Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακεδονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακεδονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΜΟΥ» ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ

Σπυρίδων Σφέτας - Η Γένεση του «Μακεδονισμού» στον Μεσοπόλεμο

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΣΜΟΥ» ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ
1) Ο ρόλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην εκκόλαψη του «μακεδονικού έθνους»
Στην ιστοριογραφία είναι ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη ότι το «μακεδονικό έθνος» είναι δημιούργημα της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Η θέση αυτή δεν μπορεί βέβαια να αμφισβητηθεί, καθ' όσον το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας είχε ιδιαιτέρους λόγους να προωθήσει τον «μακεδονισμό» στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ως αντίρροπη εθνική ιδεολογία στον βουλγαροσερβικό ανταγωνισμό του Μεσοπολέμου. Την ανάγκη της απαγκιστρώσεως των Σλάβων της Μακεδονίας από την ελληνική, τη σερβική και την βουλγαρική επιρροή και της δημιουργίας μιας συλλογικής σλαβομακεδονικής ταυτότητος είχαν ήδη τονίσει, στις αρχές του Κ΄ αιώνος, μερικοί Σλάβοι διανοούμενοι (Μισίρκωφ, Ντέντωφ, Μισάικωφ, Τσουπόφσκυ). Διαβλέποντας ότι ο σερβοβουλγαρικός ανταγωνισμός απέβαινε σε βάρος του ντόπιου πληθυσμού και διαιώνιζε την τουρκική κυριαρχία, επεδίωκαν την αναγνώριση των Σλάβων της Μακεδονίας ως ξεχωριστής κοινότητος (Μιλλέτ). Αλλά στις αρχές του Κ΄ αιώνος, οι πολιτικές συνθήκες δεν ευνοούσαν την προώθηση του σλαβομακεδονισμού ως μίας νέας συλλογικής εθνικής ταυτότητος και οι πρώιμοι θιασώτες του σλαβομακεδονισμού δεν είχαν ουσιαστική απήχηση στις μάζες. Οι πολιτικές και ιδεολογικές αφετηρίες του «μακεδονισμού» ουσιαστικά τέθηκαν από την Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν), στον Μεσοπόλεμο. Είναι ήδη τεκμηριωμένο ότι η Κομμουνιστική Διεθνής έβλεπε το Μακεδονικό ως ζήτημα τακτικής, ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές συγκυρίες. Η δημοσίευση σημαντικών εγγράφων για την χρονική περίοδο 1923-1925 από το αρχείο της Κομιντέρν, έχει ουσιαστικά επιβεβαιώσει την άποψη ότι τότε η Κομμουνιστική Διεθνής προέβαλε την θέση «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία σε μια Βαλκανική Σοβιετική Δημοκρατία», για να προσεταιρισθεί την ΕΜΕΟ στο εγχείρημά της να δημιουργήσει ένα ενιαίο μέτωπο μεταξύ των Βουλγάρων Κομμουνιστών, των Βουλγάρων Αγροτικών και των βουλγαρομακεδονικών οργανώσεων για την προώθηση της επαναστάσεως στη Βουλγαρία, την εγκαθίδρυση μιας εργατο-αγροτικής κυβερνήσεως και την αποσταθεροποίηση των βαλκανικών κρατών. Κατά την Κομμουνιστική Διεθνή, οι μακεδονικές οργανώσεις στη Βουλγαρία δεν έπρεπε μονάχα να αποδεσμευθούν από την επιρροή των βουλγαρικών «αστικών» πολιτικών παραγόντων, αλλά και να αποξενωθούν από τον βουλγαρικό εθνικισμό. Κατηγορώντας το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα για την ουδέτερη στάση του στην πραξικοπηματική ανατροπή της Αγροτικής Κυβερνήσεως Σταμπουλίνσκυ (9.6.1923), ο Καρλ Ράντεκ εκφράστηκε ως εξής κατά τη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που έλαβε χώρα στις 12-13 Ιουνίου του 1923, στη Μόσχα:
«Σε όλη τη σύγχρονη ιστορία της Βουλγαρίας το Μακεδονικό Ζήτημα παίζει ένα μεγάλο ρόλο. Η Μακεδονία, στην οποία ζουν χωρικοί, για τους οποίους είναι δύσκολο να λεχθεί αν είναι Σέρβοι ή Βούλγαροι, αποτελεί ένα παλαιό αντικείμενο διένεξης μεταξύ Βουλγαρίας και Σερβίας. Μετά την ήττα της Βουλγαρίας στον πόλεμο, το Αγροτικό Κόμμα του Σταμπουλίνσκυ παραιτήθηκε από τη [διεκδίκηση] της Μακεδονίας. Παραιτήθηκε όχι μόνο τυπικά και στη Νις υπέγραψε με τη Γιουγκοσλαβία μια συνθήκη, σύμφωνα με την οποία ο Σταμπουλίνσκυ καταδίωξε τις παλαιές μακεδονικές οργανώσεις. Αυτές οι οργανώσεις είναι από κοινωνική άποψη οργανώσεις μικρών και φτωχών χωρικών. Έχουν ένα επαναστατικό παρελθόν, έχουν αγωνιστεί εναντίον της κυριαρχίας των τούρκων γαιοκτημόνων, εναντίον της σερβικής μπουρζουαζίας, έχουν παράνομες επαναστατικές οργανώσεις. Υπάρχουν εδώ και καιρό συμπάθειες για τη ρωσική επανάσταση. Οι μακεδονικές οργανώσεις ήταν ένας κοινωνικός παράγοντας, με τον οποίο θα μπορούσαμε να συνδεθούμε… Το Κόμμα δεν έχει κάνει τίποτα και είναι χαρακτηριστική η παραμέληση του Μακεδονικού ως ζητήματος τακτικής».
Aντί του όρου «βουλγαρικός λαός», όπως αναφερόταν σε προγενέστερες διακηρύξεις της Τρίτης Διεθνούς, εισάγεται το 1923-24 ο όρος «μακεδονικός λαός», «μακεδονικός πληθυσμός, χωρίς διάκριση εθνότητας». Πρόθεση της ΚΔ ήταν όλες οι εθνότητες της Μακεδονίας να διαμορφώσουν μία γηγενή μακεδονική συνείδηση ως ένας «λαός» από πολιτική άποψη και να επιδιώκουν την δημιουργία μίας «Ενιαίας και Ανεξάρτητης Μακεδονίας», για την υπονόμευση των βαλκανικών «αστικών» κρατών.
Η νέα γραμμή που επιβάλλεται στην ΣΤ΄ Συνδιάσκεψη της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας (Δεκέμβριος 1923, στη Μόσχα) και στο Ε΄ Συνέδριο της ΚΔ (17 Ιουνίου - 8 Ιουλίου 1924) είναι «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία», που μπορεί να πραγματοποιηθεί «μόνο αν ο αγώνας του μακεδονικού λαού συμπορεύεται με τον αγώνα των εργατών και αγροτών της Βαλκανικής». Είναι ευνόητο ότι μια τέτοια πολιτική αποσκοπούσε στη διάβρωση των βαλκανικών κρατών, συμπεριλαμβανομένης και της Βουλγαρίας. Με επιστολή της προς την ΕΜΕΟ, τον Ιούλιο του 1924, η ΚΔ έθεσε ως προϋπόθεση για την παροχή βοηθείας την υποχρέωση της οργανώσεως να αρχίσει την επανάσταση στη Βουλγαρία, με την εκδίωξη των βουλγαρικών κρατικών οργάνων από το βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας και με την ανακήρυξή του σε ανεξάρτητο κράτος. Η πίεση που ασκήθηκε από την ΚΔ στο ΚΚΕ, για να αποδεχθεί την απόφαση του Ε΄ Συνεδρίου της ΚΔ για το Μακεδονικό Ζήτημα κατά το έτος 1924, εξηγείται από την πολιτική της σε σχέση με την ΕΜΕΟ. Η πτέρυγα του ΚΚΕ που δέχθηκε τη νέα γραμμή, δικαιολόγησε τη στάση της με το επιχείρημα ότι, στον βαθμό που η θέση «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» συμβάλλει στην επιτυχή έκβαση της επαναστάσεως στη Βουλγαρία και στην Βαλκανική, το ΚΚΕ, ως κόμμα διεθνιστικό, οφείλει να την αποδεχθεί, φθάνοντας ακόμα και σε σύγκρουση με την ελληνική αστική τάξη. Ο όρος «μακεδονικό έθνος», ταυτιζόμενος αποκλειστικά και εμφατικά με το σλαβικό στοιχείο της Μακεδονίας, δεν εισάγεται ακόμα στα κείμενα της ΚΔ, αλλά το Μακεδονικό Ζήτημα δεν θεωρείται πλέον βουλγαρικό ζήτημα. Μπορεί τα σχέδια της ΚΔ να απέτυχαν, ωστόσο η σοβιετική ανάμιξη στο Μακεδονικό Ζήτημα είχε ως αποτέλεσμα μια πολιτικο-ιδεολογική πόλωση της βουλγαρομακεδονικής κινήσεως. Ως ιδεολογικός και πολιτικός αντίποδας της ΕΜΕΟ του Ιβάν Μιχαήλωφ ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1925 στη Βιέννη η ΕΜΕΟ (Ενωμένη), υπό την σκέπη της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στην ΚΕ της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) υπήρχε μία κομμουνιστική πτέρυγα (Δημήταρ Βλάχωφ, Βλαδιμήρ Ποπτόμωφ) και μία εθνικοεπαναστατική (Γκεόργκυ Ζανκώφ, Πάβελ Σάτεφ), η οποία, παρόλο που διαφωνούσε με την κομμουνιστικοποίηση της οργανώσεως, υπολόγιζε στη βοήθεια της Σοβιετικής Ενώσεως για την αναθεώρηση των συνθηκών ειρήνης. Το 1928, υπό το φως των αποφάσεων του ΣΤ΄ Συνεδρίου της ΚΔ, εξοβελίστηκε η εθνικοεπαναστατική πτέρυγα της ΚΕ της ΕΜΕΟ (Ενωμένης), που προσέλαβε πλέον έναν στενό κομμουνιστικό χαρακτήρα με κύριες μορφές τον Δημήταρ Βλάχωφ και τον Βλαδιμήρ Ποπτόμωφ, μέλη του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Η επιρροή της ΕΜΕΟ
(Ενωμένης) στον βαλκανικό χώρο υπήρξε ασήμαντη, δεδομένου ότι η έδρα της ήταν αρχικά στη Βιέννη και αργότερα στο Βερολίνο και το δημοσιογραφικό της όργανο «Μακεδονική Υπόθεση», που εκδίδονταν στην βουλγαρική γλώσσα, δύσκολα μπορούσε να καταστεί προσιτό στα Βαλκάνια. Μέχρι το 1928 μόνο στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας δημιουργήθηκαν μικροομάδες της ΕΜΕΟ (Eνωμένης), χωρίς ουσιαστική πολιτική σημασία, ενώ το 1929 εξαρθρώθηκαν οριστικά από τις σερβικές αρχές. Στη Βουλγαρία ιδρύθηκαν το 1928 οι πρώτοι πυρήνες της οργανώσεως, ωστόσο η ΕΜΕΟ (Eνωμένη), λόγω του στενού κομμουνιστικού της χαρακτήρος και της εχθρικής στάσεως της ΕΜΕΟ του Mιχαήλωφ, δεν μπόρεσε να εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα της χώρας και περιορίσθηκε σε προπαγάνδα μεταξύ των Βουλγαρομακεδόνων προσφύγων. Βασική πολιτική γραμμή της οργανώσεως αποτελούσε το σύνθημα «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία» και υπό την έννοια «μακεδονικός λαός» συμπεριλαμβάνονταν όλες οι εθνότητες της Μακεδονίας (Βούλγαροι, Αλβανοί, Τούρκοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Έλληνες, Αθίγγανοι). Σε υπόμνημα της οργανώσεως, στις 10 Σεπτεμβρίου του 1927, για την κατάσταση των καταπιεσμένων λαών της Βαλκανικής προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου των Εθνικών Μειονοτήτων στη Γενεύη, τονιζόταν χαρακτηριστικά :
« …Στη σερβική Μακεδονία όλες οι κυβερνήσεις του Βελιγραδίου, ανεξάρτητα από τις διαφορές τους στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική, σε σχέση με τους Μακεδόνες εφαρμόζουν την ίδια πολιτική. Ο μακεδονικός λαός, δηλαδή όλες οι εθνότητες που ζούσαν και ζουν εκεί και εξ' ονόματος των οποίων ομιλούμε: Bούλγαροι, Αλβανοί, Τούρκοι, Εβραίοι, Έλληνες, Τσιγγάνοι στερούνται πολιτικών και αστικών δικαιωμάτων. Όλες οι σερβικές αρχές τους μεταχειρίζονταν και εξακολουθούν να τους μεταχειρίζονται ως Σέρβους… Αν εξετάσουμε πως ζει ο μακεδονικός λαός υπό την ελληνική δουλεία, θα διαπιστώσουμε ότι και εδώ η κατάσταση είναι ίδια. Οι ελληνικές αρχές έδιωξαν τους Τούρκους από την Μακεδονία αφού πρώτα τους καταλήστευσαν. Στους Εβραίους προβάλλουν πολλά εμπόδια, για να τους εξαναγκάσουν να μετοικήσουν. Διώχνουν και τους Βούλγαρους… Δεν υπάρχει διαφορά πολιτικής μεταξύ της ελληνικής και σερβικής κυβέρνησης σε σχέση με τις εθνότητες της Μακεδονίας. Τις εθνότητες αυτές η Ελλάδα τις μεταχειρίζεται σα να είναι δούλοι… Αν εξετάσουμε το βουλγαρικό τμήμα της Μακεδονίας, θα παρατηρήσουμε ότι και εδώ η κατάσταση είναι όμοια με το σερβικό και ελληνικό τμήμα. Οι Μακεδόνες Έλληνες και Τούρκοι που πριν κατοικούσαν εδώ, εκδιώχθηκαν. Ο πληθυσμός που κατοικεί σε αυτό το τμήμα της Μακεδονίας, όντας βουλγαρικής εθνικότητας, απολαμβάνει πολιτιστικών δικαιωμάτων. Έχει σχολεία, εκκλησίες κλπ. Και αυτή είναι η μοναδική διαφορά μεταξύ της κατάστασης των Μακεδόνων στη Βουλγαρία και εκείνης στην Ελλάδα και Σερβία… Από κάθε άλλη άποψη, η κατάσταση των Μακεδόνων σε αυτό το τμήμα της Μακεδονίας δε διαφέρει από τα τμήματα που βρίσκονται υπό την εξουσία της Ελλάδας και της Σερβίας, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις είναι και χειρότερη. Το πολιτικό καθεστώς που επικρατεί στη Μακεδονία υπό τη βουλγαρική εξουσία είναι από τα περισσότερο τυραννικά που υπάρχουν στον κόσμο… Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν αφεθεί να ζουν οι Μακεδόνες Βούλγαροι σε αυτό το μέρος της Μακεδονίας, αυτή είναι ιδιαίτερα τραγική. . .».
Ποιοί παράγοντες επέδρασαν, ώστε να εγκαταλειφθεί η θέση αυτή και να υιοθετηθεί η άποψη για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους», ταυτιζομένου αποκλειστικά με την σλαβική ομάδα; Σήμερα, η δυνατότητα πρόσβασης στο αρχείο της Κομιντέρν μας επιτρέπει να διαγράψουμε την σχετική διαδικασία πληρέστερα.
Γενικά, επιβεβαιώνεται η παλαιά θέση ότι μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η Κομμουνιστική Διεθνής επιθυμούσε να αποτρέψει την εκμετάλλευση του Μακεδονικού Ζητήματος από τη ναζιστική Γερμανία προς όφελος της Βουλγαρίας στον επικείμενο πόλεμο, όπως συνέβη στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Καθώς η ΕΜΕΟ του Mιχαήλωφ είχε αποδεχθεί το 1933 την θέση της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» αλλά ως δεύτερο βουλγαρικό κράτος, θεωρώντας συμβατή την εθνική ταυτότητα «Βούλγαρος» με την πολιτική ετικέτα «Μακεδόνας», ήταν έκδηλη πλέον η ανάγκη για την ανάληψη ενός αγώνα -όχι μονάχα ιδεολογικού και πολιτικού, αλλά και εθνικού- κατά της ΕΜΕΟ του Mιχαήλωφ. Σημαντική επίδραση είχε και η προσπάθεια της Κομμουνιστικής Διεθνούς να αποτρέψει την εκμετάλλευση των εθνικών προβλημάτων της Γιουγκοσλαβίας, ιδιαιτέρως του Κροατικού, από τη ναζιστική Γερμανία και για τον λόγο αυτόν τέθηκε επί τάπητος και το ζήτημα της ιδρύσεως Εθνικού Κροατικού και Σλοβενικού Κόμματος, ώστε τα -σε εθνική πλέον βάση- Κομμουνιστικά Κόμματα να ασχοληθούν με τα εθνικά προβλήματα της χώρας. Στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν, η Γιουγκοσλαβία έπρεπε να αποτελέσει ανάχωμα σε ενδεχόμενη γερμανική προσπάθεια για διείσδυση στα Βαλκάνια.
Μόλις ο Βλαδιμήρ Ποπτόμωφ (ψευδώνυμο Γκρόμωφ), μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΜΕΟ (Ενωμένης), πληροφορήθηκε ότι η κατάσταση της οργανώσεως και η προοπτική της «επαναστατικής δράσεως» θα συζητηθούν στους κόλπους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, υπέβαλε στις 15 Νοεμβρίου του 1933 στη Γραμματεία των Βαλκανικών Κρατών (Balkanländer Sekretariat - στο εξής BLS), το αρμόδιο όργανο της Κομιντέρν για τα Βαλκάνια, ένα υπόμνημα. Σ' αυτό αναζήτησε τα αίτια της αποτυχίας της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) να εξελιχθεί σε μαζική οργάνωση στον συγκεντρωτικό της χαρακτήρα, στις δυσκολίες της διαδόσεως της εφημερίδος Μακεδονική Υπόθεση αλλά και στις δυσκολίες αναγνώσεως και κατανοήσεως της εφημερίδος στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία, καθώς αυτή εκδίδονταν στην λόγια βουλγαρική γλώσσα. Ιδιαίτερα επεσήμανε ο Ποπτόμωφ τις διαφορετικές πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στα τρία τμήματα του ευρυτέρου μακεδονικού χώρου και τον συνεχή εκσερβισμό και εξελληνισμό του σλαβικού πληθυσμού, με αποτέλεσμα οι νέες γενιές να χειρίζονται άνετα στον γραπτό και προφορικό λόγο μόνον την ελληνική ή τη σερβική γλώσσα. Έτσι, κατά τον Ποπτόμωφ, η εφημερίδα Μακεδονική Υπόθεση μπορούσε να γίνει κατανοητή μονάχα από τους Βουλγαρομακεδόνες πρόσφυγες της Βουλγαρίας. Ολοκληρώνοντας, πρότεινε την αποκέντρωση της οργανώσεως, την ίδρυση δηλαδή σε κάθε τμήμα της Μακεδονίας μιας εθνικοεπαναστατικής οργανώσεως υπό την καθοδήγηση των Κομμουνιστικών Κομμάτων, με το σύνθημα «της αυτοδιαθέσεως του μακεδονικού λαού μέχρι τον αποχωρισμό σε κυρίαρχη και ενιαία Μακεδονία». Το βασικότερο, ίσως, σημείο της εκθέσεως του Ποπτόμωφ ήταν η επιβεβαίωση του κινδύνου της επιτυχίας του εκσερβισμού και του εξελληνισμού.
Στη συνεδρίαση της 20ής Δεκεμβρίου 1933 του γραφείου της BLS (παρόντες μεταξύ άλλων ήταν ο Σμέραλ, μέλος του Τσεχοσλοβακικού Κομμουνιστικού Κόμματος και επικεφαλής της Γραμματείας, ο Βαλέτσκυ, μέλος του Πολωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Γκέρμαν, ψευδώνυμο του Βούλγαρου Γκίτσεφ από τη Δοβρουτσά, ο Σπυριδώνωφ, ψευδώνυμο του Tράιτσο Κοστώφ, μέλους του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος) εξετάσθηκε η εισήγηση του Ρίλσκυ (ψευδώνυμο του Γκεόργκυ Καρατζώφ), μέλους της VMRO Ενωμένης στη Βουλγαρία, για την ΕΜΕΟ (Eνωμένη) και εγκρίθηκαν οι θέσεις του αναφορικά με το δικαίωμα του «μακεδονικού λαού» για απόσχιση, για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» και για Βαλκανική Ομοσπονδία των εργαζομένων. Τέθηκε και το ζήτημα της εθνικότητος των Μακεδόνων και «θεωρήθηκε αναγκαία η ειδική εξέταση του ζητήματος, αν είναι δυνατό με τη συμμετοχή των συντρόφων που έφθασαν από την Μακεδονία». Στη συνεδρίαση της 22ας Δεκεμβρίου του 1933 συμμετείχε και o Βλάχωφ. Τέθηκε το ζήτημα της συντάξεως ενός σχεδίου - αποφάσεως για την ΕΜΕΟ (Ενωμένη), με βασικό πυρήνα την εθνικότητα των Μακεδόνων και ανατέθηκε στους Βλάχωφ, Ρίλσκυ και Γκέρμαν σε τρεις ημέρες να παρουσιάσουν το σχέδιο - απόφαση. Τα βασικά σημεία του σχεδίου ήταν τα ακόλουθα:
«Το εθνικό ζήτημα της Μακεδονίας είναι ιδιαίτερα στενά συνδεδεμένο με το ζήτημα του πολέμου και με το ζήτημα της διεθνούς κοινωνικής επανάστασης. Η σπάνια ιδιομορφία της ιστορικής εξέλιξης δημιούργησε εδώ από εθνική άποψη μια κατάσταση που δεν έχει ανάλογη πουθενά στην Ευρώπη… Μετά τον βαλκανικό και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η Μακεδονία διαμελίστηκε σε τρία μέρη και διανεμήθηκε μεταξύ Σερβίας, Ελλάδας και Βουλγαρίας. Επήλθε τεχνητή μετακίνηση πληθυσμών ολόκληρων περιοχών, εποικισμός, βίαιη απεθνοποίηση και αφομοίωση… Ο μακεδονικός λαός βλέπει τον κίνδυνο στον οποίο βρίσκεται όσο θα υπάρχει ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός, όσο τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα θα εκμεταλλεύονται τα μικρά βαλκανικά κράτη… Ο πληθυσμός της χώρας που έχει ήδη περάσει τόσους πολέμους, συνειδητοποίησε ότι ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος θα μπορούσε να οδηγήσει στην πλήρη φυσική του εξόντωση, αν ο πόλεμος δεν αποτραπεί από προγενέστερη εξέγερση και τη νίκη της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη. Αυτή η κατάσταση συσπειρώνει σε ένα σύνολο όλο τον εργαζόμενο πληθυσμό αυτού του τμήματος της βαλκανικής χερσονήσου και δημιουργεί εδώ το ιδιότυπο γεγονός, ότι και ο πληθυσμός που ομιλεί τη σλαβική γλώσσα και ο πληθυσμός που ομιλεί τις γλώσσες των μειονοτήτων αισθάνεται την ίδια εθνική καταπίεση, οικονομική εκμετάλλευση, λεηλασία, αισθάνονται συνδεδεμένοι ως ένα σύνολο με τα κοινά συμφέροντα της παρούσης στιγμής και με την αναγκαιότητα της κοινής άμυνας αναφορικά με τα επερχόμενα ιστορικά γεγονότα του μέλλοντος…
Οι εργαζόμενες μάζες της Μακεδονίας δεν αυτοχαρακτηρίζονται και δεν θέλουν να είναι ούτε Βούλγαροι ούτε Σέρβοι, θεωρούν και την κυβέρνηση των Ελλήνων και των Τούρκων ως ξένη εξουσία. Αυτοχαρακτηρίζονται ως κυρίαρχο μακεδονικό σύνολο… Εδώ ταυτίζεται η ιδέα της εθνικής μακεδονικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της πλήρους εθνικής αυτοδιάθεσης της Μακεδονίας, η ιδέα της ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονικής Δημοκρατίας των εργαζομένων, με τον κοινό αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και για την κοινωνική επανάσταση…» .
Το κύριο μέρος του προσχεδίου αναφερόταν στον επικείμενο πόλεμο και υπό τον όρο «μακεδονικός λαός» ή οι «εργαζόμενες μάζες της Μακεδονίας» υπονοούνταν όλες οι εθνότητες της Μακεδονίας -Σλάβοι και μη Σλάβοι- ως ένα ενιαίο πολιτικό σύνολο, με την πολιτική σημασία του όρου «λαός». Αυτή η ιδιαιτερότητα νομιμοποιούσε το δικαίωμα για ενιαίο και ανεξάρτητο μακεδονικό κράτος «των εργαζομένων μαζών». Ουσιαστικά, το προσχέδιο δεν διέφερε από τις προηγούμενες διακηρύξεις της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) με την απλή διαφορά ότι για λόγους τακτικής δε γινόταν πλέον αναφορά σε σοβιετική δημοκρατία ή βαλκανική ομοσπονδία. Το κείμενο του προσχεδίου δεν κρίθηκε ικανοποιητικό και στη συνεδρίαση της BLS στις 28 Δεκεμβρίου του 1933, στην οποία δεν παρέστη ο Βλάχωφ, ανατέθηκε στον Γκέρμαν (ψευδώνυμο του Γκίτσεφ) να υποβάλλει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1933 στο γραφείο της BLS, το τελικό κείμενο του σχεδίου - αποφάσεως.
Αλλά και το κείμενο που υποβλήθηκε στον Σμέραλ, στις 31 Δεκεμβρίου του 1933, ήταν παρόμοιο με το προσχέδιο:
«…Μετά τον βαλκανικό και ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ως αποτέλεσμα των οποίων ο ενιαίος από γεωγραφική και οικονομική άποψη χώρος της Μακεδονίας διανεμήθηκε σε τρία μέρη μεταξύ της Σερβίας, Ελλάδας και Βουλγαρίας, η οικονομική και πολιτική κατάσταση του μακεδονικού πληθυσμού χειροτέρεψε περισσότερο… Ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, η παλιά εθνογραφική φυσιογνωμία μερικών τμημάτων της Μακεδονίας σχεδόν άλλαξε ριζικά -στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας- και στο βαθμό που έμειναν εκεί ντόπιοι κάτοικοι, τους απαγορεύεται με την απειλή της θανατικής καταδίκης να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα (στη Μακεδονία υπό τη σερβική και ελληνική εξουσία)… Η συντριπτική πλειοψηφία του εργαζόμενου μακεδονικού πληθυσμού -που ζει στη Μακεδονία ή στην προσφυγιά- παρά τις υπάρχουσες διαφορές στη θρησκεία και τη γλώσσα και τις τεχνητά δημιουργηθείσες στη διάρκεια των αιώνων διχόνοιες, αισθάνεται συνδεδεμένη σε ένα σύνολο με τα κοινά οικονομικά, πολιτικά συμφέροντα της παρούσης στιγμής και με την αναγκαιότητα της κοινής άμυνας, αναφορικά με τα επερχόμενα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του μέλλοντος… Έχοντας ως βάση τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας της διατήρησης της κοινής οικονομικής και πολιτικής ενότητας της Μακεδονίας προς το συμφέρον της φυσικής του ύπαρξης, (ο πληθυσμός) απαιτεί το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης μέχρι την απόσχιση σε ανεξάρτητο μακεδονικό κράτος. Οι μακεδονικές μάζες δε θέλουν πια να ανήκουν ούτε στη Βουλγαρία ούτε στη Σερβία ούτε στην Ελλάδα, παρόλο που από την άποψη της γλώσσας και της θρησκείας χωριστά τμήματα του μακεδονικού πληθυσμού είναι συγγενέστερα με τον πληθυσμό αυτού ή του άλλου βαλκανικού κράτους… Έχοντας όλα αυτά υπόψη το βαλκανικό προλεταριάτο πρέπει με κάθε τρόπο να υποστηρίζει τον εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα του μακεδονικού λαού για την εθνική απελευθέρωση και συνένωση, διδάσκοντάς τον πάντα με συνέπεια και σταθερότητα ότι μονάχα η πλήρης ήττα του ιμπεριαλισμού θα απελευθερώσει το μακεδονικό λαό από τον κίνδυνο της πλήρους φυσικής εξόντωσης, απειλή υπό την οποία βρίσκεται πάντα εν όψει της γεωγραφικής του θέσης».
Oι Βαλκάνιοι Κομμουνιστές δεν συνέλαβαν τότε την ουσία του προβλήματος. Επρόκειτο, φυσικά, για το ζήτημα της ταυτότητος των Σλάβων της Μακεδονίας, τους οποίους η αναθεωρητική Βουλγαρία χαρακτήριζε ως αλυτρώτους Βουλγάρους, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει στην προσχώρηση της Βουλγαρίας στο γερμανικό στρατόπεδο στον επικείμενο πόλεμο. Η αμφισβήτηση της βουλγαρικής ταυτότητος των Σλάβων της Μακεδονίας θα στερούσε την Βουλγαρία από το δικαίωμα διεκδικήσεων. Ήδη κατά τις Διαβαλκανικές Συνδιασκέψεις (1930 - 1933) ήταν χαρακτηριστική η εμμονή της Βουλγαρίας στην ανάγκη υπογραφής διμερών συμφωνιών για την προστασία των μειονοτήτων. Αυτό ήταν το πνεύμα που θα έπρεπε να διακατέχει την απόφαση. Έτσι, κατά τη συνεδρίαση της BLS, στις 3 Ιανουαρίου του 1934, το κείμενο του Γκέρμαν δεν έγινε αποδεκτό και κατέστη αναγκαία η παρέμβαση υψηλόβαθμων στελεχών της Κομιντέρν. Είναι αποδεδειγμένη η συμμετοχή του Κoλάρωφ στην τροποποίηση του σχεδίου - αποφάσεως. Το νέο κείμενο παρουσιάσθηκε στη συνεδρίαση της BLS, στις 7 Ιανουαρίου του 1934 και εγκρίθηκε από το Πολιτικό Γραφείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε κλειστή συνεδρίαση, στις 11 Ιανουαρίου 1934. Σύμφωνα με το λιτό πρωτόκολλο της συνεδριάσεως, μετά την εισήγηση του Σμέραλ ακολούθησε συζήτηση, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων και οι Βλάχωφ, Κολάρωφ, Βαλέτσκυ και Γκέρμαν. Δυστυχώς, δεν κατεγράφησαν οι απόψεις που εκτέθηκαν. Το Πολιτικό Γραφείο δέχθηκε το κείμενο της εισηγήσεως ως βάση και ανέθεσε στη BLS «να συντάξει οριστικά το κείμενο, με βάση την ανταλλαγή απόψεων και σε συμφωνία με τον σύντροφο Koυουσίνεν. Το σύνθημα «Δημοκρατία των Εργαζομένων» οφείλει να μείνει στην απόφαση».Έτσι, στάθηκε καθοριστική η παρέμβαση ανωτάτων στελεχών της Κομιντέρν, όπως του Όττο Κουουσίνεν, Γραμματέα της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και μέλους του Φιλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στην τελική διατύπωση της αποφάσεως για το Μακεδονικό Ζήτημα και την ΕΜΕΟ (Ενωμένη). Η απόφαση αυτή διέφερε σημαντικά από το σχέδιο - απόφαση της 31ης Δεκεμβρίου του 1933:
«Στις συνθήκες της όξυνσης των διεθνών και ταξικών αντιφάσεων, του άμεσου κινδύνου νέων πολέμων και της ωρίμανσης της επαναστατικής κρίσης, το μακεδονικό εθνικό-επαναστατικό κίνημα, επικεφαλής του οποίου είναι η VMRO(Εν.), παίζει το ρόλο ενός σημαντικού παράγοντα και συμμάχου της εργατικής τάξης, της αγροτιάς και όλων των καταπιεσμένων εθνοτήτων στον αγώνα για ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης και των γαιοκτημόνων στα τρία κράτη που υποδούλωσαν την Μακεδονία.
