα από τη σύναψη ειρήνης με το Χοσρόη Α΄, στη νέα αύξησή της το διάστημα 532-534 ως συνέπεια της επανέναρξης των εχθροπραξιών το 573, καθώς και στη διατήρηση ενός σχετικά υψηλού βαθμού παραγωγής τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 6ου αιώνα.7

3. Οργάνωση του νομισματοκοπείου

Όπως και τα υπόλοιπα αυτοκρατορικά νομισματοκοπεία, της Αντιόχειας περιλάμβανε εργαστήρια. Θεωρητικά ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα, αν και μετά το 542 προστέθηκε και πέμπτο.8 Φαίνεται όμως πως το τρίτο εργαστήριο (Γ) ήταν υπεύθυνο για το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, ιδιαίτερα κατά το β΄ μισό του 6ου αιώνα.9


Όσον αφορά την οργάνωση της παραγωγής, αυτή φαίνεται να στηριζόταν σε γενικές γραμμές σε πενταετείς κύκλους, γνωστούς ως lustra, οι οποίοι καθόριζαν την αλλαγή των συμπληρωματικών διακριτικών (subsidiary marks). Μολονότι μπορούμε να εντοπίσουμε το σύστημα αυτό με βεβαιότητα μόνο από τη βασιλεία του Ιουστινιανού και εξής, όταν οι μεγάλες χάλκινες υποδιαιρέσεις άρχισαν να φέρουν το έτος βασιλείας,10 πρέπει να ήταν σε εφαρμογή ήδη από την ίδρυση του νομισματοκοπείου: τα συμπληρωματικά διακριτικά της δεύτερης κοπής του Αναστασίου δεν άλλαξαν παρά μόνο μετά το τέλος του lustrum το 522, παρά το θάνατο του αυτοκράτορα και την αλλαγή εικονογραφικού τύπου το 518.11

Τέλος, χαρακτηριστική του νομισματοκοπείου αυτού ήταν η οικονομία στην παραγωγή και τη χρήση των μητρών. Όχι μόνο παλιές μήτρες επαναχρησιμοποιούνταν –με ή χωρίς επαναχάραξη–, αλλά κατασκευάζονταν μήτρες εμπροσθότυπου, οι οποίες μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την κοπή περισσότερων από μία υποδιαιρέσεις.12

4. Κοπές

4.1. Αναστάσιος Α΄ (491-518)

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας ιδρύθηκε επί Αναστασίου Α΄, ωστόσο όχι αμέσως έπειτα από τη νομισματική μεταρρύθμιση του 498, αλλά κάποια στιγμή μετά το 512 –πιθανώς το 516–, όταν το βάρος της φόλλεως είχε ήδη αυξηθεί.13 Στην πρώτη αυτή φάση το νομισματοκοπείο εξέδωσε φόλλεις, εικοσανούμμια, δεκανούμμια και πεντανούμμια.14 Από εικονογραφική άποψη αξίζει να αναφερθεί η χρήση συνδυασμού αστερίσκου και ημισέληνου (ήλιος και σελήνη αντίστοιχα) ως συμπληρωματικών διακριτικών, η οποία συνεχίστηκε και σε επόμενες βασιλείες και αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο χαρακτηριστικό του νομισματοκοπείου της Αντιόχειας (εικ. 1),15 καθώς και η εκτεταμένη χρήση στο πορτρέτο του αυτοκράτορα διαδήματος με σταυρό στην κορυφή, το οποίο φαίνεται να είχε θεολογικές προεκτάσεις και να σχετιζόταν με το ρόλο της Αντιόχειας ως κέντρο του μονοφυσιτισμού.16

4.2. Ιουστίνος Α΄ (518-527)