Η διανομή της Μακεδονίας, που υπήρξε η βάση της συμμαχίας μεταξύ Βουλγαρίας, Σερβίας και Ελλάδας στον πόλεμό τους εναντίον της Τουρκίας και απέβη αμέσως ζήτημα, που οδήγησε σε νέο πόλεμο της Σερβίας και της Ελλάδας και άλλων εναντίον της Βουλγαρίας, αποτελεί στη μεταπολεμική περίοδο μόνιμη αιτία για την όξυνση των αντιφάσεων και του αγώνα μεταξύ των τριών κρατών για κυριαρχία σε ολόκληρη την Μακεδονία και για έξοδο στο Αιγαίο. Από την άλλη πλευρά, τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη μετέτρεψαν την Μακεδονία σε προγεφύρωμα για πολεμικές ενέργειες κατά τον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και εκμεταλλεύονται τώρα το Μακεδονικό Ζήτημα για την ενίσχυση των θέσεών τους στα Βαλκάνια. Έτσι, η Μακεδονία είναι μια από τις εστίες στον επικείμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Τα κράτη που κυριαρχούν στη Μακεδονία εφαρμόζουν ληστρική οικονομική πολιτική που απομυζεί τους εργαζόμενους, λυσσώδη τρομοκρατία και εθνική καταπίεση… Τα κυρίαρχα έθνη των τριών ιμπεριαλιστικών κρατών που διαμέλισαν την Μακεδονία, αιτιολογούν την εθνική καταπίεση με την άρνηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων του μακεδονικού λαού, με την άρνηση της ύπαρξης μακεδονικού έθνους. Ο ελληνικός σωβινισμός δηλώνει ότι ο γηγενής σλαβικός πληθυσμός στο μέρος της Μακεδονίας που εξουσιάζει, αποτελείται από εκσλαβισμένους στους παρελθόντες αιώνες Έλληνες, οι οποίοι πρέπει με τη βία «να επιστρέψουν» στην ελληνική κουλτούρα, απαγορεύοντάς τους να μιλούν και να μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα. Οι μεγαλοσέρβοι σωβινιστές, επικαλούμενοι την ύπαρξη σερβικών προσμείξεων στη γλώσσα του ντόπιου μακεδονικού πληθυσμού, δηλώνουν τον πληθυσμό αυτόν ως μία από τις «φυλές» του ενιαίου γιουγκοσλαβικού έθνους και τον εκσερβίζουν με τη βία. Τέλος, ο βουλγαρικός σωβινισμός, εκμεταλλευόμενος τη συγγένεια της μακεδονικής γλώσσας με τη βουλγαρική, τους δηλώνει ως Βούλγαρους και μ' αυτό δικαιολογεί το κατοχικό καθεστώς στην περιφέρεια του Πετριτσίου και τη ληστρική του πολιτική σε σχέση με ολόκληρη την Μακεδονία. Διεξάγοντας αγώνα εναντίον του διαμελισμού και της υποδούλωσης του μακεδονικού λαού, εναντίον κάθε είδους εθνικής, πολιτιστικής, κοινωνικής και οικονομικής καταπίεσης, η ΕΜΕΟ (Ενωμένη) πρέπει να ξεσκεπάσει το αληθινό νόημα όλων των σοφισμάτων που αρνούνται στους Μακεδόνες τον χαρακτήρα του έθνους και να μην επιτρέπει τη διείσδυσή τους στο περιβάλλον της… Η ΕΜΕΟ (Ενωμένη) πρέπει να οργανώνει και καθημερινά να διεξάγει αγώνα εναντίον όλων των ειδών της εθνικής καταπίεσης, εναντίον κάθε έκτακτων νόμων, για το δικαίωμα της μητρικής γλώσσας σε όλα τα κρατικά και δημόσια ιδρύματα, για την ελευθερία των σχολείων, εκδόσεων, κλπ. στη μητρική γλώσσα… Σ' αυτόν τον αγώνα κεντρικό σύνθημα της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) πρέπει να είναι το σύνθημα για το δικαίωμα του έθνους για αυτοδιάθεση, μέχρι την απόσχιση και την κατάκτηση της ανεξάρτητης, ενιαίας μακεδονικής δημοκρατίας των εργαζομένων…».
Είναι σαφής η διαφοροποίηση των εννοιών «μακεδονικός λαός» (όλες δηλαδή οι εθνότητες της Μακεδονίας, με την πολιτική σημασία του όρου «λαός») και «μακεδονικό έθνος», ως εθνική κατηγορία με αποκλειστική αναφορά στους Σλάβους. Καθώς οι μέχρι τότε προσπάθειες της ΚΔ να εκμεταλλευθεί το Μακεδονικό Ζήτημα -κυρίως με την επαναστατική ιδέα- δεν έφεραν τα ποθητά αποτελέσματα, η προσφυγή στην εθνική ιδέα ήταν λυσιτελέστερη. Αποτελούσε, ωστόσο, η απόφαση αντανάκλαση των πραγματικών συνθηκών; Είχε δημιουργήσει η διανομή της Μακεδονίας μία αίσθηση ενότητος στους Σλάβους, την ανάγκη αποξενώσεως από την βουλγαρική, τη σερβική ή την ελληνική εθνική ιδέα; Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι εξελίξεις στα τρία τμήματα της Μακεδονίας στάθηκαν διαφορετικές. Ο σλαβικός πληθυσμός χρησιμοποιούσε τον όρο (Σλαβο)Μακεδόνες ως γεωγραφικό όρο αλλά και ως ανώδυνο όρο, που μπορούσε να ουδετεροποιήσει τον ίσως επικίνδυνο δημόσιο αυτοχαρακτηρισμό «Βούλγαρος» στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα ή να εκφράσει έναν τοπικισμό, την έννοια του «αυτόχθονος» σε αντιδιαστολή με τους «επήλυδες», τους Σέρβους εποίκους ή τους Έλληνες πρόσφυγες. Συνειδησιακά, η αίσθηση της διαφορετικότητος από την ελληνική ή τη σερβική ιδέα εκφραζόταν περισσότερο με μία φιλοβουλγαρική στάση, στον βαθμό που δεν μπορούσε να γίνει λόγος για άτομα με ρευστή συνείδηση.
Στην ιστοριογραφία των Σκοπίων υποστηρίζεται η άποψη ότι η απόφαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς υπήρξε η πρώτη αναγνώριση του «μακεδονικού έθνους» ως αντικειμενικής πραγματικότητος από διεθνή φορέα, γεγονός που είχε μεγάλη σημασία για τις μετέπειτα εξελίξεις. Όπως όμως προκύπτει από τα πρωτόκολλα των συνεδριάσεων, το διαφορετικό περιεχόμενο των προσχεδίων της αποφάσεως και της τελικής αποφάσεως αποδεικνύει ότι το «μακεδονικό έθνος» δε θεωρούνταν από την αρχή μία δεδομένη πραγματικότητα. Η Κομμουνιστική Διεθνής ούτε αναφέρθηκε στους πρωτεργάτες του σλαβομακεδονικού σεπαρατισμού, ούτε διευκρίνησε τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά των «Μακεδόνων», που τους διαφοροποιούσαν από τους Σέρβους, τους Έλληνες και τους Βουλγάρους. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι ίδιοι οι Βαλκάνιοι Κομμουνιστές, στο προσχέδιο και στο σχέδιο αποφάσεως για την ΕΜΕΟ (Eνωμένη), αδυνατούσαν να συλλάβουν την έννοια της «εθνικότητος των Μακεδόνων» ως ιδιαίτερο «σλαβομακεδονικό έθνος». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν μία πολιτική απόφαση της ΚΔ, που επιβλήθηκε στα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα. Με την απόφαση αυτή, αμφισβητούνταν στη Βουλγαρία και στην ΕΜΕΟ του Μιχαήλωφ το δικαίωμα να διεκδικούν την απελευθέρωση των «Μακεδόνων» ως αλύτρωτων Βουλγάρων. Ταυτόχρονα, αίρονταν οι διαφωνίες μεταξύ των Βουλγάρων και των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών για την εθνική ταυτότητα των «Μακεδόνων». Τώρα τα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα καλούνταν να μεταλλάξουν τον γεωγραφικό όρο «Μακεδόνες» σε εθνικό όρο, αναφερόμενο αποκλειστικά στους Σλάβους. Στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν μετά την άνοδο του Ναζισμού, μία ισχυρή Γιουγκοσλαβία θα έπρεπε να αποτελέσει ανάχωμα στην επέκταση του Χίτλερ στα Βαλκάνια. Με την αναγνώριση της εθνικής ιδιαιτερότητος των «Μακεδόνων» και την αμφισβήτηση των βουλγαρικών και των σερβικών διεκδικήσεων, το Μακεδονικό Ζήτημα θα μπορούσε να λυθεί εντός μιας νέας Γιουγκοσλαβίας σε ομόσπονδη βάση. Δεν ήταν τυχαίο, επίσης, ότι στη συνεδρίαση της BLS, στις 5 Ιανουαρίου του 1934, ταυτόχρονα με την προετοιμασία της αποφάσεως για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους» αποφασίσθηκε και η ίδρυση Κροατικού και Σλοβενικού Κομμουνιστικού Κόμματος εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας.
Ωστόσο, υπάρχει και η ανθρωπολογική πλευρά του ζητήματος. Ανεξάρτητα από τους πολιτικούς στόχους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ποιά απήχηση θα μπορούσε να έχει η θέση για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους» στους απλούς χωρικούς του ευρυτέρου μακεδονικού χώρου; Ήταν τελικά μία επιβεβλημένη, αλλότρια ταυτότητα; Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο όρος «Μακεδών» χρησιμοποιούνταν από τους Σλάβους ως γεωγραφικός, τοπικιστικός όρος, ενώ τα σλαβικά ιδιώματα που μιλούσαν οι χωρικοί τα χαρακτήριζαν ως «μακεδονικά». Από την άποψη αυτή, δεν ετίθετο ζήτημα ονομασίας. Εύκολα ο γεωγραφικός όρος «Μακεδών» θα μπορούσε να προσλάβει εθνική διάσταση στη συνείδηση των χωρικών, εάν υπήρχαν πολιτικές δυνάμεις να προωθήσουν αυτή τη μετάλλαξη και αν το απαιτούσαν οι πολιτικές συνθήκες, όπως συνέβη στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι ο αγροτικός σλαβικός πληθυσμός στη σερβική Μακεδονία υπήρξε το θύμα ενός σερβοβουλγαρικού ανταγωνισμού αλλά και ενός ελληνοβουλγαρικού, αντίστοιχα, στην ελληνική Μακεδονία. Από τη μια πλευρά, εξαναγκάζονταν από την ΕΜΕΟ να προσφέρει άσυλο στους κομιτατζήδες, να δηλώνεται ως βουλγαρικός και να υιοθετεί μία βουλγαρική στάση, ενώ από την άλλη πλευρά, καταδιώκονταν από τις σερβικές στρατιωτικές οργανώσεις όταν υπέθαλπτε την ΕΜΕΟ και υφίστατο μία πολιτική εκσερβισμού. Ήταν φυσικό, λοιπόν, ο πληθυσμός αυτός να αντιμετωπίζει κρίση εθνικής συνειδήσεως. Η περιπέτεια του Πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ στην ελληνική επικράτεια, η μετέπειτα εμμονή της Βουλγαρίας στην αναγνώριση βουλγαρικής μειονότητος από την Ελληνική Κυβέρνηση και η γενικότερη αναθεωρητική πολιτική της Σόφιας καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη εξελληνισμού των αλλογλώσσων και στην ελληνική Μακεδονία. Ανεξάρτητα από τις δυνητικές επιτυχίες του εκσερβισμού και του εξελληνισμού σε μακροπρόθεσμη βάση, η εναλλακτική λύση του «μακεδονικού έθνους» λειτουργούσε εξισορροπητικά στον παραδοσιακό σερβοβουλγαρικό και ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό και παρείχε στον πληθυσμό ένα αίσθημα ασφαλείας. Για τις ανάγκες αυτής της «εθνογενέσεως» εύκολα θα μπορούσε να χαλκευθεί από πολιτικούς παράγοντες ένα εθνικό ιδεολόγημα, με ασαφή την διαχωριστική γραμμή μεταξύ του μύθου και των ιστορικών δεδομένων, ώστε να προσδοθεί στους Σλάβους της Μακεδονίας ένα «ένδοξο» παρελθόν.
Η μετέπειτα πολιτική της ΚΔ στο Μακεδονικό καθορίσθηκε από την ανάγκη συγκροτήσεως ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου, στο πνεύμα των αποφάσεων του Ζ΄ και τελευταίου Συνεδρίου της ΚΔ, στις 25 Ιουλίου-20 Αυγούστου του 1935. Αμέσως μετά το πέρας του συνεδρίου και υπό τον αντίκτυπο της δολοφονίας του Βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας Αλεξάνδρου Καραγιώργη, τον Οκτώβριο του 1934, δόθηκαν οδηγίες στα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα για τον προσεταιρισμό των «μακεδονικών μαζών» στο αντιφασιστικό μέτωπο. H συγκρότηση ενός ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου με τα «αστικά καθεστώτα» κατέστησε άσκοπη την περαιτέρω ύπαρξη της ΕΜΕΟ (Eνωμένης), ως ιδιαιτέρου πολιτικού φορέα. Το σύνθημα της «Ανεξάρτητης Μακεδονίας» εγκαταλείφθηκε προς όφελος της διεκδικήσεως στοιχειωδών εθνικών, πολιτικών και οικονομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
To Ζ΄ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς έδωσε την δυνατότητα στα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα να διαμορφώσουν -κατά ένα μεγάλο μέρος- αυτόνομα την πολιτική τους. Η θέση τους, όμως, για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους» αποτελούσε πλέον μία νέα παράμετρο, που αναγκαστικά υπολόγιζαν στη διαμόρφωση της πολιτικής τους θέσεως.
2) Tα Βαλκανικά Κομμουνιστικά Κόμματα υπό το φως της Κομμουνιστικής Διεθνούς για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους»
α΄) Το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα
Το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα θεωρούσε το Μακεδονικό κατά βάση ως βουλγαρικό ζήτημα και αναφερόταν σε διαμελισμένα τμήματα του βουλγαρικού λαού σε Μακεδονία, Θράκη και Δοβρουτζά. Η μόνη διαφοροποίηση του Κόμματος από την επίσημη βουλγαρική γραμμή για αυτονομία της Μακεδονίας, ήταν η θέση του ότι τα εθνικά ζητήματα των Βαλκανίων -κατά συνέπεια και το Μακεδονικό- δεν θα επιλύονταν οριστικά στα πλαίσια του υπάρχοντος καπιταλιστικού συστήματος, αλλά εντός μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και βαλκανικής ομοσπονδίας σοβιετικού τύπου.
Μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1923, ηγετικά στελέχη του κόμματος, μεταξύ αυτών οι Γκεόργκυ Δημητρώφ και Βασίλ Κολάρωφ, διέφυγαν στο εξωτερικό (στη Βιέννη, το Βερολίνο και τελικά στη Μόσχα) ιδρύοντας το Εξωτερικό Γραφείο του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ενώ η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος παρέμεινε στη Βουλγαρία. Οι Δημητρώφ, Κολάρωφ και Χρήστο Καμπακτσίεφ κατέλαβαν υψηλές θέσεις εντός της ΚΔ, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να μην εκφράζουν πάντοτε θέσεις εναρμονισμένες με τα βουλγαρικά εθνικά συμφέροντα. Ήδη η συμμετοχή του Kολάρωφ στην επεξεργασία της αποφάσεως της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς της 11ης Ιανουαρίου του 1934, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στη Βουλγαρία, σε αντίθεση με την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, δρούσε η ΕΜΕΟ (Ενωμένη) ως ιδεολογικός και πολιτικός αντίποδας της ΕΜΕΟ του Mιχαήλωφ και του Σαντάνωφ. Η δημοσίευση της αποφάσεως της ΚΔ στην εφημερίδα Mακεδονική Υπόθεση, τον Απρίλιο του 1934, προκάλεσε σύγχυση και εσωτερική ρήξη εντός της ΕΜΕΟ (Eν.) στη Βουλγαρία. Ορισμένα μέλη της «εθνικοεπαναστατικής» πτέρυγας, όπως οι Βασίλ Χατζηκίμωφ, Αλεξάντερ Μαρτούλκωφ, Χρήστο Καλατζίεφ, αρνήθηκαν την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους». Εκτιμούσαν ότι η διάλυση της Μιχαηλωφικής ΕΜΕΟ, τον Ιούνιο του 1934, από το πολιτικο-στρατιωτικό καθεστώς της 19ης Μαΐου του 1934 είχε δημιουργήσει ευνοϊκό κλίμα για την περαιτέρω δράση της ΕΜΕΟ (Εν.), που θα μπορούσε να αντιστραφεί με τη νέα κομματική γραμμή. Το αποτέλεσμα ήταν να περιθωριοποιηθούν εντός της οργανώσεως, που ελέγχονταν πλέον απόλυτα από το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1935, η Περιφερειακή Επιτροπή της ΕΜΕΟ (Εν.) στη βουλγαρική Μακεδονία εξέδωσε διακήρυξη προς τους «αδελφούς Μακεδόνες», σε πλήρη αρμονία με την θέση της ΚΔ:
«Οι Έλληνες σωβινιστές μας ονομάζουν «σλαβόφωνους Έλληνες» και οι Σέρβοι «σωστούς Σέρβους». Γιατί; Για να δικαιολογήσουν την κυριαρχία τους και τις καταπιεστικές επιδιώξεις τους έναντι της Μακεδονίας. Με τον ίδιο τρόπο ενεργούν και οι Βούλγαροι σωβινιστές. Εκμεταλλεύονται τη συγγένεια μεταξύ Μακεδόνων και Βουλγάρων και χαρακτηρίζουν εμάς τους Μακεδόνες ως «αδιαίρετο τμήμα του βουλγαρικού έθνους». Οι Βούλγαροι ιμπεριαλιστές επιδίωκαν πάντοτε να κατακτήσουν και να υποδουλώσουν τη Μακεδονία και όχι να την απελευθερώσουν. Απόδειξη αποτελεί η υποδουλωμένη περιοχή μας. Άραγε για τέτοια ελευθερία που υπάρχει τώρα στην περιφέρεια του Πετριτσίου αγωνιστήκαμε και αγωνιζόμαστε;… Πρέπει να δηλώσουμε για να ακούσουν όλοι ότι δεν είμαστε ούτε Σέρβοι, ούτε Έλληνες, ούτε Βούλγαροι. Είμαστε Μακεδόνες, ξεχωριστό μακεδονικό έθνος. Μόνο έτσι θα υπερασπιστούμε καλύτερα την ανεξαρτησία του κινήματός μας και το δικαίωμα για ανεξάρτητο μακεδονικό κράτος…».
Η διακήρυξη αυτή προκάλεσε την αντίδραση των βουλγαρικών αρχών. Στις 15 Αυγούστου του 1935 άρχισε ένα κύμα συλλήψεων μελών της ΕΜΕΟ (Εν.), τόσο στη Σόφια όσο και στην περιφέρεια του Πετριτσίου, που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με την πλήρη εξάρθρωση της οργανώσεως. Η κύρια κατηγορία αφορούσε την θέση της ΕΜΕΟ (Εν.) ότι οι Μακεδόνες δεν είναι Βούλγαροι αλλά ιδιαίτερο έθνος, όπως και τις σχέσεις της οργανώσεως με το Κομμουνιστικό Κίνημα.
Με τις συλλήψεις του 1935, ουσιαστικά η δράση της ΕΜΕΟ (Εν.) στη Βουλγαρία παρέλυσε. Τα συλληφθέντα μέλη προσήχθησαν σε δίκη, στις 8 Ιουλίου του 1936. Όλοι τους αρνήθηκαν την κατηγορία ότι η ΕΜΕΟ (Εν.) ήταν ταξική οργάνωση, παράρτημα του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος και απέδωσαν τις σχέσεις της οργανώσεως με τους Κομμουνιστές απλώς σε λόγους τακτικής. Ως Βούλγαροι αυτοπροσδιορίσθηκαν οι Ιορντάν Αναστασώφ, Χρήστο Καλατζίεφ και Αλεξάντερ Μαρτούλκωφ. Ως Μακεδόνας αυτοχαρακτηρίσθηκε ο Ασέν Καρακτσίεφ, υποστηρίζοντας το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως της περιφερείας του Πετριτσίου μέχρι και την απόσχισή της από την Βουλγαρία. Στις 21 Ιουλίου του 1936 εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου. Οι Δημήταρ Βλάχωφ και Βλαδιμήρ Ποπτόμωφ καταδικάσθηκαν ερήμην σε 12 έτη και 6 μήνες φυλάκιση. Αθωώθηκαν οι Ιορντάν Αναστασώφ και Μιχαήλ Σαρλατζίεφ. Οι υπόλοιποι, με επικεφαλής τον Aσέν Καρακτσίεφ, καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση 5 ετών και πρόστιμο 50.000 λέβα. Η δίκη αλλά και οι γενικότερες διεθνείς εξελίξεις επισφράγισαν ουσιαστικά και τον πολιτικό θάνατο της ΕΜΕΟ (Εν.) στη Βουλγαρία. Την πρωτοβουλία στον προπαγανδισμό των νέων θέσεων στο Μακεδονικό Ζήτημα ανέλαβε πλέον το ΒΚΚ.
Μία επιγραμματική θεωρητική εισαγωγή στην «ιστορική» θεμελίωση της σλαβομακεδονικής ταυτότητος επιχειρήθηκε από τις στήλες της εφημερίδος «Mακεδονικά Νέα», που εξέδιδε κατά τα έτη 1935-1936 ο Άγκελ Ντίνεφ για τις μακεδονικές αδελφότητες και εξέφραζε αρχικά την γραμμή της ΕΜΕΟ (Εν.) για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία», ως ισότιμο μέλος μιας Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Στο πνεύμα της αποφάσεως της ΚΔ, ο Ντίνεφ προσπάθησε να αντιδιαστείλει την ειδική έννοια «μακεδονικό έθνος» από την γενική έννοια «μακεδονικός λαός»:
«…Το μακεδονικό έθνος δημιουργήθηκε σε μια μακρά ιστορική διαδικασία και διαμορφώθηκε ολοκληρωτικά ακόμα από τον προηγούμενο αιώνα. Η ανθρωπολογική του σύσταση αποτελείται από τη συγχώνευση σε ένα σύνολο των Αρχαίων Μακεδόνων και των μετέπειτα Σλάβων στη Μακεδονία… Το μακεδονικό έθνος υπάρχει, διότι ο σλαβομακεδονικός του πληθυσμός έχει κοινή γλώσσα, τα ίδια και αυτά έθιμα, ιστορική ενότητα… ενιαίο μακεδονικό χώρο και ενιαία οικονομία. Υπάρχει και μακεδονικός λαός, αποτελούμενος από τους Σλαβομακεδόνες μαζί με όλες τις εθνότητες στη Μακεδονία. Και δεν είναι η πρώτη φορά που ανακινείται το ζήτημα αυτό. Ακόμα κατά τον 19ο αιώνα, όταν άρχισε η μακεδονική μας αναγέννηση, οι Μακεδόνες διαφωτιστές της νέας εποχής, ο Θεοδόσιος των Σκοπίων, «οι Λαζαριστές» , οι αγωνιστές για την επικράτηση της δυτικής διαλέκτου (της μακεδονικής) και άλλοι, υπήρξαν φορείς καθαρής μακεδονικής συνείδησης και, όπως ο Βούλγαρος πατήρ Παΐσιος, δίδαξαν τους συμπατριώτες τους να μην ντρέπονται να ονομάζονται Μακεδόνες. Ακριβώς αυτοί οι αγωνιστές για αυτοκέφαλη μακεδονική εκκλησία και οι δημιουργοί της αυθύπαρκτης μακεδονικής κουλτούρας, αυτοί οι άξιοι συνεχιστές των πρώτων Μακεδόνων δασκάλων, των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, είναι οι πρώτοι μας άνθρωποι που απέδειξαν την ύπαρξη ιδιαίτερης μακεδονικής εθνικότητας. «Τα Μακεδονικά Νέα» μονάχα ακολουθούν το ιερό τους έργο, που καταπνίγηκε από τις ξένες προπαγάνδες στη Μακεδονία. Γνωρίζουμε για τη ζημιά αυτής της προπαγάνδας - στο παρελθόν διαμέλισαν τον μακεδονικό πληθυσμό σε Γραικομάνους, Σερβομάνους και Βούλγαρους, για να γίνει ευκολότερη η διανομή και η υποδούλωση της μακεδονικής πατρίδας.
Σχετικά με το ζήτημα της εθνικότητας των Μακεδόνων, δεν αμφιβάλλουμε ότι θα συναντήσουμε αντίσταση και από πολλούς κατά τα άλλα φίλους μας… Δεν αυταπατώμεθα ότι θα είναι εύκολο να αφυπνίσουμε την εθνική συνείδηση των Μακεδόνων στη Βουλγαρία, όπου η αφομοίωσή μας προχώρησε πάρα πολύ. Όμως θα εργαστούμε χωρίς κόπο προς την κατεύθυνση αυτή, διότι είμαστε πεπεισμένοι Μακεδόνες και γνωρίζουμε ότι μονάχα η μακεδονική συνείδηση και το αυτοαίσθημα θα βοηθήσει να ξεπεραστούν κατά τον καλύτερο τρόπο όλες οι αμφιταλαντεύσεις σε ολόκληρο το μακεδονικό κίνημα στο δρόμο προς την ελευθερία και ανεξαρτησία».
Πρόκειται για μία υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική εφαρμογή του σταλινικού μοντέλου για το έθνος. Η διαμόρφωση σλαβομακεδονικής εθνικής συνειδήσεως ανάγεται στον ΙΘ΄ αιώνα και ως κύριοι εκφραστές της αναγορεύονται αυτοί που αγωνίζονταν για την κωδικοποίηση μιας πολυδιαλεκτικής νεοβουλγαρικής γλώσσης και αυτοχαρακτηρίζονταν ως Βούλγαροι. Αλλά οι δυσκολίες που είχε το εγχείρημα της «μακεδονοποιήσεως» στον Μεσοπόλεμο, δεν πρέπει να αγνοούνται. Η εφημερίδα δεν μπόρεσε να αρχίσει σοβαρά την αποστολή της, διότι σύντομα διατάχθηκε από τις βουλγαρικές αρχές το κλείσιμό της.
Με την υποκίνηση του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος ιδρύθηκε το 1938 ένας «Μακεδονικός Λογοτεχνικός Κύκλος», με βασικά μέλη τους ποιητές Nικόλα Βαπτσάρωφ, Αντών Ποπώφ, Μιχαήλ Σματρακάλεφ, Κόλε Νεντελκόφσκυ, Βένκο Μαρκόφσκυ και Γκεόργκυ Αμπατζίεφ. Σκοπός του κύκλου, σύμφωνα με την εισήγηση του Βαπτσάρωφ, ήταν η ανάπτυξη μίας «μακεδονικής» λογοτεχνίας με την μελέτη των γλωσσικών ιδιωμάτων, του φολκλόρ, των εθίμων και την καλλιέργεια ενός επαναστατικού ρομαντισμού για το παρελθόν του «μακεδονικού» εθνικοεπαναστατικού κινήματος (Ίλιντεν), ως συστατικού στοιχείου του έντεχνου ρεαλισμού. Σύμφωνα με το καταστατικό του, ο κύκλος απείχε από κάθε πολιτική δραστηριότητα, αλλά μπορούσε να εκφράζει πολιτική ιδεολογία. Η ενασχόληση, ωστόσο, με τον σλαβομακεδονισμό ήταν περισσότερο μια ερωτοτροπία. Η γλώσσα των ποιημάτων υπήρξε κατά κανόνα η λόγια βουλγαρική και μόνον οι Βένκο Μαρκόφσκυ και Κόλε Νεντελκόφσκυ κατέβαλαν κάποια προσπάθεια να γράψουν ποίηση σε σλαβομακεδονικά ιδιώματα. Ο Νεντελκόφσκυ αποκατέστησε τις επαφές με τη χήρα και τον γιο του Mισίρκωφ, αντέγραψε ορισμένα δημοσιεύματα του πατέρα του σλαβομακεδονικού σεπαρατισμού, όπως το έργο «Περί των Μακεδονικών Υποθέσεων» και τα απέστειλε σε συναδέλφους του στη σερβική Μακεδονία. Κατά το πνεύμα της κομματικής γραμμής, το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι «μακεδονικού έθνους» αντιμετωπίσθηκε ως πολιτικό ζήτημα. Για το θέμα αυτό, ο Aντών Ποπώφ κατέγραψε το 1939 τα εξής:
«Yπάρχει μακεδονικό έθνος; Ποιά είναι τα στοιχεία του και τα χαρακτηριστικά του; Πού πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή του και τη γένεσή του; Στα ζητήματα αυτά έχουμε στρέψει την προσοχή μας τα τελευταία χρόνια. Αυτά είναι αντικείμενο διενέξεων σε διάφορους μακεδονικούς κύκλους. Και ανάλογα με το ταξικό και ιδεολογικό στρατόπεδο των αντιπάλων, στα ζητήματα αυτά δίνονται διάφορες απαντήσεις… Τον τελευταίο καιρό, με την όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιφάσεων μεταξύ των βαλκανικών κρατών γενικά, με τη συγκρότηση του ιμπεριαλιστικού μετώπου και στη Μακεδονία, η προπαγάνδα στον μακεδονικό πληθυσμό και τη μακεδονική προσφυγιά έχει ενισχυθεί αισθητά. Η Μακεδονία πάλι έχει γίνει αντικείμενο λογαριασμών για διαμελισμό και αναδιανομή… Στις περιστάσεις αυτές για τη Μακεδονία και το Μακεδονικό Ζήτημα, η αποδοχή ή η άρνηση της ιδέας του μακεδονικού έθνους χαρακτηρίζεται ως λυδία λίθος για τη Μακεδονία και τον προσανατολισμό της, για τον πολιτικό δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί, για τον λόγο ότι το ζήτημα αυτό σήμερα μπορεί να τεθεί μονάχα στη βάση του συνθήματος για ελεύθερη και ανεξάρτητη Μακεδονία. Οι μαύροι πράκτορες του βουλγαρικού και ιταλικού ιμπεριαλισμού καταλογίζουν αυτές τις διακηρύξεις ως σερβικό έργο… Ποτέ δεν ήταν κοντά στο μακεδονικό λαό, στις μακεδονικές λαϊκές μάζες, για να μπορέσουν να συλλάβουν τις αλλαγές που συνέβησαν στην κοσμοθεωρία και τον προσανατολισμό αυτών των μαζών… Ονειρεύονται τη «Μεγάλη Βουλγαρία», «την ένωση της βουλγαρικής φυλής», «τον ζωτικό χώρο» κλπ. Όμως για ελεύθερη Μακεδονία ούτε που θέλουν να σκέφτονται, για μακεδονικό έθνος θέλουν λιγότερο να ακούν…».
Αλλά ο συγκεκριμένος λογοτεχνικός κύκλος διαλύθηκε τον Μάιο του 1941, αμέσως μετά την είσοδο του βουλγαρικού στρατού στη σερβική Μακεδονία, όταν ίσως θα έπρεπε να τονίσει περισσότερο τον σλαβομακεδονισμό. Εγκαταλείφθηκε έτσι κάθε προσπάθεια για μία σλαβομακεδονική αφύπνιση. Οι Βαπτσάρωφ και Ποπώφ εκτελέστηκαν το 1942 ως Κομμουνιστές από τους Γερμανούς, για αντιστασιακή δράση.
Στη Βουλγαρία δεν υπήρχε πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια του σλαβομακεδονισμού. Πέρα από την αντίδραση των βουλγαρικών κρατικών αρχών, αρνητική ήταν και η στάση ακαδημαϊκών κύκλων, που αποκαλούσαν το «μακεδονικό» έθνος επινόηση του εργαστηρίου του ΒΚΚ και με ειρωνική διάθεση εύχονταν να ζούσε ο ιδρυτής του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Δημήταρ Μπλαγκόεφ, καταγόμενος από την Βασιλειάδα της Καστοριάς, για να πληροφορηθεί την εθνικότητά του! Αλλά και το ίδιο το ΒΚΚ απέφυγε μία άμεση σύγκρουση με τις βουλγαρικές αρχές, περιοριζόμενο περισσότερο σε θεωρητικές διακηρύξεις και εφαρμόζοντας ευέλικτη πολιτική.
β΄) Tο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος
Η περιπέτεια στην οποία είχε εμπλακεί το 1924 το ΚΚΕ με την αποδοχή της αποφάσεως του Ε΄ Συνεδρίου της ΚΔ -ύστερα από έντονη πίεση- για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία», είχε ως αποτέλεσμα στο μέλλον να εμφανίζεται περισσότερο προσεκτικό αναφορικά με το Μακεδονικό Ζήτημα. Ο κύριος λόγος για τον οποίο τελικά το ΚΚΕ, μετά από εσωτερική διάσπαση, υιοθέτησε την απόφαση του Ε΄ Συνεδρίου της ΚΔ στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο (Δεκέμβριος 1924), ήταν η προώθηση της συνεργασίας της ΕΜΕΟ (Εν.) και του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος εν όψει της επικείμενης εξεγέρσεως στη Βουλγαρία. Αποδείχθηκε τελικά ότι επρόκειτο για έναν επαναστατικό τυχοδιωκτισμό. Αν και θεωρητικά ίσχυε το σύνθημα για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία», σε πολιτικό επίπεδο το ΚΚΕ δεν ήταν δραστήριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το 1925 δίσταζε να ιδρύσει ομάδες της ΕΜΕΟ (Εν.) στην ελληνική Μακεδονία, επισύροντας τα επικριτικά σχόλια της ΚΔ. Όταν ο Ζαχαριάδης ανέλαβε την ηγεσία του κόμματος και επισκέφθηκε, το φθινόπωρο του 1931, τη Μόσχα με μία κομματική αντιπροσωπεία, υπέστη κριτική για την στάση του ΚΚΕ στο Μακεδονικό. Έτσι, μετά από δύο συνδιασκέψεις, στις οποίες παρεβρέθηκε το μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ Στυλιανός Σκλάβαινας (η πρώτη πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 1932, με τη συμμετοχή όχι μονάχα Σλαβοφώνων αλλά και Εβραίων, Μουσουλμάνων και Βλάχων και η δεύτερη την ίδια χρονιά στη Βέροια, με τη συμμετοχή μόνο Σλαβοφώνων), συνήλθε η Ιδρυτική Συνδιάσκεψη της ΕΜΕΟ (Εν.), τον Μάρτιο του 1933, στην Έδεσσα και εξέλεξε έναν ηγετικό πυρήνα με επικεφαλής τον Ανδρέα Τσίπα από τον Άγιο Παντελεήμονα της Φλωρίνης, μέλος του ΚΚΕ.
Τον Σεπτέμβριο του 1934, άρχισαν να δημοσιεύονται και οι πρώτες δηλώσεις ομάδων της ΕΜΕΟ (Εν.) στον Ριζοσπάστη σχετικά με την μη βουλγαρική, σερβική και ελληνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων και την σημασία της ΕΜΕΟ (Εν.). Ηγετικά στελέχη της ΕΜΕΟ (Εν.) υπήρξαν οι Σλαβομακεδόνες, μέλη του ΚΚΕ, Ανδρέας Τσίπας, Γεώργιος Τουρούντζας, Λάζαρος Τερπόφσκυ κ.ά. Η ΕΜΕΟ (Εν.) δεν μπόρεσε, φυσικά, να καταστεί μαζική οργάνωση στο βραχύ χρονικό διάστημα 1934-1936. Κατά τον Τσίπα, η οργάνωση αριθμούσε 893 μέλη, ενώ κατά τον Βλάχωφ 700, αριθμοί που ίσως φαίνονται υπερβολικοί. Ωστόσο, το ΚΚΕ επιδόθηκε με ζήλο στον προπαγανδισμό της θέσεως για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους». Την 1η Φεβρουαρίου του 1935, η Κομμουνιστική Επιθεώρηση δημοσίευσε σε ελληνική μετάφραση το άρθρο του Βασίλ Ιβανόφσκυ «η Μακεδονική εθνότητα». Ο Ιβανόφσκυ ήταν δημοσιογράφος, Πολιτικός Γραμματέας της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) στη Βουλγαρία, αλλά, έχοντας σπουδάσει στη Μόσχα, διέθετε μια θεωρητική μαρξιστική κατάρτιση και για τον λόγο αυτόν προσπάθησε να θεμελιώσει ιστορικά το «μακεδονικό έθνος». Σκιαγράφησε έναν ιστορικά υπαρκτό λαό, προελθόντα από την ανάμιξη των αρχαίων (μη Ελλήνων) Μακεδόνων με τους Σλάβους, που δημιούργησε κράτος στην εποχή του Σαμουήλ (Ι΄-ΙΑ΄ αιώνας) και, στην προσπάθειά του τον ΙΘ΄ αιώνα να επιτύχει την εθνική του αποκατάσταση, έπεσε θύμα της αφομοιωτικής πολιτικής των Ελλήνων, των Σέρβων και των Βουλγάρων. Καθώς στο «μακεδονικό έθνος» προσδόθηκαν ιστορικές καταβολές, ο όρος «Μακεδόνες» απέκτησε υπόσταση και υπερίσχυσε του όρου «Σλαβομακεδόνες» στα δημοσιεύματα.
Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό πραξικόπημα της 1ης Μαρτίου του 1935, το ΚΚΕ αντικατέστησε το σύνθημα «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» με το σύνθημα «πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες». Η μεταβολή αυτή δικαιολογήθηκε με την αλλαγή της εθνολογικής συνθέσεως στην ελληνική Μακεδονία, «σε στενή σύνδεση των συνθηκών, μέσα στις οποίες αναπτύσσεται σήμερα το επαναστατικό κίνημα γενικά στα Βαλκάνια και ειδικότερα στη χώρα μας, με βασικό καθήκον την αντιφασιστική και αντιπολεμική πάλη». Ως κατακλείδα, επισημάνθηκε «ότι η αλλαγή του συνθήματος κάθε άλλο παρά αδυνάτισμα της δουλειάς μας στη Μακεδονία και ανάμεσα στις εθνικές μειονότητες σημαίνει. Αντίθετα, επιβάλλεται να δυναμώσουν οι προσπάθειές μας για την εξασφάλιση στις μειονότητες πλέριων δικαιωμάτων. Το Κόμμα δεν παύει να διακηρύττει πως τελικά και οριστικά το Μακεδονικό Ζήτημα θα λυθεί αδελφικά μετά τη νίκη της Σοβιετικής εξουσίας στα Βαλκάνια, που θα σκίσει τις άτιμες συνθήκες της ανταλλαγής των πληθυσμών και θα πάρει όλα τα πραχτικά μέτρα, ώστε να εξαλειφθούν οι ιμπεριαλιστικές τους αδικίες. Μόνο έτσι ο Μακεδονικός Λαός θα βρει την πλέρια εθνική του αποκατάσταση».
Το ΚΚΕ στο Ζ΄ Συνέδριό του, τον Δεκέμβριο του 1935, επισημοποίησε την εγκατάλειψη της θέσεως για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» και υιοθέτησε την γραμμή για «πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες». Η τακτική του κινήθηκε στο πλαίσιο της συγκροτήσεως ενός παλλαϊκού αντιφασιστικού μετώπου. Πάντοτε, όμως, προπαγάνδιζε τη θέση για την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους», προσπαθώντας ταυτόχρονα να εντάξει στις γραμμές του ως μέλη άτομα από τον χώρο των Σλαβομακεδόνων, ιδιαίτερα από τη νέα γενιά, που είχε φοιτήσει σε ελληνικά σχολεία ή ακόμα και σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Η προπαγανδιστική δραστηριότητα του ΚΚΕ είχε ως αποτέλεσμα να συγκροτηθεί ένας πυρήνας Σλαβομακεδόνων στελεχών, όπως οι Λάζαρος Τερπόφσκυ, Ανδρέας Τσίπας, Πασχάλης Μητρόπουλος, Μιχάλης Κεραμιτζής, Ηλίας Τουρούντζας, Γιώργος Τουρούντζας και άλλοι. Παρόλο που δεν είχαν αποκοπεί εντελώς από τις φιλοβουλγαρικές τους ρίζες, ωστόσο παρουσίαζαν το Μακεδονικό ως μη βουλγαρικό ζήτημα και συνδύαζαν τη λύση του με την «Σοσιαλιστική Επανάσταση».
γ΄) Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας, παράνομο από το 1921, δεν ασχολήθηκε αρχικά με το εθνικό ζήτημα. Σύμφωνα με την επίσημη ιδεολογία, οι Σέρβοι, οι Κροάτες και οι Σλοβένοι χαρακτηρίσθηκαν ως τρεις φυλές του ιδίου έθνους, ενώ ως προϋπόθεση για την λύση των εθνικών ζητημάτων θεωρήθηκε η Σοσιαλιστική Επανάσταση. Όταν κατά τα έτη 1923-1924 η Κομμουνιστική Διεθνής προωθούσε μία κομμουνιστική επανάσταση στη Βουλγαρία και την αποσταθεροποίηση της Βαλκανικής, τότε οι Γιουγκοσλάβοι Κομμουνιστές, υπό την πίεση της Μόσχας, άρχισαν να προσδίδουν σημασία στο εθνικό ζήτημα. Το πρόβλημα, κατά την Κομμουνιστική Διεθνή, δεν ήταν η παραπομπή της επιλύσεως των εθνικών ζητημάτων στην Κομμουνιστική Επανάσταση, αλλά η εκμετάλλευση των εθνικών ζητημάτων προς όφελος της εξαπλώσεως του Κομμουνισμού. Στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας διαμορφώθηκαν δύο πτέρυγες: μία «δεξιά» πτέρυγα, με επικεφαλής τον Σέρβο Σίμα Μάρκοβιτς και μία «αριστερή», με επικεφαλής κυρίως Κροάτες. Ο Mάρκοβιτς δημοσίευσε το 1923 το φυλλάδιό του με τίτλο «Το εθνικό ζήτημα υπό το φως του Μαρξισμού», στο οποίο, ξεκινώντας από τον σταλινικό ορισμό για το έθνος, υποστήριξε ότι οι Κροάτες και οι Σλοβένοι έχουν το ίδιο δικαίωμα με τους Σέρβους να ζητούν αυτονομία. Το εθνικό ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας ήταν στην ουσία, κατά τον Mάρκοβιτς, συνταγματικό ζήτημα και η διευθέτησή του έπρεπε να αναζητηθεί στην υιοθέτηση ενός ομοσπονδιακού συντάγματος. Η άλλη πτέρυγα τόνιζε το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως, χωρίς όμως αυτή να ερμηνεύεται αναγκαστικά ως απόσχιση. Το Ε΄ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ιούνιος - Ιούλιος 1924) έλαβε απόφαση για την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, ως δημιουργήματος του ιμπεριαλισμού, κάνοντας λόγο για απόσχιση της Κροατίας, της Σλοβενίας αλλά και για ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία. Ωστόσο, το ΚΚΓ δεν υιοθέτησε αμέσως τη γραμμή της ΚΔ. Στις αρχές του 1925, στις συζητήσεις των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών παρενέβη και ο ίδιος ο Στάλιν, που πρότεινε την ακόλουθη λύση: όσο η Γιουγκοσλαβία θα παρέμενε καπιταλιστικό κράτος, το κόμμα θα υποστήριζε και το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των λαών μέχρι την απόσχιση, αλλά σε περίπτωση επικρατήσεως της σοβιετικής εξουσίας, θα εφάρμοζε το σοβιετικό πρότυπο, ένα δηλαδή ομοσπονδιακό σύστημα. Η απόσχιση, κατά τον Στάλιν, δεν ήταν πάντοτε καθήκον των Κομμουνιστών.
Σχετικά με το Μακεδονικό, το ΚΚΓ το θεωρούσε αρχικά διαβαλκανικό ζήτημα (και όχι βουλγαρικό), διαχωρίζοντάς το από το γενικότερο εθνικό ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας. Είχε πάντοτε να αντιμετωπίσει τις επεμβάσεις των Βουλγάρων Κομμουνιστών στα εσωτερικά του ζητήματα και ιδίως την επιδίωξή τους να εντάξουν την σερβική Μακεδονία στη δική τους ζώνη ευθύνης. Λόγω του έντονου σερβοβουλγαρικού ανταγωνισμού στη σερβική Μακεδονία, το ΚΚΓ απέφευγε να χαρακτηρίζει τον σλαβικό πληθυσμό της περιοχής βουλγαρικό ή σερβικό, κάνοντας απλώς λόγο για «Μακεδόνες» και «μακεδονικό πληθυσμό». Το ΚΚΓ βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Από τη μια πλευρά καταδίκαζε την πολιτική του μεγαλοσερβικού ηγεμονισμού στη σερβική Μακεδονία, ενώ από την άλλη πλευρά χαρακτήριζε την ΕΜΕΟ ως τρομοκρατική, βουλγαρική-σοβινιστική οργάνωση και όχι ως εθνικοαπελευθερωτική. Το 1924 ο Κώστα Νοβάκοβιτς εξέδωσε το φυλλάδιο «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες - η γη στους αγρότες», με το οποίο αναγνώριζε στους Μακεδόνες το δικαίωμα να αυτοπροσδιορισθούν. Οι αρχές του Βελιγραδίου απήντησαν με κύμα διώξεων κατά μελών του ΚΚΓ και του ιδίου του Νοβάκοβιτς.
Την απόφαση για την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ίδρυση ανεξαρτήτων δημοκρατιών έλαβε το ΚΚΓ το 1928 στη Δρέσδη, στο αποκορύφωμα της σερβοκροατικής διενέξεως, αφού πρώτα εξοβελίστηκε ο Mάρκοβιτς και κάμφθηκε η σερβική αντίσταση. Από το 1935 και εξής, υπό το φως των αποφάσεων του Ζ΄ Συνεδρίου της ΚΔ για την δημιουργία ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου, το ΚΚΓ άρχισε να προσανατολίζεται προς την λύση της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας. Στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την άνοδο του Ναζισμού στη Γερμανία, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας θα ωφελούσε τη ναζιστική Γερμανία. Έτσι, το ΚΚΓ αναγνώρισε το 1934, με βάση την απόφαση της ΚΔ, την ύπαρξη «μακεδονικού έθνους», στο οποίο διέβλεπε την δυνατότητα καταπολέμησης των βουλγαρικών διεκδικήσεων. Στην Πέμπτη Συνδιάσκεψη του ΚΚΓ, που συνήλθε τον Δεκέμβριο του 1934 στη Λουμπλιάνα, αποφασίσθηκε η ίδρυση «Κομμουνιστικού Κόμματος της Κροατίας, Κομμουνιστικού Κόμματος της Σλοβενίας και στο εγγύτατο μέλλον Κομμουνιστικού Κόμματος Μακεδονίας». Επρόκειτο ουσιαστικά για υλοποίηση της σχετικής αποφάσεως της BLS, του Ιανουαρίου του 1934. Το 1937 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Κροατίας και Σλοβενίας, αλλά δεν κατέστη δυνατή η ίδρυση Κομμουνιστικού Κόμματος «Μακεδονίας», λόγω αδυναμίας εξεύρεσης στελεχών.
Στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία είχαν συγκροτηθεί ομάδες της ΕΜΕΟ (Εν.). Δεν είχαν, ωστόσο, καμία πολιτική επιρροή. οι σχέσεις τους με το ΚΚΓ υπήρξαν προβληματικές και το 1928 εξαρθρώθηκαν πλήρως από τις γιουγκοσλαβικές αρχές. Μετά το Ε΄ Συνέδριο της ΚΔ, στις οδηγίες που έδωσε ο Ποπτόμωφ προς το ΚΚΓ τόνισε, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να ανασυσταθεί η ΕΜΕΟ (Εν.), να εκδοθεί στη σερβική Μακεδονία μία εφημερίδα στη «μακεδονική γλώσσα», να ιδρυθεί μία φοιτητική ομάδα της ΕΜΕΟ (Εν.) στο Βελιγράδι και το Ζάγκρεμπ. Πρότεινε επίσης να αποκατασταθούν τακτικές επαφές με την Θεσσαλονίκη, που προορίζονταν για συντονιστικό κέντρο της ΕΜΕΟ (Εν.) και να διανεμηθεί στη σερβική Μακεδονία ένα εκλαϊκευμένο φυλλάδιο για το Μακεδονικό Ζήτημα και τα καθήκοντα της VMRO (Εν.).
Μετά όμως την απόφαση της ΚΔ για διάλυση της ΕΜΕΟ (Εν.), εγκαταλείφθηκε κάθε προσπάθεια ανασύστασης της οργανώσεως στη σερβική Μακεδονία. Ωστόσο, με πρωτοβουλία του ΚΚΓ συγκροτήθηκε το 1936 μία οργάνωση Σλαβομακεδόνων φοιτητών (250 περίπου άτομα) των Πανεπιστημίων του Ζάγκρεμπ και του Βελιγραδίου, με την επωνυμία «MANAPO - Makedonski Naroden Pokret - Μακεδονικό Λαϊκό Κίνημα». Το πολιτικό πρόγραμμα της οργανώσεως προέβλεπε: «1) Ο μακεδονικός λαός έχει το δικαίωμα ελεύθερου εθνικού βίου στο πλαίσιο μιας γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας, 2) το αίτημα αυτό μπορεί να υλοποιηθεί μονάχα με την ανατροπή της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας και ηγεμονίας και της αποκατάστασης της πλέον διευρυμένης δημοκρατίας, 3) για τον λόγο αυτό, ο μακεδονικός λαός θα αγωνιστεί με τους άλλους λαούς και τις προοδευτικές δυνάμεις στη Γιουγκοσλαβία για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, για την ελευθερία του λόγου και του τύπου, για την κατάργηση όλων των αντιδημοκρατικών νόμων, 4) ο μακεδονικός λαός ζητά να αποκατασταθούν διπλωματικές σχέσεις και να συναφθεί σύμφωνο φιλίας με τη Σοβιετική Ένωση, 5) να απαιτηθεί η άμεση προκήρυξη ελεύθερων βουλευτικών εκλογών με μυστική ψηφοφορία».
Το ΜΑΝΑΡΟ παρουσιάσθηκε ως εθνική, αλλά ταυτόχρονα και ως δημοκρατική, αντιδικτατορική οργάνωση στο πλαίσιο της τακτικής του λαϊκού μετώπου. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να βρει πολιτικούς εταίρους στη Γιουγκοσλαβία. Οι προσπάθειες της οργανώσεως να συμμαχήσει με το Αγροτικό Ρεπουμπλικανικό Κροατικό Κόμμα και την αριστερή πτέρυγα του Αγροτικού Σερβικού Κόμματος στις εκλογές του 1938, δεν καρποφόρησαν. Ο Κροάτης ηγέτης Βλάτκο Μάτσεκ, που αγωνιζόταν για την αυτονομία της Κροατίας, δεν ήθελε προφανώς να δυσαρεστήσει τους Σέρβους, συμμαχώντας με μία αντικρατική οργάνωση που προπαγάνδιζε την ύπαρξη «μακεδονικού λαού». Για τον λόγο αυτό και απέρριψε την προσφορά του ΜΑΝΑΡΟ για συμμαχία, με το επιχείρημα ότι ήταν πολύ επιβαρυμένος με τις κροατικές υποθέσεις. Το ΜΑΝΑPO περιορίσθηκε στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και δεν συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του την ελληνική και τη βουλγαρική Μακεδονία.
Το ΜΑΝΑΡΟ δεν μπόρεσε να ασκήσει σημαντική πολιτική επιρροή στη Μακεδονία και το 1939 έπαψε να υπάρχει ως πολιτικός φορέας. Ωστόσο, ένα τμήμα της νέας γενιάς Σλαβομακεδόνων φοιτητών και διανοουμένων, προσκείμενων στο ΚΚΓ και πρώην μελών της ΕΜΕΟ (Eν.), αποδέχθηκαν και προπαγάνδιζαν την θέση της ΚΔ και του ΚΚΓ για την ύπαρξη μακεδονικού έθνους. Περισσότερο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ποιητή Kότσο Ράτσιν, που έγραψε το ποιητικό έργο «Beli Mugri - Ασπροχάραμα» σε σλαβομακεδονικό ιδίωμα και στα τέλη του 1939 το δημοσίευσε στο Σάμομπορ της Κροατίας. Στο ποίημά του περιγράφει τη δεινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση των χωρικών της σερβικής Μακεδονίας και τους καλεί σε εξέγερση. Ο Ράτσιν είχε επαφές με τον «Μακεδονικό Λογοτεχνικό Κύκλο» της Σόφιας. Μετά την Σερβοκροατική Συμφωνία Τσβέτκοβιτς - Μάτσεκ του Αυγούστου του 1939, για την χορήγηση αυτονομίας στην Κροατία και τη συμμετοχή των Κροατών στην διοίκηση, άλλοτε μέλη του ΜΑΝΑΡΟ και της ΕΜΕΟ (Εν.) σε φιλολογικές συζητήσεις εντός λογοτεχνικών κύκλων έθιξαν το ζήτημα της χορηγήσεως αυτονομίας στη σερβική Μακεδονία και της αναγνωρίσεως των Σλαβομακεδόνων ως ιδιαιτέρου λαού, όπως και το θέμα της κωδικοποιήσεως μιας σλαβομακεδονικής γλώσσης. Σε έναν ενδιαφέροντα διάλογο που είχαν οι Κότσο Ράτσιν, Λιούπτσο Αρσώφ και Πάνκο Μπρασνάρωφ με τους Σέρβους Καθηγητές Πανεπιστημίου Βούλιτς και Ράντονιτς, τον Δεκέμβριο του 1939, επέμεναν στην ύπαρξη των Σλαβομακεδόνων ως ιδιαιτέρου έθνους, με καταβολές στην Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα και απαίτησαν να χορηγηθούν στη σερβική Μακεδονία όσα είχαν αποκτήσει οι Κροάτες. Οι Σέρβοι καθηγητές, που επιχειρηματολογούσαν με ιστορικά τεκμήρια και υπεραμύνονταν της πολιτικής του εκσερβισμού, ήταν απόλυτα αρνητικοί. Ο Βούλιτς υποστήριξε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
«Tί θέλετε εσείς οι Μακεδόνες; Θα θέλατε αυτονομία όπως και οι Κροάτες. Οι Κροάτες τη γλώσσα τους, που είναι η καϊκαβική και η τσακαβική (πρόκειται για διαλέκτους της σερβοκροατικής), την θυσίασαν και υιοθέτησαν γλώσσα που δεν είναι δική τους, την στοκαβική (πρόκειται για διάλεκτο της σερβοκροατικής που ομιλείται στη Σερβία). Εσείς θα θέλατε τη μακεδονική σας γλώσσα να τη χρησιμοποιείτε ως λόγια… Όμως, ποιό θα ήταν το κέρδος; Στη Γερμανία ο Πρώσος δεν καταλαβαίνει καθόλου το Βαυαρό, όμως είναι μαζί. Οι άνθρωποι ενώνονται… Τί θα κερδίσετε με τη χρήση αυτής της γλώσσας στα σχολεία; Εδώ θα αρχίσει ένας αγώνας για την επικράτηση των διαλέκτων. Δεν βλέπω κέρδος από το όνομα Μακεδονία. Οδηγεί σε πλάνη το να ανάγετε την καταγωγή σας στον Μέγα Αλέξανδρο. Καταλαβαίνω, ζητάτε δικαιώματα, όμως ευκολότερα θα τα αποκτήσετε μαζί μας παρά μόνοι. Αν οι Κροάτες δεν είχαν κάποτε κυρίαρχο κράτος (συνέλευση, μπάνο κλπ.), δεν θα ζητούσαν αυτά που ζήτησαν. Εσείς ζητάτε κάτι που ποτέ δεν είχατε. Είστε νέοι ιδεαλιστές και υποφέρετε από πλάνες… Ποτέ δεν άκουσα Σκοπιανό να λέει ότι είναι Μακεδόνας. Εσείς μεγαλώσατε στο περιβάλλον αυτό, αποκαλείστε Μακεδόνες και θέλετε τη γλώσσα σας. Εγώ, αντίθετα, γνωρίζω πολλά άτομα από την περιοχή αυτή που λένε ότι είναι Σέρβοι…».
Περισσότερο κατηγορηματικός υπήρξε ο Καθηγητής Ράντονιτς:
«Δεν μπορούμε να σας αναγνωρίσουμε ως εθνική ιδιαιτερότητα. Το λέω αυτό ως πολιτικός… Είναι αλήθεια ότι χωρίς την κοιλάδα του Μοράβα και του Βαρδάρη δεν μπορούμε να υπάρξουμε. Είναι η σπονδυλική στήλη της Γιουγκοσλαβίας μας. Η ιδέα είναι το κράτος να ενώσει όλες τις δυνάμεις μας για να μπορέσουμε να κρατηθούμε. Πρέπει να βελτιωθεί η διοίκηση και όλοι πρέπει να είμαστε ισότιμοι. Η Κροατία είχε ιδιαίτερο βίο και για τον λόγο αυτό έχει το δικαίωμα της αυτονομίας. Αν παραχωρούσαμε νωρίτερα την αυτονομία, θα είχαμε σήμερα μεγαλύτερη συνοχή… Θα βελτιώσουμε τη διοίκηση και θα σας χορηγήσουμε πλήρη ισοτιμία… Δεν μπορούμε ούτε να επιτρέψουμε ούτε να αναγνωρίσουμε την εθνική ιδιαιτερότητα των Μακεδόνων, για πολιτικούς λόγους. Πρέπει να διορθώσουμε τα λάθη και εσείς πρέπει να μάθετε την κοινή λόγια γλώσσα και όλα τελείωσαν».
Όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ιδρύθηκε Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας και τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας στη σερβική Μακεδονία ήταν ολιγάριθμα. Καθώς η κατάσταση στη σερβική Μακεδονία παρέμενε συγκεχυμένη, ο Δημητρώφ, μετά από συμφωνία με τον Tίτο, απέστειλε την άνοιξη του 1940 από τη Μόσχα στη σερβική Μακεδονία τον Mετόντιγια Σάτορωφ, ως Γραμματέα μιας Περιφερειακής Επιτροπής εντός του ΚΚΓ. Ο Σάτορωφ ήταν μέλος του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος και πρώην μέλος της ΕΜΕΟ ( Εν.). Τo γεγονός ότι ένα μέλος του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος ανέλαβε την αναδιοργάνωση των κομματικών βάσεων στη σερβική Μακεδονία, αποδεικνύει ότι οι Βούλγαροι Κομμουνιστές επιδίωκαν να διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο σε μία μελλοντική λύση του Μακεδονικού. Το 1940 Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΓ έγινε ο Τίτο, που είχε ήδη επιστρέψει στη Γιουγκοσλαβία από τη Μόσχα. Στην Πέμπτη Συνδιάσκεψη του ΚΚΓ, τον Οκτώβριο του 1940, αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα της ισοτιμίας του μακεδονικού λαού σε μία γιουγκοσλαβική ομοσπονδία. Στην ορολογία των Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών ο όρος «λαός» σήμαινε κυρίαρχο έθνος.
Το ιδεολόγημα του «μακεδονισμού» αποτελούσε μία εναλλακτική λύση στον ανταγωνισμό των βαλκανικών κρατών για επιρροή στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Σε αντίθεση με την περίπτωση του Mισίρκωφ, υπήρχαν τώρα πολιτικές δυνάμεις που στήριζαν μια σλαβομακεδονική λύση. Βέβαια, οι βραχυπρόθεσμοι πολιτικοί στόχοι της ΚΔ δεν επιτεύχθηκαν. Η ΕΜΕΟ (Εν.) διαλύθηκε και η Βουλγαρία προσχώρησε στις δυνάμεις του Άξονος. Αλλά ο σλαβομακεδονισμός παρέμενε μία εθνική επιλογή. Ότι η πορεία αυτή δεν ήταν μη αναστρέψιμη, στον βαθμό που η Βουλγαρία θα μπορούσε να εκπληρώσει την «ιστορική» της αποστολή, είναι μία λογική υπόθεση. Ωστόσο, οι εξελίξεις στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου απέβησαν κυρίως προς όφελος της σλαβομακεδονικής λύσεως με κύριο πρωταγωνιστή το ΚΚΓ, που μετέτρεψε το Μακεδονικό σε γιουγκοσλαβικό ζήτημα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Για μία πρώτη προσέγγιση βλ. Σπ. Σφέτα, Όψεις του Μακεδονικού Ζητήματος στον 20ό αιώνα, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 55-78.
Βλ. την συλλογή των εγγράφων, Λ. Ι. Τζίλα - Β. Τ. Πόποφσκι, Μακεντόνσκιι Βοπρός β ντοκουμέντοτ Κομιντέρνα, τόμ. 1, τεύχ. 1 1923-1925 [Το Μακεδονικό Ζήτημα στα έγγραφα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Τόμος Α΄, Μέρος Α΄, 1923-1925], Σκόπια 1999.
Bλ. Κ. Ράντεκ, «Der Umsturz in Bulgarien», Die Kommunistische Internationale, 27 (15.8.1923), 115-116.
Βλ. Sp. Sfetas, Makedonien und Interbalkanische Beziehungen 1920-1924, Μόναχο 1992, σ. 320.
Για τις συζητήσεις αυτές βλ. Sfetas, Makedonien, σσ. 434-440.
Βλ. ΒΜΡΟ (Ομπεντινέτα), Ντοκουμέντι ι Ματεριάλι, τόμ.1 [ΕΜΕΟ - Ενωμένη. Έγγραφα και Υλικό, Τόμος Α΄], επιμέλεια έκδοσης Ιβάν Καταρτζίεφ, Σκόπια 1991, σσ. 129-137, (εδώ σσ. 131, 133-134).
Ροσιίσκι Τσέντουρ Χρανένιγια ι Ιζουτσένιγια Ντοκουμέντοβ Νοβέισεϊ Ιστόριι (στο εξής ΡΤΧΙΝΝΙ), [Ρωσικό Κέντρο Διαφύλαξης και Μελέτης Εγγράφων Νεότερης Ιστορίας], Fond 509 (στο εξής F-Σειρά), Opis 1, (στο εξής Op-Κατάλογος), Delo 164 (στο εξής D-Φάκελος), Εμπιστευτικό, Επιστολή του Ποπτόμωφ προς την Γραμματεία των Βαλκανικών Κρατών, 15.11.1933.
Αυτόθι.
Η εισήγηση δεν εντοπίσθηκε στα αρχεία.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F.495, Op. 69, D.56, Πρωτόκολλο της συνεδρίασης της 20ής Δεκεμβρίου 1933.
Αυτόθι.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F.495, Op. 69, D.56, Πρωτόκολλο της συνεδρίασης της 22ας Δεκεμβρίου 1933.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F.509, Op.169, (χωρίς ένδειξη φακέλλου) - Προέκτ ρεζολούτσιι ο μακεντόνσκοϊ «νάτσιι» 1933, [Σχέδιο απόφασης για το μακεδονικό «έθνος»] 1933.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F.459, Op.69, D.56, Πρωτόκολλο της συνεδρίασης της 28ης Δεκεμβρίου 1933.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F.509, Op.169, (χωρίς ένδειξη φακέλλου) - Ο πράβε μακεντόνσκογκο ναρόντα να σαμοοπρεντελένιε, 31.12.1933 [Για το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως του μακεδονικού λαού], 31.12.1933.
Βλ. «Ντοκουμέντι. Ρεζολούτσιατα πο Μακεντόνσκιγιατ Βαπρός», [Έγγραφα. Η απόφαση για το Μακεδονικό Ζήτημα], Βρεμενά1 (1992), σσ. 100-111.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F.495, Op.3, D.402 «Resolutionentwurf des Balkan - LS über die makedoniche Frage und die ΑMRO (Vereinigte). Wird als Grundlage angenommen. Das Balkan - LS wird beauftragt, den Entwurf auf Grund der Meinungsaustausches endgültig zu redigieren und mit dem Gen. Kuusinen zu vereinbarren. Die Losung» Republik der Werktätigen «soll in der Resolution bleiben». Από τα Αρχεία της Κομιντέρν δεν προκύπτει ότι ο ρόλος του Βλάχωφ στην επεξεργασία της αποφάσεως υπήρξε σημαντικός, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. Βλ. Δ. Βλάχωφ, Μεμοάρι [Αναμνήσεις], Σκόπια, 1970, σ. 357.
Bλ. την συλλογή εγγράφων που εξέδωσε η Διεύθυνση Κρατικών Αρχείων της Βουλγαρίας, ΒΚΠ, Κομιτέρνατ ι Μακεντόνσκιατ Βαπρός (1917-1946), τόμ. 2 [Το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα, η Κομμουνιστική Διεθνής και το Μακεδονικό Ζήτημα 1917-1946, Τόμος Β΄], Σόφια 1999, σσ. 881-884.
Είναι αποκαλυπτική η συνέντευξη (1975) του Μιχάλη Κεραμιτζή, μέλους του ΚΚΕ πριν από τον πόλεμο και βασικού στελέχους του ΣΝΟΦ και του ΝΟΦ στην Κατοχή και τον Εμφύλιο: «…Τότε (1939) δεν είχα ιδέα από αυτά τα πράγματα: μακεδόνες, μακεδονία, μακεδονικό ζήτημα, κομιτάτο κλπ. Το ίδιο και τα άλλα μακεδονικά στελέχη μας. Ένοιωθα το ίδιο που ένοιωθε και ένας έλληνας κομμουνιστής. Στο βαθμό που ένοιωθα κάτι ιδιαίτερο σαν σλαύος ένοιωθα ότι είμαι βούλγαρος…». Βλ. Ε. Κωφός, «Το Μακεδονικό στις σχέσεις ΚΚΕ-ΚΚΓ κατά τα τέλη του 1944», στο συλλογικό έργο Μακεδονία και Θράκη 1941-1944. Κατοχή- Αντίσταση- Απελευθέρωση, ΙΜΧΑ (269), Θεσσαλονίκη 1998, σ. 131.
Bλ. ΡΤΧΙΝΝΙ, F.495, Op.69, D. 63, Πρωτόκολλο της συνεδρίασης της 5ης Ιανουαρίου 1934.
Βλ. Σφέτας, Όψεις του Μακεδονικού, σ. 80.
Βλ. Ντ. Ντομπρίνωφ, ΒΜΡΟ (Ομπεντινένα) [ΕΜΕΟ-Ενωμένη], Σόφια 1993, σσ. 223-224.
Βλ. Σφέτας, Η διαμόρφωση της Σλαβομακεδονικής ταυτότητας. Μια επώδυνη διαδικασία, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2003, σ.107.
Βλ. Ντομπρίνωφ, ό.π., σ. 232.
Βλ. Ντομπρίνωφ, ό.π., σσ. 234-235.
Βλ. Ντομπρίνωφ, ό.π., σ. 236. Το 1937, όταν γεννήθηκε ο διάδοχος του θρόνου Συμεών, ο σημερινός Πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, ο Βασιλιάς Βόρις, χορήγησε γενική αμνηστία.
Βλ. Μακεντόνσκι Βέστι, .II, 12. VII. 1936 [Μακεδονικές Ειδήσεις, Έτος Β΄].
Βλ. Β. Τοτσίνοφσκι, Μακεντόνσκιοτ Λιτερατούρεν Κρούζοκ - Σόφια 1938-1941, [Ο Μακεδονικός Λογοτεχνικός Κύκλος - Σόφια 1938-1941, Έγγραφα], Σκόπια 1995, σ. 44.
Βλ. Τοτσίνοφσκι, ό.π., σσ. 97-98.
Βλ. Τοτσίνοφσκι, ό.π., σσ. 56-59.
Βλ. Π. Γκάλτσιν, «Μακεντόνσκι Λιτερατούρεν Κράζοκ (1938-1941)) Βαζβράστανε καμ μπάλγκαρσκιτε κόρενι» [Ο Μακεδονικός Λογοτεχνικός Κύκλος 1938-1941. Επιστροφή στις βουλγαρικές ρίζες], Μακεντόνσκι Πρέγκλεντ, 2 (2002), 25.
Βλ. N. Μίνκωφ, «Μακεντόνσκα νάτσια;» [Μακεδονικό Έθνος;], ΝάτσιαιΠολίτικα,4 (1936), 148-149.
Για το ζήτημα αυτό βλ. Sp. Sfetas, Makedonien, σσ. 434-440.
Βλ. Ρ. Κιριάζοφσκι, «Ακτίνοβστα να ΒΜΡΟ (Ομπεντινέτα) βο εγκέισκιοτ ντελ να Μακεντόνια ντο 1936 γκόντινα» [Η δράση της ΕΜΕΟ-Ενωμένης στη Μακεδονία του Αιγαίου], στο συλλογικό έργο 70 γκόντινι ΒΜΡΟ(Ομπεντινέτα) 1925-1995 [70 έτη ΕΜΕΟ-Ενωμένης 1925-1995], ΠρακτικάΕπιστημονικήςΗμερίδας(20.12.1995), Έκδοση του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας, Σκόπια 1998, σ. 109.
Βλ. Κιριάζοφσκι, ό.π., σ. 110.
Βλ. ΒΜΡΟ (Ομπεντινέτα), Ντοκουμέντιιματεριάλι,τόμ. II, [ΕΜΕΟ-Ενωμένη. Έγγραφα και Υλικό, Τόμος Β΄] επιμέλεια έκδοσης I. Καταρτζίεφ, Σκόπια 1992, σσ. 276-278. Σε επιστολή του προς τον Ριζοσπάστη ένας «Μακεδόνας» ανέφερε: «Εδώ στη Φλώρινα, η τρομοκρατία είναι ανυπόφορη. Σέρνονται τίμιοι Μακεδόνες στα δικαστήρια και δικάζονται βαριά και επειδή δεν ξέρουν την ελληνική γλώσσα τους αποκαλούν Βούλγαρους. Ας ξέρουν καλά οι Έλληνες δυνάστες ότι δεν είμαστε ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι, ούτε Έλληνες, αλλά γνήσιοι Μακεδόνες που έχουν πίσω τους ιστορία για την απελευθέρωση της Μακεδονίας». Βλ. Ριζοσπάστης, 1.12.1934.
Βλ. Σ. Σφέτας, Όψεις του Μακεδονικού, σ. 76.
Βλ. Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, Τόμος Δ΄ (1934-1940), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1975, σ. 296.
Βλ. Το ΚΚΕ, ό.π., σ. 297.
Aποκαλυπτική για την μετάλλαξη αυτή των ταυτοτήτων είναι η δήλωση του Μιχάλη Κεραμιτζή, μέλους του ΣΝΟΦ στην Κατοχή και του ΝΟΦ στον Εμφύλιο: «…Μονάχα οι έλληνες κομμουνιστές μιλούσαν πάντα για μακεδόνες, και για Μακεδονία, αυτοί υπεράσπιζαν αυτή τη θέση στα δικαστήρια και καταδικάζονταν. Εγώ μέσα στο ΚΚΕ και από το ΚΚΕ, από τους έλληνες κομμουνιστές και όχι από τους μακεδόνες άρχισα να μαθαίνω ότι είμαι μακεδόνας. Αυτή είναι η αλήθεια». Βλ. Ε. Κωφός, ό.π., σ. 131.
Βλ. Κ. Μίλιοφσκι, Μακεντόνσκοτο πρασάνιε βο νατσιονάλνατα προγκράμα να ΚΚΓ (1919-1937), [Το Μακεδονικό Ζήτημα στο εθνικό πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας 1919-1937], Σκόπια 1962, σ. 121.
ΡΤΧΙΝΝΙ, F. 495, Op. 74, D. 64. Συγκεκριμένα ζητήματα του εθνικο-απελευθερωτικού κινήματος των Βαλκανίων μετά το Ζ΄ Συνέδριο της ΚΔ, 11.9.1935, Εμπιστευτικό.
Βλ. Μίλιοφσκι, ό.π., σσ. 148-149.
Βλ. I. Καταρτζίεφ, Πο βρτσίνιτε να μακεντόνσκατα ιστόρια [Στα ύψη της μακεδονικής ιστορίας], Σκόπια 1986, σσ. 376-377.
Βλ. Καταρτζίεφ, ό.π., σσ. 381-382.