Επί Ιουστίνου Α΄ συνεχίστηκε η έκδοση των ίδιων υποδιαιρέσεων, στις οποίες προστέθηκαν και νούμμοι.17 Η μεγάλη ωστόσο καινοτομία της βασιλείας αυτής αφορά τα πεντανούμμια, όπου το διακριτικό του νομισματοκοπείου αντικαταστάθηκε από την απεικόνιση της Τύχης της Αντιοχείας κάτω από σχηματοποιημένο ναό με την προσωποποίηση του ποταμού Ορόντη στα πόδια της (εικ. 2). Πρότυπο του τύπου αυτού υπήρξε το περίφημο άγαλμα του Ευτυχίδη Σικυώνος (3ος αι. π.Χ.), το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί και παλιότερα σε ρωμαϊκά νομίσματα.18

Η σύντομη περίοδος συμβασιλείας του Ιουστίνου Α΄ και του Ιουστινιανού Α΄ (527) αντιπροσωπεύεται στην Αντιόχεια από τέσσερις υποδιαιρέσεις (από φόλλεις έως πεντανούμμια), οι οποίες πρωτοτυπούν σε σχέση με τα υπόλοιπα νομισματοκοπεία, καθώς φέρουν στον εμπροσθότυπο τα πορτρέτα και των δύο συναυτοκρατόρων (εικ. 3).19

4.3. Ιουστινιανός Α΄ (527-565)

Επί Ιουστινιανού Α΄ η Αντιόχεια εξέδωσε την πλήρη σειρά από χάλκινες υποδιαιρέσεις.20 Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο σεισμός του 528 οδήγησε στην αλλαγή του ονόματος της Αντιόχειας και του διακριτικού του νομισματοκοπείου. Παράλληλα, η απεικόνιση της Τύχης στα πεντανούμμια αντικαταστάθηκε –για λόγους ευλάβειας– από το διακριτικό αξίας Ε, του οποίου μάλιστα η κεντρική κεραία απέκτησε σχήμα σταυρού (εικ. 4).21

Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης του 538/539, που μεταξύ άλλων οδήγησε στην αναγραφή του έτους βασιλείας στα νομίσματα,22 καθυστέρησε στην Αντιόχεια κατά ένα χρόνο (539/540)23 και διακόπηκε άμεσα λόγω της περσικής κατάκτησης της πόλης τον Ιούνιο του 540, η οποία προκάλεσε προσωρινό κλείσιμο του νομισματοκοπείου (540-542/543).24 Μια δεύτερη διακοπή, η οποία οφείλεται πιθανώς σε επιδημία πανώλης, μαρτυράται από το νομισματικό υλικό για την περίοδο 543-546/547.25 Ύστερα από τις διακοπές αυτές, η παραγωγή συνεχίστηκε κανονικά, αν και προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού οι επιγραφές ήταν σχεδόν πάντοτε λανθασμένες, γεγονός το οποίο έδωσε αφορμή για διάφορες ερμηνείες χωρίς ωστόσο καμία να εμφανίζεται ικανοποιητική.26

4.4. Ιουστίνος Β΄ (565-578) – Μαυρίκιος (582-602)

Επί Ιουστίνου Β΄, Τιβερίου Β΄ (578-582) και Μαυρικίου το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας ακολούθησε σε γενικές γραμμές το πρότυπο της Κωνσταντινούπολης, από το οποίο ωστόσο απέκλινε όσον αφορά τις λεπτομέρειες της εικονογραφίας, τα διακριτικά, την απόδοση των επιγραφών και την τεχνοτροπία.27

4.5. Φωκάς (602-610)

Οι κοπές του αυτοκράτορα αυτού υπήρξαν οι τελευταίες του βυζαντινού νομισματοκοπείου της Αντιόχειας (εικ. 5).28 Πιθανότατα, λόγω του περσικού κινδύνου, το νομισματοκοπείο παρήγε πολύ μεγάλες ποσότητες νομισμάτων: τα προϊόντα του εκπροσωπούνται στους θησαυρούς των περιοχών εκτός Συρίας σε ποσοστό 15%, το μεγαλύτερο από την έναρξη της λειτουργίας του.29

1. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 65· Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 6.