Σπυρίδων Σφέτας
Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (324-1025)


Θεόδωρος Κορρές

Η Μακεδονία από τον Δ΄ έως τον ΣΤ΄ αιώνα

Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των νεωτέρων ιστορικών τοποθετεί στο 324, έτος της μονοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την απαρχή της ιστορίας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους που αργότερα ονομάσθηκε Βυζάντιο, πρέπει να ανατρέξουμε στην περίοδο της Τετραρχίας, γιατί τότε συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα που θα είναι καθοριστικά για το μέλλον της Μακεδονίας.

Κατά την περίοδο αυτή, ο Καίσαρας Γαλέριος μετέφερε την έδρα της διοικήσεώς του από το Σίρμιο της Παννονίας στη Θεσσαλονίκη, οικοδόμησε πολυτελές ανακτορικό συγκρότημα, τη Ροτόντα, την θριαμβευτική αψίδα που φέρει το όνομά του και ουσιαστικά κατέστησε την Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Η σύντομη αυτή αναδρομή στα χρόνια του Γαλερίου είναι επιβεβλημένη και για έναν ακόμη, σημαντικότερο ίσως λόγο. Γιατί τότε έγιναν οι περίφημοι διωγμοί κατά των Χριστιανών, στους οποίους μαρτύρησε το 305 και ο Ρωμαίος αξιωματικός Δημήτριος. Και είναι γνωστό πόσο στενά συνδεδεμένο είναι το όνομα και η λατρεία του μάρτυρος Δημητρίου, που από τον ΣΤ΄ ήδη αιώνα θεωρείται πολιούχος της Θεσσαλονίκης, με την ιστορία της πόλεως και ιδιαίτερα με τις προσπάθειές της να αμυνθεί κατά των ποικίλων εχθρών που την απειλούσαν.

Τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού συνέχισε ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Διοίκηση της Μοισίας χωρίσθηκε, πιθανώς πριν το 327, στις Διοικήσεις της Δακίας και Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται στη Notitia dignitatum, πηγή του Ε΄ αιώνος. Στο νέο διοικητικό σχήμα, η επαρχία της Μακεδονίας χωρίσθηκε σε Macedonia prima και Macedonia secunda.

Έτσι, τον Δ΄ αιώνα τα όρια της Μακεδονίας έφθαναν μέχρι τον ποταμό Νέστο ανατολικά, προς βορράν μέχρι το σημερινό Βελεσά (Titov-Veles), στα δυτικά μέχρι την Παλαιά Ήπειρο και στα νότια μέχρι τη Θεσσαλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όρια της Μακεδονίας μεταβάλλονται στους αιώνες που ακολουθούν.

Την σπουδαιότητα της Θεσσαλονίκης ως διοικητικού κέντρου αντιλήφθηκε και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος την κατέστησε βάση των επιχειρήσεών του, κατά την περίοδο 322-323. Σύμφωνα με τον ιστορικό του Ε΄ αιώνος Ζώσιμο, ο Μέγας Κωνσταντίνος κατασκεύασε στη νοτιοδυτική γωνία της πόλεως ένα τεχνητό τετράγωνο λιμάνι, για να ελλιμενισθούν τα πλοία του στόλου που είχε συγκεντρώσει, προκειμένου να μεταφέρει τον στρατό του στη Μικρά Ασία στην αναμέτρησή του με τον Λικίνιο. Ο «σκαπτός» λιμένας του Μεγάλου Κωνσταντίνου έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εμπορική κίνηση και οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης στα βυζαντινά χρόνια, όπως αναφέρουν πηγές του Ι΄ και του ΙΒ΄ αιώνος. Ας σημειωθεί ότι στις φυλακές της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκε μετά την ήττα του ο Λικίνιος και εκεί παρέμεινε έως την εκτέλεσή του, το 325.


Την Θεσσαλονίκη επέλεξε μισόν αιώνα αργότερα, το 379, και ο Μέγας Θεοδόσιος (379-395) ως έδρα των στρατιωτικών του επιχειρήσεων κατά των εχθρών της αυτοκρατορίας, των Γότθων, οι οποίοι μετά τη νίκη τους στην Αδριανούπολη (378), όπου κατεσφάγη το ρωμαϊκό στράτευμα και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Βάλης, εισέβαλαν στο δυτικό τμήμα της Βαλκανικής και στον ελλαδικό χώρο λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Παρά το γεγονός ότι οι μαρτυρίες των πηγών είναι λίγες και ασαφείς, φαίνεται ότι ο Θεοδόσιος διέταξε γενική επιστράτευση στην περιοχή και με τη συνδρομή Γότθων μισθοφόρων κατάφερε να νικήσει, το καλοκαίρι του 379, τους Γότθους και τους συμμάχους τους Αλανούς και Ούννους που λεηλατούσαν τη Θράκη και να τους απωθήσει τελικά πέραν του Αίμου. Ο αυτοκράτορας επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε έως το καλοκαίρι του 380 ανασυντάσσοντας τον στρατό του. Την εποχή αυτή ενίσχυσε και την οχύρωση της πόλεως, όπως φανερώνει επιγραφή σε πύργο των ανατολικών τειχών: «τείχεσιν αρρήκτοις Ορμίσδας εξετέλεσε τήνδε πόλιν».

Κατά το διάστημα της παραμονής του στην πόλη, ο Θεοδόσιος βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Με τον ζήλο του νεοφωτίστου ο Θεοδόσιος εξέδωσε από την Θεσσαλονίκη διάταγμα, με το οποίο αναγνώριζε ως μόνο αληθινό το δόγμα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, ενώ έναν χρόνο αργότερα κήρυξε τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους και έλαβε αυστηρά μέτρα εναντίον των Ειδωλολατρών αλλά και των μη Ορθοδόξων Χριστιανών.

Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες του Θεοδοσίου, οι Γότθοι εξακολουθούσαν να παρενοχλούν τις επαρχίες της Βόρειας Βαλκανικής και ο αυτοκράτορας προσπάθησε να επιλύσει το ζήτημα υπογράφοντας συνθήκη ειρήνης το 382, βάσει της οποίας επέτρεπε την εγκατάσταση των Γότθων σε περιοχές της Δακίας και της Θράκης και την ένταξή τους στον ρωμαϊκό (= βυζαντινό) στρατό ως φοιδεράτων, δηλαδή συμμάχων. Η πολιτική αυτή του Θεοδοσίου προκάλεσε αντιδράσεις που κορυφώθηκαν το 390 στη Θεσσαλονίκη, όταν οι κάτοικοι, με αφορμή την σύλληψη δημοφιλούς ηνιόχου την παραμονή των αγώνων από τον Διοικητή της Γοτθικής Φρουράς Βουτέριχο, προκάλεσαν ταραχές και δολοφόνησαν τον Βουτέριχο. Η αντίδραση του αυτοκράτορος υπήρξε άμεση και σκληρή. Ο λαός κλήθηκε και παγιδεύθηκε στον ιππόδρομο, όπου επτά χιλιάδες εσφάγησαν από τους Γότθους μισθοφόρους. Αργότερα, υπό την πίεση του Επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, ο Θεοδόσιος αναγκάσθηκε να ζητήσει δημοσίως συγνώμη για την πράξη του. Ας σημειωθεί ότι ο ιππόδρομος δεν λειτούργησε ποτέ πια και με την πάροδο του χρόνου μετετράπηκε σε ερείπια.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 395, οι Βησιγότθοι, με αρχηγό τους τον Αλάριχο, στράφηκαν προς την Ανατολική Μακεδονία, την οποία λεηλάτησαν. απέτυχαν όμως να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Επιθέσεις από τους Οστρογότθους δέχθηκε η Μακεδονία και την περίοδο 473-483. Οι πόλεις των Φιλίππων και της Θεσσαλονίκης κινδύνευσαν και σώθηκαν μετά από επέμβαση του ιδίου του Αυτοκράτορος Ζήνωνος (476-491). Λιγότερο τυχερές στάθηκαν άλλες πόλεις της Μακεδονίας όπως η Πέλλα, η Έδεσσα και η Ηράκλεια Λυγκηστίδος (κοντά στο Μοναστήρι), η οποία καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Η Μακεδονία ησύχασε οριστικά από τους Γότθους, όταν ο Ζήνων τους έστρεψε το 488 προς την Ιταλία. Η περίοδος όμως της σχετικής ηρεμίας για την Μακεδονία δεν επρόκειτο να διαρκέσει για πολύ.

Αβαροσλαβικές επιδρομές του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος

Όπως είναι γνωστό, ο ΣΤ΄ αιώνας υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολος για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ειδικότερα για τις βαλκανικές επαρχίες της. Και τούτο γιατί, ενώ οι Βυζαντινοί πολεμούσαν με τους Πέρσες στην Ανατολή και προσπαθούσαν να επιτύχουν την reconquista στη Δύση, χρειάσθηκε ταυτόχρονα να ελέγξουν την έντονη επιθετική δραστηριότητα των ουννικών και σλαβικών φύλων, που με τις ληστρικές επιδρομές τους ταλαιπωρούσαν και την Μακεδονία. Η κατάσταση στη Βαλκανική επιδεινώθηκε στα τέλη της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565), με την εμφάνιση των εμπειροπόλεμων Αβάρων. Λαός ασιατικός, κινήθηκε προς τον ευρωπαϊκό χώρο ιδρύοντας ένα ισχυρό κράτος, που εκτείνονταν από τον Δούναβη έως τον Δνείπερο και τη Βαλτική και άρχισε να λεηλατεί τις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, με τη βοήθεια σλαβικών φύλων που είχε υποτάξει.

Την εποχή αυτή ο Αυτοκράτωρ Μαυρίκιος (582-602), απασχολημένος με τους Πέρσες στο Ανατολικό Μέτωπο, δεν μπορούσε να αποκρούσει τους Αβαροσλάβους με τα όπλα και αναγκάσθηκε να καταβάλλει ετήσιο φόρο, για να εξασφαλίσει την ειρήνη στην περιοχή. Όταν όμως το 591 οι Βυζαντινοί συνήψαν ειρήνη με τους Πέρσες, ο Μαυρίκιος μετέφερε τις δυνάμεις του στη Βαλκανική, οι οποίες, αφού πέρασαν τον Δούναβη, αιφνιδίασαν τους Σλάβους και κέρδισαν «περιφανή των Ρωμαίων νίκην». Δυστυχώς όμως για την αυτοκρατορία και τους κατοίκους της περιοχής, η πτώση του Μαυρικίου και η άνοδος του Φωκά (602-610) ανέτρεψε τις ισορροπίες. Ο Βυζαντινοπερσικός Πόλεμος ξανάρχισε, οι Αβαροσλάβοι εισέβαλαν ανενόχλητοι και αφού κατέλαβαν πόλεις στις περιοχές της σημερινής Βουλγαρίας και Σερβίας, έφθασαν το 597 μπροστά στα τείχη της Θεσσαλονίκης.

Γύρω από τις προσπάθειες των Θεσσαλονικέων να αμυνθούν την εποχή αυτή κατά των εχθρών τους, έχει δημιουργηθεί μία πλούσια παράδοση με κεντρικό ήρωα τον «μυροβλήτην, καλλίνικον και φιλόπατριν Δημήτριον», που επεμβαίνει και σώζει την πόλη από τους επιδρομείς. Η παράδοση αυτή σώζεται μέχρι σήμερα στο αγιολογικό κείμενο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου», συλλογή πανηγυρικών λόγων που εκφωνήθηκαν από μητροπολίτες στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία της εορτής του Αγίου Δημητρίου και αποτελούν τη μόνη πηγή που αναφέρεται στις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης από τους Αβαροσλάβους. Αξίζει να σημειωθεί ότι σκοπός των αφηγήσεων των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου» δεν είναι η καταγραφή των γεγονότων. Στόχευαν μόνον να τονίσουν ότι «εκ θεού καί ουκ άλλοθεν η σωτηρία τότε τη πόλει γεγένητο». Είναι άλλωστε γνωστό πόσο δύσκολη είναι η αναζήτηση της ιστορικής αληθείας σε αγιολογικά κείμενα. Το κείμενο των «Θαυμάτων» παρουσιάζει πρόσθετες δυσκολίες, γιατί περιγράφει γεγονότα του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος, τα οποία δεν αναφέρονται σε καμία από τις ελάχιστες πηγές της εποχής.

Κατά τον ΣΤ΄ και κυρίως κατά τον Ζ΄ αιώνα, οι Άβαροι και οι Σλάβοι προσπάθησαν πέντε φορές να καταλάβουν την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Η πρώτη επίθεση πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 597 και κατά την μαρτυρία των «Θαυμάτων», ήταν η πρώτη φορά που οι Θεσσαλονικείς είδαν από κοντά τους Αβαροσλάβους, μαρτυρία που ανατρέπει την υπόθεση ότι οι Σλάβοι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή πριν από τα τέλη του ΣΤ΄ αιώνος. Παρά τον υπερβολικό αριθμό των 100.000 που αναφέρει η πηγή, η πόλη αμύνεται με επιτυχία και με την θαυματουργική επέμβαση του μυροβλήτη πολιούχου της, ο οποίος εμφανίζεται «εν οπλίτου σχήματι» και γκρεμίζει «τόν πρώτον (βάρβαρον) ανιόντα διά της κλίμακος… λόγχη πλήξας», αναγκάζει τον Χαγάνο των Αβάρων Βαϊανό να λύσει την επταήμερη πολιορκία και να επιστρέψει στη βάση του, πέρα από τον Δούναβη.

Η δεύτερη απόπειρα έγινε το 604, στα χρόνια του Φωκά (602-610), παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Οι ολιγάριθμοι την φορά αυτή Αβαροσλάβοι (5.000) έφθασαν απαρατήρητοι και θα επετύγχαναν ίσως να αιφνιδιάσουν τους Θεσσαλονικείς, που γιόρταζαν συγκεντρωμένοι στο ναό του πολιούχου. Όμως, ο «σωσόπολις» Δημήτριος ενέπνευσε έναν βυζαντινό αξιωματούχο να στείλει τους πολίτες ενόπλους στα τείχη και έτσι ο αιφνιδιασμός απέτυχε. Την επόμενη μέρα, μόλις διεπίστωσαν πόσο λίγοι ήταν οι επιδρομείς, οι Θεσσαλονικείς επεχείρησαν έξοδο και κατεδίωξαν τους Αβαροσλάβους.

Περισσότερο οργανωμένη και επικίνδυνη υπήρξε η τρίτη απόπειρα, το 615 (δηλαδή την εποχή του Ηρακλείου (610-641), σλαβικών ομάδων που είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη από την θάλασσα με τα αναρίθμητα μονόξυλά τους, ενώ οι οικογένειές τους περίμεναν με όλα τα υπάρχοντά τους στον γειτονικό κάμπο, για να εγκατασταθούν στην πόλη μετά την άλωσή της. Την αυγή της τετάρτης ημέρας μετά την άφιξή τους, οι Σλάβοι επιχείρησαν να καταλάβουν την πόλη με έφοδο. Όμως ενώ οι μάχες μαινόταν στα θαλάσσια τείχη, εμφανίσθηκε ο Άγιος Δημήτριος «χλαμύδα λευκήν φορών» να περπατεί στα τείχη και πάνω στη θάλασσα και να προκαλεί «άνεμον εξωτικόν», ο οποίος έπνευσε στον κόλπο και συνέτριψε τα μονόξυλα των πολιορκητών, βάφοντας «τήν θάλατταν πάσαν τω των βαρβάρων αίματι». Χάρη λοιπόν στον ηρωϊσμό των Θεσσαλονικέων και στον νοτιοδυτικό άνεμο που φύσηξε την κρίσιμη στιγμή, η Θεσσαλονίκη απέφυγε για μία ακόμη φορά την άλωση και την καταστροφή.

Το καλοκαίρι του 618, οι Αβαροσλάβοι επιχείρησαν εκ νέου να καταλάβουν τη νύμφη του Θερμαϊκού. Εξοπλισμένοι με πολιορκητικές μηχανές, προσπάθησαν επί τριάντα τρεις ημέρες να καταστρέψουν τα τείχη. Την πόλη έσωσε τελικά ο ηρωϊσμός των κατοίκων της και η απειρία των Αβαροσλάβων στη χρήση των πολιορκητικών μηχανών. Το εγχείρημα επανέλαβαν δύο χρόνια αργότερα, όταν η Θεσσαλονίκη υπέστη μεγάλες καταστροφές από ισχυρό σεισμό. Ούτε όμως και τώρα μπόρεσαν να καταλάβουν την πόλη. Αυτή μάλιστα ήταν η τελευταία φορά που οι Άβαροι και οι Σλάβοι πολιόρκησαν από κοινού την Θεσσαλονίκη, γιατί οι Άβαροι, μετά την αποτυχία τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, το 626, παύουν να απειλούν το Βυζάντιο.

Η τελευταία και ίσως η πιο επικίνδυνη απόπειρα κατά της Θεσσαλονίκης έλαβε χώρα το 676-678, όταν σλαβικές ομάδες που είχαν εγκατασταθεί στην ευρύτερη περιοχή, προσπάθησαν να την καταλάβουν. Οι Θεσσαλονικείς αμύνονται σθεναρά, ενισχυμένοι από την πίστη τους στον μυροβλήτη Δημήτριο που «εν οπλίτου σχήματι» επενέβαινε τις κρίσιμες ώρες για να σώσει την πόλη. Και η πίστη τους αυτή, νομίζω, καθόριζε την διαφορά ανάμεσα στην σθεναρή άμυνα και τον πανικό που θα τους οδηγούσε στην ήττα και την καταστροφή. Ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Δ΄ (668-685) δεν μπορούσε να βοηθήσει τη Συμβασιλεύουσα, γιατί την εποχή εκείνη η ίδια η Κωνσταντινούπολη πολιορκείτο από τους Άραβες. Όμως αμέσως μετά τη συντριβή των αραβικών δυνάμεων λύεται και η πολιορκία της Θεσσαλονίκης, γιατί ο αυτοκράτορας έστρεψε την προσοχή και τις δυνάμεις του και αντιμετώπισε δυναμικά τους «επαναστάτες» Σλάβους.

Όπως είναι γνωστό, το βυζαντινό κράτος ήταν υπερεθνικό και αντιμετώπιζε με τα όπλα τους ξένους λαούς, μόνον όταν εκείνοι έρχονταν ως επιδρομείς. Αντίθετα, ανεχόταν και πολλές φορές ευνοούσε την εγκατάσταση ξένων λαών στα εδάφη του, όταν ζητούσαν την άδεια του αυτοκράτορος. Από τις ασαφείς πληροφορίες των πηγών της εποχής, φαίνεται ότι έχουμε δύο κατηγορίες σλαβικών εγκαταστάσεων:

α΄) στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τον Δούναβη, παρατηρείται μία σχετικά συμπαγής εγκατάσταση Σλάβων, της οποίας οι ομάδες ήταν ανεξάρτητες και αυτόνομες και δεν είχαν καμία δέσμευση προς τον αυτοκράτορα.

β΄) Αντίθετα, άλλες σλαβικές ομάδες εκμεταλλεύθηκαν τη γενική αναταραχή που δημιούργησαν οι επιδρομές τους στη Βαλκανική, κατέβηκαν νοτιότερα και σχημάτισαν νησίδες μονίμων εγκαταστάσεων στο βυζαντινό έδαφος, τις «σκλαβηνίες», πληρώνοντας «πάκτα», δηλαδή φόρο υποτελείας.

Ας μη θεωρηθεί ότι οι αυτοκράτορες στην Κωνσταντινούπολη έμεναν αδιάφοροι και εγκατέλειπαν την Μακεδονία και την πρωτεύουσά της στην τύχη της. Αντίθετα και βυζαντινές φρουρές υπήρχαν σε όλες τις πόλεις της Μακεδονίας -ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη- αλλά και εκστρατείες εναντίον των Σλάβων έγιναν. Το 658 ο Κώνστας ο Β΄ «επεστράτευσεν κατά Σκλαβηνίας καί ηχμαλώτευσε πολλούς καί υπέταξεν», ο Ιουστινιανός ο Β΄ το 688, ο οποίος κατενίκησε τους Σλάβους και πολλούς από αυτούς μετοίκησε και εγκατέστησε στο μικρασιατικό Θέμα του Οψικίου και τέλος στην εποχή της Ειρήνης (783), ο «λογοθέτης του δρόμου» Σταυράκιος, αφού νίκησε τους Βουλγάρους και τους Σλάβους στη Θράκη, «κατελθών επί Θεσσαλονίκην καί Ελλάδα υπέταξε πάντας καί υποφόρους εποίησε τη βασιλεία».

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, σλαβικές ομάδες είχαν ήδη έλθει από τις αρχές του Ζ΄ αιώνος στη Μακεδονία και τη Θράκη και είχαν δημιουργήσει εγκαταστάσεις σε ελώδεις ή ημιορεινές περιοχές, τις οποίες οι Βυζαντινοί ονομάζουν σκλαβηνίες. Τέτοιες ομάδες ή φύλα ήταν οι Δρουγουβίται και Σαγουδάτοι, που ζούσαν μεταξύ Βεροίας και Μοναστηρίου, οι Βελεγεζίτες στην περιοχή της Δημητριάδος στη Θεσσαλία, οι Στρυμονίτες στις ορεινές περιοχές του Στρυμόνα, οι Ρηγχίνοι κοντά στη Ρεντίνα και οι Σμολεάνοι στα ορεινά της Ροδόπης. Οι ομάδες αυτές ήταν ανεξάρτητες και είχαν δικούς τους άρχοντες (ρήγες). ήταν όμως υποχρεωμένες να πληρώνουν φόρους στο βυζαντινό κράτος, λόγος άλλωστε για τον οποίο και συχνά επαναστατούσαν. Τότε επενέβαινε ο βυζαντινός στρατός και τις επανέφερε στην τάξη.

Με το πέρασμα του χρόνου, οι σχέσεις των Σλάβων που ήταν εγκατεστημένοι στα εδάφη της αυτοκρατορίας, άρχισαν να γίνονται φιλικές. Οι νεοφερμένοι άρχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές σχέσεις και σταδιακά να αποδέχονται και να μιμούνται τον τρόπο ζωής των Βυζαντινών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «Ρηγός» των Ρυγχίνων Περβούνδου, ο οποίος ντυνόταν όπως οι Βυζαντινοί, μιλούσε ελληνικά, συναναστρεφόταν πλουσίους Θεσσαλονικείς και -το κυριώτερο- προτιμούσε να ζει στην πόλη του Θερμαϊκού και όχι με τους υπηκόους του. Έτσι, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι με τον καιρό ο υπέρτερος βυζαντινός πολιτισμός ελκύει τους Σλάβους, οι οποίοι τελικά εκχριστιανίζονται «θείω βαπτίσματι δεξάμενοι» και εντάσσονται στην βυζαντινή κοινωνία.

Οι αβαροσλαβικές επιδρομές και η επιτυχής άμυνα που αντέταξε η μακεδονική πρωτεύουσα αποτελούν βέβαια τα σημαντικότερα γεγονότα του ΣΤ΄ και του Ζ΄ αιώνος στην ιστορία της περιοχής. Υπάρχει όμως και κάτι εξίσου σημαντικό, που πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως. Το γεγονός ότι με την σωτηρία της Θεσσαλονίκης διασώζεται και διατηρείται μία πολιτιστική παράδοση αιώνων, μία παράδοση που σίγουρα θα είχε διαταραχθεί, εάν οι Σλάβοι κατελάμβαναν την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Είναι βέβαια φυσικό ότι οι συνεχείς αγώνες για την επιβίωση της πόλεως την περίοδο αυτή δεν προσέφεραν το ευνοϊκότερο περιβάλλον για πνευματικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Όμως τα αποθέματα γνώσεως και πολιτισμού που αιώνες τώρα είχαν συσσωρευθεί στη Θεσσαλονίκη, ήταν αρκετά για να επιτρέψουν στην πόλη να ακτινοβολήσει το φως της και να διαδραματίσει -τον Θ΄ κυρίως αιώνα- πρωταρχικό ρόλο στον εκπολιτισμό και εκχριστιανισμό των Σλάβων που κατοικούσαν έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Στο ζήτημα όμως αυτό θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Θεματική οργάνωση της Βαλκανικής

Τον Ζ΄ αιώνα φαίνεται πως αλλάζει και πάλι ο διοικητικός χάρτης της περιοχής. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διαιρείται σε νέες στρατιωτικές-διοικητικές ενότητες, τα «θέματα», όπως αναφέρουν οι πηγές της εποχής. Το νέο αυτό διοικητικό σύστημα ανέθετε στον ίδιο αξιωματούχο, τον στρατηγό, παράλληλα και την πολιτική και την στρατιωτική διοίκηση του «θέματος» και αντικαθιστούσε τα μισθοφορικά στρατεύματα με εντόπιους στρατιώτες, οι οποίοι κάλυπταν τα έξοδα της στρατείας τους από την καλλιέργεια της γης που τους εκχωρήθηκε. Ο κλήρος αυτός ήταν αναπαλλοτρίωτος και μεταβιβάζονταν στα άρρενα τέκνα τους μαζί με την υποχρέωση παροχής στρατιωτικών υπηρεσιών.

Ο νέος θεσμός των «θεμάτων» εφαρμόζεται και στον βαλκανικό χώρο. Το 680/81 ιδρύεται το Θέμα Θράκης και στα τέλη του Η΄ αιώνος το Θέμα Μακεδονίας, με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη, πιθανότατα στα χρόνια της μονοκρατορίας της Ειρήνης της Αθηναίας (797-802). Στις αρχές του Θ΄ αιώνος, ιδρύονται τα Θέματα Στρυμόνος και Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη, που ήταν παλαιότερα πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, αναδεικνύεται πλέον σε «άρχουσα των δυτικών θεμάτων».

Ίδρυση του βουλγαρικού κράτους. Βυζαντινοβουλγαρικοί Πόλεμοι (680-820)

Τις μεταβολές στο υπάρχον διοικητικό σύστημα της βυζαντινής Μακεδονίας φαίνεται ότι υπαγόρευσαν οι συνθήκες που επικράτησαν μετά την άφιξη και εγκατάσταση στην Βορειοανατολική Θράκη ενός νέου λαού, των Βουλγάρων, ο οποίος κατέστη ο σημαντικότερος εχθρός των Βυζαντινών. Περί τα μέσα του Ζ΄ αιώνος, βουλγαρικά φύλα με αρχηγό τον Ασπαρούχ εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα του δέλτα του Δούναβη και άρχισαν να ενοχλούν με ληστρικές επιδρομές τις όμορες βυζαντινές επαρχίες. Ο Κωνσταντίνος ο Δ΄ (668-685) πέρασε με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις, το 680, τον Δούναβη και προσπάθησε να συγκρουσθεί με τους Βουλγάρους. Όμως, η ελώδης περιοχή δεν επέτρεψε στους Βυζαντινούς να αναπτύξουν τις δυνάμεις τους και να επιτύχουν μία γρήγορη νίκη. Ο αυτοκράτορας αρρώστησε και η αποχώρησή του προκάλεσε την άτακτη υποχώρηση του συνόλου του στρατού του. Οι Βούλγαροι τους κατεδίωξαν, πέρασαν τον Δούναβη και ενώ οι Βυζαντινοί έφευγαν πανικόβλητοι «μηδενός διώκοντος», όπως αναφέρουν οι πηγές, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Βάρνας, αφού υπέταξαν τα σλαβικά φύλα που ζούσαν στην περιοχή. Από τη νέα τους βάση, οι Βούλγαροι άρχισαν να ενοχλούν με επιδρομές τις πόλεις και τα φρούρια της περιοχής. Μάταια ο αυτοκράτορας προσπάθησε να αποκρούσει τους νέους εχθρούς. τελικά αναγκάσθηκε να εξαγοράσει την ειρήνη που δεν μπορούσε να επιβάλλει με τα όπλα.

Το 685 ανεβαίνει στον βυζαντινό θρόνο, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου του Δ΄, ο γιος του Ιουστινιανός ο Β΄ (685-695), ο οποίος νέος, άπειρος και φιλόδοξος καθώς ήταν, δεν μπορούσε να ανεχθεί την πληρωμή ετησίου φόρου προς τους Βουλγάρους. Έτσι, το 688 προήλασε κατά των Βουλγάρων και των Σλάβων στη Θράκη νοτίως του Αίμου, τους νίκησε και μετά στράφηκε νοτιοδυτικά προς την Θεσσαλονίκη, νικώντας και υποτάσσοντας όσους Σλάβους είχαν επαναστατήσει. Όταν όμως πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς την Βασιλεύουσα, πιθανώς στα στενά της Φιλιππουπόλεως ή του Ρούπελ έπεσε σε ενέδρα των Βουλγάρων και «εν τω στενώ της κλεισούρας μετά σφαγής του οικείου λαού καί τραυματίας πολλής μόλις αντιπαρελθείν ηδυνήθη». Εξίσου άτυχη για τους Βυζαντινούς στάθηκε και η επόμενη εκστρατεία του Ιουστινιανού του Β΄ κατά των Βουλγάρων κοντά στην Αγχίαλο, το 708, στη διάρκεια της δεύτερης βασιλείας του (705-711).

Άσπονδοι εχθροί των Βυζαντινών, οι Βούλγαροι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να βλάψουν την αυτοκρατορία. Έτσι, όταν το 719 εκδηλώθηκε κίνημα του εξορίστου στη Θεσσαλονίκη τέως Αυτοκράτορος Αρτέμιου-Αναστασίου κατά του Λέοντος του Γ΄ (717-741), οι Βούλγαροι συνέπραξαν με τον κινηματία. Βέβαια, οι προσδοκίες τους για την πρόκληση εμφυλίου πολέμου μεταξύ των Βυζαντινών δεν ευοδώθηκαν, γιατί ο Λέων ο Γ΄ κατέπνιξε το κίνημα στα πρώτα του στάδια.

Η βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση συνεχίζεται και στα χρόνια του διαδόχου του Λέοντος του Γ΄, του Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775). Το 746 ξέσπασε φοβερός λοιμός, ο οποίος, προερχόμενος από την Σικελία, εξαπλώθηκε γρήγορα στην Κυρίως Ελλάδα, στα νησιά και τέλος έφθασε το 747 στην Κωνσταντινούπολη. Οι περιοχές της Θράκης και της Βασιλευούσης χτυπήθηκαν άσχημα από τον λοιμό και ερημώθηκαν από κατοίκους. Γι' αυτό λίγο αργότερα ο αυτοκράτορας αναγκάσθηκε να εποικήσει τις περιοχές μεταφέροντας κατοίκους από τη Συρία, την Αρμενία αλλά και «εκ των νήσων καί Ελλάδος», για να προλάβει τις επεκτατικές διαθέσεις των Βουλγάρων. Οι Βούλγαροι όμως αντέδρασαν, εισέβαλαν στη Θράκη και έφθασαν μάλιστα έως τα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως. Πριν στραφεί κατά των Βουλγάρων, ο αυτοκράτορας εξεστράτευσε το 758 στο Θέμα Μακεδονίας και υπέταξε όλες τις επαναστατημένες σκλαβηνίες της περιοχής. Το 759, μετά από αμφίρροπες επιχειρήσεις, ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ κατάφερε να συντρίψει τους Βουλγάρους σε μάχη κοντά στο Φρούριο των Μαρκελλών και να τους εξαναγκάσει να ζητήσουν ειρήνη, η οποία όμως δεν διήρκεσε για πολύ.