2. Στην περίπτωση των υποδιαιρέσεων, που λόγω του μικρού μεγέθους τους δεν περιλαμβάνουν το διακριτικό του νομισματοκοπείου, η απόδοση στηρίζεται σε τεχνοτροπικά στοιχεία και στην ισχυρή παρουσία των συγκεκριμένων τύπων στο νομισματικό υλικό των ανασκαφών της περιοχής. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

3. Η Αντιόχεια μετονομάστηκε σε Θεούπολιν μετά τον καταστροφικό σεισμό της 29ης Νοεμβρίου 528, με την ελπίδα να αποφευχθούν μελλοντικοί σεισμοί. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66· Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 60. Για τη θεολογική σημασία του ονόματος αυτού και τη χρήση του στα νομίσματα βλ. Salamon, M., “Theology and Coinage. The Name of Theoupolis on the Coins of Antioch”, στο Hackens, T. – Moucharte, G. (επιμ.), Actes du XIe Congrès international de Numismatique: organisé à l’occasion du 150e anniversaire de la Société royale de numismatique de Belgique (Bruxelles, 8-13 septembre 1991) III (Louvain-la-Neuve 1993), σελ. 15-20.

4. Για την περίοδο από τον Αναστάσιο Α´ έως το Μαυρίκιο (582-602) βλ. Pottier, H., Analyse d’un trésor de monnaies en bronze enfoui au VIe siècle en Syrie byzantine (Bruxelles 1983), σελ. 38-41.

5. Για την περίοδο από τον Αναστάσιο Α΄ έως τον Κώνσταντα Β΄ (641-668) βλ. Noeske, H.C., Die Münzfunde der ägyptischen Pilgerzentrums Abu Mina und die Vergleichsfunde aus des Dioecesen Aegyptus und Oriens vom 4. - 8. Jh. n. Chr. Prolegomena zu einer Geschichte des spätrömischen Münzumlaufs in Ägypten und Syrien Ι (Berlin 2000), σελ. 290.

6. Ο μέσος όρος αυτός προέρχεται από τα ποσοστά που αναφέρονται στο Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. κ.ά., Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris 2006), σελ. 58 (εικ. 9).

7. Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. κ.ά., Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris 2006), σελ. 55.

8. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 6, 61. Υπάρχουν και νομίσματα που φέρουν διακριτικά εργαστηρίου μεγαλύτερα από τον αριθμό αυτό (S, Ζ, Η), η ερμηνεία τους ωστόσο παραμένει προβληματική. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

9. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

10. Στις φόλλεις, τα εικοσανούμμια και τα δεκανούμμια του Ιουστινιανού που εκδόθηκαν μετά το 528, η πενταετής οργάνωση της παραγωγής είναι εμφανής στην περιοδική αλλαγή της συντόμευσης του ονόματος της πόλης (Θεούπολις) που χρησιμοποιείται στο διακριτικό του νομισματοκοπείου. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 61. Πρβλ. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 67, πίν. 2, και Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 66-70.

11. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 30.

12. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 36-37, 41, 62· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 26, 40, 67, 70 όπου και συγκεκριμένα παραδείγματα.

13. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 30· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 65-66.

14. Όλες οι υποδιαιρέσεις φέρουν το διακριτικό νομισματοκοπείου ΑΝΤΧ, πλην των πεντανουμμίων που, λόγω μικρού μεγέθους, φέρουν μόνο δύο γράμματα (ΑΝ). Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 26.

15. Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 26· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66. Ο συνδυασμός αστερίσκου και ημισέληνου πρωτοεμφανίστηκε στις φόλλεις του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης, και πιο συγκεκριμένα σε αυτές του πέμπτου εργαστηρίου (Ε), το οποίο ήταν πιθανώς υπεύθυνο για την οργάνωση και την επίβλεψη του νομισματοκοπείου της Αντιόχειας στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 30.

16. Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 11, 26.

17. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 37· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 41.

18. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 37 και σημ. 175· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 40-41· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

19. Οι χάλκινες κοπές των υπόλοιπων νομισματοκοπείων εξακολούθησαν να φέρουν το πορτρέτο του Ιουστίνου Α΄ στον εμπροσθότυπο, ενώ ο Ιουστινιανός αναφερόταν μόνο στη συνοδευτική επιγραφή. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ.41· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 44-45· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

20. Επί βασιλείας του το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας εξέδωσε νούμμους για τελευταία φορά. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 62· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 70.

21. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 60-61· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 66.

22. Για την καινοτομία αυτή, καθώς και για άλλες τις οποίες επέφερε η νομισματική μεταρρύθμιση του 538/539, βλ. ενδεικτικά Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 60-61.

23. Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας δεν ακολούθησε τη μείωση βάρους του 542 παρά μόνο το 546, ενώ δε συμμετείχε στη μεταρρύθμιση του 550. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 17, 61.

24. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 61· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 67-68· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

25. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 62· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 68.

26. Διαφορετικές απόψεις εκφράστηκαν από τους συγγραφείς G. Bates, P. Grierson και W. Hahn. Βλ. Bates, G.E., “Five Byzantine Notes. 1. A supplement to ‘The Antiochene Copper of Justinian’; 2. A Maurice Pentanummium from Cyzicus; 3. The Antioch Mint under Heraclius; 4. The Third Officine at Seleucia; 5. An Addition to the 30 Nummi Coinage”, Museum Notes 16 (1970), σελ.  73-79· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 67· Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 62 και Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 69.

27. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 67-68· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 118-119 (Ιουστίνος Β΄), σελ. 142-143 (Τιβέριος Β΄), σελ. 165-167 (Μαυρίκιος).

28. Παλιότερα είχαν αποδοθεί στο νομισματοκοπείο αυτό και στη βασιλεία του Ηρακλείου (610-641) κάποιες κοπές που φέρουν το διακριτικό του νομισματοκοπείου της Αντιόχειας. Balty, J.C., “Un follis d’Antioche daté de 623/4 et les campagnes syriennes d’Héraclius”, Schweizer Münzblätter 20 (1970), σελ. 4-12· Bates, G.E., “Five Byzantine Notes. 1. A supplement to ‘The Antiochene Copper of Justinian’; 2. A Maurice Pentanummium from Cyzicus; 3. The Antioch Mint under Heraclius; 4. The Third Officine at Seleucia; 5. An Addition to the 30 Nummi Coinage”, Museum Notes 16 (1970), σελ. 80-82· Pottier, H., “Deux folles d’Héraclius et Héraclius Constantin datés des années XII et XIV”, Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 14 (1977), σελ. 51-59· Pottier, H., “L’atelier d’Antioche sous Héraclius”, Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 16 (1979), σελ. 66-81· Hahn, W., “Minting activity in the diocese of Oriens under Heraclius”, Numismatic Circular 85 (1977), σελ. 307-308.  Η σύγχρονη έρευνα ωστόσο δεν τις θεωρεί επίσημες βυζαντινές κοπές. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 85, 106· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 194. Για τη νομισματική παραγωγή του Φωκά στην Αντιόχεια βλ. Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 194-195.

29. Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. κ.ά., Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris 2006), σελ. 57-58 (εικ. 9) και σελ. 62 (εικ. 10e).

Πηγή

Συγγραφή : Παπαδοπούλου Παγώνα (8/7/2008)
Για παραπομπή: Παπαδοπούλου Παγώνα, «Νομισματοκοπείο Αντιόχειας», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:



Mint of Antioch
Συγγραφή : Papadopoulou Pagona (8/7/2008)
Μετάφραση : Loumakis Spyridon
Για παραπομπή: Papadopoulou Pagona, "Mint of Antioch",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:

1. Introduction

The mint of Antioch was the second most important mint of the early Byzantine period after the mint of Constantinople.1 It was founded during the reign of Anastasios I (491-518) and remained active – with some short breaks – until the reign of Phokas (602-610). It is characterized by the exclusive production of bronze coins. Its coin products, however, were widely circulated, since we find them in coin hoards and as single findings in all the eastern provinces of the empire.