Τρία χρόνια αργότερα, το 762, ο νέος αρχηγός των Βουλγάρων Τελέτζης επανέλαβε τις επιδρομές κατά της αυτοκρατορίας και ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ εξεστράτευσε εναντίον του. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν κοντά στην Αγχίαλο, το καλοκαίρι του 763 και οι Βούλγαροι υπέστησαν συντριπτική ήττα, γεγονός που ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ το εόρτασε με λαμπρό θρίαμβο στον ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως. Παρά τις ήττες που είχαν υποστεί όμως, οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να αποτελούν τον σημαντικότερο εχθρό της αυτοκρατορίας στη Βαλκανική και στη Μακεδονία ειδικότερα και όπως θα δούμε στη συνέχεια, θα εξακολουθήσουν μέχρι τον ΙΑ΄ αιώνα να απειλούν τις πολύπαθες βόρειες βυζαντινές επαρχίες.

Ο επόμενος κύκλος Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου αρχίζει στην βόρεια περιοχή του Στρυμόνα, το 809, όταν οι Βούλγαροι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στα βυζαντινά στρατεύματα την ώρα της πληρωμής τους και αφού κατέσφαξαν αξιωματικούς και στρατιώτες, έφυγαν συναποκομίζοντας και το ταμείο που περιείχε 1.100 λίτρες χρυσού. Τον ίδιο χρόνο οι Βούλγαροι, με αρχηγό τον Κρούμο, κατέλαβαν με προδοσία την Σαρδική (Σόφια), αναγκάζοντας τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α΄ (802-811) να στραφεί εναντίον τους μόλις οι περιστάσεις το επέτρεψαν. Πράγματι, το καλοκαίρι του 811, επικεφαλής των θεματικών στρατευμάτων ο αυτοκράτορας πέρασε τον Αίμο και εισέβαλε στη Βουλγαρία. Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους, οι Βυζαντινοί παγιδεύθηκαν τελικά από τον Κρούμο και υπέστησαν συντριπτική ήττα με μεγάλες απώλειες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος ο Α΄. Ο πόλεμος συνεχίζεται και επί των διαδόχων του Νικηφόρου στις πεδιάδες της Ανατολικής Θράκης αλλά και με επιδρομές και λεηλασίες πόλεων του Θέματος Μακεδονίας μέχρι το φθινόπωρο του 813, που ο Λέων ο Ε΄ (813-820) καταφέρνει να αιφνιδιάσει και να καταστρέψει τον βουλγαρικό στρατό κοντά στη Μεσημβρία. Λίγους μήνες αργότερα, πεθαίνει ο ικανός Ηγεμόνας των Βουλγάρων Κρούμος και το Βυζάντιο ησυχάζει για λίγο από τους επικίνδυνους βόρειους γείτονές του.

Οι πόλεις της Μακεδονίας (ΣΤ΄-Θ΄ αιώνας)

Κατά την χρονική περίοδο από τον ΣΤ΄ έως τον Θ΄ αιώνα, η μακεδονική ύπαιθρος υπέστη τα πάνδεινα από τις αβαροσλαβικές και βουλγαρικές επιδρομές και οι ταλαιπωρημένοι πληθυσμοί της καταφεύγουν στην ασφάλεια των τειχών που περιβάλλουν τις πόλεις της περιοχής των. Οι μακεδονικές πόλεις καταφέρνουν να επιβιώσουν και να παραμείνουν κέντρα εμπορίου και πολιτισμού. Όταν μάλιστα είναι παραθαλάσσιες και διαθέτουν λιμάνια, τότε, όπως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η σπουδαιότητά τους αυξάνει.

Η Θεσσαλονίκη στάθηκε επάξια πρωτεύουσα της Μακεδονίας και δεύτερη σε μέγεθος και σημασία (πρώτη μετά την πρώτην) πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη. Κτισμένη σε θέση προνομιακή, κέντρο στρατιωτικό και εμπορικό, έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο αυτή, καθώς πάνω στα χερσαία και θαλάσσια τείχη της ξεσπούσαν και ξεθύμαιναν οι επιθέσεις των εχθρών της Μακεδονίας. Η επιμονή τους άλλωστε να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνει τις πηγές που αναφέρουν πως η πόλη ήταν η πλουσιότερη και σπουδαιότερη της περιοχής.

Οι πληροφορίες που έχουμε στην διάθεσή μας για τις άλλες πόλεις της Μακεδονίας, είναι λίγες και προέρχονται κυρίως από επισκοπικούς καταλόγους και πρακτικά συνόδων. Οι σημαντικότερες μακεδονικές πόλεις είναι οι Στόβοι, η Καισάρεια (νοτιοδυτικά της Κοζάνης), η Βάργαλα, η τειχισμένη Βέροια, κέντρο με σημαντική πολιτιστική παράδοση, τα Σέρβια, επίσης οχυρωμένα κοντά στον Αλιάκμονα, η Έδεσσα, οι Σέρρες που αναφέρονται τον Θ΄ αιώνα ως πρωτεύουσα του Θέματος Στρυμόνα και έδρα επισκόπου, η Χριστούπολη (Καβάλα) με το δεύτερο μετά την Θεσσαλονίκη λιμάνι της Μακεδονίας και ισχυρή στρατιωτική βάση, η Αμφίπολη και οι Φίλιπποι.

Εκχριστιανισμός των Σλάβων

Την φήμη της ως πρώτης πόλεως της Μακεδονίας η Θεσσαλονίκη την κέρδισε όχι μόνον γιατί στους αιώνες που αναφέρθηκαν παρέμεινε κάστρο απόρθητο και προπύργιο της Μακεδονίας, αλλά γιατί έτσι διέσωσε την πολιτιστική κληρονομιά αιώνων και μπόρεσε να ακτινοβολήσει, τον Θ΄ αιώνα, το φως της και στον σλαβικό κόσμο εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας.

Στη Θεσσαλονίκη γεννήθηκαν και έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα οι αδελφοί Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος, που κήρυξαν τον Χριστιανισμό στη Μοραβία, μετέφρασαν λειτουργικά κείμενα στη σλαβονική και δημιούργησαν αλφάβητο κατάλληλο να αποδίδει τους φθόγγους της γλώσσης αυτής. Ήταν γιοι δρουγγαρίου του Θέματος Θεσσαλονίκης και ο Μεθόδιος, που γεννήθηκε γύρω στο 815, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και διορίσθηκε αργότερα διοικητής της Στρυμονικής Σκλαβηνίας. Ο νεώτερος Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 825 ή 827 και μετά τις εγκύκλιες σπουδές του πήγε το 843 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε κοντά στον Φώτιο και τον Λέοντα τον Μαθηματικό. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Έγινε γραμματέας του Πατριάρχη Φωτίου και διδάσκαλος της ρητορικής στην Ανωτάτη Σχολή της Μαγναύρας. Το 863, όταν ο Βασιλιάς της Μεγάλης Μοραβίας Ρατισλάβος ζήτησε από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Γ΄ (842-867) ιεραποστόλους για να διδάξουν στους υπηκόους του τον Χριστιανισμό, ο Πατριάρχης Φώτιος και ο Παραδυναστεύων Βάρδας ανέθεσαν στους αδελφούς Μεθόδιο και Κωνσταντίνο την αποστολή, γιατί διέθεταν διπλωματική πείρα και κυρίως γιατί γνώριζαν τη σλαβονική. Η αποστολή τους είχε ασφαλώς και πολιτικές προεκτάσεις, γιατί, εκτός του Χριστιανισμού, θα είχαν την ευκαιρία να εδραιώσουν και τον βυζαντινό πολιτισμό και να επεκτείνουν την επιρροή της αυτοκρατορίας στην Κεντρική Ευρώπη. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί πέτυχαν απόλυτα στην αποστολή τους. Δεν προσέφεραν στους νεοφωτίστους μόνο το αλφάβητο που επινόησαν αλλά, με τη μετάφραση της Βίβλου και των λειτουργικών κειμένων στην παλαιοσλαβική -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- δημιούργησαν τα πρώτα έργα της σλαβικής φιλολογίας. Δίκαια λοιπόν οι Μεθόδιος και Κωνσταντίνος-Κύριλλος τιμώνται ως απόστολοι των Σλάβων και ορθώς καυχάται η Θεσσαλονίκη, που γέννησε και γαλούχησε μέσα στο πολιτιστικό της περιβάλλον τους δύο αποστόλους της βυζαντινής -δηλαδή της ελληνοχριστιανικής- πολιτιστικής κληρονομιάς στον σλαβικό κόσμο.

Χάρη στην ειρήνη που επικράτησε μετά τον εκχριστιανισμό των εντός των ορίων της αυτοκρατορίας Σλάβων, η Μακεδονία και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη γνώρισε μία λαμπρή οικονομική άνθηση. Κέντρο κοσμοπολιτικό και διεθνής εμπορική αγορά, σταυροδρόμι του οδικού δικτύου που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με την Ιταλία και τον δρόμο που οδηγούσε από τα παράλια του Αιγαίου στις χώρες του Δούναβη, η Θεσσαλονίκη έφθασε γρήγορα σε θέση αξιοθαύμαστη.

Ο Ιωάννης Καμινιάτης, που έμελλε να περιγράψει μερικές από τις τραγικότερες ώρες της νύμφης του Θερμαϊκού, μιλά για τις «αφθονίες της γεωργίας» και τις «χορηγίες της εμπορίας», για «υφάσματα σηρικά» και «λίθων τιμίων παμπληθείς θησαυρούς» που βρίσκονταν στην κατοχή των κατοίκων της πόλεως και πλημμύριζαν την αγορά της, μία αγορά γεμάτη από «παμμιγή όχλον… των τε αυτοχθόνων καί των άλλως επιξενουμένων». Όμως, αυτός ακριβώς ο πλούτος και η φήμη της φαίνεται ότι στάθηκαν η αιτία της απρόσμενης συμφοράς της.

Πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης από Άραβες πειρατές (904)

Βρισκόμαστε στις αρχές του Ι΄ αιώνος και στον βυζαντινό θρόνο είχε ανέλθει ο Λέων ο ΣΤ΄ (886-912). Οι εχθροί που απειλούσαν την αυτοκρατορία την εποχή αυτή ήταν οι Άραβες στα μέτωπα της Μικράς Ασίας και οι Βούλγαροι στη Βαλκανική. Όμως, εκτός αυτών, υπήρχε -για τις παραθαλάσσιες κυρίως περιοχές της αυτοκρατορίας- η μόνιμη απειλή των Σαρακηνών πειρατών, που με βάσεις και ορμητήριά τους λιμάνια της Κρήτης και της Συρίας λεηλατούσαν τα νησιά και τα παράλια του Αιγαίου. Το 902-903 λεηλάτησαν την Αττική και κατέστρεψαν την Δημητριάδα και τη Λήμνο, όπου «πλείστος ηχμαλωτίσθη λαός». Η Κρήτη είχε καταληφθεί το 824 από τους Άραβες και παρά τις προσπάθειες των Βυζαντινών, βρισκόταν την εποχή αυτή στα χέρια τους. Οι βυζαντινοί θεματικοί στόλοι περιπολούσαν στο Αιγαίο, όμως οι πειρατές ενεργούσαν με τέτοια ταχύτητα και τόλμη, που τα βυζαντινά πλοία έφθαναν μετά τα γεγονότα και πιστοποιούσαν απλώς το μέγεθος της καταστροφής που είχαν επιφέρει οι πειρατές.

Έτσι είχαν τα πράγματα στο Αιγαίο, όταν το καλοκαίρι του 904 μία μεγάλη ναυτική δύναμη Σαρακηνών πειρατών από 54 μεγάλα πολεμικά πλοία, «εν οις παμμιγής τις όχλος απονενοημένων καί μανιωδών πάντων αιμοβόρων καί θηριογνωμόνων ανθρώπων», βγήκε από το λιμάνι της Ταρσού. Διοικητής της ήταν ο περίφημος για τα ναυτικά του κατορθώματα και τρομερός για την σκληρότητά του, ο εξωμότης Λέων ο Τριπολίτης. Τα όσα επρόκειτο να συμβούν στη συνέχεια, τα γνωρίζουμε χάρη στο έργο του Θεσσαλονικέως κληρικού Ιωάννου Καμινιάτη, ο οποίος έζησε την πολιορκία και την άλωση της Θεσσαλονίκης, αιχμαλωτίσθηκε και επέστρεψε τελικά στην πόλη του, όταν οι πειρατές τον αντάλλαξαν με Άραβες που είχαν αιχμαλωτίσει οι Βυζαντινοί.

Όταν τα νέα της εξόδου του στόλου του Τριπολίτη έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Λέων ΣΤ΄ έστειλε τον αυτοκρατορικό στόλο για να καταδιώξει τους πειρατές. Όμως οι δυνάμεις των Βυζαντινών δεν ήταν επαρκείς και ο στόλος επέστρεψε άπρακτος στη βάση του. Οι πειρατές, αφού πρώτα έπλευσαν μέχρι την θάλασσα του Μαρμαρά σε μία επίδειξη δυνάμεως, βγήκαν από τα Στενά και κατευθύνθηκαν προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου. Οι Θεσσαλονικείς πληροφορήθηκαν τα άσχημα νέα και προσπάθησαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν για να ενισχύσουν την άμυνα της πόλεώς τους. Χρόνος όμως δεν υπήρχε κι έτσι το μόνο που κατάφεραν ήταν να επισκευάσουν πρόχειρα τα μισοκατεστραμμένα τμήματα του θαλασσίου τείχους και να κατασκευάσουν πάνω σ' αυτό μερικούς ξύλινους πύργους. Έκλεισαν επίσης την είσοδο στο μεγάλο λιμάνι του Κωνσταντίνου με σιδερένια αλυσίδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Θεσσαλονίκη δεν διέθετε αξιόλογη φρουρά για την άμυνά της, ενώ οι κάτοικοι ήταν άπειροι στον πόλεμο και πολλοί δεν είχαν καν όπλα. Δεν υπήρχε επίσης ούτε μία μικρή δύναμη πολεμικών πλοίων την κρίσιμη εκείνη ώρα στο λιμάνι της πόλεως.

Την αυγή της 29ης Ιουλίου του 904, ο στόλος των Σαρακηνών εμφανίσθηκε στην είσοδο του Θερμαϊκού και αγκυροβόλησε μπροστά από τα θαλάσσια τείχη, στο μικρό λιμανάκι που λεγόταν Κελλάριον. Ήταν 54 μεγάλα πλοία γεμάτα με άγριους πειρατές, Άραβες, Σύρους, Αιγυπτίους, Αιθίοπες κ.ά., που έφθαναν τον αριθμό των 10.000. Την πρώτη ημέρα της πολιορκίας οι πειρατές αναζήτησαν τα ευάλωτα σημεία του θαλασσίου τείχους και προσπάθησαν να τα καταλάβουν κουβαλώντας ξύλινες σκάλες, με τις οποίες προσπαθούσαν να ανέβουν σ' αυτά. Όμως οι υπερασπιστές πολεμούσαν με θάρρος και ενισχυμένοι από σκλαβηνούς τοξότες, που ήλθαν να βοηθήσουν τους Θεσσαλονικείς γείτονές τους, τους απέκρουσαν.

Την επομένη μέρα, η προσοχή των πειρατών στράφηκε προς το νότιο τμήμα των ανατολικών χερσαίων τειχών και έστησαν τις πετροβόλες μηχανές τους, υπό την κάλυψη των οποίων προσπάθησαν να καταλάβουν το τείχος. Όμως και πάλι οι Θεσσαλονικείς τους απώθησαν. Τότε, μανιασμένοι από την αποτυχία τους, οι πειρατές προσπάθησαν να μπουν στην πόλη πυρπολώντας τις πύλες Ρώμη και Κασσανδρεωτική. Όμως απέτυχαν ξανά. Απογοητευμένος ο Λέων έστρεψε και πάλι την προσοχή του προς τα θαλάσσια τείχη. Έτσι τη νύχτα που ακολούθησε, οι Σαρακηνοί επεχείρησαν ένα άλλο τέχνασμα. Έδεσαν τα πλοία τους δύο-δύο και στερέωσαν ανάμεσα στα κατάρτια ξύλινους πύργους, που έφθαναν υψηλότερα από τα θαλάσσια τείχη.

Την τρίτη και μοιραία ημέρα, την 31η Ιουλίου, μόλις χάραξε, τα ζευγμένα πλοία πλησίασαν όσο μπορούσαν στα θαλάσσια τείχη, εκεί όπου το βάθος της θαλάσσης το επέτρεπε. Πάνω στους ξύλινους πύργους τους οι πειρατές ξεφώνιζαν σαν δαίμονες και απειλούσαν τους υπερασπιστές, που μουδιασμένοι κοίταζαν από τις πολεμίστρες. Σε κάποια στιγμή, μία ομάδα υπερασπιστών έχασε το θάρρος της και οι άνδρες που την αποτελούσαν, άρχισαν σιγά-σιγά να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να καταφεύγουν στα υψηλότερα τμήματα της πόλεως. Σ' εκείνο ακριβώς το σημείο των τειχών πλησίασε ένα ζευγάρι από τα δεμένα πλοία των Σαρακηνών. Πάνω από τον ξύλινο πύργο τους οι πειρατές έριχναν βροχή από βέλη και πέτρες στους λίγους υπερασπιστές, που δεν άργησαν να πανικοβληθούν και να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Δεν έριχναν όμως μόνον βέλη και πέτρες. Σύμφωνα με τον Καμινιάτη, εκτός από τις μεγάλες πέτρες που εκσφενδόνιζαν εναντίον των πολιορκουμένων οι Σαρακηνοί, «πυρ τε διά των σιφώνων τω αέρι φυσήσαντες καί τινα άλλα σκεύη καί αυτά πυρός ανάμεστα έσω του τείχους εξακοντήσαντες, εις τοσαύτην έκπληξιν καί δειλίαν τούς εν τοις προβόλοις όντας ενέβαλον ως καταπηδήσαι τό τάχος καί πρός φυγήν εκτραπήναι καί κενόν άπαντα τον περίπατον του τείχους καταλιπείν». Όπως φαίνεται από την περιγραφή του χωρίου, οι υπερασπιστές της πόλεως αιφνιδιάσθηκαν από το γεγονός ότι οι πειρατές χρησιμοποιούσαν εμπρηστικά όπλα παρόμοια με το δικό τους «υγρόν πυρ» και δείλιασαν βλέποντας τις φλόγες να τους κυκλώνουν και να κατακαίνε τα ξύλινα σημεία του θαλασσίου τείχους που είχαν κατασκευάσει εν σπουδή. Ο συνδυασμός αυτός του αιφνιδιασμού και του φόβου της φωτιάς επέφερε τον πανικό, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των θέσεών τους στους προμαχώνες.

«Στο σημείο αυτό ήταν ήδη 9 η ώρα το πρωί», γράφει ο Καμινιάτης, «οι Σαρακηνοί, ημίγυμνοι όπως ήταν, άρχισαν να χύνονται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα στους δρόμους της πόλης με τα σπαθιά στο χέρι και να καταδιώκουν τα θύματά τους που σαν τρομαγμένα πρόβατα δεν ήξεραν προς τα πού να φύγουν. Άνδρες, γυναίκες με βρέφη στην αγκαλιά, γονείς, παιδιά, συγγενείς, φίλοι, έπεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προφυλαχθούν και να γλιτώσουν. Άλλοι, σαν να είχαν χάσει τελείως τα λογικά τους, στέκονταν σαν χαμένοι και κοίταζαν τη φρίκη που τους κύκλωνε και τους απειλούσε με απάθεια θεατή. Πολλοί έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα σπίτια τους, άλλοι ζητούσαν καταφύγια στις εκκλησίες, άλλοι κατευθύνονταν προς τις πύλες και τα τείχη. Η αναταραχή και η σύγχυση των κατοίκων ήταν τέτοια», τονίζει ο Καμινιάτης, «που οι λέξεις ήταν φτωχές να τις περιγράψουν. Όπου και αν πήγαιναν τους ακολουθούσε ο θάνατος».

Οι Σαρακηνοί σκορπίσθηκαν μέσα στην πόλη και άρχισαν μία βάρβαρη και ανελέητη σφαγή χωρίς διάκριση. Τα θύματα ήταν πολλά, κυρίως στις δυτικές πύλες, γιατί πολλοί συνωστίζονταν στις πύλες αυτές προσπαθώντας να βγουν έξω. Μόνον λίγοι κατάφεραν να ξεφύγουν και αυτοί πηδώντας από τα δυτικά θαλάσσια τείχη. Χιλιάδες πιάσθηκαν αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης και η οικογένειά του, που κατάφεραν να σωθούν εξαγοράζοντας τη ζωή τους με χρήματα και κοσμήματα αλλά και οι Στρατηγοί Νικήτας και Χατζηλάκιος, που οδηγήθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στο λιμάνι. Μαζί τους και το άνθος της νεολαίας της Θεσσαλονίκης. Τους επιβίβασαν στα πλοία στοιβάζοντάς τους κυριολεκτικά στα αμπάρια σαν ζώα, όπου, εκτός των άλλων, υπέστησαν και το μαρτύριο της πείνας και της δίψας.

Οι Σαρακηνοί έμειναν στην πόλη δέκα ημέρες λεηλατώντας και ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς. Λίγο έλειψε μάλιστα να κάψουν την πόλη. μεταπείσθηκαν όμως την τελευταία στιγμή από τον Ασηκρήτη Συμεών, ο οποίος απέτρεψε τον εμπρησμό της πόλεως με την καταβολή πολλών κεντηναρίων χρυσού που αρχικά προορίζονταν για τους Βουλγάρους. Ένας άλλος όμως αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο Ροδοφύλης, που έτυχε να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη καθ' οδόν προς τη Δύση και μετέφερε επίσης μεγάλη ποσότητα χρυσού για την πληρωμή των βυζαντινών στρατευμάτων που πολεμούσαν κατά των Αράβων στη Σικελία, αρνήθηκε να παραδώσει τον χρυσό στους Σαρακηνούς και πλήρωσε την πίστη του στον αυτοκράτορα με τη ζωή του.

Πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της επιστροφής, ο Τριπολίτης πούλησε πολλούς αιχμαλώτους σε συγγενείς τους που είχαν συγκεντρωθεί έξω από την πόλη και παρέδωσε στον εκπρόσωπο του αυτοκράτορα, τον Ασηκρήτη Συμεών, διακόσιους αιχμαλώτους, αφού πρώτα έλαβε την γραπτή διαβεβαίωση πως οι Βυζαντινοί θα απελευθέρωναν διακόσιους Άραβες αιχμαλώτους.

Την δεκάτη ημέρα άπλωσαν τα πανιά τους και ξεκίνησαν. Μέσα στα αμπάρια των πλοίων η κατάσταση των αιχμαλώτων ήταν τραγική. Ριγμένοι κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν μπορούσαν ούτε καν να αναπνεύσουν. Χαρακτηριστικά ο Καμινιάτης αναφέρει ότι στο πλοίο που τον μετέφερε, βρίσκονταν 800 αιχμάλωτοι και 200 πειρατές. Και το ταξίδι ήταν ατελείωτο (Κασσάνδρα, Εύβοια, Άνδρος, Πάτμος, Νάξος), γιατί ο φόβος του βυζαντινού ναυτικού έκανε τους πειρατές να περιπλανώνται και να κρύβονται ανάμεσα στα αμέτρητα ξερονήσια του Αιγαίου. Τέλος, έπειτα από 16 ημέρες ταξίδι, έφθασαν στην Κρήτη στις 26 Αυγούστου.

Οι τραγικές συνθήκες του ταξιδιού είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αιχμαλώτων. Παρ' όλα αυτά, όταν έφθασαν στην Κρήτη, οι αιχμάλωτοι αριθμούσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Καμινιάτη, τις 22.000. Αρκετοί πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Κρήτης, ενώ οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν στην πατρίδα του Λέοντα, την Τρίπολη της Συρίας, απ' όπου διοχετεύθηκαν και σκορπίσθηκαν στον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνον λίγοι Θεσσαλονικείς (1.200), ανάμεσά τους και ο Καμινιάτης, έφθασαν στην Ταρσό της Κιλικίας, όπου ανταλλάχθηκαν με Σαρακηνούς αιχμαλώτους. Η είδηση της αλώσεως της «πρώτης μετά την πρώτην» πόλεως της αυτοκρατορίας προξένησε φοβερή εντύπωση στη Βασιλεύουσα. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας συνέγραψε ένα έργο για την άλωση της Θεσσαλονίκης, στο οποίο εμμέσως αποδεχόταν τις ευθύνες που αναλογούσαν στην κεντρική εξουσία για τα όσα συνέβησαν στην πόλη.

Η άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης συγκλόνισε και τον λόγιο Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος, σε ομιλία του από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας, θρηνεί για την τραγωδία που έπληξε την πόλη του Αγίου Δημητρίου και διερωτάται απευθυνόμενος προς τον Μυροβλήτη, με τρόπο ρητορικό: «Πού μοι, Δημήτριε μάρτυς, η αήττητος συμμαχία; Πώς τήν σήν πόλιν υπερείδες πορθουμένην; Πως υπό σοί πολιούχω η εχθροίς άβατος, αφ' ου χρόνου ταύτην ήλιος εθεάσατο, κατορχουμένων της ιεράς προστασίας; Πώς υπέμεινας ταύτα καί διεκαρτέρησας;», για να καταλήξει στη μόνη εξήγηση που θα μπορούσε να δεχθεί το μυαλό και η ψυχή του πιστού Βυζαντινού: «διά τάς αμαρτίας ημών».

Το κτύπημα ήταν φοβερό για την Θεσσαλονίκη όχι όμως και θανάσιμο. Γιατί, παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε για ένα διάστημα στην οικονομική ζωή της, η άλωση δεν είχε σοβαρές συνέπειες για την μεταγενέστερη εξέλιξή της. Ήδη από τον Ι΄ αιώνα, η νύμφη του Θερμαϊκού καθίσταται «άρχουσα των δυτικών θεμάτων» και έδρα του «μονοστρατήγου των δυτικών». Και τούτο γιατί, όπως ορθά παρατηρεί η Ελένη Αρβελέρ, η καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 904 ανέκοψε για λίγο την ανάπτυξη της πόλεως αλλά ίσως και να επέσπευσε την απόφαση της Κωνσταντινουπόλεως να δημιουργήσει ένα ισχυρό στρατιωτικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή που είχαν καταλάβει οι Σλάβοι, που διεκδικούσαν οι Βούλγαροι και που περιέλαβαν στην ακτίνα δράσεώς τους οι Άραβες πειρατές.