2. Production

The mint of Antioch issued the full series of the 6th-century bronze coinage denominations (follis, eikosanummia, decanummia, pentanummia, nummus), although not during the whole period of its mint activity. Its products are easily discerned thanks to the use of a mint-mark:2 at the beginning the ΑΝΤΙΧ was used or a similar one (Antioch), while from 529 onwards abbreviations of the city’s new name were used (Theoupolis).3

In general the coin production of the mint was very large and was aiming in covering the needs of North Syria, where the mint of Antioch shared a percentage of 29% in coin hoards4 and 46,9% in single findings,5 as well as of other regions of the empire: according to a recent study the rate of Antioch’s monetary presence in hoards from the Balkans and Asia Minor of the period 491-713 amounts to 5,67% on average.6 The same study showed that, as it is expected, the mint’s rate of production was never the same, but presented fluctuations caused by the organization of the production – it was for example larger during the beginnings of the five-year cycle (see below) –, as well as by the prevailing political situations. Thus, the changes in the Byzantine-Persian relations were reflected in the decrease of production during the period 532-534 after the conclusion of a peace treaty with Chosroe I, in its new increase during the period 532-534 as a consequence of the restarting of hostilities in 573, as well as in the maintenance of a relatively high degree of production the last two decades of the 6th century.7

3. Mint organization

As the rest of the imperial mints did, the mint of Antioch included officina (workshops). In theory their number did not surpass that of four officinae, although after 542 a fifth one was added.8 It seems that the third officina (Γ) was responsible for the largest part of the mint production, especially during the second half of the 6th century.9

As far as the organization of the production is concerned, this seems to be based on five-year cycles in general, known as lustra, which determined the change of the subsidiary marks. Although we can trace this system with certainty only from the reign of Justinian onwards, when the large bronze denominations started bearing the year of reign,10 it must have been already in use since the mint’s foundation: the subsidiary marks of Anastasios’ second issue did change only after the end of the lustrum in 522, in spite of emperor’s death and the change of the iconographic type in 518.11

Finally, what is characteristic for this mint is the sense of saving with regard to the production and use of moulds. Not only older moulds were reused – with or without countermarking – but obverse moulds were created, which could be used for the issue of more than one denominations.12

4. Issues

4.1. Anastasios I (491-518)

The mint of Antioch was founded under Anastasios I, though not after the monetary reform of 498, but some time after 512 – probably in 516 – when follis’ weight had already been increased.13 During this first phase the mint struck folles, eikosanummia, decanummia and pentanummia.14 With regard to imagery, it is worth mentioning the use of a combination of asterisk and crescent (sun and moon respectively) as subsidiary marks, which was continued during the following emperors and became in a way a characteristic element of the mint of Antioch (fig. 1),15 as well as the wide use of the diadem crowned with a cross on the emperor’s portrait, which seems to have theological implications and to be connected with the role of the city of Antioch as a center of Monophysitism.16

4.2. Justin I (518-527)

Under Justin I the same denominations were still issued, to which nummoi were added.17 Nevertheless, the big novelty of this period of reign concerns the pentanummia, on which the mint mark was replaced by the depiction of the Tyche of Antioch under a stylized temple with the personification of river Orontes on her feet (fig. 2). The prototype for this issue was the famous sculpture of Eutychides of Sikyon (3rd century B.C.), which had also been used previously on Roman coins.18

The short period of co-regency between Justin I and Justinian I (527) is represented in Antioch by four denominations (from follis to pentanummia), which were novel in relation to the rest of the mints, since they bear on the obverse the portraits of both the co-emperors (fig. 3).19

4.3. Justinian I (527-565)

Under Justinian I Antioch issued the full series of bronze denominations.20 As has already been mentioned, the earthquake of 528 led to the change of the city’s name and of the mint mark. At the same time, the depiction of Tyche on pentanummia was replaced – for reasons of piety – by the value mark Ε, of which the central arm took the form of a cross (fig. 4).21

The applying of the reform of the year 538/9 which led among other things to record on coins the years of reign,22 was delayed at Antioch for one year (539/540)23 and was immediately interrupted because of the Persian occupation of the city on June 540 that caused a temporary close of the mint (540-542/3).24 A second break, which was probably due to a plague epidemic, is attested by the numismatic material for the period 543-546/7.25 After those breaks, the production continued under normal conditions, although towards the end of Justinian’s reign the inscriptions were almost always wrong, a fact that gave reason for various interpretations without, however, any of them to appear satisfying.26

4.4. Justin II (565-578) – Maurice (582-602)

Under Justin II, Tiberius II (578-582) and Maurice the mint of Antioch followed in broad outline the model of Constantinople, from which, however, it diverged as far as details on the iconography, the mint marks, the rendering of inscriptions and the style are concerned.27

4.5. Phokas (602-610)

This emperor’s issues were the last ones for the Byzantine mint of Antioch (fig. 5).28 Most probably because of the Persian danger, the mint issued very large amounts of coins: its products are represented in coin hoards from the regions outside Syria in a rate of 15%, the largest since the starting of its mint activity.29ctivity.

1. Grierson, Ph., Byzantine Coins (London 1982) p. 65; W. Hahn (with the collaboration of Metlich, M. A.), Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000) (hereafter ΜΙΒΕ) p. 6.

2. In the case of those denominations that do not include mint marks because of their small size, the attribution is based on stylistic elements and the strong presence of certain types among the numismatic findings from excavations of that region. Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

3. Antioch was renamed Theoupolis after the disastrous earthquake of the 29th of November 528 in hope of avoiding future quakes. Grierson, Byzantine Coins, p. 66; ΜΙΒΕ, p. 60. For the theological meaning of this name and its use on the coinage see Salamon, M., “Theology and Coinage: The Name of Theoupolis on the Coins of Antioch”, in Hackens, T. – Moucharte, G. (ed.), Actes du XIe Congrès international de Numismatique : organisé à l’occasion du 150e anniversaire de la Société royale de numismatique de Belgique (Bruxelles, 8-13 septembre 1991) (Louvain-le-Neuve) III, pp. 15-20.

4. For the period from Anastasios I until Maurice (582-602) see Pottier, H., Analyse d’un trésor de monnaies en bronze enfoui au VIe siècle en Syrie byzantine (Bruxelles, 1983) pp. 38-41.

5. For the period from Anastasios I until Constas II (641-668) see Noeske, H. C., Die Münzfunde der ägyptischen Pilgerzentrums Abu Mina und die Vergleichsfunde aus des Dioecesen Aegyptus und Oriens vom 4. - 8. Jh. n. Chr. Prolegomena zu einer Geschichte des spätrömischen Münzumlaufs in Ägypten und Syrien (Berlin 2000) I, p. 290.

6. This average derives from the percentages mentioned in Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. et collaborateurs, Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris, 2006) p. 58 (fig. 9).

7. Morrisson et al., Les trésors monétaires, p. 55.

8. ΜΙΒΕ, p. 6, 61. There are coins as well that bear mint marks bigger than this number (S, Ζ, Η), though their interpretations remains problematic. Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

9. Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

10. On Justinian’s folles, eikosanummia and decanummia issued after 528, the five-year-cycle organization is obvious in the periodic change of the abbreviation of the city’s name (Theoupolis) used as its mint mark. ΜΙΒΕ, p. 61. Cf. Grierson, Byzantine Coins, p. 67, plate 2 and Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005) p. 66-70.

11. ΜΙΒΕ, p. 30.

12. ΜΙΒΕ, p. 36-37, 41, 62; Hahn, Zur Münzprägung, pp. 26, 40, 67, 70 where particular examples can be found.

13. ΜΙΒΕ, p. 30; Grierson, Byzantine Coins, pp. 65-66.

14. All the denominations bear the mint mark ΑΝΤΧ, except the pentanummia, which bear only two letters (ΑΝ) because of their small size. Hahn, Zur Münzprägung, p. 26.

15. Hahn, Zur Münzprägung, p. 26; Grierson, Byzantine Coins, p. 66. The combination of the asterisk with the crescent first appeared on folles of the Constantinopolitan mint and more precisely on those of the fifth officina (Ε), which was probably responsible for the organization and the supervision of the mint of Antioch during its first years of activity. ΜΙΒΕ, p. 30.