Εκχριστιανισμός των Βουλγάρων

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψουμε και πάλι στο δεύτερο μισό του Θ΄ αιώνος, για να παρακολουθήσουμε τα όσα συνέβαιναν στον χώρο της Βαλκανικής. Η σχέση της εκχριστιανισμένης Μοραβίας με τον αυτοκράτορα είχε, όπως άλλωστε προσδοκούσαν οι Βυζαντινοί, και πολιτικές προεκτάσεις. Όπως, λοιπόν, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Φράγκων και Βουλγάρων είχαν αναγκάσει τον Ρατισλάβο της Μεγάλης Μοραβίας να στραφεί προς το Βυζάντιο, έτσι και ο Βούλγαρος Ηγεμόνας Βόρις μετά τον εκχριστιανισμό της Μοραβίας ένιωθε να απειλείται. Την ανασφάλεια των Βουλγάρων επέτειναν και οι κινήσεις του βυζαντινού στρατού, που προήλαυνε προς τα βουλγαρικά σύνορα καθώς και του βυζαντινού στόλου, που έπλεε στις βουλγαρικές ακτές και στον Δούναβη. Μη έχοντας άλλη διέξοδο, ο Βόρις δέχθηκε αναγκαστικά να εκχριστιανισθεί ο λαός του και ο ίδιος από τους Βυζαντινούς. Το 864 βαπτίσθηκε και πήρε το όνομα του Βυζαντινού Αυτοκράτορος Μιχαήλ συνάπτοντας ειρήνη με τους Βυζαντινούς. Βέβαια, οι σχέσεις των νεοφωτίστων Βουλγάρων με την Κωνσταντινούπολη δεν ήταν απόλυτα αρμονικές και ο Βόρις-Μιχαήλ προσπάθησε να αναμίξει το 866/867 τους Φράγκους, προκειμένου να επιτύχει την αυτοτέλεια της Βουλγαρικής Εκκλησίας, που δεν ήταν πρόθυμη να του εκχωρήσει η Κωνσταντινούπολη. Παραχωρήσεις έγιναν και από τις δύο πλευρές και έτσι για τα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, οι σχέσεις των δύο κρατών υπήρξαν ειρηνικές.

Νέος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος στη Μακεδονία. Ο Τσάρος Συμεών

Τα πράγματα άλλαξαν, όταν ο Βόρις-Μιχαήλ παραιτήθηκε το 889 και στον θρόνο ανέβηκε ο γιος του Συμεών. Αν και μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ο νέος τσάρος δεν έτρεφε φιλικά αισθήματα για τους Βυζαντινούς. Αντίθετα, έχοντας γνωρίσει από κοντά τις αδυναμίες του βυζαντινού κράτους, έπαψε να νιώθει δέος απέναντί του και σ' όλη του την ζωή έκανε τα πάντα για να το διαλύσει.

Σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές της εποχής, ο Συμεών από την στιγμή που ανέβηκε στον θρόνο ζητούσε αφορμή για να παραβιάσει την ειρήνη που επικρατούσε από το 864. Την αφορμή έδωσε η μετάθεση του σταθμού εκτελωνισμού των βουλγαρικών εμπορευμάτων από την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη, το 894 και η επιβολή υψηλοτέρων τελών (κομμερκίων) στους Βούλγαρους εμπόρους. Κατά την άποψη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου, η μετεγκατάσταση του τελωνειακού σταθμού απέβλεπε σε αυστηρότερο έλεγχο της διακινήσεως προσώπων και εμπορευμάτων από την Βουλγαρία και την ίδρυση μονίμου διαμετακομιστικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη, με απώτερο σκοπό την εδραίωσή της ως οικονομικού κέντρου της περιοχής. Οι διαμαρτυρίες του Συμεών δεν είχαν αποτέλεσμα και εκείνος κήρυξε τον πόλεμο, όπως άλλωστε επεδίωκε. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σε μακεδονικό έδαφος, οι Βυζαντινοί ηττήθηκαν κατά κράτος και ο Συμεών συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων και άνδρες της αυτοκρατορικής φρουράς, τους οποίους ρινοκόπησε και έστειλε στη Βασιλεύουσα «εις αισχύνην Ρωμαίων».

Παρά την ήττα τους, οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να παρατάξουν και νέα στρατεύματα από τα πολυάνθρωπα μικρασιατικά θέματα και να αντιμετωπίσουν την βουλγαρική απειλή. Όμως για μία ακόμη φορά ο πόλεμος με τους Άραβες δεν επέτρεπε την απογύμνωση του Ανατολικού Μετώπου. Κατέφυγε λοιπόν ο αυτοκράτορας στη γνωστή εναλλακτική λύση, στον συνδυασμό των όπλων με τη διπλωματία. Βυζαντινοί πρέσβεις έπεισαν με δώρα και υποσχέσεις τους Ούγγρους να επιτεθούν εναντίον των Βουλγάρων από βορρά, ενώ ο νέος Αρχιστράτηγος (Δομέστικος) Νικηφόρος Φωκάς επετέθη από το νότο. Η συνδυασμένη επίθεση πέτυχε και ο Συμεών αναγκάσθηκε να ζητήσει ειρήνη από τον Λέοντα ΣΤ΄. Ο αυτοκράτορας δέχθηκε την πρόταση, όμως ο Βούλγαρος ηγεμόνας χρησιμοποίησε την ανακωχή για να ανασυντάξει τον στρατό του και να αναζητήσει κι εκείνος συμμάχους, εφαρμόζοντας προφανώς τα όσα είχε διδαχθεί κατά την παραμονή του στην αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Με συμμάχους τους Πετσενέγους, κατενίκησε τους Ούγγρους και στη συνέχεια στράφηκε κατά των Βυζαντινών.

Για να τον αντιμετωπίσει, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε μεγάλες δυνάμεις μεταφέροντας στη Μακεδονία θεματικά ασιατικά στρατεύματα. Λάθος, όπως φάνηκε στη συνέχεια, υπήρξε η επιλογή του νέου Δομέστικου Λέοντα Κατακαλών, στον οποίο ανετέθη η επιχείρηση. Η σύγκρουση έγινε στο Βουλγαρόφυγον, κοντά στην Αδριανούπολη, το 896 και είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού.

Μετά τη νίκη του ο Συμεών στράφηκε προς την περιοχή του Θέματος Θεσσαλονίκης και του Θέματος Δυρραχίου και εκπόρθησε πολλά βυζαντινά φρούρια. Άφησε όμως εκτεθειμένη την ίδια του τη χώρα και οι Βυζαντινοί, σε μία κίνηση αντιπερισπασμού, εισέβαλαν στη Βουλγαρία και ανάγκασαν τον Συμεών να δεχθεί την ειρήνη (899-900). Αλλά και πάλι, παρά τη συνθήκη, ο Βούλγαρος ηγεμόνας εξακολούθησε να επιχειρεί κατά της Μακεδονίας και να απασχολεί τα βυζαντινά στρατεύματα, μη επιτρέποντας έτσι στον αυτοκράτορα να στείλει ενισχύσεις προς την Θεσσαλονίκη που εποφθαλμιούσαν, πολιόρκησαν και τελικά κατέλαβαν το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές του Λέοντα Τριπολίτη. Τέλος, με τη μεσολάβηση του έμπειρου διπλωμάτη Λέοντος Χοιροσφάκτη, ο Συμεών πείσθηκε και υπέγραψε για τρίτη φορά ειρήνη με τους Βυζαντινούς, η οποία φαίνεται ότι διήρκεσε μέχρι τον θάνατο του Λέοντα του ΣΤ΄, το 912.

Ο νέος Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος (912-913) δεν διέθετε τη σύνεση του προκατόχου του και αρνήθηκε να καταβάλλει στους Βουλγάρους τον ετήσιο φόρο που είχε συμφωνηθεί με τη Συνθήκη του 896. Ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα επαχθής και προσβλητική για τους Βυζαντινούς η καταβολή φόρου στους «βαρβάρους» και αποτελούσε λύση εσχάτης ανάγκης. Γι' αυτό μόλις θεωρούσαν ότι μπορούσαν να επιβληθούν με τη δύναμη των όπλων, το επιχειρούσαν. Οι Βούλγαροι βέβαια αντέδρασαν και άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατιωτικές δυνάμεις, όταν ο αιφνίδιος θάνατος του Αλεξάνδρου συνετέλεσε στο να αναβάλλει ο Συμεών τις επιχειρήσεις, αναμένοντας τις εξελίξεις στην Κωνσταντινούπολη.

Και οι εξελίξεις δεν ήταν θετικές για το Βυζάντιο. Οι εσωτερικές αντιθέσεις, οι ραδιουργίες και η αναστάτωση που μεσολάβησε μέχρι την επικράτηση της μερίδος που υποστήριζε τον οκταετή Κωνσταντίνο τον Ζ΄ και της οποίας ηγείτο ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός, έδωσαν στον Συμεών την ευκαιρία που περίμενε. Εισέβαλε και πάλι στη Θράκη και προήλασε την φορά αυτή μέχρι την Κωνσταντινούπολη, την οποία έζωσε με τον στρατό του από τις Βλαχέρνες έως τη Χρυσή Πύλη, ελπίζοντας ότι θα την κατελάμβανε εύκολα. Όταν όμως βρέθηκε μπροστά στο ακαταμάχητο οχυρωματικό σύστημα των τειχών της Βασιλευούσης, άλλαξε γνώμη και ζήτησε διαπραγματεύσεις, τις οποίες ευχαρίστως δέχθηκαν οι Βυζαντινοί. Οι διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε συμφωνία και ο Συμεών αποχώρησε συναποκομίζοντας πλούσια δώρα και λάφυρα, αφού πρώτα συναντήθηκε έξω από τα τείχη της Πόλεως με τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό, ο οποίος μάλιστα τον ευλόγησε τοποθετώντας στο κεφάλι του το επιρριπτάριό του.

Όμως ο Συμεών παραβίασε εκ νέου τα συμπεφωνημένα και επωφελούμενος από τις εσωτερικές διαμάχες των Βυζαντινών που σχετίζονταν με το ζήτημα της επιτροπείας του ανηλίκου Κωνσταντίνου, εισέβαλε στη Θράκη και τον Σεπτέμβριο του 914 κατέλαβε με προδοσία την Αδριανούπολη. Οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν σχεδόν αμέσως την πόλη και συγκέντρωσαν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις εναντίον του Συμεών υπό την ηγεσία του Δομέστικου των Σχολών, Λέοντος Φωκά. Η καθοριστική μάχη διεξήχθη τον Αύγουστο του 917 με νικητές τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατέσφαξαν τα βυζαντινά στρατεύματα, η δε επιτυχία τους αποδόθηκε στις στρατηγικές ικανότητες του Συμεών.

Ο Συμεών υπήρξε αδιαμφισβήτητα ο πρωταγωνιστής των γεγονότων της εποχής αυτής και φαίνεται ότι διέθετε όχι μόνον στρατιωτικές αλλά και πολιτικές ικανότητες. Βέβαια, οι επιτυχίες του δεν ήταν άμοιρες των όσων συνέβαιναν στη Βασιλεύουσα. Οι πολιτικές ραδιουργίες και αντιπαραθέσεις που φαίνεται ότι μεταφέρονταν και στα πεδία των μαχών, δεν έπαψαν, γιατί ο νεαρός και άπειρος Κωνσταντίνος ο Ζ΄ δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση κι έτσι ο Συμεών είχε να αντιμετωπίσει έναν διχασμένο εχθρό, δίχως ισχυρή και αποφασισμένη ηγεσία. Οι εμφύλιες αντιπαραθέσεις δε σταμάτησαν ούτε και με την άνοδο στον θρόνο του Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού (920-944). Ο Συμεών συνέχισε τις ληστρικές του επιδρομές και το 924 έφθασε στα προάστεια της Κωνσταντινουπόλεως λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο κακός δαίμονας των Βυζαντινών συνέχισε να ταλαιπωρεί τις βυζαντινές επαρχίες σε Θράκη και Μακεδονία και μόνον ο θάνατός του, το 927, απάλλαξε τελικά την αυτοκρατορία από έναν ικανότατο και ιδιαίτερα επικίνδυνο εχθρό.

Ο θάνατος του Συμεών και οι δυναστικές έριδες που ακολούθησαν, αποδυνάμωσαν τους Βουλγάρους, οι οποίοι, αφού εισέβαλαν και πάλι στη Μακεδονία, έσπευσαν να διαπραγματευθούν με τους Βυζαντινούς. Η ειρήνη τελικά επισφραγίσθηκε με τον γάμο του γιου και διαδόχου του Συμεών Πέτρου με τη Βυζαντινή Πριγκίπισσα Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορος. Έτσι έληξε για ένα διάστημα ο πολύχρονος Βυζαντινοβουλγαρικός Πόλεμος, που τόσα δεινά και τόσες καταστροφές προξένησε στους δύο αντιμαχομένους. Παρόλο που οι αντιπαραθέσεις αυτές δεν διεξάγονται πάντοτε στη Μακεδονία, θεωρήθηκε σκόπιμο να παρατεθούν εν συντομία, γιατί επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα των Βυζαντινών να προστατεύσουν την ευρύτερη περιοχή από τους ποικίλους εχθρούς που την εποφθαλμιούσαν (όπως π.χ. την Θεσσαλονίκη, το 904, από τον Λέοντα Τριπολίτη) αλλά και γιατί προοιωνίζονται τα όσα πρόκειται να υποστεί από τους Βουλγάρους η Μακεδονία στα χρόνια που θα ακολουθήσουν.

Βυζαντινοβουλγαρικές συγκρούσεις επί Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή

Η περίοδος των σαράντα χρόνων ειρήνης μεταξύ Βυζαντινών και Βουλγάρων που ακολούθησε, διεκόπη τον χειμώνα του 966/7, όταν Βούλγαροι πρέσβεις έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη για να εισπράξουν τους φόρους που φαίνεται ότι το Βυζάντιο κατέβαλλε όλα αυτά τα χρόνια. Στον θρόνο ήταν ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς (963-969), ο λαμπρός στρατηγός που ανέκτησε την Κρήτη από τους Άραβες (961) και διαδέχθηκε τον Ρωμανό τον Β΄. Ο αυτοκράτορας που τόσες νίκες είχε επιτύχει κατά των Αράβων και μη γνωρίζοντας τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες ενός Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου, έδιωξε με τον χειρότερο τρόπο τους πρέσβεις λέγοντάς τους ότι: «ο των Ρωμαίων σεβάσμιος βασιλεύς έθνει πενεστάτω καί μιαρώ φόρους τελών (ουκ) υποκείσομαι». Στη συνέχεια, εξεστράτευσε το 967 εναντίον της Βουλγαρίας. Όμως, ως έμπειρος στρατηγός, δεν μπήκε βαθιά στο εχθρικό έδαφος, γιατί προφανώς θυμήθηκε την καταστροφή των βυζαντινών στρατευμάτων το 811. Αντί λοιπόν να εμπλακεί ο ίδιος, έπεισε με τη βοήθεια δεκαπέντε κεντηναρίων χρυσού τον Ρώσο Ηγεμόνα Σφενδοσθλάβο να εισβάλλει στη Βουλγαρία, το 968. Οι Βούλγαροι ηττήθηκαν κατά κράτος, μεγάλες περιοχές της χώρας τους δηώθηκαν και καταστράφηκαν, ενώ οι Ρώσοι αποχώρησαν με πλούσια λάφυρα. Ήταν τέτοιο το μέγεθος της καταστροφής, που ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Πέτρος αρρώστησε και πέθανε το 969. Όμως ο κίνδυνος των Ρώσων δεν είχε περάσει. Έξι μήνες αργότερα εισέβαλαν και πάλι στη Βουλγαρία, διέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από τον βουλγαρικό στρατό, αιχμαλώτισαν τον Τσάρο Βόρι που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Πέτρο και υπέταξαν τη χώρα. Μάταια προσπάθησε ο Νικηφόρος να τους πείσει να σεβασθούν τα συμφωνηθέντα και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ήταν φανερό ότι το πρόβλημα που άθελά τους δημιούργησαν οι Βυζαντινοί, θα λυνόταν μόνο με τα όπλα.

Δεν ήταν όμως ο Νικηφόρος Φωκάς εκείνος που θα αναλάμβανε το δύσκολο εγχείρημα της εκδιώξεως των Ρώσων από την Βουλγαρία αλλά ο Ιωάννης Τσιμισκής, που τον διαδέχθηκε στον βυζαντινό θρόνο το 969. Η προσπάθεια του νέου αυτοκράτορος να πείσει τους Ρώσους να αποχωρήσουν ειρηνικά, συνάντησε την αλαζονική άρνηση και τις απειλές του Σφενδοσθλάβου ότι θα βάδιζε εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Τις απειλές του πραγματοποίησε ο Ρώσος ηγεμόνας λίγους μήνες αργότερα, εισβάλλοντας στα Θέματα Μακεδονίας και Θράκης επικεφαλής μεγάλης δυνάμεως Ρώσων, Πετσενέγων, Ούγγρων και των Βουλγάρων που είχαν ήδη προσχωρήσει στις δυνάμεις του. Οι Βυζαντινοί υποχώρησαν μπροστά στις υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις και ο στρατός του Σφενδοσθλάβου έφθασε, λεηλατώντας και καταστρέφοντας, μέχρι την Αρκαδιούπολη, την οποία υπερασπιζόταν ο έμπειρος Στρατηγός Βάρδας Σκληρός. Ο Σκληρός κατάφερε να παρασύρει τους Ρώσους σε μία μάχη, στην οποία η στρατηγική του δεινότητα υπερίσχυσε της αριθμητικής τους υπεροχής και κατέληξε σε ήττα και σφαγή των εισβολέων, που αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν από τις περιοχές των Θεμάτων της Μακεδονίας και της Θράκης. Την εκστρατεία που σχεδίαζε ο Τσιμισκής εναντίον των Ρώσων και των Βουλγάρων, καθυστέρησε προσωρινά η Επανάσταση του Βάρδα Φωκά στη Μικρά Ασία, διάστημα κατά το οποίο οι εχθροί ενοχλούσαν με ληστρικές επιδρομές περιοχές του Θέματος Μακεδονίας. Τέλος, την άνοιξη του 971 ο Τσιμισκής έφθασε στην Αδριανούπολη με μεγάλη στρατιωτική δύναμη, ενώ βυζαντινές ναυτικές δυνάμεις περιπολούσαν τις εκβολές του Δούναβη, για να κυκλώσουν τις δυνάμεις των Ρώσων. Επικεφαλής επίλεκτης στρατιωτικής δυνάμεως, ο αυτοκράτορας πέρασε αιφνιδιαστικά τις αφύλακτες διόδους του Αίμου και εμφανίσθηκε μπροστά στη Μεγάλη Πρεσθλάβα. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε και μετά από σύντομες και σφοδρές μάχες ο Τσιμισκής κατέλαβε την πόλη και αιχμαλώτισε τον Βασιλέα των Βουλγάρων Βόρι και την οικογένειά του. Η επιτυχία αυτή έστρεψε τους Βουλγάρους κατά των Ρώσων και ο Σφενδοσθλάβος, που είχε κλεισθεί στο Δορύστολο και πολεμούσε απεγνωσμένα, αναγκάσθηκε να συνθηκολογήσει και να αποχωρήσει από τα εδάφη της Βουλγαρίας.

Οι συνέπειες της νίκης των Βυζαντινών υπήρξαν σκληρές για τους Βουλγάρους. Ο Τσιμισκής ανάγκασε τον Βόρι να παραιτηθεί από τον θρόνο του και του απένειμε τον τίτλο του μαγίστρου. Η Βουλγαρία προσαρτήθηκε στην αυτοκρατορία και έπαψε να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος, φέρνοντας έτσι τα βυζαντινά σύνορα στον Δούναβη. Τέλος, έπαψε να υπάρχει και να αναγνωρίζεται το Βουλγαρικό Πατριαρχείο. Με τον τρόπο αυτόν, ο Τσιμισκής θεώρησε ότι επέλυσε το βουλγαρικό πρόβλημα και εξασφάλισε την ειρήνη στην περιοχή αυτή της Βαλκανικής. Όμως, όπως παρατήρησε ήδη ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «τα όπλα δεν αποτελούν θεμέλιο μονίμου και υγιούς λύσεως» και ότι στην υποταγή και διάλυση του βουλγαρικού κράτους από τον Τσιμισκή βρίσκονται τα αίτια των όσων επρόκειτο να συμβούν στη Βαλκανική την περίοδο της βασιλείας του Βασιλείου του Β΄.

Πρώτη φάση του νέου Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου. Βασίλειος ο Β΄ - Σαμουήλ

Ο θάνατος του Ιωάννου Τσιμισκή, το 976, στάθηκε η απαρχή σημαντικών εξελίξεων, που επρόκειτο να ταλαιπωρήσουν σκληρά την Μακεδονία για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Όπως αναφέρθηκε, η εισβολή του Τσιμισκή στη Βουλγαρία εστρέφετο κυρίως κατά των Ρώσων εισβολέων, τους οποίους και έδιωξε από την χώρα. Ο βουλγαρικός λαός, αν και δέχθηκε ισχυρά πλήγματα, δεν λύγισε αλλά αναζήτησε σε άλλο πρόσωπο την ηγεσία που του στέρησε ο Τσιμισκής αιχμαλωτίζοντας και καταργώντας τον Βόρι. Την ηγεσία που ζητούσαν, βρήκαν στον νεαρό και δραστήριο Σαμουήλ, γιο του κόμητος Νικολάου, ο οποίος αμέσως μετά τον θάνατο του Τσιμισκή τέθηκε επικεφαλής της Δυτικής Βουλγαρίας και επαναστάτησε. Οι Βυζαντινοί προσπάθησαν να ελέγξουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε, στέλνοντας τον Βόρι πίσω στη Βουλγαρία. Όμως ο Βόρις σκοτώθηκε και η ηγεσία των επαναστατημένων Βουλγάρων έμεινε στα χέρια του Σαμουήλ, ο οποίος φαίνεται ότι σχεδίαζε την ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους. Τα φιλόδοξα σχέδιά του περιελάμβαναν και την επέκταση του κράτους του προς την Θεσσαλονίκη, την Κεντρική και τη Νότιο Ελλάδα. Έτσι, επωφελούμενος από τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ο νέος Αυτοκράτωρ Βασίλειος ο Β΄ (976-1025) στη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα τη Στάση του Βάρδα Σκληρού, άρχισε τις επιδρομές εναντίον των Θεμάτων της Θράκης, της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης αλλά και προς εκείνα της Ελλάδος και της Πελοποννήσου.

Τις συνέπειες της επεκτατικής πολιτικής του Σαμουήλ υπέστησαν τα φρούρια της Θεσσαλίας και τέλος η Λάρισα, την οποία κατέλαβε και τους κατοίκους της μετέφερε και εγκατέστησε στην βουλγαρική ενδοχώρα, ενώ τους αξιομάχους ανάγκασε να υπηρετήσουν στον στρατό του. Τέλος, μετέφερε το λείψανο του πολιούχου της Λαρίσης Αγίου Αχιλλίου στην Πρέσπα, όπου είχε εγκαταστήσει το ανάκτορό του. Κατόπιν, προχώρησε προς τη Νότιο Ελλάδα λεηλατώντας και καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του, ενώ οι στρατηγοί των Θεμάτων Θεσσαλονίκης και Ελλάδος αγωνιζόταν με απόγνωση για να σώσουν τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως, ενώ όλα έδειχναν ότι ετοιμαζόταν να εισβάλλει στην Πελοπόννησο, στράφηκε ξαφνικά προς βορράν και αποχώρησε, πιθανότατα από τον φόβο μίας βυζαντινής αντεπιθέσεως.

Οι πρώτες ενέργειες του Βούλγαρου ηγεμόνα έδειξαν ότι σε αντίθεση με τον Συμεών, που ονειρευόταν την κατάκτηση του βυζαντινού αυτοκρατορικού στέμματος, ο Σαμουήλ επεδίωκε την ανασύσταση του βουλγαρικού κράτους και την ένταξη σ' αυτό όλων των περιοχών του ελλαδικού χώρου.

Εν τω μεταξύ, ο νεαρός Βασίλειος ο Β΄ εξακολουθούσε να αγωνίζεται για να παραμείνει στον θρόνο, αντιμετωπίζοντας αντιδράσεις και μέσα στο παλάτι. Όταν κατάφερε να καταπνίξει την Στάση του Βάρδα Σκληρού και να εξορίσει τον παρακοιμώμενο Βασίλειο το 985, έστρεψε την προσοχή του στο βουλγαρικό πρόβλημα και άρχισε τις προετοιμασίες για μία εκστρατεία εναντίον του επικίνδυνου εχθρού. Το καλοκαίρι του 986 εισέβαλε με ισχυρές δυνάμεις στη Βουλγαρία, με σκοπό την κατάληψη της Σαρδικής (Σόφιας). Η πολιορκία της Σαρδικής δεν έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα, γιατί οι πολιορκούμενοι αντιστάθηκαν σθεναρά και οι στρατηγοί του Βασιλείου φάνηκαν ανίκανοι. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αυτοκράτορας διέταξε την υποχώρηση. Όμως ο Σαμουήλ καιροφυλακτούσε και όταν οι Βυζαντινοί επιχείρησαν να περάσουν από τις Τραϊανές Πύλες, τους επιτέθηκε και κατάφερε να τους τρέψει σε άτακτη φυγή, με μεγάλες απώλειες σε άνδρες και οπλισμό.

Η νέα επιτυχία του Σαμουήλ έβλαψε σοβαρά το κύρος του αυτοκράτορος και πυροδότησε έναν νέο κύκλο αντιδράσεων εναντίον του. Τον Αύγουστο του 987 οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ανατολής ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Βάρδα Φωκά, ενώ ταυτόχρονα ο επαναστάτης Στρατηγός Βάρδας Σκληρός που είχε εξορισθεί, δραπέτευσε και ανακηρύχθηκε κι αυτός αυτοκράτορας στη Μελιτηνή. Από τους δύο ανταπαιτητές του θρόνου ικανότερος απεδείχθη ο Βάρδας Φωκάς, που κατόρθωσε να αιχμαλωτίσει τον Σκληρό και στη συνέχεια στράφηκε κατά της Κωνσταντινουπόλεως.

Εκχριστιανισμός των Ρώσων

Στις μάχες που ακολούθησαν, ο Βασίλειος ο Β΄ κατάφερε με τη βοήθεια Ρώσων πολεμιστών να νικήσει τον Φωκά, ο οποίος και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης. Καθοριστικό ρόλο στον αγώνα του κατά του Φωκά διαδραμάτισε η βοήθεια των Ρώσων, η οποία όμως εξασφαλίσθηκε με αντάλλαγμα τον γάμο της αδελφής του αυτοκράτορος Άννης, με τον Ηγεμόνα των Ρώσων Βλαδίμηρο. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε με τον όρο ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο λαός του θα ασπαζόταν τον Χριστιανισμό. Ο Βλαδίμηρος, θαμπωμένος από την βυζαντινή πριγκίπισσα και την προοπτική της συγγενείας του με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, τήρησε την υπόσχεσή του. Η Άννα, με μεγάλη συνοδεία μητροπολιτών, επισκόπων και μοναχών, ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 989 για τη νέα της πατρίδα. Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων τους έθετε όχι μόνον υπό την πνευματική κηδεμονία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αλλά και στη σφαίρα της βυζαντινής πολιτικής και πολιτιστικής επιρροής. Για τους λόγους αυτούς, ο εκχριστιανισμός των Ρώσων υπήρξε πράγματι γεγονός κοσμοϊστορικό.