16. Hahn, Zur Münzprägung, pp. 11, 26.

17. ΜΙΒΕ, p. 37; Hahn, Zur Münzprägung, p. 41.

18. ΜΙΒΕ, p. 37 and note 175; Hahn, Zur Münzprägung, pp. 40-41; Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

19. The bronze issues of the rest of the mints still bore the portrait of Justin I on the obverse, while Justinian was mentioned only in the accompanying inscription. ΜΙΒΕ, p.41; Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 44-45; Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

20. Under his reign the mint of Antioch issued nummoi for the last time. ΜΙΒΕ, p.62; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 70.

21. ΜΙΒΕ, p. 60-61; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 66.

22. For this novelty brought by the reform of the year 538/9 see for example Grierson, Byzantine Coins, pp. 60-61.

23. It is interesting to mention that it was not until 547 when the mint of Antioch followed the decrease of weight initially imposed in 542, while it did not participate in the reform of the year 550. ΜΙΒΕ, pp. 17, 61.

24. ΜΙΒΕ, p. 61; Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 67-68; Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

25. ΜΙΒΕ, p. 62; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 68.

26. Different opinions were expressed by G. Bates [Bates, G. E., “Five Byzantine Notes. 1. A supplement to ‘The Antiochene Bronze of Justinian’; 2. A Maurice Pentanummium from Cyzicus; 3. The Antioch Mint under Heraclius; 4. The Third Officine at Seleucia; 5. An Addition to the 30 Nummi Coinage”, Museum Notes 16 (1970) pp. 73-79], by Ph. Grierson (Grierson, Byzantine Coins, p. 67) and by W. Hahn (ΜΙΒΕ, p. 62; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 69).

27. Grierson, Byzantine Coins, pp. 67-68; Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 118-119 (Justin II), pp. 142-143 (Tiberius II), pp. 165-167 (Maurice).

28. On previous times some issues bearing the mint mark of Antioch had been attributed to this mint under the reign of Herakleios (610-641). Balty, J. C., « Un follis d’Antioche daté de 623/4 et les campagnes syriennes d’Héraclius », Schweizer Münzblätter 20 (1970), pp. 4-12 ; Bates, “Five Byzantine Notes”, pp. 80-82 ; Pottier, H., « Deux folles d’Héraclius et Héraclius Constantin datés des années XII et XIV », Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 14 (1977) pp. 51-59; Pottier, H., « L’atelier d’Antioche sous Héraclius », Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 16 (1979) pp. 66-81; Hahn, W., “Minting activity in the diocese of Oriens under Heraclius”, Numismatic Circular 85 (1977) pp. 307-308. Nevertheless, the modern scholarship does not recognize them as official Byzantine issues. Grierson, Byzantine Coins, pp. 85, 106; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 194. For Phokas’ mint production at Antioch see Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 194-195.

29. Morrisson et al., Les trésors monétaires, pp. 57, 58 (fig. 9) and p. 62 (fig. 10e).

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Τί ήταν το ανάθημα ή ανάθεμα


Στην αρχαιότητα, ο όρος δήλωνε το αφιέρωμα σε έναν θεό. Ο αναθέτης προσέφερε ένα αντικείμενο, ένα γλυπτό, ένα κόσμημα ή οτιδήποτε άλλο σχετικό στη θεότητα, ευχαριστώντας για κάτι που πέτυχε ή κέρδισε ή απέκτησε· ευγνωμονώντας για βοήθεια ή θεϊκή προστασία που του δόθηκε σε κρίσιμη στιγμή· παρακαλώντας για κάτι·από ευσέβεια, για να δώσει o πιστός χαρά (αγαλλίαση) στον θεό.


O Μοσχοφόρος (570 π.Χ.), ανάθημα στον ναό της Παρθένου Αθηνάς

H ποικιλία των αναθημάτων είναι απέραντη: όπλα, κοσμήματα, πολύτιμα υφάσματα, ανάγλυφα, ποικίλα αγάλματα, βραβεία που είχαν πάρει αθλητές σε αγώνες, ολόκληροι ναοί, θησαυροί. Τα αναθήματα ήταν ατομικά ή ομαδικά: ενός συλλόγου ή και μιας πόλης ολόκληρης ή και ακόμα γενικότερα, όπως για παράδειγμα o χρυσός τρίποδας των Πλαταιών, που προσέφεραν μετά την ομώνυμη μάχη στον Απόλλωνα των Δελφών όλες οι ελληνικές πόλεις που είχαν πάρει μέρος στους Μηδικούς πολέμους.

Το ανάθημα, που λεγόταν και ανάθεμα,από το ρήμα ανατίθημι, λέγεται στα νεότερα χρόνια τάμα ή τάξιμο. Το έθιμο αυτό είναι αρχαιότατο και απαντάται σε όλες τις θρησκείες.

To ανάθημα εκφράζει την πίστη και την υποταγή του ανθρώπου ή και μιας πόλης (και ιδιαίτερα εκείνου που βρίσκεται σε δύσκολη θέση ή σε κίνδυνο) προς τους θεούς, από τους οποίους ζητά ευμένεια και βοήθεια.


Οι πρώτοι χριστιανοί θεωρούσαν τα αναθήματα ως ασέβεια και τα χαρακτήριζαν πράξη τυπικού μαύρης μαγείας, με σκοπό να προκληθεί κάποιο κακό στον πλησίον. Στην Παλαιά Διαθήκη, οι Εβδομήκοντα απέδωσαν αυτό τον όρο στην εβραϊκή λέξη χέρεμ, που σήμαινε:

α) την αφιέρωση προσώπων ή αντικειμένων στον Θεό και

β) αντικείμενα παραδομένα στην οργή του Θεού και, επομένως, καταραμένα.

Στην Καινή Διαθήκη σημαίνει:

α) τον αφιερωμένο στον Θεό ή σε κάποια ιερή υπηρεσία (Γαλ. α’ 16, β’ 12) και

β) τον αποχωρισμένο από την κοινωνία της αγάπης με τον Χριστό και τους άλλους ανθρώπους και, επομένως, τον καταραμένο, τον αναθεματισμένο (Α’ Κορ. ιστ’ 22, Ρωμ. θ’ 3).

Αυτή τη δεύτερη και κακή σημασία του όρου με τη μορφή της λέξης ανάθεμα συναντούμε και στους ιερούς κανόνες της εκκλησίας: «Ει τις κληρικός ή λαϊκός … ανάθεμα έστω …», σημαίνει εκείνον που χωρίστηκε οριστικά από την κοινωνία της εκκλησίας και επομένως στερήθηκε τη θεία χάρη και τα αποτελέσματά της. Παράλληλα, χρησιμοποιείται και ο όρος αφορισμός, που έχει τη σημασία μιας ελαφρύτερης ποινής, δηλαδή ενός προσωρινού αποκλεισμού από την εκκλησιαστική κοινωνία.

Ανάθεμα κατά Βενιζέλου.

Ενέργεια αντιβενιζελικών οργανώσεων και της Ιεράς Συνόδου που αποσκοπούσε στην πολιτική εξόντωση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Οργανώθηκε επειδή ο Βενιζέλος προχώρησε στον σχηματισμό της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και ενέπλεξε την Ελλάδα στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων, γεγονός που δυσαρέστησε τον γαμπρό του Κάιζερ, βασιλιά Κωνσταντίνο.

Το ανάθεμα έγινε στο Πεδίον του Άρεως, στην Αθήνα, στις 12/25 Δεκεμβρίου 1916 και το απήγγειλε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Θεόκλητος μπροστά στα μέλη της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Λάμπρου, τη στρατιωτική ηγεσία και την Ιερά Σύνοδο. Ανάλογες ενέργειες οργανώθηκαν, επίσης, σε όλες τις πόλεις και τα χωριά που ελέγχονταν από τους βασιλικούς.