Δεύτερη φάση του πολέμου. Ήττα των Βουλγάρων και διάλυση του βουλγαρικού κράτους

Ο Σαμουήλ και ο στρατός του εξακολουθούσαν να καιροφυλακτούν και ο Βασίλειος ξεκίνησε μία νέα εκστρατεία εναντίον τους, το καλοκαίρι του 990. Πέρασε με τον στρατό του από τη Θράκη και την Μακεδονία και έφθασε στη Θεσσαλονίκη, της οποίας και ενίσχυσε το αμυντικό σύστημα. Ο αυτοκράτορας παρέμεινε στην πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα, φροντίζοντας τις περιοχές που απειλούσε ο επεκτατισμός του Σαμουήλ και οργανώνοντας επιχειρήσεις κατά του εχθρού. Όμως και πάλι επείγοντα προβλήματα στα μέτωπα της Ανατολής ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να φύγει εσπευσμένα για την Συρία, το 994. Αρχηγό των δυνάμεών του στη Μακεδονία άφησε τον Στρατηγό του Θέματος Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Ταρωνίτη, στον οποίο ανέθεσε την φύλαξη και προστασία της περιοχής.

Η αποχώρηση του αυτοκράτορος και η μακρόχρονη απουσία του από την Μακεδονία παρείχε στον Σαμουήλ την ευκαιρία να εισβάλλει στα βυζαντινά εδάφη και να κινηθεί εναντίον της Θεσσαλονίκης. Στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκε ο Γρηγόριος Ταρχανιώτης και συνελήφθη αιχμάλωτος ο γιος του Ασώτιος. Παρά τη νίκη του, ο Σαμουήλ δεν τόλμησε να πολιορκήσει την Θεσσαλονίκη, γιατί τα ισχυρά τείχη της αποθάρρυναν ένα τέτοιο εγχείρημα. Περνώντας τα Τέμπη, εισέβαλε στη Θεσσαλία, την Βοιωτία και την Αττική, τις οποίες και λεηλάτησε άγρια. Έπειτα, παίρνοντας θάρρος από την απουσία του βυζαντινού στρατού, μπήκε και στην Πελοπόννησο, όπου συνέχισε τις λεηλασίες και τις καταστροφές.

Εναντίον του Σαμουήλ απέστειλε ο αυτοκράτορας τον Στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό, ο οποίος περνώντας από την Θεσσαλονίκη, που είχε καταστεί τα χρόνια αυτά το επιτελικό κέντρο αμύνης της περιοχής, έφθασε στην πολύπαθη Λάρισα, διέσχισε την πεδιάδα των Φαρσάλων και στρατοπέδευσε στην όχθη του Σπερχειού που είχε πλημμυρίσει από τις βροχές. Στην απέναντι όχθη βρισκόταν στρατοπεδευμένος ο βουλγαρικός στρατός, που επέστρεφε στη Βουλγαρία φορτωμένος με τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους που είχε συγκεντρώσει λεηλατώντας την βυζαντινή ύπαιθρο. Ο όγκος του νερού που είχε κατεβάσει ο Σπερχειός, έπεισε τον Σαμουήλ πως οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να τον διαβούν και χαλάρωσε τη φρούρηση του στρατοπέδου του. Όμως την φορά αυτή η έκβαση των πραγμάτων κρίθηκε από την επιμονή και την τόλμη του Στρατηγού Νικηφόρου Ουρανού. Οδηγημένος από εντόπιους, κατάφερε να περάσει με τον στρατό του το ποτάμι στη διάρκεια της νύχτας και να επιτεθεί στους Βουλγάρους που κοιμόταν αμέριμνοι. Ο αιφνιδιασμός είχε απόλυτη επιτυχία και τα στρατεύματα του Σαμουήλ κατασφάχθηκαν από τους Βυζαντινούς. Ο ίδιος ο Βούλγαρος ηγεμόνας μόλις που κατάφερε να ξεφύγει τραυματισμένος μαζί με τον γιο του Ρωμανό και ταξιδεύοντας νύχτα μέσω της Πίνδου, έφθασαν στη Βουλγαρία. Μετά την λαμπρή νίκη του και αφού ελευθέρωσε όλους τους αιχμαλώτους, ο Νικηφόρος Ουρανός επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη (997).

Η ήττα του Σπερχειού υπήρξε φοβερή και ανέτρεψε τα σχέδια του Σαμουήλ για την κατάκτηση και προσάρτηση του ελλαδικού χώρου στο βουλγαρικό κράτος. Μη έχοντας στρατιωτικές δυνάμεις επαρκείς για να συνεχίσει την επιθετική του πολιτική κατά του Βυζαντίου, ο Σαμουήλ κατέφυγε σε πολιτικούς ελιγμούς και έστρεψε την προσοχή και τις δραστηριότητές του βορειοδυτικά. Στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον έλεγχο της περιοχής Δυρραχίου, πάντρεψε τον αιχμάλωτο Βυζαντινό Ασώτιο Ταρωνίτη, που είχε συλλάβει στη μάχη της Θεσσαλονίκης, με την κόρη του και θεωρώντας ότι είχε εξασφαλίσει την αφοσίωσή του, τον διόρισε Φρούραρχο Δυρραχίου. Ο Ασώτιος όμως παρέμεινε πιστός στον αυτοκράτορα, αυτομόλησε μαζί με τη σύζυγό του και έπεισε τους κατοίκους να παραδώσουν την πόλη στους Βυζαντινούς.

Γνωρίζοντας ότι ο Σαμουήλ δεν είχε πλέον δυνάμεις για να απειλήσει τις βυζαντινές επαρχίες, ο Βασίλειος ο Β΄ άρχισε την σταδιακή ανακατάληψη των φρουρίων που εξακολουθούσαν να κατέχουν οι Βούλγαροι στη Μακεδονία. Η οχυρή Βέροια παραδίδεται στους Βυζαντινούς από τον Βούλγαρο διοικητή της και ακολουθούν τα οχυρά Σέρβια και τα Βοδενά (Έδεσσα). Από τα Σέρβια ο αυτοκράτορας κατέβηκε στη Θεσσαλία, κατέλαβε όσα φρούρια παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βουλγάρων και μετεγκατέστησε τις φρουρές τους στο Βολερό, κοντά στις εκβολές του Νέστου. Μετά το τέλος των επιχειρήσεων, ο Βασίλειος ο Β΄ επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη για να περάσει τον χειμώνα (1003).

Την επομένη χρονιά, ο αυτοκράτορας κατευθύνθηκε προς τη Βόρεια Βαλκανική και πολιόρκησε την παραδουνάβια πόλη Βιδίνη, την οποία κατέλαβε μετά από πολύμηνη πολιορκία, παρά την προσπάθεια αντιπερισπασμού που επεχείρησε ο Σαμουήλ εναντίον της Αδριανουπόλεως, στις 15 Αυγούστου του 1004. Επιστρέφοντας ο Βασίλειος έφθασε στον Αξιό κοντά στα Σκόπια, όπου βρήκε τον Σαμουήλ και τον στρατό του «κατεσκηνωμένον αμερίμνως». Ο Αξιός ήταν πλημμυρισμένος και ο Σαμουήλ έκανε εκ νέου το μοιραίο λάθος, θεωρώντας ότι το ποτάμι τον προστάτευε. Όμως και πάλι οι Βυζαντινοί πέρασαν το πλημμυρισμένο ποτάμι και αιφνιδίασαν τους Βουλγάρους. Ακολούθησε σφαγή και ο Σαμουήλ σώθηκε μόλις και μετά βίας. Τα Σκόπια παραδόθηκαν στον Βασίλειο από τον διοικητή τους Ρωμανό και ο αυτοκράτορας επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος στη Βασιλεύουσα, το 1005.

Οι πηγές της εποχής ελάχιστα αναφέρουν για τα όσα συνέβησαν στο Βαλκανικό Μέτωπο την επόμενη δεκαετία. Από τη σύντομη αναφορά του Ιωάννου Σκυλίτζη φαίνεται ότι οι Βυζαντινοί εξακολούθησαν τον πόλεμο φθοράς κατά των Βουλγάρων και ο Βασίλειος «ου διέλιπε καθ' έκαστον ενιαυτόν εισιών εν Βουλγαρία καί τα εν ποσί κείρων τε καί δηών».

Η τακτική αυτή των Βυζαντινών θα πρέπει να ήταν αποτελεσματική, γιατί οδήγησε τον Σαμουήλ στη σκέψη ότι θα έπρεπε να οχυρώσει και να τειχίσει τις ορεινές διαβάσεις προς την Βουλγαρία, για να σταματήσει τις ετήσιες επιδρομές τους στη χώρα του. Η σημαντικότερη από τις διόδους αυτές ήταν εκείνη που οδηγούσε διαμέσου της κοιλάδος του Στρυμόνα μέχρι της συμβολής του με τον ποταμό Στρώμνιτσα και διά της κοιλάδος του στην καρδιά της Βουλγαρίας του Σαμουήλ, ανάμεσα στα Σκόπια και την Αχρίδα. Το στενώτερο σημείο της κοιλάδος του Στρώμνιτσα, το Κλειδί, οχύρωσαν οι Βούλγαροι με φράγματα και τάφρους περιμένοντας την διάβαση των Βυζαντινών. Πράγματι, το καλοκαίρι του 1014 ο Βασίλειος ο Β΄ έφθασε στα στενά και προσπάθησε να διασπάσει την αντίσταση των Βουλγάρων. Μάταια όμως, γιατί εκείνοι πολεμούσαν με πείσμα και οχυρωμένοι όπως ήταν, έφεραν τους Βυζαντινούς σε δύσκολη θέση. Από την ήττα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται, έσωσε τον βυζαντινό στρατό ο τολμηρός ελιγμός του Στρατηγού Φιλιππουπόλεως Νικηφόρου Ξιφία, ο οποίος, οδηγώντας τους άνδρες του μέσα από δύσβατες ατραπούς, κατάφερε να κυκλώσει τους εχθρούς και «άνωθεν εξαίφνης μετ' αλαλαγμού καί δούπου κατά νώτου γίνεται των Βουλγάρων». Οι Βούλγαροι αιφνιδιάσθηκαν, πανικοβλήθηκαν και προσπάθησαν να διαφύγουν. Ακολούθησε άγρια μάχη και σφαγή, που είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθεί μεγάλος αριθμός Βουλγάρων και να αιχμαλωτισθούν πολύ περισσότεροι. Ο ίδιος ο Σαμουήλ μόλις που κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στον Πρίλαπο. Μετά από διαπραγματεύσεις, παραδόθηκε στον Βασίλειο και το απόρθητο Φρούριο Μελένικο.

Την λαμπρή νίκη των Βυζαντινών σκίασε μία πράξη πρωτοφανούς αγριότητος, πράξη μοναδική, που έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όσα γνωρίζουμε για την συμπεριφορά των Βυζαντινών γενικά και του Βασιλείου του Β΄ ειδικότερα απέναντι στους ηττημένους εχθρούς. Μία πράξη που, όπως παρατήρησε ήδη ο Ι. Καραγιαννόπουλος, δεν εκφράζει τίποτε άλλο «από το μέτρο της αγριότητος εις την οποίαν είχαν φτάσει τα πνεύματα εξ αιτίας του μακρού εκείνου και απηνούς πολέμου». Με διαταγή του αυτοκράτορος, οι Βυζαντινοί τύφλωσαν μεγάλο αριθμό Βουλγάρων αιχμαλώτων αφήνοντας στους εκατό έναν μονόφθαλμο, για να τους οδηγήσει στη Βουλγαρία. Η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου παρατηρεί ότι οι Βούλγαροι στην προκειμένη περίπτωση αντιμετωπίσθηκαν ως στασιαστές και όχι ως ξένοι αιχμάλωτοι πολέμου και ως στασιαστές τιμωρήθηκαν, όπως προέβλεπε η βυζαντινή νομοθεσία. Όταν η θλιβερή εκείνη φάλαγγα των τυφλών στρατιωτών έφθασε στη Βουλγαρία, ήταν τέτοια η οδύνη που προκάλεσε ώστε ο Σαμουήλ, ο σκληροτράχηλος Βούλγαρος αρχηγός, υπέστη προσβολή και πέθανε δύο ημέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου του 1014. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Γαβριήλ, «ρώμη μέν του πατρός υπερέχων, φρονήσει δέ καί διανοία πολλώ λειπόμενος», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι βυζαντινές πηγές.

Μετά τον θάνατο του Σαμουήλ, οι Βούλγαροι εξακολουθούν να πολεμούν. όμως, ο χαρακτήρας των στρατιωτικών επιχειρήσεων άλλαξε. Δε γινόταν πλέον μεγάλες μάχες αλλά οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν να καταλάβουν τα φρούρια που κατείχαν οι Βούλγαροι, ενώ εκείνοι αμύνονταν απεγνωσμένα. Είναι πλέον φανερό ότι ο πόλεμος τελειώνει, όμως το τέλος δεν επρόκειτο να έλθει όσο σύντομα το επιθυμούσαν οι Βυζαντινοί.

Την άνοιξη του 1015 τα Βοδενά (Έδεσσα) επαναστάτησαν και ο αυτοκράτορας, ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη, κατέλαβε την πόλη, που συνθηκολόγησε μόλις τα βυζαντινά στρατεύματα την περικύκλωσαν, μετεγκαθιστώντας τους κατοίκους της στο Βολερό. Επόμενος στόχος του Βασιλείου ήταν το οχυρό των Μογλενών (Αλμωπία), το οποίο κατελήφθη μετά από σκληρές μάχες και καταστράφηκε από τους Βυζαντινούς.

Οι νίκες αυτές του Βασιλείου επέφεραν σύγχυση στους Βουλγάρους. Αναζωπυρώθηκαν δυναστικές διαφορές, που είχαν ως κορύφωση την δολοφονία του Γαβριήλ από τον ανεψιό του Σαμουήλ Ιωάννη Βλαδισθλάβο, ο οποίος μόλις ανέλαβε την εξουσία, υποσχέθηκε «τήν πρέπουσαν υποταγήν καί δούλωσιν ενδείξασθαι πρός τόν βασιλέα». Παρά τις υποσχέσεις και τις δυναστικές έριδες όμως, ο πόλεμος συνεχιζόταν και ο Βασίλειος αναγκάσθηκε να εκστρατεύσει και να καταλάβει την Αχρίδα.

Οι επιχειρήσεις συνεχίζονται στα επόμενα χρόνια (1016-1018) με εισβολές των Βυζαντινών και προσπάθειες -άλλοτε επιτυχείς και άλλοτε όχι- να καταλάβουν οχυρές πόλεις και φρούρια, όταν την άνοιξη του 1018, ο θάνατος του Ιωάννου Βλαδισθλάβου σε μάχη προ του Δυρραχίου σήμανε το τέλος του φοβερού αυτού Βυζαντινοβουλγαρικού Πολέμου, που διήρκεσε περί τα σαράντα χρόνια. Γιατί στο άκουσμα του θανάτου του Ιωάννου, οι Βούλγαροι έχασαν τον αρχηγό τους και μαζί του κάθε ελπίδα και διάθεση να συνεχίσουν τον αγώνα τους κατά της αυτοκρατορίας. Έτσι, σύσσωμοι σχεδόν οι άρχοντες των Βουλγάρων άρχισαν να δηλώνουν υποταγή στον αυτοκράτορα, ο οποίος έφθασε ήδη στις Σέρρες. Στις Σέρρες έφθασαν και οι Βούλγαροι διοικητές των σπουδαιοτέρων φρουρίων που είχαν παραδοθεί και ο γενναίος υπερασπιστής του Φρουρίου Πέρνικον, Κρακράς. Ο Βασίλειος προχώρησε μέχρι τη Στρώμνιτσα, όπου συνάντησε τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Δαβίδ που έφερε επιστολές της Τσαρίνας Μαρίας σχετικές με την πρόθεση και τους όρους της παραδόσεώς της. Στη συνέχεια έφθασε στην Αχρίδα, όπου δέχθηκε την παράδοση της βασιλικής οικογενείας και άλλων Βουλγάρων αρχόντων και μοίρασε στους στρατιώτες του τους θησαυρούς που βρήκε στο βασιλικό παλάτι.

Ο πόλεμος που τόσο είχε ταλαιπωρήσει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, είχε τελειώσει και ο Βασίλειος, αφού περιόδευσε στα πεδία των μαχών της Μακεδονίας και της Στερεάς, έφθασε στην Αθήνα. Εκεί τέλεσε λαμπρές εορτές και δοξολογίες στο Ναό της Παναγίας που ήταν κτισμένος στην Ακρόπολη, εκφράζοντας έτσι τις ευχαριστίες του στην Υπερμάχο Στρατηγό. Έπειτα επέστρεψε στα τέλη του 1018 στην Κωνσταντινούπολη, όπου τέλεσε τον δίκαια κερδισμένο μεγαλοπρεπή του θρίαμβο.

Η απήχηση της βουλγαρικής υποταγής υπήρξε καταλυτική. Οι εχθροί της αυτοκρατορίας στην περιοχή άρχισαν, ο ένας μετά τον άλλον, να αναγνωρίζουν την βυζαντινή επικυριαρχία (Κροάτες, Βόσνιοι, Σέρβοι). Μόνον ο διοικητής του Σιρμίου προσπάθησε να αντιδράσει, νικήθηκε όμως και σκοτώθηκε από τον βυζαντινό στρατηγό της περιοχής.

Διοικητική οργάνωση της κατεκτημένης Βουλγαρίας

Εξίσου ικανός ανεδείχθη ο Βασίλειος και στην παγίωση και διατήρηση της ειρήνης. Με πολιτική διορατικότητα μοίρασε αξιώματα στους άρχοντες των Βουλγάρων και εξασφάλισε έτσι την ανοχή τους στις διοικητικές μεταβολές, τις οποίες ετοιμαζόταν να επιφέρει. Η κατεκτημένη Βουλγαρία χωρίσθηκε σε δύο μεγάλες διοικητικές περιφέρειες (θέματα): το Θέμα Βουλγαρίας και το Παραδουνάβιο ή Παρίστριο Θέμα. Το Θέμα Βουλγαρίας περιελάμβανε τις δυτικές περιοχές του παλαιού βουλγαρικού κράτους (Σαρδικής, Ναϊσού και Ευτζαπόλεως) και είχε έδρα τα Σκόπια. Το Παραδουνάβιο Θέμα αποτελούσαν οι βορειοανατολικές περιοχές και είχαν ως διοικητικό κέντρο την Σιλίστρια (Δορύστολο). Τα βουλγαρικά εδάφη που βρισκόταν μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, μοιράσθηκαν στα Θέματα Θράκης, Μακεδονίας, Στρυμόνος και Βουλγαρίας.

Ο αυτοκράτορας δεν επέφερε καμία αλλαγή στην εσωτερική διοίκηση του κατεκτημένου βουλγαρικού λαού και -κυρίως- δεν άλλαξε το ισχύον φορολογικό σύστημα, επιτρέποντας τη συνέχιση της καταβολής φόρων σε είδος και καταφέρνοντας έτσι να ελαχιστοποιήσει τα πιθανά αίτια δυσαρέσκειας των κατεκτημένων Βουλγάρων.

Εξίσου αποτελεσματικά υπήρξαν τα μέτρα που έλαβε ο Βασίλειος για να οργανώσει σε νέα βάση την Βουλγαρική Εκκλησία. Περιόρισε την δύναμη και το κύρος της, δίχως όμως να θίξει την αυτοτέλειά της σε σχέση με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αν και δεν γνωρίζουμε επακριβώς τις λεπτομέρειες του σχετικού σιγιλλίου, φαίνεται ότι καταργήθηκε το Βουλγαρικό Πατριαρχείο και αντικαταστάθηκε από την αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας, που έδρευε στην Αχρίδα. Νέος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας ανεδείχθη ο μοναχός Ιωάννης. Με σειρά σιγιλλίων ο Βασίλειος καθόρισε τον αριθμό των κληρικών στις επισκοπές της νέας Βουλγαρικής Εκκλησίας και υπήγαγε στην δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Αχρίδος επισκοπές που ανήκαν στο παλαιό βουλγαρικό κράτος του Πέτρου και του Σαμουήλ καθώς επίσης και τις Επισκοπές Σερβίων, Βεροίας και Σταγών. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι την Αρχιεπισκοπή Βουλγαρίας ελάμπρυναν με την παρουσία τους διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο Θεοφύλακτος, ο Δημήτριος Χωματηνός και ο Ιωάννης Καματηρός, οι οποίοι κατέστησαν την Αχρίδα πυρήνα της ελληνικής πολιτιστικής ακτινοβολίας.

Τον Δεκέμβριο του 1025 πεθαίνει ο Βασίλειος ο Β΄, ένας από τους ικανοτέρους αυτοκράτορες της περιόδου (565-1025) και με τον θάνατό του, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Ι. Καραγιαννόπουλος, «τελείωσε μία των ενδοξοτέρων βασιλειών του Βυζαντίου. Η βασιλεία του υπήρξε πράγματι το απόγειον της ακμής, εξωτερικής και εσωτερικής, η οποία χαρακτηρίζει τους χρόνους της Μακεδονικής δυναστείας. Εν τούτοις τα σπέρματα της παρακμής έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους και θα εκδηλωθούν σαφώς και επικινδύνως επί των διαδόχων του».


Υποσημειώσεις

Α.Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.Χ.-1983, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 59 κε.
Γ. Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους 285 -1354, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 45 κε., Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Η βυζαντινή Μακεδονία από τον Στ΄ στον Θ΄ αιώνα», Νέα Εστία, 1571 (1992), σσ. 224-225.
Ζώσιμος ΙΙ.22 (σ. 78.17 κε.). - Χ. Μπακιρτζής, «Η θαλάσσια οχύρωση της Θεσσαλονίκης», Βυζαντινά, 7 (1975), σ. 289 κε.
Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, σ. 75 κε.
Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ.1, Θεσσαλονίκη 1993, 5η ανατύπωση σ. 184 κε. - Ε. Χρυσός, «Η σφαγή των Θεσσαλονικέων το 390», Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Πρακτικά του Β΄ Συμποσίου των ΚΓ΄ Δημητρίων, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 93-105.
Θεοφύλακτος Σιμοκάτης 220.18 κε., Καραγιαννόπουλος Ιστορία, τόμ.2, σ. 47 κε.
P. Lemerle, Les miracles de Saint Démétrius, τόμ.1, Παρίσι 1979, σ. 133 κε.
Lemerle, Miracles, σ. 177 κε. - Th. Korres, «Some remarks on the First Two Major Attempts of the Avaroslavs to Capture Thessaloniki (597-614)», Βυζαντινά, 19 (1998), σ. 171 κε.
Lemerle, Miracles, σ. 211 κε., Θ. Κορρές, «Παρατηρήσεις σχετικές με την πέμπτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Σλάβους (676-678)», Βυζαντιακά, 19 (1999), σ. 153 κε, Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σ. 161 κε.
Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 144 κε.
Μ. Γρηγορίου-Ιωαννίδου, «Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων (688)», Βυζαντιακά, 2 (1982), σ. 111 κε.
A. Stavridou-Zafraka, «Slav Invasions and the Theme Organization in Balkan Peninsula», Βυζαντιακά, 12 (1992), σ. 168 κε.
Β. Παπούλια, «Το πρόβλημα της ειρηνικής διεισδύσεως των Σλάβων στην Ελλάδα», Διεθνές Συμπόσιο, Βυζαντινή Μακεδονία (324-1430), Θεσσαλονίκη 1995, σ. 255 κε, Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Σλαβικές εγκαταστάσεις στη Μεσαιωνική Ελλάδα2, Αθήνα 1993, σ. 28 κε, Κορρές, «Πέμπτη πολιορκία», σ. 140 κε.
Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 150 κε, Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα, «Θεσσαλονίκη «πρώτη πόλις Θεσσαλίας», ΚΔ΄ Δημήτρια, Πρακτικά Γ΄ Επιστημονικού Συμποσίου, Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 65-77, της ιδίας, «Θέμα Στρυμόνος», σ. 307 κε.
Θεοφάνης 357.27 κε.
Θεοφάνης 364.15-18. - Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 97-98 και 108, Γρηγορίου-Ιωαννίδου, «Εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄», σ. 111 κε.
Θεοφάνης 429.23-24.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, σ. 142 κε.
Θ. Κορρές, «Η βυζαντινοβουλγαρική αντιπαράθεση στις αρχές του 9ου αι. και η σφαγή των στρατευμάτων του Νικηφόρου Α΄ στη Βουλγαρία», Βυζαντινά, 18 (1995-96), σ. 167 κε. - Του ιδίου, Λέων Ε΄ ο Αρμένιος και η εποχή του, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 87 κε.
Χριστοφιλοπούλου, «Βυζαντινή Μακεδονία», σ. 261.
Ι. Καραγιαννόπουλος, Το ιστορικόν πλαίσιον του έργου των αποστόλων των Σλάβων, Κυρίλλω και Μεθοδίω, τόμος εόρτιος, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 141 κε.
Ι. Καμενιάτης 10.9 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 326 κε.
Για τα γεγονότα της πολιορκίας βλ. Ι. Καμενιάτης 16.35 κε. - Γ. Τσάρας, Άλωση Θεσσαλονίκης 53 κε.
Ι. Καμενιάτης 32.43 κε. - Βλ. Θ. Κορρές, "Υγρόν πυρ" 100 κε.
Ι. Καμενιάτης 33.68 κε.
Ι. Καμενιάτης 56.47 κε. - Γ. Τσάρας, Ιωάννου Καμενιάτου στην άλωση της Θεσσαλονίκης. Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 113 κε.
Νικόλαος Μυστικός 10 κε.
H. Ahrweiler, Βυζαντινή Μακεδονία, σ. 278.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 79 κε.
Ιω. Σκυλίτζης 176.83., Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία Β2, σ. 60.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 317 κε.
Α. Σταυρίδου-Ζαφράκα, Η συνάντηση Συμεών και Νικολάου Μυστικού στα πλαίσια του Βυζαντινοβουλγαρικού ανταγωνισμού, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 143 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 348 κε.
Λέων Διάκονος 61.23 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 417 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 423-425.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 160 κε.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σσ.162-163.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 440-443.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σσ. 163-164.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 165.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 452 κε.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 167.
Ιω. Σκυλίτζης 348.9 κε.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 459-460.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 460, πρβ. Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία, Β2, σ. 162.
Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 268-269.
Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία Β2, σσ.171-172.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σ. 469 κε.
Θεοχαρίδης, Ιστορία της Μακεδονίας, σσ. 275-276.
Καραγιαννόπουλος, Ιστορία, τόμ.2, σσ. 460-463.

Πηγή